1257/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1257/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατ' άρθ. 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
Full text
Απόφαση 1257 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1257/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη), Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γεωργούντζου και τον ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7206/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 6 § 1 του ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθ. 19 ν. 435/1976 "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας", κατά δε την §2 του ανωτέρω άρθρου "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά το ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18.1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή".
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 § 1 εδ. β' του ν. 3198/1955 επιβάλλεται να εφαρμοσθεί αναλογικά και στην εξάμηνη προθεσμία της §2 του ίδιου άρθρου, διότι ο δικαιολογητικός λόγος που την υπαγόρευσε, δηλαδή ο περιορισμός της προβλεπόμενης αποσβεστικής προθεσμίας σε μόνες τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, προφανώς συντρέχει και ως προς την αξίωση καταβολής ή συμπλήρωσης της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Επομένως, οι αξιώσεις του δικηγόρου από άκυρη καταγγελία της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής (άρθ. 63 και 63Α του κυρωθέντος με το 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων (που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου) και δη η αξίωση για την καταβολή αποδοχών (αντιμισθιών) υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας αυτής και γενικότερα κάθε αξίωση του δικηγόρου από την καταγγελία, δεν υπόκεινται σε αποσβεστική προθεσμία ως άνω (τρίμηνη ή εξάμηνη), αφού απορρέουν από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 1/1994). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της από 4-10-2012 (και με αριθ. έκθ. κατ. 176055/428/2012) ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου δικηγόρου με αντικείμενο την καταβολή αποδοχών (αντιμισθιών) υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 μέχρι την συζήτηση της αγωγής αυτής (συνολικού ποσού 170.256,15 ευρώ) λόγω της ακυρότητας της εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής (άλλως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), με την προσβαλλομένη 7206/2013 απόφασή του δέχθηκε κατά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, ότι, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στην σύμβαση έμμισθης δικηγορικής αμοιβής, δεν υπόκεινται στην ως άνω αποσβεστική προθεσμία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής περί του αντιθέτου 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθ. 321, 322, 324 331 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννοµη σχέση που προβλήθηκε µε αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα. Συνάγεται επίσης από τα παραπάνω, ότι η τελεσίδικη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή του συνδεομένου με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία δικηγόρου για αποδοχές υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης αυτής, δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εντολής και την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής, που προτάθηκε κατ' ένσταση ή αποτέλεσε αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής (γενικότερα για το δεδικασμένο ως προς το κύρος καταγγελίας σύμβασης με αντικείμενο περιοδικές παροχές-σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, Ολ.ΑΠ 1/2003, 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της προαναφερθείσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την αναιρεσιβαλλομένη ως άνω απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων που είναι δικηγόρος, εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δυνάμει της 67528/1989 σύμβασης ανάθεσης νομικών εργασιών παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ" από 4-9-1989 έως 6-9-1990, στην συνέχεια δε και ύστερα από την 72564/7-9-1990 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων παρείχε τις υπηρεσίες του στη Νομική Διεύθυνση του εναγομένου, κατέχοντας θέση προβλεπομένη από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτού, με σύμβαση έμμισθης εντολής, αντί πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας ανερχομένης τον Δεκέμβριο του 2007 σε 2.331,7 ευρώ, ότι ο ενάγων από την ως άνω ημερομηνία πρόσληψής του (7-9-1990) είχε υπαχθεί (κατ' εφαρμογή του άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1966) στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εναγομένου, για την οποία γινόταν παρακράτηση από τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές του υπέρ των ταμείων κύριας και επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού των ΟΤΑ, ότι η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού του εναγομένου Δήμου με το 150061/14-10-2007 έγγραφό της γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι υποχρεούται να προβεί στην αυτοδίκαιη απόλυσή του την 31-12-2007 λόγω συμπλήρωσης του προβλεπομένου ορίου ηλικίας, επικαλουμένη την διάταξη του άρθ. 8 του ν. 1902/1990 περί απόλυσης υπαλλήλων ΟΤΑ, είτε λόγω συμπλήρωσης τριακονταπενταετίας, είτε λόγω συμπλήρωσης του προβλεπομένου ορίου ηλικίας των 67 ετών, ότι ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 14-1-2008 (και με αριθ.
κατ. 8731/22/2008) αγωγή, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, "την ακύρωση" της ως άνω καταγγελίας και την καταβολή σ' αυτόν μισθών υπερημερίας, επί της αγωγής δε αυτής εκδόθηκε η 331/2008 μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, το οποίο απείχε ν' αποφανθεί για την ουσία της υπόθεσης μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ, που θα έκρινε κυριαρχικά το κύρος της προηγουμένως εκδοθείσης διοικητικής πράξης (δηλ.
της 2326/2007 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων), επί της οποίας και η άκυρη "αυτοδίκαιη" απόλυσή του, ότι μετά την αμετάκλητη ακύρωση από το ΣτΕ της ανωτέρω 2326/2007 απόφασης επανέφερε προς συζήτηση την ως άνω αγωγή του, η οποία με την 130/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή κατά το αίτημά της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής με τον εναγόμενο, ότι κατά της απόφασης εκείνης (130/2012) ο εναγόμενος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, όπως είναι γνωστό στο δικαστήριο (Εφετείο) από άλλη δικαστική ενέργειά του, η 7157/2013 απόφασή του, ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε τελεσίδικα, δηλ.
με δύναμη δεδικασμένου, ότι η ως άνω εκ μέρους του εναγομένου εντολέα καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος, που έγινε πριν αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εναγόμενο, έχοντας συμπληρώσει μόλις 17 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και όχι 35 έτη που απαιτούνται (δεδομένου ότι από την διάταξη του άρθ. 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την υποχρεωτική αποχώρηση του ενάγοντος από τον εναγόμενο ΟΤΑ, στον οποίο προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή, και για την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασής του είναι η θεμελίωση δικαιώματος για πλήρη σύνταξη), είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, ότι κατά συνέπεια το αντικείμενο της δίκης ως προς την έγκυρη ή μη λύση της έννομης σχέσης που συνέδεε τον εναγόμενο Δήμο με τον ενάγοντα αποτελεί προϋπόθεση για την, κατά τους ισχυρισμούς του, γέννηση του επιδίκου δικαιώματος για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ότι εφόσον αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εντολής είναι άκυρη, ο εναγόμενος - εντολέας του, που κατήγγειλε άκυρα, περιέρχεται για τον λόγο αυτό σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των νομικών υπηρεσιών του ενάγοντος δικηγόρου και υποχρεούται, έως την άρση της υπερημερίας του, να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα δικηγόρο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία εμπεριέχεται και η δήλωση βούλησης του εντολέα του να μην συνεχίσει να αποδέχεται στο μέλλον της υπηρεσίες του, ότι ο ενάγων δικαιούται, λόγω της άκυρης καταγγελίας την 8-1-2008 της σύμβασης έμμισθης εντολής αυτού, για μισθούς υπερημερίας με τις επ' αυτών νόμιμες προσαυξήσεις και για διάφορα επιδόματα τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλομένη ποσά και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 3-4-2008 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2012 καταρχήν το ποσό των 161.917,95 ευρώ, μετά δε από συμψηφισμό αυτού με το ποσό των 68.001,6 ευρώ που έλαβε αχρεωστήτως ως αποζημίωση λόγω σύνταξης, εφόσον πρόκειται για άκυρη καταγγελία της σύμβασης εντολής, τελικά το ποσό των 93.916,35 ευρώ, το οποίο, με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
Σε σχέση με τα γενόμενα ως άνω δεκτά, με τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους προβάλλεται ότι: (Α) Το Εφετείο στηριζόμενο στο δεδικασμένο που παρήχθη από την 7157/2013 απόφασή του, στις κρίσεις της οποίας παραπέμπει με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του: (1) Παραβίασεν ευθέως και εκ πλαγίου ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), κρίνοντας ως μη εφαρμοστέα επί συνταξιοδότησης των δικηγόρων ΟΤΑ την διάταξη του άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1066, η οποία, ωστόσο, είναι ειδική και μεταγενέστερη της διάταξης του άρθ. 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων που κρίθηκε ως μόνη εφαρμοστέα (2ος λόγος αναίρεσης) (2) Εφόσον δέχθηκε, ότι η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που έγινε από τον εναγόμενο, πριν ο ενάγων θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον εναγόμενο ΟΤΑ (ν. 3584/2007, ν. 4505/1966, ν.δ. 1872/1942), έχοντας συμπληρώσει μόλις 17 έτη συντάξιμης υπηρεσίας και όχι 35 που απαιτούνται για την πλήρη σύνταξη, είναι άκυρη, εσφαλμένα ερμήνευσε (αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) τις διατάξεις του άρθ. 159 ν. 3584/2007, καθόσον απ' αυτήν σε συνδυασμό με εκείνη του άρθ. 30 § 1 ν. 4505/1966 συνάγεται ότι πλήρη σύνταξη θεμελιώνει ο υπαγόμενος σ' αυτές υπάλληλος, αλλά και δικηγόρος, όταν συμπληρώσει είτε 35 έτη υπηρεσίας και το 60ο έτος της ηλικίας του είτε κατ' ανώτατο όριο 67 έτη (4ος λόγος) (3) Και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση η διάταξη του άρθ. 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων "ψευδώς την ερμήνευσε και εσφαλμένα την εφάρμοσε" (αριθ. 1 του ίδιου άρθ. 559 ΚΠολΔ), καθόσον "και αυτή παραπέμπει - για τις προϋποθέσεις αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης και αυτοδίκαιης αποχώρησης - στη νομοθεσία τον κατά περίπτωση Οργανισμό και στη θεμελίωση, κατά τη νομοθεσία που διέπει τον Οργανισμό αυτόν, δικαιώματος για πλήρη σύνταξη" και εναρμονίζεται με αυτήν (5ος λόγος) (4) Εσφαλμένα ταυτίζει την έννοια της πλήρους σύνταξης με την συμπλήρωση 35 ετών υπηρεσίας, παραβιάζοντας έτσι την διάταξη του άρθ. 63Α § 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (αριθ. 1 από την ίδια διάταξη, 6ος λόγος) (5) Διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του (αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης "δέχθηκε δηλαδή αυθαίρετα επιστηριζομένη στο δεδικασμένο της 7157/2013 Απόφασης του Μον.
Εφετείου Αθηνών, ότι η πλήρης σύνταξη που προϋποθέτει η διάταξη του άρθρου 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων για τη λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής, χορηγείται με τη συμπλήρωση του παραπάνω χρονικού διαστήματος των 35 ετών, χωρίς αυτό ωστόσο να προκύπτει από καμία διάταξη που αποτέλεσε τη μείζονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού" (7ος λόγος) (6) Παραβίασε την διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος και την καθιερουμένη με αυτήν αρχή της ισότητας (αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ), από την οποία προκύπτει η συνταξιοδότηση και του δικηγόρου που απασχολείται με πάγια αντιμισθία στους ΟΤΑ με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, μη δυναμένων να εφαρμοσθούν ως αντισυνταγματικών των διατάξεων του άρθ. 63Α του Κώδικα περί Δικηγόρων (8ος λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί, και αφού ληφθεί υπόψη, ότι (α) η κρινόμενη υπόθεση αφορά την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος δικηγόρου και την λόγω αυτής περιέλευση του εναγομένου σε υπερημερία και την συνακόλουθη υποχρέωσή του για την καταβολή αποδοχών (αντιμισθιών) υπερημερίας (β) ως προς το ζήτημα αυτό (της ακυρότητας της καταγγελίας, προδικαστικό στην προκειμένη διαφορά) το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι υπάρχει δεσμευτικό δεδικασμένο από την προηγουμένη 7157/2013 απόφασή του που έκρινε τελεσίδικα ότι η επίμαχη καταγγελία ήταν άκυρη, το οποίο υποχρεωτικά έθεσε ως βάση της απόφασής του, διατυπώνοντας έτσι σαφές αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, αλλά και να υπάρχει δυνατότητα, να διαλάβει ιδιαίτερη περαιτέρω αιτιολογία, ενώ η παράθεση σ' αυτήν του λόγου της ακυρότητας της καταγγελίας γίνεται διηγηματικά και σε σχέση με τα γενόμενα δεκτά από την ως άνω απόφαση που παρήγαγε το δεδικασμένο (γ) δεν αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη με κάποιο λόγο αναίρεσης η αναιρετική πλημμέλεια, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο (άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ) από την 7157/2013 απόφασή του (η δε παρεμπίπτουσα αναφορά στην αίτηση αναίρεσης ότι κατά της παραπάνω απόφασης έχει επίσης ασκηθεί αναίρεση δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον για την ύπαρξη δεδικασμένου αρκεί η οριστική απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, ΑΠ 1407/2013, προϋπόθεση που συντρέχει εδώ κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης και τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο), είναι απορριπτέοι ως ερειδόμενοι σε ψευδείς προϋποθέσεις, αλυσιτελείς και αφορώντες σε άσχετα θέματα.
Και τούτο, διότι το Εφετείο, θέτοντας απλά ως βάση, όπως όφειλε κατά τα προεκτεθέντα, το δεδικασμένο για την ακυρότητα της επίμαχης καταγγελίας, δεν ασχολήθηκε, ούτε μπορούσε άλλωστε, με το ζήτημα των προϋποθέσεων της καταγγελίας ή αυτοδίκαιης αποχώρησης και απόλυσης κ.λπ. των δικηγόρων που συνδέονται με σύμβαση έμμισθης εντολής με ΟΤΑ, ούτε ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα ή δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τις εκεί διακρίσεις, ούτε, τέλος, διέλαβε συναφώς ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά και δεν "επιστηρίχθηκε" στις αιτιολογίες της 7157/2013 απόφασης (στις οποίες, στην πραγματικότητα, αναφέρονται οι προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες). (Β) Κατά παράβαση του νόμου έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από την ΣτΕ 3691/2009, καθόσον δέχθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στον 3ο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, παραπέμποντας στις κρίσεις της 7157/2013 Απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στις οποίες επιστηρίχθηκε λόγω δεδικασμένου, ότι "ο ενάγων άσκησε...
αίτηση ακύρωσης κατά του εναγομένου ΟΤΑ ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία αυτός ζητούσε την ακύρωση, μεταξύ άλλων και της ανωτέρω... 44728/19-12-2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, η οποία έγινε δεκτή με την... 3691/2009 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας...
από την εν λόγω απόφαση απορρέει δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια, ως προς το διοικητικής φύσης ζήτημα που κρίθηκε απ' αυτήν και αφορά στην ακύρωση της υπ' αριθ. 44728/19-12-2007 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, με την οποία εγκρίθηκε η υπ' αριθ. 2326/1712-2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου ΟΤΑ, περί τροποποίησης του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων, διότι κρίθηκε, ότι από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3584/2007 δεν παρέχεται εξουσιοδότηση προς τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας να θεσπίζει εγκύρως όριο ηλικίας, για την έξοδο από την υπηρεσία των δικηγόρων, που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στους Δήμους, εφόσον το θέμα αυτό ρυθμίζεται ευθέως από τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα και συγκεκριμένα από το άρθρο 63Α του Κώδικα αυτού".
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ψευδείς προϋποθέσεις, διότι από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ουδόλως το Εφετείο δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση του ΣτΕ, την οποία, μάλιστα, ουδέ καν μνημονεύει, αναφέροντας μόνον ότι από το ΣτΕ ακυρώθηκε αμετάκλητα η 2326/2007 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατ' άρθ. 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-2014 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της 7206/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ