1257/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1257/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 10-12-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1426/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1257/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, υποκατασταθέντος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2008 (ευθεία και πλαγιαστική) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30922/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2220/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 19-10-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 313/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 1426/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 24-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 10-12-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της 1426/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../29.2.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ύστερα από γραπτή παραγγελία του Δ.
Ν., πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ. Α. για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 7.10.2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο (2.12.2016). Επομένως, εφόσον αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και, εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή ο συμβιβασμός που καταρτίζεται εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παρ. 1 του άρθρου 293 του Κ.Πολ.Δικ., φέρει τον χαρακτήρα εξωδίκου συμβιβασμού και κρίνεται κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., με την σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση.
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι ο εξώδικος συμβιβασμός, κρινόμενος, εφόσον συντρέχουν οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις, δεν καταργεί την δίκη, αλλά μπορεί να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική, η οποία, αν προταθεί και αποδειχθεί, υποχρεώνει το δικαστήριο της ουσίας να ρυθμίσει το διατακτικό της αποφάσεώς του σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού και αποφανθεί, περαιτέρω, ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης.
Εξ άλλου, από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για σύμβαση συμβιβασμού, αλλά ή για δωρεά, εάν υφίστανται οι γι’ αυτήν απαιτούμενοι όροι (άρθρα 496, 498 Α.Κ.) ή για άφεση χρέους (άρθρο 454 Α.Κ.).
Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών δεν λαμβάνονται με την στενή τεχνική έννοια του όρου, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία. Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση.
Περαιτέρω, αν για την έννομη σχέση έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, δεν χωρεί συμβιβασμός, διότι ελλείπει ουσιώδες στοιχείο αυτού. Είναι δε το στοιχείο αυτό η φιλονικία ή η αβεβαιότητα για την ύπαρξη της έννομης σχέσεως που κρίθηκε. Εν τούτοις, είναι δυνατή η σύναψη συμβιβασμού και μετά την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν αμφισβητείται είτε η ύπαρξη είτε η ισχύς του δεδικασμένου και η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ή αναψηλάφηση, οπότε η υποχώρηση για αμφότερα τα διάδικα μέρη, συνίσταται στην παραίτησή τους από τα ένδικα μέσα της αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απώλεια της δυνατότητας ως προς μεν τον ενάγοντα να αιτηθεί μεγαλύτερο του ήδη επιδικασθέντος με την τελεσίδικη απόφαση ποσού, όσο και από μελλοντικές αξιώσεις του, του δε εναγομένου την επιδίκαση μικροτέρων των ήδη επιδικασθέντων ποσών.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..." και κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζητήσεως του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με την δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013).
Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος και λαμβάνει επίσης υπόψη την φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις τοπικές συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πως οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθούν από το άλλο (ΑΠ 374/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα, περιληπτικώς εκτιθέμενα, και ειδικότερα: Ο πατέρας του ήδη αναιρεσείοντος, Γ. Κ. του Δ., ενεργών υπό την ιδιότητά του ως μόνου ασκούντος την γονική μέριμνα επί του τότε ανηλίκου και ήδη αναιρεσείοντος υιού του Δ.
Κ., άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2004 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι ο τότε πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ. Α., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην τότε δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του ως άνω ανηλίκου υιού του, κατά το τροχαίο ατύχημα που έγινε κάτω από τις περιγραφόμενες στην αγωγή αυτή συνθήκες, ζήτησε όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του ανηλίκου, το ποσό των 55.087,18 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 15818/2006 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη, για το ποσό των 21.656,97 ευρώ. Στη συνέχεια, οι κατά της αποφάσεως αυτής ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των προαναφερομένων διαδίκων απορρίφθηκαν ως αβάσιμες με την υπ’ αριθμ. 1625/31.7.2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κατόπιν τούτων, στις 5.10.2007, δηλαδή μετά την έκδοση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, ενεργώντας προς το συμφέρον και για λογαριασμό και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος Δ. Α., προέβη με τον, κατ’ αμφότερες τις παραπάνω δίκες, τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του ήδη αναιρεσείοντος Δ.
Ι., σε εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς για τον καθορισμό της συνολικής αξιώσεως αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεώς του (αναιρεσείοντος). Έτσι καταρτίσθηκε η υπό την ιδία ως άνω ημερομηνία (5.10.2007) εξοφλητική απόδειξη, δυνάμει της οποίας ο ως άνω δικηγόρος έλαβε από την ασφαλιστική εταιρία, πέραν του ποσού των 10.000 ευρώ που είχε ήδη λάβει, και το ποσό των 16.739,90 ευρώ σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν με την ως άνω υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Στην απόδειξη αυτή αναφέρεται ότι "Ο υπογράφων την παρούσα Γ. Κ., κάτοικος ...... έλαβα σήμερα από την ασφαλιστική εταιρία "..... το ποσόν των ευρώ... σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ποσών τα οποία επιδικάστηκαν με την υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Δηλώνω ότι εξοφλήθηκα πλήρως και ουδέν τακτικό ή ένδικο μέσο προτίθεμαι να ασκήσω κατά της υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφασης του Μονομ.
Πρωτ. Θεσσαλονίκης, παραιτούμαι δε παντός νομίμου δικαιώματός μου. Δηλώνω ρητά ότι ικανοποιούνται πλήρως και ολοσχερώς οι απαιτήσεις μου που αφορούν το ένδικο ατύχημα και παραιτούμαι κάθε ενδίκου μέσου και κάθε δικαιώματός μου για κάθε παρούσα ή μέλλουσα θετική και αποθετική ζημιά για κάθε απαίτησή μου ακόμα και από αυτές που δύναται να γεννηθούν στο μέλλον και για χρόνο που αφορά μεταγενέστερη περίοδο από αυτή του ατυχήματος".
Περαιτέρω, ο ήδη αναιρεσείων, ενηλικιωθείς πλέον, ήγειρε κατά των ιδίων ως άνω εναγομένων την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../ 2008 ευθεία και πλαγιαστική αγωγή του, με την πρώτη των οποίων, επικαλούμενος το απορρέον από την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο και εκθέτων στη συνέχεια ότι εξαιτίας του τραυματισμού του υποχρεώθηκε να προβεί σε περαιτέρω έξοδα για την αποκατάσταση της σωματικής του βλάβης και γενικότερα για την αντιμετώπιση της διαμορφωθείσας έκτοτε καταστάσεως, καθώς επίσης ότι προκλήθηκε σ’ αυτόν παραμόρφωση και αναπηρία που επιδρούν και επηρεάζουν δυσμενώς το οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, προς αποκατάσταση της κατ’ αυτό τον τρόπο επελθούσης ζημίας του, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 16.036,04 ευρώ για γεγενημένες και μέλλουσες δαπάνες νοσηλείας του και, μετά την τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να του καταβάλουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 931 του Α.Κ.
χρηματική παροχή, υπολογιζόμενη από αυτόν στο ποσό των 500.000 ευρώ και το ποσό των 441.000 ευρώ ως αποζημίωση για μερική απώλεια εισοδήματος του χρονικού διαστήματος από 11.2.2008 έως 11.2.2053. Με την δεύτερη δε εξ αυτών (πλαγιαστική αγωγή), επικουρικά σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με την ευθεία αγωγή, επικαλούμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος Δ.
Α. αδράνησε να ασκήσει τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της δεύτερης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρίας, ζήτησε, το μεν να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ως άνω ποσό των 16.036,04 ευρώ, το δε να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει στον εναγόμενο αυτό, εντόκως, τα προαναφερόμενα ποσά των 500.000 και 441.000 ευρώ.
Επί των σωρευομένων στο ίδιο δικόγραφο αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 30922/2009 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου που τις απέρριψε και κατά της οποίας άσκησε ο ήδη αναιρεσείων την με αριθμό καταθέσεως .../25.11.2009 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2220/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία και με την αιτιολογία ότι αποδείχθηκε η κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", απέρριψε την μεν ευθεία αγωγή ως άνευ αντικειμένου, την δε πλαγιαστική ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Το αποδεικτικό του δε πόρισμα περί της καταρτίσεως εξωδίκου συμβιβασμού και εντεύθεν απορρίψεως της ευθείας και της πλαγιαστικής αγωγής στήριξε το Εφετείο, κατά κύριο λόγο, στην προαναφερόμενη εξοφλητική απόδειξη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε την από 19.10.2011 αίτηση αναιρέσεως, επ’ αυτής δε εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 313/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγω ελλείψεως αιτιολογίας επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα για τον λόγο ότι "δεν περιέχονται στην εφετειακή απόφαση σκέψεις - αιτιολογίες, πηγάζουσες έστω και από ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης συμβιβασμού, από τις οποίες να προκύπτει σε τι συνίσταται η υποχώρηση της ασφαλιστικής εταιρίας, προκειμένου να καταρτισθεί αυτός, ως τοιαύτης (υποχώρησης) μη δυναμένης να θεωρηθεί της καταβολής του τελεσιδίκως επιδικασθέντος χρηματικού ποσού, αφού αυτό, λόγω ακριβώς της τελεσίδικης επιδίκασής του, έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να καταβληθεί από αυτήν (ασφαλιστική εταιρία)" και αναιρέθηκε εν μέρει αυτή (2220/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης) κατά το κεφάλαιό της (μόνον) με το οποίο έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της ασφαλιστικής εταιρίας - στην δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε, κατά τα προεκτεθέντα, το ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", περί καταρτίσεως συμβάσεως συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, στο δικαστήριο που είχε εκδώσει την προσβαλλομένη ως άνω απόφαση, το οποίο ακολούθως εξέδωσε την προσβαλλομένη με την ένδικη από 10. 12.2014 αίτηση αναιρέσεως υπ’ αριθμ. 1426/2014 απόφασή του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικώς με το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, θέμα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...ο ως άνω εξώδικος συμβιβασμός των διαδίκων πλευρών είναι νόμιμος, παρά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, που είχε ως αποτέλεσμα να παύσει να υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα για την ύπαρξη της μεταξύ των έννομης σχέσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ., γιατί οφειλόταν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, που πηγάζουν και από την ερμηνεία του περιεχομένου της σύμβασης συμβιβασμού, και συγκεκριμένα τόσο του ενάγοντος, ο οποίος στην ουσία παραιτήθηκε από αξιώσεις του για μελλοντικές ζημίες, όσο και της β’ εναγομένης - καταβαλούσας το ανωτέρω τελεσίδικα επιδικασθέν ποσό ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η υποχώρηση έγκειτο αφενός στην άμεση εξόφληση, οπότε αυτή δεν επιβαρύνεται πλέον με τόκους, αφετέρου δε στο ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλιζόταν το συμφέρον της ότι δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί η ύπαρξη ή η ισχύς του δεδικασμένου και η τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία συμμορφώθηκε, δεν πρόκειται να προσβληθεί από τον ενάγοντα με αναίρεση ή αναψηλάφηση, δηλαδή ότι δεν θα ήταν πιθανόν εντέλει να επιδικάζονταν στον ενάγοντα μεγαλύτερο ποσό, από αυτό που η ίδια του κατέβαλε...".
Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την προβληθείσα από την αρχικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρία σχετική ανατρεπτική ένσταση και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι συνιστά υποχώρηση εκ μέρους της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αφενός μεν η άμεση εκ μέρους της εξόφληση του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού, οπότε αυτή δεν θα επιβαρύνεται πλέον με τόκους, αφετέρου δε η διασφάλιση του συμφέροντός της ότι δεν θα προσβληθεί με αναίρεση ή αναψηλάφηση από τον ενάγοντα η τελεσίδικη απόφαση και δεν θα κινδυνεύσει έτσι να καταβάλει μεγαλύτερο ποσό αποζημιώσεως στο μέλλον, από αυτό που η ίδια του κατέβαλε, εσφαλμένως ερμήνευσε την έννοια "υποχώρηση" και εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, στην έννοια της υποχωρήσεως, καθ’ όσον, το μεν η εξόφληση της ανωτέρω οφειλής της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στο σύνολό της, δεν αποτελεί, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί υποχώρησή της με σκοπό την κατάρτιση του συμβιβασμού, αφού αυτή ήταν σε κάθε περίπτωση υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το επιδικασθέν με την υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ποσό, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή απόφαση είχε τελεσιδικήσει μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1625/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης (ΑΠ 313/2013), το δε, επειδή η παραίτηση του ενάγοντος από το δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως ή αναψηλαφήσεως κατά της προαναφερομένης τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης συνιστά αποκλειστικά και μόνον παραίτηση (θυσία) του ιδίου του ενάγοντος από τις δικές του αξιώσεις, εφόσον έτσι αυτός (ενάγων) χάνει την δυνατότητα να διεκδικήσει μεγαλύτερο ποσό αποζημιώσεως και όχι και της εναγομένης, της οποίας, αντιθέτως, κατά τα προεκτεθέντα, συνιστά υποχώρηση η εκ μέρους αυτής της ίδιας παραίτηση από τα ένδικα μέσα της αναιρέσεως και της αναψηλαφήσεως κατά της τελεσίδικης ως άνω αποφάσεως, αφού τότε αυτή χάνει την δυνατότητα να αιτηθεί την επιδίκαση μικροτέρων των τελεσιδίκως επιδικασθέντων ποσών, γεγονός, όμως, το οποίο, κατά λογική αναγκαιότητα, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του σκοπού της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ως άνω συμφωνίας, πράγματι έλαβε χώρα εν προκειμένω, εφόσον, σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν είχε παραιτηθεί, εν τοις πράγμασι, από τα ένδικα μέσα της αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως κατά της τελεσίδικης αποφάσεως και διατηρούσε, συνακολούθως, το δικαίωμα να αιτηθεί την επιδίκαση μικροτέρων ποσών δεν θα ελάμβαναν χώρα οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, όπως αποτυπώθηκαν στην συνταγείσα σχετικώς ως άνω εξοφλητική απόδειξη.
Περαιτέρω, από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι αυτό διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη κενού στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ως άνω σύμβαση και αφού προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., έκρινε ότι η ως άνω εξώδικη συμφωνία των διαδίκων φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσας διαφοράς τους.
Καταλήγοντας, επομένως, το Εφετείο στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο, εναρμονίζεται με την έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λαμβανομένων υπόψη και των συμφερόντων των μερών, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνον ο ενάγων αλλά και η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβη σε υποχωρήσεις, έχουσα προηγουμένως παραιτηθεί, εν τοις πράγμασι, από το δικαίωμά της να ασκήσει αναίρεση ή αναψηλάφηση κατά της ως άνω τελεσίδικης αποφάσεως.
Επομένως, παρά την εσφαλμένη εν μέρει νομική αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ορθό και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ο δε τα αντίθετα διαλαμβάνων πρώτος λόγος της αναιρέσεως, πρέπει, κατ’ άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ., να απορριφθεί, ως προς αμφότερα τα μέρη του, ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγωνιστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του Κ.Πολ.Δικ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 396/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 5.10.2007 εξοφλητικής αποδείξεως, στην οποία αναγράφονται τα εξής, "Ο υπογράφων την παρούσα Γ. Κ κάτοικος...
έλαβα σήμερα από την ασφαλιστική εταιρία "..." το ποσόν των ευρώ... σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ποσών τα οποία επιδικάστηκαν με την υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Δηλώνω ότι εξοφλήθηκα πλήρως και ουδέν τακτικό ή ένδικο μέσο προτίθεμαι να ασκήσω κατά της υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφασης του Μονομ.
Πρωτ. Θεσ/κης, παραιτούμαι δε παντός νομίμου δικαιώματός μου. Δηλώνω ρητά ότι ικανοποιούνται πλήρως και ολοσχερώς οι απαιτήσεις μου που αφορούν το ένδικο ατύχημα και παραιτούμαι κάθε ενδίκου μέσου και κάθε δικαιώματός μου για κάθε παρούσα ή μέλλουσα θετική και αποθετική ζημιά για κάθε απαίτησή μου ακόμα και από αυτές που δύναται να γεννηθούν στο μέλλον και για χρόνο που αφορά μεταγενέστερη περίοδο από αυτή του ατυχήματος", αποδίδοντάς της διάφορο του πραγματικού οντολογικό περιεχόμενο, ήτοι ότι περιελάμβανε και υποχώρηση της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας από αξίωσή της, υποχώρηση συνισταμένη "στην άμεση καταβολή όλου του οφειλομένου ποσού και στην διασφάλισή της ότι δεν θα ασκηθεί αναίρεση ή αναψηλάφηση κατά της αποφάσεως και συνεπώς δεν θα κινδυνεύσει να επιβαρυνθεί με καταβολή μεγαλύτερων ποσών" ενώ στην πραγματικότητα, η εξοφλητική απόδειξη περιλαμβάνει υποχώρηση αποκλειστικά και μόνο από την πλευρά του (ενάγοντος), η οποία συνίστατο στην δήλωσή του περί παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα κατά της υπ’ αριθ. 15818/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από κάθε νόμιμο δικαίωμά του.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του.
Κατά την έννοια του προεκτεθέντος αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που δικαιολογεί την αναίρεση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, υπάρχει όταν το δικαστήριο αυτό δέχεται ως προκύπτοντα από το έγγραφο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται πράγματι σ’ αυτό, και όχι αν αυτό, κατόπιν ερμηνείας του περιεχομένου του εγγράφου, ερμηνεύει την περιεχόμενη στο έγγραφο δικαιοπραξία κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο επικαλούμενος την παραμόρφωση του εγγράφου διάδικος (ΑΠ 1645/2009).
Επομένως, αφού, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο απέδωσε στην προαναφερόμενη εξοφλητική απόδειξη την προμνησθείσα έννοια, με ερμηνεία του περιεχομένου της, κατ’ εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., η προβαλλομένη με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω εξοφλητικής αποδείξεως, αναγιγνώσκοντας μέρος μόνον αυτής, ενώ παρέλειψε την ανάγνωση άλλης κρίσιμης περικοπής του κειμένου της, η οποία αναφέρει "Ο υπογράφων την παρούσα Γ.Κ κάτοικος... έλαβα σήμερα από την ασφαλιστική εταιρία "..." το ποσόν των ευρώ...
σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ποσών τα οποία επιδικάστηκαν με την υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/κης. Δηλώνω ότι εξοφλήθηκα πλήρως και ουδέν τακτικό ή ένδικο μέσο προτίθεμαι να ασκήσω κατά της υπ’ αριθμ. 15818/2006 απόφασης του Μονομ. Πρωτ. Θεσ/κης, παραιτούμαι δε παντός νομίμου δικαιώματός μου....", την οποία αν δεν παρέλειπε να αναγνώσει, δεν θα κατέληγε στο επιβαρυντικό γι’ αυτόν συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 94/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/ 2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο και υπό την επίκληση της ανωτέρω διατάξεως λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι δεν συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ αυτού και της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι δεν υφίσταντο οι ειδικές προϋποθέσεις που απαιτούντο για την κατάρτισή του.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον ο μη ληφθείς υπόψη ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του προβληθέντος από τους αντιδίκους του ισχυρισμού και επομένως είναι μη ουσιώδης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, σε κάθε περίπτωση δε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν εκ των πραγμάτων, τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν και ειδικότερα ότι συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/ 2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.12.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της 1426/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δευτέρου αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ