Supreme Court annuls appeal judgment for inadmissibility due to vague claim and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision rejecting the appeal against a first-instance judgment. The appellant argued the lower court erred by failing to declare the claim inadmissible due to its vagueness regarding child support measures. The Court agreed, ruling that the claim lacked specific details on the appropriate measures and their limits, thus constituting a procedural defect.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; A claim is inadmissible if it fails to specify the appropriate measures for child support and the extent of their excess, requiring the court to declare it inadmissible rather than rule on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1257/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Α. Σ., το γένος Θ. και Ό. Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Νικολούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Θ., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου και καθολικής διαδόχου του αρχικού ενάγοντος Θ. Δ. του Γ. και συνεχίζουσας μετά τον θάνατο αυτού τη δίκη, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2013 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ. Δ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18437/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2729/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../11-7-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π. Α., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 2729/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την τελευταία. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε την κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της, σαν να ήταν αυτή παρούσα (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ. 2).
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 2729/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, απορρίφθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 23671/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αρχικού ενάγοντος-δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ότι η περιγραφόμενη στο ιστορικό δωρεά έχει εγκύρως ανακληθεί με δήλωση του δωρητή, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να επαναμεταβιβάσει στον ενάγοντα τα εμπράγματα δικαιώματα των μεταβιβασθέντων ακινήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, χωρίς όμως να προσδιορίζονται (στο νόμο) οι περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ.
Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθρου 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Με τα δεδομένα αυτά, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία ζητείται ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειάς του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ., θα πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν σαφώς τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά στο σύνολό της ή μερικώς, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων, τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κλπ (ΑΠ 654/2011, ΑΠ 491/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή η στο σύζυγο η στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητά του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν (ΑΠ 654/2011).
Εξάλλου, η ποιοτική η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 372/2015, ΑΠ 23/2015, ΑΠ 2180/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αρχικώς ενάγοντος, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι η νυν αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι με το εν λόγω δικόγραφο ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δυνάμει του με αριθμό .../2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.
Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην εναγόμενη θυγατέρα του την πλήρη κυριότητα τριών εκ των συνολικά τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών μίας πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στη ..., καθώς και την ψιλή κυριότητα της τέταρτης οριζόντιας ιδιοκτησίας παρακρατώντας το δικαίωμα της επικαρπίας για τον ίδιο και σε περίπτωση, προαποβίωσής του για την σύζυγό του.
Ότι, η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων συνολικής αξίας 112.460,44 ευρώ καίτοι αναγράφηκε στο συμβόλαιο ότι έγινε λόγω γονικής παροχής αποτελεί στην πραγματικότητα δωρεά λόγω υπέρβασης του μέτρου που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Ότι, με την από 26-8-2013 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στην εναγόμενη-δωρεοδόχο στις 30-8-2013, ανακάλεσε την ως άνω δωρεά όλων των ακινήτων, για το λόγο ότι η τελευταία φάνηκε αχάριστη απέναντι στον ίδιο με βαριά παραπτώματα.
Ότι η εναγόμενη, καίτοι είναι υποχρεωμένη να του αναμεταβιβάσει τα δωρηθέντα δικαιώματα της πλήρους κυριότητας στις τρεις ιδιοκτησίες και την ψιλή κυριότητα στην τέταρτη εξ αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω λήξης της αιτίας για την οποία της μεταβιβάσθηκαν, αρνείται μέχρι σήμερα να προβεί στις εν λόγω μεταβιβάσεις.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί το κύρος της εκ μέρους του γενόμενης ανάκλησης των ως άνω δωρεών και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του αναμεταβιβάσει το δικαίωμα της κυριότητας επί των τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών και της ψιλής κυριότητας επί της τέταρτης, σε περίπτωση δε άρνησής της να καταδικαστεί στη σχετική δήλωση βούλησης.
Από τα εκτιθέμενα, όμως, στην ένδικη αγωγή, με την οποία προσβάλλεται γονική παροχή για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας, κατά την έννοια του άρθρου 1509 εδ. α' ΑΚ, προκύπτει ότι η αγωγή αυτή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για την εξειδίκευση του επικαλούμενου γεγονότος ότι η ένδικη γονική παροχή αποτελεί δωρεά στο σύνολό της, δηλαδή ότι υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις και, συνακόλουθα, υπόκειται σε ανάκληση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 ΑΚ.
Ειδικότερα, δεν αναφέρεται η περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του γονέα που έκανε την παροχή, οι ανάγκες του τέκνου προς το οποίο έγινε η παροχή και η οικονομική κατάσταση της έτερης κόρης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά νόμο, τούτο δε παρά την ένσταση αοριστίας της αγωγής, που παραδεκτά προτάθηκε από την αναιρεσείουσα με το από 15.12.2017 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, συνιστάμενη στο ότι δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή ποιο είναι το προσήκον στην συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο της γονικής παροχής και ποια η υπέρβαση του μέτρου και συνεπώς το σε ανατροπή υποκείμενο υπερβάλλον υπόλοιπο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της, παρά το νόμο, μη κήρυξης του απαραδέκτου της αγωγής εξαιτίας της προαναφερόμενης αοριστίας, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι όσες φορές μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ ΑΠ 25/2001).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού η αγωγή είναι αόριστη. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στην ίδια (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183,191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2729/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δέχεται την ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου ασκηθείσα υπ' αριθ. 4991/2014 έφεση και τους υπ' αριθμ. 22328/2017 πρόσθετους λόγους εφέσεως της Μ. Σ. Α. Δ. και κατά της υπ' αριθ. 18437/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δικάζει και απορρίπτει την υπ' αριθμ. κατ. 23671/2013 αγωγή του Θεοχάρη Διαμαντή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ