Legislator Case Law & Legislation
1257/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract misclassification, ruling lower court ignored established precedent.

Case Number 1257/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the misclassification of her employment contract as independent rather than dependent. The lower court failed to consider a binding judicial precedent establishing the existence of a dependent labor relationship. Consequently, the Supreme Court found the lower court committed a procedural error under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331, 559(8) of the Code of Civil Procedure; A lower court commits a ground for appeal if it fails to take into account a binding judicial precedent established by a final decision regarding the most essential preliminary issue of the case.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure binding judicial precedent labor contract classification procedural error remittal for retrial dependent labor relationship Article 559

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 65(1) of Law 4139/2013

Cited Case Law

AI generated
Case 1007/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1257 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπασπύρου.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1848/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγο εφέσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένες αρνήσεις αυτών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από αυτήν για την απόδειξη της αγωγικής του βάσης και τον αντίστοιχο ισχυρισμό δεν ερεύνησε το δικαστήριο (ΑΠ 1007/2010). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσεως.

Συγκεκριμένα καλύπτει, όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των περιστατικών, τα οποία ήταν αναγκαία για την διάγνωση της έννομης σχέσεως), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου).

Αυτά ισχύουν και όταν η τελεσιδίκως διαγνωσθείσα έννομη σχέση αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης (μεταγενέστερης) επίδικης αξιώσεως. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν δικαιολογείται, όταν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών, στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες της ιστορικής και νομικής αιτίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία είναι οδοντίατρος, με την ένδικη από 30-6-2006 αγωγή, που άσκησε μαζί με άλλους πέντε συναδέλφους της (ιατρούς), ισχυριζόμενη ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περιθάλψεως του Συλλόγου Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος στις 8-11-1987, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους, και στη συνέχεια αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσφέρει έκτοτε τις οδοντιατρικές υπηρεσίες της στα μέλη αυτού (εναγομένου), ζήτησε διαφορές αποδοχών για τα έτη 1999 έως και 2005, λόγω παραβιάσεως εκ μέρους του εναγομένου της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 22 παρ. 1 εδ.

β' του Συντάγματος και 288 ΑΚ), σε σχέση με τις αποδοχές του αναφερόμενου συναδέλφου της, ανήκοντος και αυτού στο ιατρικό προσωπικό του εναγομένου, καθώς και την καταβολή επιδόματος γάμου, επιδόματος τέκνου, επιδόματος πολυετίας και επιστημονικού επιδόματος, τα οποία (επιδόματα) λαμβάνει το μόνιμο προσωπικό, πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, του εναγομένου και τα οποία δικαιούται και αυτή (αναιρεσείουσα), κυρίως με βάση τους όρους της εργασιακής της συμβάσεως, σε συνδυασμό με τις οικείες Σ.Σ.Ε. (μεταξύ των Τραπεζών και της Ο.Τ.Ο.Ε.) και τον Γενικό Κανονισμό του εναγομένου, και επικουρικώς κατ' εφαρμογή των αναφερομένων στην αγωγή διατάξεων.

Η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ύστερα δε από έφεση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας (και των λοιπών εναγόντων) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέδεε τους διαδίκους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 214/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε κρίνει ομοίως.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (πρωτόδικες προτάσεις, έφεση και προτάσεις ενώπιον του Εφετείου της αναιρεσείουσας και των λοιπών εναγόντων), η αναιρεσείουσα, τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου, επικαλέσθηκε και προσκόμισε την υπ' αριθμ. 1741/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. 2732/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθμ.

πρωτ. 10758/2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος πιστοποιεί ότι δεν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 2732/1997 αποφάσεως, ισχυριζόμενη ότι από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει δεδικασμένο ως προς αυτήν, για την υπό κρίση διαφορά, ως προς το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι με το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Κατά το περιεχόμενο της παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου, ελεγχόμενης υπ' αριθμ. 1741/1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων (αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου), η αναιρεσείουσα με την από 3-1-1994 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης στις 5-10-1993 από το αναιρεσίβλητο καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της αορίστου χρόνου για τους επικαλούμενους λόγους και να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 6-10-1993 έως 6-1-1994.

Η αγωγή εκείνη έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 2869/1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 1741/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, εκτός άλλων, ότι η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε ως οδοντίατρος από το αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους στις 5-11-1987, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στα ασφαλισμένα μέλη του αναιρεσιβλήτου αντί συμφωνημένου μισθού, ότι η σύμβαση αρχικά ήταν ορισμένου χρόνου, με διάρκεια από 9-11-1987 έως 8-11-1988, μετά δε τη λήξη της ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο και ότι από της προσλήψεώς της η αναιρεσείουσα προσέφερε τις οδοντιατρικές υπηρεσίες της στους ασφαλισμένους του Ταμείου (αναιρεσιβλήτου) έως την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, στις 5-10-1993, από αυτό, η οποία (καταγγελία) ήταν άκυρη, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.

Επίσης, κατά το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθμ. 2732/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 10758/2007 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία εκδόθηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων, η αναιρεσείουσα, μετά την έκδοση της παραπάνω υπ' αριθμ. 1741/27-2-1996 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επανήλθε στην εργασία της στις 27-5-1996, πλην όμως το αναιρεσίβλητο προέβη σε μονομερή βλαπτική γι' αυτήν μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως (μεταβολή ωραρίου και μισθολογικός υποβιβασμός), για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα άσκησε νέα αγωγή κατά του αναιρεσιβλήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω υπ' αριθμ. 2732/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, με την απόφασή του αυτή, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ άλλων, ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι οι αναφερόμενες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου συνιστούν βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας, στην οποία επιδίκασε για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων αποδοχών υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 26-5-1996, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 27-5-1996 έως 31-10-1996, για αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως άδειας αναψυχής τα έτη 1994 και 1995 και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά.

Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1848/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, ως προς την ενάγουσα - αναιρεσείουσα, ειδικότερα, τα ακόλουθα: Το εναγόμενο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο (αναιρεσίβλητο) με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του (υπ' αριθμ. 82/29-10-1987) προσέλαβε την ενάγουσα Ε. Μ. (αναιρεσείουσα) ως οδοντίατρο, για το χρονικό διάστημα από 9-11-1987 έως 8-11-1988.

Κατά τους όρους της συμβάσεως, η ενάγουσα αυτή είχε την υποχρέωση να προσέρχεται στα ιατρεία του Ταμείου (εναγόμενου) και να παρέχει τις επιστημονικές υπηρεσίες της στα ασφαλισμένα μέλη αυτού κατά τις καθορισμένες εργάσιμες ημέρες και επί δέκα πέντε (15) ώρες συνολικά την εβδομάδα. Ως μηνιαία αμοιβή της για την παροχή των υπηρεσιών της ορίστηκε το ποσό των 65.000 δραχμών, καταβαλλόμενο, σε δύο ισόποσες δόσεις, την πρώτη και δεκάτη έκτη ημέρα κάθε μήνα.

Από την αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε ότι θα παρακρατείται ο φόρος εισοδήματος, το χαρτόσημο, η εισφορά υπέρ του Τ.Σ.Α.Υ. και κάθε άλλη νόμιμη κράτηση, ότι ουδεμία άλλη αμοιβή (εκτός από τη παραπάνω) θα δικαιούται η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) είτε από το Ταμείο, είτε από τους ασφαλισμένους και ότι δεν θα μπορεί να δέχεται ιδίους πελάτες στα ιατρεία του Ταμείου.

Η χρονική διάρκεια της συμβάσεως της εν λόγω ενάγουσας έληγε αυτοδικαίως και χωρίς άλλη ειδοποίηση στις 8-11-1988, μετά δε τη λήξη της συμβάσεως αυτής, δυνάμει σιωπηρής παρατάσεως, όπως συνομολογεί το εναγόμενο, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) συνέχισε να απασχολείται από αυτό, υπό τους ίδιους όρους και συμφωνίες, έναντι αμοιβής, κατά τα έτη 2004 και 2005, ανερχομένης στο ποσό των 718,35 ευρώ.

Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - κατά την υπογραφή της παραπάνω συμβάσεως και κατά την πρόσληψή της ουδεμία επιφύλαξη εξέφρασε, ούτε διατύπωσε κάποια παρατήρηση. Η σύμβαση επιγραφόταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τόπος παροχής των υπηρεσιών αυτών ορίστηκε το κατάστημα των πολυϊατρείων, που διατηρεί το εναγόμενο επί της οδού … αριθμ … στην …, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα παροχής των υπηρεσιών σε άλλο χώρο.

Παράλληλα, όμως, είχε τη δυνατότητα η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) να διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο, τέτοιο δε ιατρείο (οδοντοϊατρείο) διατηρεί αυτή επί της οδού … αριθμ… (…), όπου δέχεται και ασφαλισμένους του Ταμείου (εναγομένου), οι οποίοι καταβάλλουν αμοιβή για τις υπηρεσίες της, την οποία, στη συνέχεια, εισπράττουν από το Ταμείο με την κατάθεση του δελτίου παροχής υπηρεσιών, που έχει εκδώσει η ενάγουσα (αναιρεσείουσα).

Οι ώρες και οι ημέρες απασχολήσεώς της (εβδομαδιαίως) στο παραπάνω κατάστημα των πολυϊατρείων του εναγομένου καθορίζονται, κατά κανόνα, κατόπιν προτάσεως αυτής, κατά τρόπον ώστε η κάλυψη των αναγκών των ασφαλισμένων να γίνεται σε ωράριο που διευκολύνει και την ίδια και το οποίο αποδέχεται το εναγόμενο.

Γίνεται ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) παρέχει τις οδοντοϊατρικές υπηρεσίες της στα ασφαλισμένα μέλη του εναγομένου με πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο ή εποπτεία του επιστημονικού της έργου από το εναγόμενο, έλεγχος ο οποίος ούτε στην άνω σύμβασή της προβλέπεται, όπως δεν προβλέπεται και καθορισμός από το εναγόμενο του τρόπου παροχής της εργασίας της, οι δε ανακοινώσεις προς τους ιατρούς του Ταμείου (εναγομένου), που ενίοτε εκδίδουν ο αρχίατρος Β.

Σ. και η διευθύντρια των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, είναι διοικητικής φύσεως και αφορούν την εύρυθμη λειτουργία του Ταμείου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στη κρίση, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν συνέδεε την αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας, ούτε ισχύουν οι Σ.Σ.Ε.

της ΟΤΟΕ, οι οποίες αφορούν τους απασχολούμενους στις Τράπεζες με σχέση εξαρτημένης εργασίας τραπεζοϋπαλλήλους, αλλά ούτε και το μισθολόγιο της Τράπεζας της Ελλάδος έχει εφαρμογή, καθόσον το μισθολόγιο αυτό, σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό του αναιρεσίβλητου Ταμείου, εφαρμόζεται μόνο στο προσωπικό αυτού, πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, στο οποίο δεν ανήκει η αναιρεσείουσα.

Έτσι, το Εφετείο απέρριψε την έφεσή της (αναιρεσείουσας) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με τη βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει τον ως άνω, νομίμως προταθέντα, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου (ως προς αυτήν), προκύπτοντος από τις προαναφερθείσες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ως προς το πλέον ουσιώδες - προδικαστικό ζήτημα, ότι η έννομη σχέση που την συνέδεε με το αναιρεσίβλητο ήταν αυτή της συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια. Σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα Ε.

Μ. και, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως προς τις λοιπές αιτιάσεις και του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της ως προς την αναιρεσείουσα, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (Εφετείο Αθηνών), αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1848/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα Ε. Μ..

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς την αναιρεσείουσα, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ