Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision due to inadmissibility of vague and unproven grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Larissa Court of Appeal's final judgment. The State argued the lower court failed to address claims of vague litigation and abuse of rights, but the Court ruled these grounds inadmissible. The appeal was rejected because the State did not clearly define the content of its objections in the appeal brief, violating procedural requirements for admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on vague litigation or abuse of rights is inadmissible if the appellant fails to clearly specify the content of these objections in the appeal brief.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Κ., 2) Β. Κ. του Κ., 3) Ε. Κ. του Κ., 4) Χ. Κ. του Κ., 5) Φ. Κ. του Κ., 6) Α. Κ. του Κ., 7) Λ. Τ., κατοίκου ..., ως επιτρόπου του ανηλίκου Ι. - Β. Κ. του Σ., 8) Π. Α. του Χ., 9) α. Χ. χας Δ. Α., β. Κ. Α. του Δ., γ. Β. Α. του Δ. και 10) Φ. συζ. Χ. Α.. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4η, 5η, 6η και 8ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μενέλαο Παπαδημητρίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι:
α) ανακαλεί την από 2-4-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται,
β) διορθώνει το όνομα της 6ης των αναιρεσιβλήτων στο ορθό "Α.", που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα στο αναιρετήριο "Α.",
γ) εκ παραδρομής, ο 7ος των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπηθείς ως ανήλικος υπό του Λ. Τ., αναφέρεται στο αναιρετήριο μόνο με το όνομα "Ι.", ενώ το ορθό είναι "Ι. - Β.", έχει δε ήδη ενηλικιωθεί, συνεχίζει ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο, δ) η Φ. συζ. Χ. Α. (10η των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 14-6-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες εκ διαθήκης κληρονόμοι της Π. Α. του Χ. και Χ. Ε. του Ε., κάτοικοι ..., οι οποίες εκπροσωπούνται από τον ίδιο και
ε) η Χ. χα Δ. Α. (υπό στοιχ. 9α των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 7-10-2012 και κληρονομήθηκε από τους Β. Α. του Δ. και Κ. Α. του Δ., υπό στοιχ. 9γ και 9β των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Οι υπό στοιχ. 9β και 9γ των αναιρεσιβλήτων, Κ. Α. του Δ. και Β. Α. του Δ., αντίστοιχα, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2007 αγωγή των ήδη 1ου έως και 7ου (εκπροσωπηθένος ως ανηλίκου υπό του Λ. Τ.), 8ου, 9β και 9γ των αναιρεσιβλήτων, των Χ. χας Δ. Α. και Φ. συζ. Χ. Α., που έχουν ήδη αποβιώσει και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 28-3-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 346/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (τακτική διαδικασία) στο σύνολό της (και κατά τα ειδικότερα στην έκθεση αναφερόμενα). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 346/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, προκειμένης αγωγής καταβολής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που έχει καθοριστεί με δικαστική απόφαση και απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων.
Εξάλλου, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με τους υπό στοιχείο 9α, 10η και 7ο των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.
Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 εδάφ. δ` Κ.Πολ.Δ., απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. Κ.Πολ.Δ, οι οποίες, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ.
α` ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 988/2018, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 644/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η αρχική 9α' αναιρεσίβλητη, Χ. χήρα Δ. Α., απεβίωσε, στις 7-10-2012, δηλαδή πριν από την άσκηση, με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 2-1-2015, της κρινόμενης από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτησης αναίρεσης και πριν από τη δημοσίευση, στις 22-7-2014, της οριστικής προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 346/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και ότι αυτή κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, γνήσια τέκνα αυτής, Κ.
Α. και Β. Α.. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση αποδεικνύονται από την υπ' αρ. Δ.Υ./31-1-2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου … και από το υπ' αρ. ...91/31-1-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... τα οποία προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, Μ. Π. και συγχρόνως δήλωσε, ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι συνεχίζουν τη δίκη, στο όνομά τους, μετά το θάνατο της δικαιοπαρόχου μητέρας τους, αρχικής υπό στοιχείο 9α' αναιρεσίβλητης.
Επειδή όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός για τη γνωστοποίηση του θανάτου της υπό στοιχείο 9α' αναιρεσίβλητης στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, συνάγεται απόδειξη ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του εν λόγω θανάτου, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους της και να απευθύνει την αναίρεση εναντίον αυτών.
Κατά συνέπεια είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αναίρεση, παρόλο που στρέφεται κατά της υπό στοιχείο 9α' αναιρεσίβλητης, που είχε προαποβιώσει και η συζήτηση της αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από τους ανωτέρω κληρονόμους της.
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. ...03β' και ...04β'/22-1-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, Μ. Θ., οι οποίες προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους, υπό στοιχείο 9β και 9γ αναιρεσιβλήτους, Κ.
και Β. Α., αντίστοιχα, για να παραστούν στη σημερινή δικάσιμο. Ωστόσο όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, οι ανωτέρω 9β και 9γ'αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία των απολειπομένων διαδίκων, υπό στοιχείο 9β' και 9γ'αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ. α', 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που όπως εκτέθηκε προηγουμένως εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη και πέραν των όσων έχουν ήδη προεκτεθεί, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς, με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (AΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, αναφορικά με την 10η αρχική αναιρεσίβλητη, Φ. Α., προκύπτει ότι αυτή απεβίωσε στις 14-6-2015, δηλαδή, μετά την άσκηση της αναίρεσης, στις 2-1-2015, με την κατάθεσή της και ότι αυτή κληρονομήθηκε από τα γνήσια τέκνα της, Π. Α. και Χ. Ε., με την από 7-12-2015 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αρ. 708/2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας - τμήμα διαθηκών.
Ο θάνατος και η συγγενική σχέση αποδεικνύεται από τη με αριθμό ...15/1/15-6-2015 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου … και το με αρ. πρωτοκόλλου ...31/21-1-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Καρδίτσας. Εξάλλου, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι της αρχικής 10ης αναιρεσίβλητης συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη, που διακόπηκε λόγω θανάτου της αρχικής 10ης αναιρεσίβλητης στο όνομά τους.
Επομένως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά με τους ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμους της αρχικής 10ης αναιρεσίβλητης.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ` άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ` αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του. Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 1166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι ο 7ος αναιρεσίβλητος, Ι. Κ. του Σ., ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, από τον επίτροπο αυτού, Λ. Τ., δήλωσε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, ότι ενηλικιώθηκε και ότι συνεχίζει πλέον ατομικά στο όνομά του τη δίκη.
Εξάλλου, από το υπ' αρ. ...35/11-10-2018 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου, Θ. Κ., το οποίο προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι ο 7ος αναιρεσίβλητος γεννήθηκε στις 26-1-1983 και συνεπώς, ενηλικιώθηκε στις 26-1-2001, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 2-1-2015, με την κατάθεσή της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά και πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 22-7-2014.
Επομένως, εφόσον η ενηλικίωση επήλθε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του Λ. Τ., επιτρόπου του ανηλίκου και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, η παρούσα διαδικασία της αναιρετικής δίκης συνεχίζεται παραδεκτά με την συμμετοχή του ενηλίκου πλέον ως άνω διαδίκου.
Κατόπιν όλων αυτών η κρινόμενη από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 346/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), μετά την επιτρεπτή διόρθωση του ονόματος της 6ης αναιρεσίβλητης από το εσφαλμένο "Α.", στο ορθό "Α." και του 7ου αναιρεσιβλήτου από το εσφαλμένο "Ι.
Κ.", στο ορθό "Ι. - Β. Κ.", σύμφωνα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατ' άρθρ. 256 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται, κατ' άρθρ. 573 ΚΠολΔ και στην παρούσα αναιρετική διαδικασία, χωρίς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να αντικρούσει την ανωτέρω διόρθωση, η οποία άλλωστε προκύπτει α) αναφορικά με την 6η αναιρεσίβλητη, από το από 19-10-2018 πιστοποιητικό γέννησης αυτής του Δήμου … και το με ίδια ημερομηνία πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του ίδιου Δήμου … και β) αναφορικά με τον 7ο αναιρεσίβλητο από το προαναφερόμενο υπ' αρ.
…35/2018 ειδικό πληρεξούσιο.
Περαιτέρω, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αρ. 1007626/609/0011/25-1-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στο αριθμό 62/8-2-1999, ΦΕΚ τεύχος Δ', κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα, για την κατασκευή της Περιφερειακής οδού της πόλεως της Καρδίτσας από την χ.θ. 5+280,31 έως την 6+138,12, συνολικού εμβαδού 19.718,47 Μ2, που βρίσκεται στον Νομό ….
Η ως άνω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη α) του Ελληνικού Δημοσίου, με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα οδοποιϊας και β) των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται από το έργο. Με την υπ' αριθμ. 234/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους και προσδιορίστηκε η μείωση της αξίας των εναπομενόντων εκτός της ένδικης απαλλοτρίωσης ακινήτων.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 788/2001 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που συνεκδικάστηκε με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που είχαν ασκηθεί και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων, στο ποσό των 46,96 ευρώ ανά Μ2, για όλα τα ακίνητα, ενώ επίσης καταδίκασε το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης, μεταξύ των οποίων είναι οι αναιρεσίβλητοι.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 163/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας αναγνωρίστηκαν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 788/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Κατόπιν τούτου οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την ένδικη από 3-1-2007 (αρ.
κατ. 24/2007) καταψηφιστική αγωγή και ζητούσαν, κατά το κύριο σκέλος αυτής, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει την αποζημίωση, που είχε καθοριστεί οριστικά με την ως άνω υπ' αριθμ. 788/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και επικουρικά λόγω αδικοπραξίας, διότι, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή αυτή το Δημόσιο είχε απαλλοτριώσει τα ακίνητά τους, τα οποία κατέλαβε, χωρίς να τους καταβάλει την αποζημίωση, την οποία συνεχώς αρνείται να τους καταβάλει.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, με την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 30/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 10-11-2008 (αρ. κατ. 130/2008) έφεση και ζητούσε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 30/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και ακολούθως δικάζοντας την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει ως αποζημίωση απαλλοτρίωσης τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της ποσά.
Η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδ. γ` του Συντάγματος 1975 ορίζει ότι "η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απ` ευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως".
Εξάλλου με βάση τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του α.ν. 1731/ 1939 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" ο δικαιούχος της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορούσε με αγωγή του να ζητήσει την καταβολή της από τον υπόχρεο. Το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείσθηκε από το ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" και ήδη θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 9 παρ. 3, 10 παρ. 1, 2, 17 παρ. 1, 26 και 27 παρ. 4 αυτού (ν.δ. 797/1971).
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται, ότι από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία καθορίζεται τελεσίδικα η οφειλόμενη αποζημίωση, ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος δικαιούται να αξιώσει την πληρωμή της αποζημίωσης και μάλιστα με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί καθορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης.
Εξάλλου η μη πληρωμή ή μη παρακατάθεση της προσωρινά ή οριστικά προσδιορισθείσης αποζημίωσης αμέσως μετά την τελεσιδικία του προσδιορισμού της συνδέονται άμεσα με την αξίωση για επιδίκαση τόκων, οι οποίοι αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1977/2014, ΑΠ 1037/2009, ΑΠ 156/2005, ΑΠ 1476/2003). Εξάλλου, αναφορικά με την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής από τον ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου, που αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, συνάγεται, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 4 του Συντάγματος και των άρθρων 7, 9 παρ. 4, 10 παρ. 1, 2, 18, και 26 παρ. 1, 2, 11 εδ.
τελευτ., 12 του Ν. 2882/2001, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 εδ. α' του τελευταίου αυτού νόμου, ότι με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης γεννάται απευθείας από το νόμο (ex lege) η ενοχή (άρθρ. 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερού η απαλλοτρίωση και του καθού, δυνάμει της οποίας ο καθού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη, υπερού η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεώς του.
Έτσι, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία καθορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή του, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθύλην λόγω ποσού δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής.
Για την νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης δεν ερευνάται, ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή. Σε περίπτωση που το οικονομικό βάρος της απαλλοτριώσεως φέρει άλλο, διάφορο του υπερού η απαλλοτρίωση, πρόσωπο, τούτο είναι και το υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης στον δικαιούχο.
Η αξίωση αυτή η οποία γεννάται απευθείας από το νόμο με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης και δεν έχει χωρίς άλλο, τον χαρακτήρα αποζημίωσης με βάση την διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία έχει επιφυλαχθεί (άρθρ. 94 παρ. 3, 17 παρ. 4 του Συντάγματος, 19, 20, 21 και 26 παρ. 2, 11 και 12 του Ν. 2882/2001) η δικαιοδοσία του προσδιορισμού της καταβλητέας αποζημιώσεως, καθώς και της αναγνώρισης των δικαιούχων αυτής, ως συνδεόμενη στενά με τα θέματα αυτά, όπως τούτο παγίως γίνεται δεκτό (ΑΠ 1037/2009).
Εξάλλου, η απόφαση για την αναγνώριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 Ν. 2882/2001, των δικαιούχων της αποζημιώσεώς από απαλλοτρίωση, η οποία αποφαίνεται οριστικώς και αμετακλήτως, με βάση τα υπάρχοντα στη διάθεση του δικαστηρίου αποδεικτικά στοιχεία, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων, για το ποιος είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης (ΑΠ 922/2009, ΑΠ 691/ 2008, ΑΠ 1593/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 1715/1951, ορίζεται ότι "η ασκηθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο, το Ταμείο Εθνικού Στόλου, το Ταμείου Εθνικής Άμυνας... αίτηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, (καταψηφιστικής), καθώς και η προθεσμία για την άσκησή της, αναστέλλουν τη σε βάρος του εκτέλεση της απόφασης, ακόμη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τελευταία θα επιτρεπόταν (παρ. 1).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 παρ. 2 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "εκτελεστοί τίτλοι είναι α) οι τελεσίδικες αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β)...". Δηλαδή, οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινά εκτελεστές αποφάσεις, που εν γένει εκδίδονται από τα πολιτικά δικαστήρια, επί διαφορών που άγονται ενώπιόν τους με αγωγές, αποτελούν εκτελεστούς τίτλους, κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από το αν έχουν καταστεί αμετάκλητες, εφόσον έχουν καταψηφιστικό χαρακτήρα.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "...όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 1715/1951 και του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η εκ μέρους του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, που αναφέρονται στην πρώτη από αυτές, άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης καταψηφιστικής αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, καθώς και η προς άσκηση αυτής προθεσμία, δεν έχουν, σε καμία περίπτωση, ως συνέπεια, εκτός από την αναστολή της εκτελεστότητας της απόφασης και την αναστολή επελεύσεως των έννομων συνεπειών του δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από την τελεσίδικη αυτή απόφαση.
Εξάλλου, η τελεσίδικη απόφαση, που εκδίδεται επί καταψηφιστικής αγωγής για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης, τέμνει τη διαφορά, και, συνεπώς, παράγει, δεδικασμένο μεταξύ των ίδιων διαδίκων, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο, που θα επιληφθεί επιγενομένως επί αντίστοιχης μεταγενέστερης αγωγής, που θα έχει όμοια πραγματική αιτία με το δικαίωμα, που ήδη κρίθηκε και θα στηρίζεται στην ίδια με αυτό νομική βάση.
Το εν λόγω δεδικασμένο καταλαμβάνει την ύπαρξη του δικαιώματος και τις απορρέουσες από αυτό έννομες συνέπειες, η δε έκτασή του προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος, που απευθύνεται στο δικαστήριο. Επομένως, το δικαίωμα του ενάγοντος, που πέτυχε την έκδοση τελεσίδικης απόφασης υπέρ αυτού και κατά του Δημοσίου, να ασκήσει ακολούθως (και) καταψηφιστική αγωγή κατά του τελευταίου, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και να επικαλεσθεί το δεδικασμένο, που απορρέει από την τελεσίδικη απόφαση, δεν επηρεάζεται από οποιουσδήποτε περιορισμούς τυχόν ισχύουν ως προς την εκτελεστότητα, άρα και από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 19 του Ν. 1715/1951 (ΣτΕ 2340/2012, ΣτΕ 12/2011, ΣτΕ 1077/2010, ΣτΕ 156/2009).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Eξάλλου, για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ Ολ. 3/1997, ΑΠ 405/2004).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 174/2015). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, (όπως και εκείνος εκ του άριθμού 1 του ίδιου άρθρου, όπως προεκτέθηκε), ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου (ή ευθέως) κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύονται, συνεπώς, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου (ΑΠ Ολ. 3/1997, ΑΠ 320/2012, ΑΠ 437/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να υποχρεώσει το αναιρεσείον Δημόσιο, να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα χρηματικά ποσά, που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασής του, των οποίων αυτοί είχαν αναγνωρισθεί ως δικαιούχοι αποζημίωσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αν και η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, διότι το αναιρεσείον άσκησε κατ' αυτής την από 8-10-2002 (αρ.
κατ. 53/2002) αίτηση αναίρεσης, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 19 του ΑΝ 1715/1951 με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, αν και συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, σύμφωνα με όσα το αναιρεσείον είχε ισχυριστεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με το εφετήριο και με τις κατ' έφεση προτάσεις του, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης αναστέλλει την εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Επίσης, με τον ίδιο 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το συναφές Β' σκέλος αυτού και με το συναφές επίσης επικουρικό σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου και εν μέρει με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να μην αιτιολογήσει καθόλου το ουσιώδες ζήτημα της αναστολής της εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 788/2001 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης μετά την κατ' αυτής άσκηση της από 8-10-2002 (αρ.
κατ. 53/2002) αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου παραβίασε και εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 19 του ΑΝ 1715/1951.
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι (1ος κατά το Α'σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς επίσης ο 1ος κατά το Β' σκέλος αυτού και οι συναφείς 2ος κατά το επικουρικό σκέλος αυτού και εν μέρει ο 3ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 19 ΑΝ 1715/1951) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 19 ΑΝ 1715/1951, όπως ορθά εκτιμάται, δεν συνιστά κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά δικονομικού δικαίου, που καθορίζει τη μορφή της ένδικης προστασίας και ειδικότερα, στην ένδικη περίπτωση, την αναστολή εκτελεστότητας της τελεσίδικης υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 780/2018, ΑΠ 150/2015). Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 1434/2010).
Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 298/2012).
Τέλος τα περιστατικά της παραδεκτής προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος φέρεται ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη, πρέπει να εκτίθενται στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 224/2015).
Με τον συναφή 2ο λόγο αναίρεσης κατά το Α' κύριο σκέλος αυτού το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ουσιώδη ισχυρισμό του, ότι η υπ' αριθμ. 788/2001 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, με βάση την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε ως αποζημίωση στους ήδη αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά, δεν ήταν αμετάκλητη, διότι το Δημόσιο είχε ασκήσει κατ' αυτής την από 8-10-2002 (αρ. κατ. 53/2002) αίτηση αναίρεσης, που δεν είχε ακόμη προσδιοριστεί, για να συζητηθεί και ο οποίος ισχυρισμός ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης, καθόσον σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης και εκ νέου εκδίκασης της υπόθεσης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης είναι πολύ πιθανόν στο εγγύς μέλλον (σύμφωνα με την άποψη του αναιρεσείοντος) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι - ιδιοκτήτες να επιστρέψουν τα υπερβολικά ποσά, που τους επιδίκασε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, προκύπτει ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την με αριθμό 1007626/609/0011/25-1-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στο με αριθμό 62/8-2-1999 ΦΕΚ τεύχος Δ', κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για λόγους δημοσίας ωφελείας, και ειδικότερα για την κατασκευή της Περιφερειακής οδού της πόλεως … από την χ.θ. 5+280,31 έως την 6+138,12, έκτασης συνολικού εμβαδού 19.718,47 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό …, εικονίζεται σε κλίμακα 1:500 στο από Ιανουάριο 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του Δήμου … (μελετητής κ.
Τ.), τα οποία (διάγραμμα και πίνακα) έχει θεωρήσει ο Δ/ντής της Δ/νσης Δ12 του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, Κ. Δεσύπρης. Η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη: α) του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα οδοποιίας, αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αριθμός έργου ...22 τ.
έργου ...27 και ...34 ΣΑΕ 071) και β) των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου. Για την απαλλοτρίωση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 234/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία, καθόρισε προσωρινά την τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα.
Ακόμη, προσδιόρισε τη μείωση της αξίας των εναπομενόντων μετά την απαλλοτρίωση ακινήτων. Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 788/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία δέχθηκε μερικά την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, τις ανταιτήσεις και τις παρεμβάσεις, απέρριψε το αίτημα των αιτούντων Α. Κ. κλπ να τους επιδικαστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα του ακινήτου τους, από την ιδιοκτησία με αριθ. 112, εμβαδού 4.400 τ.μ., καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριούμενων ακινήτων στο ποσό των 16.000 δρχ.
ή 46,96/€/τ.μ. για όλα τα ακίνητα και καταδίκασε το Ελληνικό Δημόσιο, στα δικαστικά έξοδα των δικαιούχων της αποζημίωσης. Τέλος με τη με αριθμό 163/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας αναγνωρίστηκαν οι δικαιούχοι της παραπάνω αποζημίωσης, η οποία καθορίσθηκε προσωρινά με τη με αριθμό 234/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και οριστικά με τη με αριθμό 788/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι: Α. κάθε ένας των εφεσίβλητων με αριθ. 1-7 είναι κύριος του 1/7 εξ αδιαιρέτου της υπ' αριθ. 110 ιδιοκτησίας. Από την ιδιοκτησία αυτή απαλλοτριώθηκε έκταση 3.830,72 τ.μ. Βαρύνεται όμως με αυταποζημίωση 1.222,17 τ.μ, ενώ α) 48,21 τ.μ. υποχρεούται να τα πληρώσει η υπ' αριθ. 11 ιδιοκτησία, β) 1,46 τ.μ. υποχρεούται να τα πληρώσει η υπ' αριθ. 112 ιδιοκτησία, γ) 10,45 τ.μ.
υποχρεούται να τα πληρώσει η υπ' αριθ. 11 ιδιοκτησία. Επομένως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να αποζημιώσει για 3.830,72 - [1.222,17 + 48,21 + 1,46 + 10,45] = 2.548,41 τ.μ. προς 46,96 €/τ.μ. δηλ. 119.673,33 €. Έλαβαν 77.000 €. Απομένει υπόλοιπο, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί το εκκαλούν να τους καταβάλει 42.373,3 €, ή 6.096,19 € στον κάθε ένα.
Η εκκαλούμενη, που επιδίκασε σε κάθε ένα των εφεσίβλητων - εναγόντων το ποσό των 6.902,962 € και συνολικά και στους επτά 48.320,74 €, έσφαλε και πρέπει ως προς αυτούς να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, το Δικαστήριο να κρατήσει την αγωγή, να δικάσει αυτήν κατ' ουσίαν, να δεχθεί αυτήν εν μέρει και να υποχρεώσει το εκκαλούν να καταβάλει στον κάθε ένα των επτά πρώτων εναγόντων 6.096,19 € Β.
Κάθε ένας των εφεσίβλητων με αριθ. 8 και 10 είναι συγκύριος κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου της με αριθ. 114 ιδιοκτησίας, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 1.949,55 τ.μ. Η ιδιοκτησία αυτή βαρύνεται με αυταποζημίωση 1.206,17 τ.μ (990,60 τ.μ. + 25,64 τ.μ + 189,93 τ.μ.), ενώ 333,59 τ.μ. (63,54 τ.μ. + 205,72 + 64,33 τ.μ.) βαρύνεται να τα πληρώσει η ιδιοκτησία με αριθ. 112.
Επομένως το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να αποζημιώσει 1.949,55 τ.μ. [1.206,17 τ.μ. + 333,59 τ.μ.] = 409,79 τ.μ. προς 46,96 €/τ.μ = 19.243,74 €. Οι δικαιούχοι έλαβαν 9.964 €. Επομένως απομένει υπόλοιπο 9.279,74 €. Η εκκαλούμενη, που επιδίκασε σε κάθε ένα των εφεσίβλητων το ποσό των 17.284,318 € και συνολικά και στους δύο 34.568,537 €, έσφαλε και πρέπει ως προς αυτούς να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη, το Δικαστήριο να κρατήσει την αγωγή, να δικάσει αυτήν κατ' ουσίαν, να δεχθεί αυτήν εν μέρει και να υποχρεώσει το εκκαλούν να καταβάλει στον κάθε ένα των εναγόντων υπό αριθ. 8 και 9, 4.639,87 (9279,74 : 2 = 4.639,87).
Γ. Δικαιούχος της αποζημίωσης της ιδιοκτησίας με αριθ. 113 αναγνωρίστηκε ο Δ. Α.. Αυτός κληρονομήθηκε από τη Χ. χα Δ. Α. και τα τέκνα του Κ. και Β.. Η Χ. χα Δ. Α. απεβίωσε στις 7-10- 2012 και κληρονομήθηκε από την Κ. και το Β. Α., οι οποίοι έτσι κατέστησαν συγκύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου της με αριθ. 113 ιδιοκτησίας. Η αλλοτριωθείσα έκταση έχει εμβαδόν 76,82 τ.μ.
Δεν βαρύνεται με αυταποζημίωση. Η αποζημίωση ανέρχεται σε 76,82 χ 46,96 = 3.607,47 €. Έλαβαν 1.127,20 τ.μ. Επομένως απομένει υπόλοιπο 2.480,27 € που το εκκαλούν πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει. Η εκκαλούμενη, που επιδίκασε το ποσό αυτό, δεν έσφαλε και ως προς αυτούς η έφεση πρέπει να απορριφτεί και να καταδικαστεί το εκκαλούν στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων υπό 9, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, μειωμένα κατά το άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. (άρθρ. 52 Εισ.ΝΚΠολ.Δικ.
αριθ.18), όπως αναπροσαρμόσθηκε με την υπ' αριθ. 134423/1992 απόφαση των Υπουργών και Δικαιοσύνης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολ. Άρθρ. 176 αριθ. 33 και Ορφανίδης εις Κεραμέας/Νίκας/Κονδύλης Ερμ. ΚΠολ.Δικ. Άρθρ. 176 αριθ.5, 63/1990 Ελ.Δνη 32,530). Δ. Κάθε ένας από τους ενδέκατο και δωδέκατο αναγνωρίστηκε συγκύριος κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου της ιδιοκτησίας με αριθ. 112, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 2.792,21 τ.μ. + 9,79 = 2.802.
Η ιδιοκτησία αυτή βαρύνεται με αυταποζημίωση 2.157,05 (1.283,42 τ.μ. + 863,84 τ.μ + 9,79 τ.μ.). Για την ιδιοκτησία αυτή α) η ιδιοκτησία με αριθ, 111, βαρύνεται να πληρώσει τα 43,26 τ.μ., β) η ιδιοκτησία με αριθ. 110 βαρύνεται να πληρώσει το 1,46 τ.μ. και γ) η ιδιοκτησία με αριθ. 114 βαρύνεται να πληρώσει 64,33 τ.μ. Επομένως η αποζημιούμενη από το εκκαλούν έκταση είναι 2.802 τ.μ. - [2.157,05 + 43,26 + 1,46 + 64,33] = 535,90.
Επομένως η αποζημίωση ανέρχεται σε 535,90 χ 46,96 = 25.165,86 €. Έλαβαν 30.227,44 €, δηλ. περισσότερα των οφειλομένων. Η εκκαλούμενη, που επιδίκασε και στους δύο 30.326,54 €, έσφαλε και πρέπει ως προς αυτούς να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, το Δικαστήριο να κρατήσει την αγωγή, να την απορρίψει κατ' ουσίαν και να καταδικάσει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου μειωμένα, διότι ο περιορισμός του προαναφερθέντος άρθρου 22 Ν. 3693/1957 ισχύει αμφιμερώς δηλ.
και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Δημοσίου (ΑΠ 112/1987 Ελ.Δνη 1988,466, ΑΠ 1097/1988 ΕλΔνη 1990,71). Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι η εκκαλούμενη επιδίκασε στους 11ο και 12ο των εφεσίβλητων κάποιο ποσό για την ιδιαίτερη αποζημίωση που είχε επιδικασθεί με την απόφαση προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης πλην απορρίφτηκε με την απόφαση οριστικού προσδιορισμού.
Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν για τους λοιπούς, πλην των προαναφερθέντων, Κ. Α. και Β. Α., εφεσίβλητους, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη ως προς αυτούς, το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει την αγωγή, να δικάσει αυτήν κατ' ουσίαν και α) να απορρίψει την αγωγή ως προς τους ενδέκατο και δωδέκατο των εναγόντων και να καταδικάσει αυτούς στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένων κατά το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, β) να υποχρεώσει το εκκαλούν να καταβάλει τα ακόλουθα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1132/2003 ΕΕΝ 2004,268, ΕφΠατρών 149/2003 ΑχΝομολ. 2004, 488, ΕφΑθ. 11434/1991 ΕλΔνη 36,651, Κ.
Χορομίδης Τόκοι στην αποζημίωση από αναγκαστική απαλλοτρίωση Αρχ.Νομολ. 45,120): 1. σε κάθε ένα από τους επτά πρώτους των εναγόντων 6.096,19 € και να καταδικάσει το εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, μειωμένων κατά το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, 2. σε κάθε ένα από τους με αριθ. 8 και 10 των εναγόντων 4.639,87 € και να καταδικάσει το εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, μειωμένων κατά το άρθρο 22 Ν. 3693/Ί957, όπως αναφέρεται πιο πάνω...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, διότι η άσκηση αίτησης αναίρεσης από το Ελληνικό Δημόσιο κατά της υπ' αριθμ. 788/2001 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων αναστέλλει την εκτελεστότητα της απόφασης αυτής, αλλά δεν παρεμποδίζει τις έννομες συνέπειες του δεδικασμένου, που απορρέει από αυτήν, ούτε ανατρέπει την τελεσιδικία αυτής.
Ειδικότερα, η ως άνω υπ' αριθμ. 788/2001 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας είναι τελεσίδικη κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και 904 ΚΠολΔ και η αξίωση των αναιρεσιβλήτων ιδιοκτητών για την επιδίκαση σ' αυτούς αποζημίωσης οριστικής τιμής μονάδος ήταν γεγενημένη και απαιτητή από τη δημοσίευση αυτής, οπότε έκτοτε είχαν έννομο συμφέρον οι ιδιοκτήτες να ασκήσουν την ένδικη καταψηφιστική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Μάλιστα, είχαν αναγνωριστεί και δικαιούχοι της αποζημίωσης με την υπ' αριθμ. 163/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά της ανωτέρω 163/2002 απόφασης δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκων μέσων (άρθρο 26 παρ. 12 Ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ) και συνεπώς η απόφαση αυτή ήταν και αμετάκλητη.
Επομένως, οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δεν εμποδίζονται από τους περιορισμούς του άρθρου 19 του ΑΝ 1715/1951, οι οποίοι αφορούν μόνον την εκτελεστότητα της απόφασης αυτής και συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτά και νόμιμα ερεύνησε και δέχθηκε κατ' ουσίαν την καταψηφιστική ως άνω ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι το Εφετείο θα μπορούσε αυτεπαγγέλτως να διατάξει την αναβολή, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ της συζήτησης της υπόθεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης αναίρεσης, που είχε ασκήσει το Ελληνικό Δημόσιο κατά της υπ' αριθμ. 788/2001 τελεσίδικης απόφασης λόγω του προκριματικού ζητήματος για το ύψος της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
Πλην όμως η απόφαση για αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ ανάγεται στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου ουσίας και είναι δυνητική, ενώ δεν ελέγχεται ούτε αναιρετικά (ΑΠ 491/2015, ΑΠ 1191/2010), με την επί πλέον επισήμανση, ότι η ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 788/2001 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δεν είχε προσδιοριστεί ακόμη, όπως άλλωστε και το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αναφέρει στη σελίδα 6 των κατ' έφεση προτάσεών του, που παραδεκτά επισκοπούνται, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου, αλλά και με το αναιρετήριο.
Επομένως και εκ του λόγου αυτού η δίκη επί της από 8-10-2002 (αρ. κατ. 53/2002) αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 788/2001 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας δεν ήταν εκκρεμής κατά τη συζήτηση της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής και συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη δεν είχε υποχρέωση και για το λόγο αυτό να διατάξει την αναστολή της συζήτησης της καταψηφιστικής αγωγής, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ.
Κατόπιν τούτου απορριπτέος κρίνεται ο 2ος κύριος λόγος κατά το Α' σκέλος του, διότι δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε αλυσιτελή ισχυρισμό. Πλέον τούτου όμως το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος, έστω δηλαδή και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά σιωπηρή, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του (ΑΠ 54/2017, ΑΠ 243/2015).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 41/2009, ΑΠ 1546/2005, ΑΠ 671/2005).
Με τον 2ο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το Β' σκέλος αυτού το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, που το Δημόσιο είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του, με τις κατ' έφεση προτάσεις του και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα
Α) την από 8-10-2002 (αρ. κατ. 53/2002) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης,
Β) την υπ' αρ. 945/2002 θετική γνωμοδότηση του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ανωτέρω αναίρεσης,
Γ) το υπ' αρ. 154/25887/2011 έγγραφο του Γραφείου Νομικού Συμβουλίου Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων περί μη προσδιορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, τα οποία ήταν ουσιώδη και όφειλε το Εφετείο να τα λάβει υπόψη του, ώστε να μην επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, που αξίωναν με την ένδικη από 3-1-2007 καταψηφιστική αγωγή τους σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος διότι, όπως ορθά εκτιμάται, δεν αφορά την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά τον δικονομικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί του αμετακλήτου της υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο οποίος ήταν αλυσιτελής.
Ανεξάρτητα από αυτά όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με ρητή αναφορά στη σελίδα 4 της απόφασής του, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε τα έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι και συνεπώς και τα τρία επίδικα ως άνω έγγραφα, τα οποία επίσης είχαν προσκομιστεί με τις κατ' έφεση από 13-12-2013 προτάσεις του Δημοσίου (βλ.
σελ. 13 αυτών) και ειδικότερα, τα υπό στοιχείο Α και Β έγγραφα, δηλαδή την αίτηση αναίρεσης και την γνωμοδότηση με αριθμό σχετικού 12 και 13, ενώ στη σελίδα 6 των προτάσεων αναφέρεται και το υπό στοιχείο ως άνω Γ' έγγραφο περί μη προσδιορισμού δικασίμου της ανωτέρω από 8-10-2013 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 788/2001 τελεσίδικης ως άνω απόφασης.
Και είναι μεν αληθές ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε ειδικά τα ανωτέρω τρία έγγραφα, πλην όμως δεν είχε τέτοια υποχρέωση, πλέον του ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου περί του μη αμετακλήτου της υπ' αριθμ. 788/2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, τον οποίο στήριζε στα ανωτέρω έγγραφα ήταν και αλυσιτελής, όπως προαναφέρθηκε, διότι δεν ασκούσε νομική επιρροή στην έρευνα από νομική και ουσιαστική άποψη της καταψηφιστικής αγωγής για την πληρωμή της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης στους ενάγοντες - ιδιοκτήτες και ήδη αναιρεσιβλήτους, με βάση την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, της οποίας δεν είχε ανατραπεί το δεδικασμένο.
Συνεπώς, ο σχετικός 2ος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, πρωτίστως ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 140/2010, ΑΠ 200/ 2018, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 49/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 84/2015, ΑΠ 234/2014, ΑΠ 89/2013).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 234/2015).
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.
Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 243/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 180/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται αντί του εσφαλμένου εκ του αρ. 18, από προφανή παραδρομή, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο διέλαβε πλημμελή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις ενστάσεις περί αοριστίας της αγωγής και περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, τις οποίες αυτό είχε προβάλει με τις από 13-12-2013 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναφορικά με την ένσταση αοριστίας της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 19 ΑΝ 1715/1951 είναι δικονομικής φύσης και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης για την εκ πλαγίου παραβίαση αυτής.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου που αφορούν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων (όπως άλλωστε και την ένσταση αοριστίας), ο ερευνώμενος 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το περιεχόμενο των ανωτέρω ενστάσεών του στο αναιρετήριο, εφόσον δεν αρκεί το περιεχόμενο τούτο να συνάγεται, έστω και έμμεσα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε επίσης το αναιρεσείον αναφέρει ότι οι ανωτέρω ενστάσεις (αοριστίας και καταχρηστικής άσκησης) είχαν προβληθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο παραδεκτά με λόγο της έφεσής του (άρθρα 240 σε συνδ. 527 ΚΠολΔ).
Επομένως ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αίτησης αναίρεσης για να ερευνηθεί η κρινόμενη από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 346/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (τακτική διαδικασία) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής παραβόλου κατ' άρθρ. 495 ΚΠολΔ, κατά την άσκηση της αναίρεσης με την κατάθεσή της, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 (ΑΠ 682/2019). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, που ηττήθηκε (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, μειωμένα όμως κατά τη διάταξη του άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 251/2017), ενώ, επίσης, δεν πρέπει να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος και υπέρ των απολειπομένων, υπό στοιχείο 9β' και 9γ' αναιρεσιβλήτων, διότι αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2014 (αρ. κατ. 4/2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 346/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (τακτική διαδικασία). Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ