Legislator Case Law & Legislation
1257/2016 AI generated

1257/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1257/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1257/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλ. ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Ο νόμος, πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 56 § 3 του Π.Κ.

Keywords

AI generated
economic offence false statements regarding commercial business supplementary customs demand fictitious invoices exploitation of the seas effective currency clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1257 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1257/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Κ. του Κ. κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Πανταζή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 39/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Μ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοτύλια.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 1782/27-2-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 286/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος και να επεκταθεί το αποτέλεσμα και ως προς την συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντος, Π. Κ. του Α..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΚΠΔ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι’ αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή.

Έτσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό και πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί, οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότος αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α" του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.

Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλ. με συμβουλές υποδείξεις κ.λ.π.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης εκ των μεταξύ των σχέσεων.

Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλ. ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Ο νόμος, πλέον, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 56 § 3 του Π.Κ.

που καθόριζε περιοριστικά τα μέσα και τον τρόπο τελέσεως της ηθικής αυτουργίας, δεν αναφέρεται στον τρόπο της προκλήσεως της αποφάσεως στον φυσικό αυτουργό, που μπορεί να γίνει πλέον με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ! αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση).

Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος που απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω ειδική αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 39/2014 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για ηθική αυτουργία σε ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και ψευδορκία μάρτυρα και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 28 μηνών. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα) δέχθηκε ανελέγκτως κατά πιστή μεταφορά τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι τρεις πρώτοι εγκαλούντες, Ν.

Μ., Ε. Μ. και Κ. Μ. είναι μέλη του ΔΣ της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας "..." και ειδικότερα ο πρώτος αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, η 2η μέλος και ο πρόεδρος. Η εταιρία αυτή έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία πετρελαιοειδών. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της η εταιρία ανέπτυξε εμπορική συνεργασία από το 1992 με τον 2° κατηγορούμενο Σ.

Κ. - έμπορο υγρών καυσίμων. Με την από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της 4ης εγκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας και αφετέρου: α] της ανώνυμης εταιρίας "..." που εκπροσωπούνταν νόμιμα από το νόμιμο εκπρόσωπο της Σ. Κ. - πρόεδρο του ΔΣ της β] του Σ. Κ. ατομικά και γ] της εταιρίας " ..." που εκπροσωπούνταν νόμιμα από τη διαχειρίστρια της Π.

Κ. β’ κατηγορουμένη - σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου, συμφωνήθηκε ότι η οφειλή μέχρι τότε των α’ και β’ των αφετέρου συμβαλλομένων προς την εγκαλούσα εταιρία " ..." από την μέχρι τότε εμπορική τους συνεργασία στον τομέα των πετρελαιοειδών δυνάμει της από 15.3.1999 σύμβασης παραγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 3.551.736,10 ευρώ συνολικά το οποίο αναδέχτηκε σωρευτικά η γ’ των αφετέρου συμβαλλομένων εταιριών.

Περαιτέρω, μετά την υπογραφή της ως άνω από 15.4.2003 σύμβασης αναγνώρισης και αναδοχής χρέους καταρτίσθηκαν, στις 18.4.2003, πέντε συμβάσεις αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας για χρονικό διάστημα πέντε ετών μεταξύ της εγκαλούσας εταιρίας " ..." και των πρατηριούχων εταιριών "....", "...." "...", (συμβαλλόμενη σε δύο συμβάσεις) και "...", με αντικείμενο την προμήθεια και μεταπώληση από τις άνω εταιρίες - πρατηριούχους μέσω των πρατηρίων τους αποκλειστικά και μόνο των προϊόντων της εγκαλούσας εταιρίας και υπό τα σήματα αυτής, και την εμπρόθεσμη πληρωμή εκ μέρους των άνω πρατηριούχων και μελών του επονομαζόμενου "ομίλου εταιριών Σ.

Κ." [στον οποίο φέρονται να ανήκουν και άλλα φυσικά και νομικά πρόσωπα που επίσης είχαν συνεργασθεί με την εγκαλούσα εταιρία] κάθε απορρέουσας από τις συμβάσεις αυτές οφειλής προς την προμηθεύτρια των καυσίμων εγκαλούσα εταιρία, ενώ εγγυήθηκαν ως πρωτοφειλέτες και συνοφειλέτες οι επίσης συμβαλλόμενοι Σ.

Κ. και η συμφερόντων του εταιρία " ...". Στις άνω συμβάσεις είχε περιληφθεί όρος για την πληρωμή του τιμήματος των παραγγελόμενων προϊόντων εκτός από μετρητά και με μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως του β’ κατηγορουμένου σε διαταγή της εκάστοτε πρατηριούχου εταιρίας, η οποία θα τις μεταβίβαζε με οπισθογράφηση στην εγκαλούσα προμηθεύτρια εταιρία "...".

Επίσης, την ίδια ημέρα συντάχθηκε το με αρ. .../18.4.2003 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Α. Δ. Δ. με το οποίο η εταιρία "..." που εκπροσωπούνταν νόμιμα από τη διαχειρίστρια της Π. Κ. β’ κατηγορουμένη - σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου, συνέστησε 2η απλή ναυτική υποθήκη επί του υπό ελληνική σημαία θαλαμηγού πλοίου " ... " που είχε στην κυριότητα της προς εξασφάλιση απαιτήσεων της εταιρίας "..." ποσού 1.500.000 ευρώ από την πώληση υγρών καυσίμων προς τις ανωτέρω εταιρίες.

Επειδή υπήρχαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές οφειλές των εταιριών του ομίλου του β κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα εταιρία και μάλιστα στις 30.3.2005 αυτές ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 5.570.745,82 ευρώ, όπως αποδεικνύεται τόσο από τις εκθέσεις ελέγχου που διενεργήθηκαν μετά από εντολή της εγκαλούσας εταιρίας από την εταιρία ορκωτών ελεγκτών BKR όσο και από την με ημερομηνία 20.9.2006 έκθεση οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Γ.

Κ. και Π. Α., και την από 21.12.2011 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου Δ. Κ., η εγκαλούσα εταιρία "..." ζήτησε και έλαβε το από 26.5.2005 Α’ απόγραφο εκτελεστό του άνω με αρ. .../2003 συμβολαίου συστάσεως ναυτικής υποθήκης αντίγραφο του οποίου με επιταγή προς εκτέλεση επέδωσε στη συνέχεια στην εταιρία "..." επιτάσσοντας την να της καταβάλει το ποσό των 558.247,51 ευρώ λόγω οφειλής της από την παροχή εγγύησης που είχε ασφαλισθεί με την ανωτέρω υποθήκη.

Η 1η κατηγορουμένη με την από 19.1.2006 έγκληση της που υπέβαλε στην Εισαγγελία πρωτοδικών Αθηνών ως εκπρόσωπος της εταιρίας " ..." ισχυρίσθηκε ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας τους για τους εγκαλούντες Ν. Μ., Ε. Μ., Κ. Μ., την ανώνυμη εταιρία " ..." και την συμβ/φο Α. Δ. ότι διέπραξαν σε βάρος της την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν όφελος άνω των 15.000 ευρώ με τη συνεργεία και της συμβολαιογράφου και μάλιστα ότι ψευδώς της παρέστησαν ότι υφίστανται οφειλές των εταίρων του ομίλου του β’ κατηγορουμένου προς την εταιρία "..." και την έπεισαν έτσι να παράσχει ναυτική υποθήκη με το ανωτέρω συμβόλαιο και ότι δεν υπήρχαν ον οφειλές κατά το χρόνο που εκδόθηκε το Α’ απόγραφο εκτελεστό του με αρ. .../2003 συμβολαίου, γεγονός που γνώριζε η συμβολαιογράφος αλλά εξέδωσε το απόγραφο για να συνδράμει τους εγκαλούντες στην είσπραξη του ποσού των 558.247,51 ευρώ με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της.

Με βάση τη μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των α]Ν. Μ., β]Ε. Μ., γ]Κ. Μ. και της δ]Α. Δ. για απόπειρα απάτης [σε βάρος των τριών πρώτων] από κοινού από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ’ επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και σε βάρος της 4ης για άμεση συνεργεία στην άνω πράξη.

Τη μήνυση αυτή επιβεβαίωσε ενόρκως η πρώτη κατηγορουμένη. Επί της μηνύσεως αυτής εκδόθηκε το με αρ. 675/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε ακολούθως με το 1456/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών [ήδη αμετάκλητο] που αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία για την άνω πράξη σε βάρος των εγκαλούντων και της μη διαδίκου Α.

Δ., καθόσον έγινε δεκτό ότι υπήρχε η άνω ληξιπρόθεσμη οφειλή ύψους 5.570.745,82 ευρώ σε βάρος των ομίλων του δευτέρου κατηγορουμένου Σ. Κ. προς την 4η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρία "...". Όσα ισχυρίστηκε η πρώτη κατηγορουμένη για τους εγκαλούντες και την Α. Δ. με την άνω από 19.1.2006 μήνυση της ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε κατά την υποβολή της μηνύσεως το ψευδές των ισχυρισμών της, λόγω της σχέσης της με τον δεύτερο κατηγορούμενο - σύζυγο της, ο οποίος ασκούσε και τον ουσιαστικό έλεγχο στις άνω εταιρίες του "ομίλου Κ." και καθ υπόδειξη του υπέβαλε την άνω μήνυση.

Το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε ότι η μήνυση της ήταν ψευδής κατά περιεχόμενο και την ύπαρξη οφειλών του ομίλου Κ. επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι είχε συμβληθεί και στην από 15.4.2003 σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους που είχε καταρτισθεί μεταξύ της 4ης εγκαλούσας εταιρίας και της "...", όπου αναδέχτηκε χρέος ύψους 3.551.736,10 ευρώ κατά το χρόνο εκείνο και συμφώνησε στην παροχή ναυτικής υποθήκης έως του ποσού του 1.500.000 ευρώ.

Με τους αναφερόμενους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς της, τους οποίους επιβεβαίωσε ενόρκως η 1η κατηγορουμένη εν γνώσει του ψεύδους τους, αφού εμφάνισε εν γνώσει της αναληθείας ότι αυτοί διέπραξαν το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, είχε σκοπό να προκαλέσει την άδικη καταδίωξη των εγκαλούντων και της Α.

Δ. για την πράξη αυτή. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι στις πράξεις αυτές προέβη κατόπιν προτροπής του β’ κατηγορουμένου - συζύγου της. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, η 1η κατηγορουμένη για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή σε βάρος των εγκαλούντων Ν. Μ., Ε. Μ., Κ.

Μ. και της Α. Δ. [τέσσερις πράξεις] και της ψευδορκίας μάρτυρος, και ο 2ος κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στις άνω πράξεις όπως ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα στις 20-1-2005 Α) Η πρώτη κατ/νη Π. Κ., εν γνώσει της καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους για αυτή, και συγκεκριμένα με την από 19-1-2006 μήνυση της, που υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "..." καταμήνυσε ψευδώς, τους εγκαλούντες 1)Ν.

Μ. του Α., 2)Ε. Μ. του Κ., 3) Κ. Μ. του Α. καθώς και την 4) Α. Δ.-Δ., συμβολαιογράφο Αθηνών και 5) την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." όπως νομίμως εκπροσωπείται από τους τρεις πρώτους, για το ότι οι ανωτέρω, πρώτος, δεύτερη και τρίτος εγκαλούντες διέπραξαν στην Αθήνα στις 26-5-2005 την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού αχό υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ’ επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και για το ότι η τέταρτη διέπραξε στον ανωτέρω τόπο και χρόνο την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη.

Συγκεκριμένα κατήγγειλε ψευδώς ότι οι τρεις πρώτοι εγκαλούντες, μέλη του Δ.Σ της εδρευούσης στην ... ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", αντικείμενο της οποίας τυγχάνει η εμπορία πετρελαιοειδών, παρέστησαν ψευδώς στην νόμιμο εκπρόσωπο της τότε εγκαλούσας εταιρείας "..." και νυν πρώτη κατ/νη, Π. Κ., ότι υφίστανται οφειλές προς την ...

των στο διατακτικό της παρούσης αναφερόμενων εταιρειών, συμφερόντων του δεύτερου κατ/νου, Σ. Κ.: α) "...", β) ....", γ) "..." και δ) ....", με τις οποίες η ... κατάρτισε συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παρέχει εμπορευματική πίστωση, με συνέπεια να πειστεί αυτή (Π. Κ.) και να συναινέσει στην παροχή ναυτικής υποθήκης επί του Ελληνική σημαία πλοίου της με το όνομα ... (...), μέχρι του ποσού του 1.500.000 ευρώ με το υπ’ αριθμ. .../18.4.2003 συμβόλαιο της τέταρτης τότε μηνυομένης, συμβολαιογράφου Αθηνών ....

Επιπλέον υποστήριξε ψευδώς ότι κατά το χρόνο που ζητήθηκε από τους τρείς πρώτους εγκαλούντες η έκδοση πρώτου απογράφου εκτελεστού του ως άνω συμβολαίου δυνάμει του οποίου επεδίωξαν οι ανωτέρω την είσπραξη από την τότε εγκαλούσα και νυν πρώτη κατ/νη Π. Κ., λόγω της ιδιότητάς της ως εγγυήτριας του ποσού των 558.247,51 ευρώ, δεν υπήρχαν πράγματι ληξιπρόθεσμες οφειλές των ανωτέρω εταιρειών προς την εταιρεία ...

και ότι το γεγονός αυτό το γνώριζε και η τέταρτη τότε κατηγορούμενη συμβολαιογράφος, η οποία παρά ταύτα προέβη στην έκδοση πρώτου απογράφου εκτελεστού, προκειμένου δήθεν να συνδράμει τους τρείς πρώτους εγκαλούντες στην είσπραξη του ανωτέρω χρηματικού ποσού με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας της.

Tα ανωτέρω όμως γεγονότα ήταν ψευδή, καθόσον τόσο κατά τον χρόνο κατάρτισης των ανωτέρω συμβάσεων μεταξύ της ... και των εταιρειών συμφερόντων του Σ. Κ., όσο και κατά το χρόνο που ζητήθηκε από τους τρείς πρώτους εγκαλούντες η έκδοση πρώτου απογράφου εκτελεστού του ως άνω συμβολαίου, δυνάμει του οποίου επεδίωξαν την είσπραξη από την πρώτη κατηγορούμενη του ποσού των 558.247,51 ευρώ, υπήρξαν πράγματι οφειλές από τις εταιρείες συμφερόντων του Σ. Κ. προς την εταιρεία ..., προερχόμενες από οκτώ επιταγές, τις οποίες ενεχείρησε στην εταιρεία ... κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων ο Σ. Κ. και οι οποίες δεν πληρώθηκαν και αφενός λόγω μη πληρωμής των επιταγών αυτών, αλλά και επειδή υπήρχαν και άλλες ληξιπρόθεσμες ήδη απαιτήσεις της εταιρείας ... κατά των προαναφερόμενων εταιρειών προερχόμενες από την πώληση στις τελευταίες υγρών καυσίμων. Το σύνολο δε των ληξιπρόθεσμων οφειλών των εταιρειών του ομίλου Κ. προς την εταιρεία ... ανήρχετο στις 30.3.2005 στο ποσό των 5.570.745,82 ευρώ. Η κατηγορούμενη δε τελούσε σε γνώσει του ψεύδους της και επιδίωκε την ποινική δίωξη των εγκαλούντων.

Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο η πρώτη κατηγορούμενη Π. Κ., ενώ εξετάστηκε ένορκα ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα υποβάλλοντας την υπό στοιχείο Α του παρόντος μήνυση σε βάρος των εγκαλούντων επιβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενό της.

Γ) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ., με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις, που εκείνος διέπραξε και συγκεκριμένα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορούμενη την απόφαση να εκτελέσει τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα τα οποία τελικά εκείνη διέπραξε όπως περιγράφονται παραπάνω στα υπό στοιχείο Α,Β του παρόντος".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και ψευδορκία μάρτυρα και για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 § 1α, 27 § 1, 46 § 1α, 94, 224 § 1, 2, 227 § 1 και 229 § 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλ.

με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται η απόφαση νόμιμη βάσης. ‘ Οσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) εξειδικεύεται ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων ηθικός αυτουργός των πράξεων προκάλεσε την απόφαση στην φυσικό αυτουργό για τη διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων που αυτή τέλεσε με την ρητή αναφορά στην τέλεση αυτών με προτροπές και υπόδειξη στη συγκατηγορούμενη φυσικό αυτουργό που ήταν και σύζυγός του και β) αιτιολογείται επαρκώς η γνώση των ως παραπάνω πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα και η γνώση αυτή θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση και αντίληψη του ίδιου του κατηγορουμένου, που είχε σφοδρή αντιδικία με τον πολιτικώς ενάγοντα με αφορμή αστικές ατομικές τους συναλλαγές και όμοιες των εκπροσωπουμένων απ’ αυτούς εταιριών.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ α’ του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτηση του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

Τέτοια πλημμέλεια είναι και εκείνη που δημιουργείται στην περίπτωση, κατά την οποία η ασκούμενη αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από το αδίκημα έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Στο άνω άρθρο 937 του ΑΚ ορίζεται ότι "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπαίτιο σε αποζημίωση εάν δε η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως".

Στην παραπάνω πενταετή παραγραφή υπόκειται και η κατ’ άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι μακρύτερη Π όχι της αστικής παραγραφής, θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξης ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη από τον ποινικό κώδικα ή άλλους ποινικούς νόμους παραγραφή, όπως αυτή, ως προς τη διάρκεια της, καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο και η οποία, προκειμένου για τα πλημμελήματα, είναι πενταετής και κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή, η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως κατά το άρθρο 937 παρ.1 ΑΚ.

Για τη διακρίβωση εάν, προκειμένου περί πλημμελημάτων, η αστική παραγραφή αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, είναι μικρότερη ή όχι, σε σύγκριση με την ποινική παραγραφή, δεν υπολογίζεται το οριζόμενο από την παρ.3 του άρθρου 113 του ΠΚ μέγιστο διάστημα της αναστολής της παραγραφής, κατά το οποίο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (βλ.

Ολ. ΑΠ πολ.21/2003, ΑΠ 875/2015, ΑΠ 670/2015, ΑΠ 199/2014, ΑΠ 1049/2014).

Περαιτέρω με το άρθρο 261 ΑΚ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013) ορίζονται τα εξής: "Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης.

Στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. Τέλος στην παραγ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση". Με τη νέα διατύπωση της παρ. 1 θεσπίζονται ταυτόχρονα η διακοπή της παραγραφής (εδάφιο 1) και μία ιδιότυπη αναστολή της παραγραφή εν επιδικία (εδάφιο 2) αφού ο χρόνος παραγραφής που διακόπτεται ("μηδενίζεται") με την άσκηση της αγωγής, "παγώνει" και δεν μετρά καθόλου μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ή να περατωθεί με άλλον τρόπο η δίκη.

Η κατά τα ανωτέρω αλλαγή του άρθρου 261 Α.Κ. είναι σαφές ότι επηρεάζει καθοριστικά το πεδίο της πολιτικής αγωγής και συγκεκριμένα το ζήτημα ύπαρξης ενεργού αξιώσεως για την ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος. Η νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εξομοιούται με την άσκηση αγωγής για το ποσό που αιτείται ο πολιτικώς ενάγων.

Αυτό σύμφωνα με την § 1 του νέου άρθρου 261 ΑΚ, σημαίνει ότι η νομοτύπως δηλωθείσα (και με την έγκληση) παράσταση πολιτικής αγωγής διακόπτει την παραγραφή η οποία δεν αρχίζει πλέον να μετρά εκ νέου από την επομένη της διακοπής (όπως υπό το προϊσχύσαν 261 ΑΚ) αλλά αναστέλλεται και δεν "τρέχει" μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης επί της εγερθείσας πολιτικής αγωγής.

Μόνο δε αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της § 2 (αδράνεια διαδίκου να επισπεύσει την πρόοδο της δίκης περάν των έξι μηνών και μη ύπαρξη άλλης προθεσμίας για την διενέργεια της απαραίτητης διαδικαστικής πράξεως εκ μέρους του) είναι δυνατόν να επανεκκινήσει ο χρόνος της παραγραφής. Τέλος η τελεσίδικη περάτωση όμως της εγερθείσας πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη (δια της επιδίκασης ή απόρριψης της αιτηθείσας αστικής αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος) εκφεύγει παντελώς της δυνατότητας προώθησης της δίκης από τον πολιτικώς ενάγοντα, καθώς, ως απολύτως παρεπόμενη της κύριας επί της κατηγορίας κρίσης, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην κυριαρχική εξουσία της Εισαγγελικής και δικαστικής αρχής η οποία είναι η μόνη αρμόδια υπεύθυνη αλλά και υποχρεωμένη να επισπεύδει (αυτή) την προώθησή της μέχρι την αμετάκλητη μάλιστα περάτωσή της (αρχή της αυτεπάγγελτης διεξαγωγής της δίκης ή της "δημόσιας επιμέλειας").

Συνεπώς η πολιτική αγωγή που κρίνεται στο πλαίσιο της αυτεπαγγέλτως προωθούμενης ποινικής (προδικαστικής και κύριας) διαδικασίας προσιδιάζει απόλυτα στο πεδίο εφαρμογή της σαφέστατης και ανελαστικής από άποψη διατύπωσης παρ. 1 του 261 ΑΚ περί διακοπής και αναστολής της παραγραφής μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Κατά συνέπεια ο πολιτικώς ενάγων που διέκοψε νομίμως και εμπροθέσμως την παραγραφή της εισαχθείσας στο ποινικό δικαστήριο αξίωσής του με τη νομότυπη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής δεν απαιτείται πλέον να προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια ή διαδικαστική πράξη ώστε να διακόψει εκ νέου την παραγραφή, η διαδρομή της οποίας, υπό το προϊσχύσαν καθεστώς ξεκινούσε (ισόχρονη) από την επομένη της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ούτε επαπειλείται η παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης του λόγω καθυστέρησης εκδίκασης της υπόθεσης από το ποινικό δικαστήριο, καθώς ισχύει απόλυτα η "αναστολή" του χρόνου παραγραφής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτά επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αριθμό 39/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα έγγραφα της δικογραφίας, για τον έλεγχο της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι, εταιρία με την επωνυμία "... ..., Ν. Μ., Ε. Μ., Κ. Μ. την 28-4-2006 υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών έγκληση κατά των,1) Π.

Κ. και 2 Σ. Κ., αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, συκοφαντική δυσφήμηση και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας κατά της πρώτης και 2) ηθική αυτουργία στις πράξεις αυτές κατά του δευτέρου με φερόμενο σε αυτή χρόνο τελέσεως την 20-1-2006 και ταυτόχρονα δήλωσαν, με την έγκληση, παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης.

Μετά την υποβολή της παραπάνω εγκλήσεως ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την από 17-12-2007 πράξη του ανέβαλε, κατ’ άρθρο 59 παρ.2 του ΚΠΔ, την ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά της συγκατηγορουμένης του Π. Κ., έως το τέλος της ποινικής δίωξης αντίθετης υπόθεσης στην οποία τα φυσικά πρόσωπα των εγκαλούντων ήσαν κατηγορούμενοι, η οποία, ποινική δίωξη και περατώθηκε με το με αρ. 1456/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εναντίον τους.

Μετά την έκδοση του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και η συγκατηγορούμενη του παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για να δικαστούν για τις στην αρχή πράξεις και η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 18-4-2013, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, οπότε και κατά την εκδίκασή της υποβλήθηκε από τον από τους εγκαλούντες Ν.

Μ. και την εταιρία " ... δηλώσεις παραστάσεως πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, στην οποία αντέλεξε ο κατηγορούμενος Σ. Κ. που ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής, επικαλούμενος παραγραφή της σχετικής απαίτησης των πολιτικώς εναγόντων συνεπεία παρέλευσης χρόνου πενταετίας από του χρόνου δηλώσεως της πολιτικής αγωγής, την 28-4-2006, η δε ένσταση αυτή έγινε δεκτή και το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο διέταξε την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντα και προχώρησε με την με αρ. 25624/2013 απόφασή του, σε καταδίκη του κατηγορουμένου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως ενός έτους και είκοσι οκτώ μηνών.

Ο καταδικασθείς κατηγορούμενος άσκησε έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, ενώ επίσης έφεση κατά της αποφάσεως άσκησε και ο πολιτικώς ενάγων Ν. Μ. ως προς το σκέλος της αποφάσεως με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή του. Το δικάσαν Εφετείο, αφού με την προηγηθείσα συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφαση έκανε δεκτή την έφεση του πολιτικώς ενάγοντα και επέτρεψε, παρά τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Σ.

Κ., την παράσταση του ως πολιτικώς ενάγοντα και κρίνοντας επί της ουσίας τις εφέσεις κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους κατηγορούμενους, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιβάλλοντας στον καθένα από τους κατηγορουμένους συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι οκτώ (28) μηνών. Η παράσταση πολιτικής αγωγής έγινε δεκτή από το δικάσαν Εφετείο, με την εξής αιτιολογία "Κατά το άρθρο 59 παρ 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε δια του άρθρου 6 του ν. 3346/17-6-2005, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη (παρ.1).

Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ, αν για γεγονός για το οποίο δόθηκε όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31, 43 παρ.1 εδ.β), αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών, (παρ.2). (ΑΠ 51/2011, ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ.2 ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. (ΑΠ 51/2011, ΝΟΜΟΣ) Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 308 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠοινΔ αρχίζει είτε με την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως (αφού καταστεί αμετάκλητο το παραπεμπτικό βούλευμα) ή του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προβλεπόμενη ως άνω αναβολή της ποινικής δίκης, γίνεται όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς τη προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του.

Η κατ’ άρθρο 59 παρ.2 ΚΠοινΔ υποχρεωτική αναβολή της δίκης, όρος ταυτόσημος με την αναστολή των άρθρων 362-366 ΠΚ, χωρεί, μετά την προκαταρκτική εξέταση και με βούλευμα και με διάταξη του- Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών. Η νέα διάταξη του 59 παρ.2, όπως αντικ. με άρθρο 6 του ν. 3346/17-6-2005, είναι διφυούς χαρακτήρα, ήτοι δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού ποινικού δικαίου και επομένως αναφέρεται σε πράξεις που έχουν τελεσθεί μετά την 17-6-2005.

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη Παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης." Στην προκειμένη περίπτωση κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, η παραγραφή της αξιώσεως του εγκαλούντος από τις φερόμενες ως τελεσθείσες στις 20.1.2006 υπό των κατηγορουμένων σε βάρος του επίδικες αξιόποινες πράξεις διεκόπη α) στις 28.04.06, οπότε υπεβλήθη (γεγονός που συνομολογεί και ο ενιστάμενος κατηγορούμενος στην ένστασή του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής) εκ μέρους των μηνυτών η υπό κρίση έγκλιση με ταυτόχρονη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, β) διεκόπη εκ νέου στις 17.12.2007, με την από 17.12.07 πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικυρωθείσα στις 17.01.08 από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε κατ’ άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ κάθε περαιτέρω ενέργεια μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης που είχε ασκηθεί σε βάρος των τώρα εγκαλούντων κατόπιν της από 19.01.06 μηνύσεώς τους υπό των τώρα κατηγορουμένων.

Μετά την αμετάκλητη απαλλαγή των τώρα εγκαλούντων από την ασκηθείσα σε βάρος τους δυνάμει της από 19.01.06 μηνύσεως των τώρα κατηγορουμένων ποινική δίωξη η οποία [αμετάκλητη απαλλαγή των τώρα εγκαλούντων] έλαβε χώρα στις 7.9.2010, οπότε κατέστη αμετάκλητο το υπ’ αρ. 1456/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών] άρχισε νέα πενταετής παραγραφή κατ’ άρθρο 261 ΑΚ (όπως αντικ.

από το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), η οποία (πενταετής παραγραφή) δεν είχε συμπληρωθεί στις 18.4.2013, οπότε δηλώθηκε ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών η κρινόμενη παράσταση της πολιτικής αγωγής. Πρέπει λοιπόν, με τις προαναφερθείσες σκέψεις, να απορριφθεί η ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, γενόμενης κατά τούτο κατ’ ουσίαν δεκτής της υπό κρίση έφεσης του πολιτικώς ενάγοντος κατά της υπ’ αρ, 25624/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που έκρινε άλλως και απέβαλε την πολιτική αγωγή, και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, Σημειωτέον ότι και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος, κατά τα προαναφερθέντα, και πάλι θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η παραγραφή της αξιώσεως του πολιτικώς ενάγοντος ανεστάλη κατ’ άρθρο 255 ΑΚ από την έκδοση της από 17.12.07 πράξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικυρωθείσας στις 17.01.08 από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναβλήθηκε κατ’ άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠοινΔ κάθε περαιτέρω ενέργεια μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης, που είχε ασκηθεί σε βάρος των τώρα εγκαλούντων κατόπιν της από 19.01.06 μηνύσεώς τους υπό των τώρα κατηγορουμένων, μέχρι την προαναφερθείσα, λαβούσα χώρα στις 7.9.2010 αμετάκλητη απαλλαγή τους".

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και μετά τα παραπάνω αναφερθέντα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά με την παρεμπίπτουσα απόφασή του δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής του, δεχόμενο την εφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε διατάξει την αποβολή του από την ποινική διαδικασία ως πολιτικώς ενάγοντος.

Και τούτο διότι η δήλωση της πολιτικής αγωγής που έγινε νομοτύπως και εμπροθέσμως την 26-4-2006 με την κατάθεση της ένδικης έγκλησης από τον εγκαλούντα διέκοψε την παραγραφή η οποία κατά τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψη (αρ. 261 § 1 ως ισχύει) αναστέλλεται και δεν αρχίζει εκ νέου μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της εγερθείσης πολιτικής αγωγής.

Επομένως ο πολιτικώς ενάγων Ν. Μ., που διέκοψε νομίμως και εμπροθέσμως την παραγραφή της εισαχθείσας στο ποινικό δικαστήριο αξίωσης του με τη νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, δεν απαιτείτο κατ’ εφαρμογή της ως άνω διατάξεων του άρθρου 261 ΑΚ πλέον να προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια ή διαδικαστική πράξη, ώστε να διακόψει εκ νέου την παραγραφή αφού η παρούσα υπόθεση ήταν εκκρεμής και δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του ως άνω νόμου.

Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 Α ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ότι δηλ. εσφαλμένα έκανε δεκτή την ‘ Εφεση του πολιτικώς ενάγοντος το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και του επέτρεψε να παρασταθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (αρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2015 αίτηση του Σ. Κ. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 39/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ