1257/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1257/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος από το 1975 δραστηριοποιείται στον τομέα εισαγωγής, παραγωγής μιγμάτων και εμπορίας τσαγιού, έχει κατοχυρώσει από το 1991 το σήμα "CHAMPION" για τα είδη τσαγιού που εμπορεύεται. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία διατηρεί αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚAΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Ανώνυμη Εταιρία Γενικού Εμπορίου Εκμεταλλεύσεως Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων και Άσκησης Τουριστικών Δραστηριοτήτων", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαράντη.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Αλεβίζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1828/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6765/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 14-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο πρώτοι αναιρετικοί λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά το άρθρο 947§1 ΚΠολΔ: "Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή, έως 5.900 ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση...".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση πολλών παραβάσεων, οι οποίες διαπιστώνονται δικαστικώς, οφείλονται ισάριθμες χρηματικές ποινές και χωρεί καταδίκη, σε προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση. Όταν όμως διαπραχθούν πολλές παραβάσεις, που συνιστούν κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, διαρκή ενέργεια ή συγκροτούν μία φυσική ενότητα ενεργείας, επιβάλλεται μία μόνο ποινή και όχι αθροιστικά τόσες ποινές όσες και οι μερικότερες παραβάσεις.
Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη, η οποία, κατά το μέρος που προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα, κανόνος ουσιαστικού δικαίου- εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία-προκύπτει ότι, για την καταδίκη του οφειλέτου στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφαση του για την περίπτωση παραβάσεως των διατάξεων της απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης (πρβλ ΑΠ. 732/2007 -ΑΠ 1271/2004 -ΑΠ 1497/2007 - ΑΠ 178/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος από το 1975 δραστηριοποιείται στον τομέα εισαγωγής, παραγωγής μιγμάτων και εμπορίας τσαγιού, έχει κατοχυρώσει από το 1991 το σήμα "CHAMPION" για τα είδη τσαγιού που εμπορεύεται. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία διατηρεί αλυσίδα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.
Επί της από 9.11.2004 αίτησης του ενάγοντος κατά της εναγομένης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, εκδόθηκε, την 22.4.2005 η 3268/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Μ' αυτή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας ασφαλιστικά μέτρα, απαγόρευσε προσωρινά στην εναγομένη την εισαγωγή, συσκευασία, εμπορία, διάθεση παντός είδους και για οποιαδήποτε αιτία εκποίησης, δημοπράτησης κλπ οιουδήποτε προϊόντος τσαγιού, φέροντος αυτοτελώς ή σε συνδυασμό το σήμα CHAMPION, κατ' απομίμηση, άλλως παραποίηση γνησίου σήματος, διατάχθηκε η κατάσχεση στα χέρια της εναγομένης ή τρίτων ελκόντων από αυτήν δικαίωμα των ανωτέρω προϊόντων και η καταστροφή αυτών, ενώ απειλήθηκε εναντίον της εναγομένης χρηματική ποινή 25.000 ευρώ για τη μη συμμόρφωση της με το διατακτικό της απόφασης.
Ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη στιw 27.7.2005 ακριβές αντίγραφο της 3268/22.4.2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιταγή προς συμμόρφωση. Η εναγομένη όμως, παρά το γεγονός ότι τουλάχιστον από 27.7.2005, εγνώριζε τις απαγορεύσεις που της είχε επιβάλει η 3628/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο χρονικό διάστημα από 8.8.2005 μέχρι 25.8.2005 με πρόθεση, δηλαδή από απείθεια, δεν συμμορφώθηκε επί 25 φορές διαθέτοντας σε διαφορετικούς καταναλωτές είδη τσαγιού με το σήμα CHAMPION σε διάφορα καταστήματα που εκμεταλλεύεται στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Τρίκαλα, Γιαννιτσά, Πτολεμαΐδα, Κιλκίς, Κοζάνη, Βόλο, Βέροια, Έδεσσα, Κατερίνη, Λαμία, Δράμα, Σέρρες.
Η εναγομένη αρνείται την πρόθεση της να παραβιάσει το διατακτικό της 3268/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυριζόμενη ότι ήδη από την έκδοση της προσωρινής διαταγής επί της αίτησης του ενάγοντος είχε προβεί στην απόσυρση των 14.000 τεμαχίων τσαγιού με το σήμα Champion είχαν όμως ξεχασθεί από τους υπαλλήλους της 2.000 περίπου τεμάχια, που συγκεντρώθηκαν στην αποθήκη της στο Δρυμό Θεσσαλονίκης, τα οποία, επειδή ήταν δύσκολο να ζητηθεί η επιστροφή τους στην προμηθεύτρια, επαναπροωθήθηκαν προς πώληση σε κάποια καταστήματα της Βορείου Ελλάδος και συγκεκριμένα στα καταστήματα champion Μαρινόπουλος και 5' Μαρινόπουλος, εφόσον κατά το χρονικό διάστημα από τη συζήτηση της αίτησης την 1.2.2005 μέχρι την επίδοση στις 27.7.2005 της 3268/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ίσχυε η προσωρινή διαταγή απαγόρευσης διάθεσης αυτών.
Μόλις δε πληροφορήθηκε την παραπάνω απόφαση έδωσε εντολή στα περίπου 190 καταστήματα της σε όλη την Ελλάδα να αποσύρουν τα προϊόντα αυτά, πλην όμως από αμέλεια ορισμένων υπαλλήλων της, παρέμειναν κάποια προϊόντα σε μεμονωμένα καταστήματα. Ο ισχυρισμός της όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εναγομένη, ως οργανωμένη επιχείρηση, διαθέτει τους απαραίτητους μηχανισμούς για την απόσυρση των προϊόντων της όταν τούτο είναι αναγκαίο για οποιαδήποτε αιτία.
Η πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η πώληση των εν λόγω προϊόντων έγινε σε 25 διαφορετικά καταστήματα της εναγομένης από την ποσότητα των 20.000 τεμαχίων τσαγιού, την οποία, όπως η ίδια ισχυρίζεται δεν μπορούσε να επιστρέψει στην προμηθεύτρια της. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη και με βάση τα παραπάνω περιστατικά, πράγματι συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 947 περ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή η ύπαρξη και επίδοση, μετ' επιταγής προς συμμόρφωση, εκτελεστής απόφασης, που απειλεί, για κάθε παράβαση της χρηματική ποινή 5.900 ευρώ σε βάρος της εναγομένης και υπέρ του ενάγοντος καθώς και η βεβαίωση ότι έγινε η παράβαση των διατάξεων αυτής της απόφασης, κατά τους κρίσιμους χρόνους, που αφορά.
Πρόκειται δε, σε κάθε περίπτωση για 25 διαφορετικές συμβάσεις πώλησης με διαφορετικούς καταναλωτές και σε διαφορετικά καταστήματα της εναγομένης, έτσι ώστε οι επανειλημμένες παραβάσεις της 3268/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, αφού δεν πρόκειται για μία διαρκή ή κατ'εξακολούθηση ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης, ή για μια φυσική ενότητα της αρχικής ενέργειας της εναγομένης με ενιαίο δόλο (ΑΠ 143/2003, ΑΠ 178/2003 οπ.α.Π. 1480/2002 Ε.Εργ.Δ. 63/ 2003).
Έτσι, η εναγομένη πρέπει να καταδικασθεί αθροιστικώς σε τόσες χρηματικές ποινές, όσες οι παραβάσεις, δηλαδή συνολικά σε 147.500 ευρώ (5.900Χ25)".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παρέλειψε να υπαγάγει τα γενόμενα από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της φυσικής ενότητας ή της κατ' εξακολούθηση ενέργειας, αλλά αντίθετα δέχθηκε ανέλεγκτα ότι τα περιστατικά αυτά δεν υπάγονται στις έννοιες αυτές. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσης ως άνω διατάξεως του άρθρου 947§1 ΚΠολΔ, ήτοι:
με την καθυποχρέωση της αναιρεσείουσας εταιρείας, με δικαστική απόφαση, σε παράλειψη πράξεως (πώλησης τσαγιού με το σήμα CHAMPION), με την επανειλημμένη εκ προθέσεως παραβίαση (του διατακτικού) της αποφάσεως από την αναιρεσείουσα και με την αυτοτέλεια, καθεμιάς από τις μερικότερες παραβατικές πράξεις (πωλήσεις), που δεν συνιστούν "φυσική ενότητα ενεργείας", ουδέ "εξακολουθητική συμπεριφορά με ενιαίο δόλο".
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, αφενός μεν ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 947§1 ΚΠολΔ με το να κρίνει ότι το σύνολο των ως άνω παραβιάσεων της δικαστικής απόφασης δεν συνιστούν φυσική ενότητα ενεργείας ουδέ εξακολουθητική συμπεριφορά με ενιαίο δόλο (πράγμα που θα συνεπαγόταν την επιβολή μιας και μόνον χρηματικής ποινής στην αναιρεσείουσα) και δεν υπήγαγε τα προαναφερθέντα δεκτά γενόμενα από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην παραπάνω διάταξη (του άρθρου 947 ΚΠολΔικ), αφετέρου δε διέλαβε επί του θέματος αυτού ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα οι παραδοχές του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα παρότι εγνώριζε τις απαγορεύσεις που επέβαλε η με αριθ. 3628/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με πρόθεση, δηλαδή από απείθεια δεν συμμορφώθηκε σε 25 περιπτώσεις με αυτήν, δεν έχουν καμία ασάφεια ή αντίφαση, με την παραδοχή του ότι οι παραπάνω διαφορετικές μεταξύ τους παραβάσεις της απόφασης αυτής, δεν έγιναν με ενιαίο δόλο.
Ενώ εξ άλλου η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν πρόκειται για μια διαρκή ή κατ' εξακολούθηση ομοιόμορφη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ή για μια φυσική ενότητα της αρχικής ενέργειας αυτής αποτελεί ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και οι ελλείψεις ως προς αυτό δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία. (Ολ.
ΑΠ 861/1984).
Επίσης είναι απορριπτέος και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επειδή δεν εξειδικεύονται σε αυτή ποιοι είναι οι διαφορετικοί καταναλωτές με τους οποίους καταρτίσθηκαν οι προαναφερόμενες 25 διαφορετικές συμβάσεις, αφ' ενός ως απαράδεκτες, γιατί με αυτόν αποδίδεται έλλειψη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και αφ' ετέρου ως αβάσιμες, γιατί δεν απαιτείται η αναφορά αυτών (καταναλωτών) για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (του Αρεοπαγίτου Αθανασίου Κουτρομάνου) ο ρηθείς αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος κατά το δεύτερο μέρος του, διότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τους λόγους που αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση ο διαρκής χαρακτήρας και η φυσική ενότητα του συνόλου της παραβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσειούσης, και κυρίως ο ενιαίος δόλος αυτής. Τούτο δε, διότι, προς αιτιολόγηση της παραδοχής του ότι οι επιμέρους παραβάσεις "είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους", χρησιμοποιεί την νοηματικώς ταυτόσημη, έκφραση ότι "δεν πρόκειται για μια διαρκή ή κατ' εξακολούθηση ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης ή για μια φυσική ενότητα της αρχικής ενέργειας της εναγομένης με ενιαίο δόλο", στηρίζοντας ουσιαστικά το αποδεικτικό του πόρισμα σε αναδιατύπωση αυτής ταύτης της παραδοχής, πράγμα που δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία. Εξάλλου, η παραπομπή που γίνεται αμέσως μετά, ήτοι στο τέλος της ελάσσονος προτάσεως του συλλογισμού, στην νομολογία του Αρείου Πάγου, καθιστά αβέβαιο, αν ο αποκλεισμός του "ενιαίου δόλου" αποτελεί ουσιαστική παραδοχή στην ένδικη υπόθεση ή γενική ερμηνευτική άποψη επί του νομικού θέματος.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) προσάπτεται στο Εφετείο παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και αναφέρονται, κατά λέξιν, τα εξής: "Εν προκειμένω καθίσταται προφανές ότι η καταδίκη της εταιρίας μας σε χρηματική ποινή ποσού ευρώ 147.500 για παράλειψη μας να συμμορφωθούμε προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. 3268/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την διάθεση προϊόντων τσαγιού υπό το σήμα Champion -πέραν των ανωτέρω υπό Ι- έρχεται σε ευθεία αντίθεση και παραβιάζει το αναγκαίο μέτρο μεταξύ της επιβληθείσας από το Δικαστήριο χρηματικής ποινής και του επιδιωκόμενου σκοπού, ιδία λαμβανομένων υπ' όψιν των ιδιαίτερων συνθηκών της περίπτωσης όπως διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι δηλαδή κατά την σύντομη χρονική περίοδο των δεκαεπτά ημερών από 8.8.2005 έως 25.8.2005 διετέθησαν περιορισμένες ποσότητες του προϊόντος (βλ.
ανωτέρω συγκεκριμένα υπό Ι), από την πώληση των οποίων η εταιρία μας απεκόμισε αμελητέο κέρδος (ως προς το κέρδος βλ. κατωτέρω υπό V). Εξάλλου, το ποσό της χρηματικής ποινής που μας επεβλήθη και που πρόκειται να καταβληθεί στον αντίδικο υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο καθώς είναι υπέρμετρα δυσανάλογο προς την βλάβη που υπέστη ο αντίδικος και το κέρδος που απεκόμισε η εταιρία μας από την εν λόγω διάθεση, ενώ παράλληλα υπερβαίνει προδήλως και τον επιδιωκόμενο σκοπό της κύρωσης.
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η απόφαση είναι αναιρετέα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 στο μέτρο που επέβαλε χρηματική ποινή υπέρμετρα δυσανάλογη κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας".
Ο λόγος όμως αυτός, ο οποίος δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ. και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι έχει στήριγμα στη διάταξη αυτή, είναι απαράδεκτος, γιατί με τη διάταξη του άρθρου 947§1 ΚΠολΔικ. ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη την αρχή της αναλογικότητας εξειδικεύοντας την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ποινής και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25§1 εδ.
δ' του Συντάγματος. Η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ποινής στερείται σημασίας αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 947§1 ΚΠολΔικ. προσδιορισμό αυτής, αποτέλεσμα (Ολ. ΑΠ 6/2009). Κατά την γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου (του Αρεοπαγίτου Αθανασίου Κουτρομάνου) ο αναιρετικός αυτός λόγος έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτός και να ερευνηθεί η βασιμότητά του, με τις ακόλουθες σκέψεις:
Σύμφωνα με γενικότατη δικαιική παραδοχή, η δικαστική απόφαση και η ατομική διοικητική πράξη δεν έχουν ποιοτική, αλλά μόνον ποσοτική διαφορά από τους κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, τελούν δε προς αυτό σε σχέση ειδικού προς γενικό, υπό την έννοια ότι ο μεν γενικός κανόνας ορίζει αφηρημένα την έννομη συνέπεια κάθε περιπτώσεως που εμπίπτει στο πραγματικό, μια δε εξαυτών είναι και η συγκεκριμένη περίπτωση, της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο έτσι δε, κατά νομικό πλάσμα, το δικαστήριο και η διοίκηση αποδίδουν και υλοποιούν σε κάθε επιμέρους υπόθεση, την βούληση του Νομοθέτου και κατά τεκμήριο, ενεργούν, όπως θα έπραττε ο ίδιος ο Νομοθέτης, εάν ήταν πρακτικώς εφικτό να επιλαμβάνεται κάθε θέματος (πρβλ.
Κ. Τσάτσου, Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου - έκδ.1978 - σελ.20, 88, 89 και 105 - Κ.Engisch, Εισαγωγή στη νομική σκέψη, έκδ. 1981, σελ. 56 επ.). Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς την όλη δομή του ισχύοντος Συντάγματος και ιδίως προς τα άρθρα 2§1, 5§1 και 25 αυτού συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος:
ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό Νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνος δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο (πρβλ.
ΑΠ 1020/2004 Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 492, Ολ. ΑΠ 43/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 1649, ΑΠ 132/2006, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 742, ΑΠ 1462/2005, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 190, ΑΠ 634/2007, Ελλ.Δικ. 2007, σελ. 770, Στ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, Ελλ.Δικ. 2006 σελ. 1 επ., Θ.Δαλακούρα, Αρχή αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού/1993/ιδίως σελ. 88 επ., Βασ.
Σκουρή, Η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και η νομοθετικοί περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας, Ελλ.Δικ. 1987 σελ. 773 και εκεί παραπομπές, Κ.Μπεή εις Δ40, 815). Υπό Η αντίθετη εκδοχή - σύμφωνα με την οποία η αρχή της αναλογικότητας αφορά και δεσμεύει μόνο τον κοινό νομοθέτη, και όχι τον εφαρμοστή του δικαίου θα οδηγούσε στο άτοπο να αποδίδεται στον συνταγματικό νομοθέτη η βούληση να επιβάλει διαφορετικούς κανόνες και περιορισμούς σε λειτουργικώς όμοιες - κατά τα εκτεθέντα - εξουσίες, και μάλιστα να θέτει εντονότερο περιορισμό στον κοινό νομοθέτη από τον εφαρμοστή του νόμου, πράγμα αντίθετο προς την αρχή της ενότητας της έννομης τάξης και τον ενιαίο χαρακτήρα της κρατικής οντότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος λόγος έπρεπε να εκτιμηθεί ότι ερείδεται στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και να γίνει δεκτός, διότι δεν αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου το χρηματικό ποσό που εισέπραξε η αναιρεσείουσα εταιρεία ως τίμημα από τις επίμαχες αγοραπωλησίες, ώστε με βάση αυτό (και το εξ αυτού επιδιωχθέν και επιτευχθέν εμπορικό κέρδος) και το ύψος της χρηματικής ποινής που επεβλήθη σ' αυτήν (147.500 ευρώ), να μπορεί να κριθεί, αν μεταξύ των δυο οικονομικών μεγεθών υφίσταται σχέση ανεκτής αναλογίας υπό την προεκτεθείσα έννοια (η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το κέρδος της "είναι λιγότερο από 60 ευρώ").
Περαιτέρω: α) πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο η απόφαση "καθίσταται αναιρετέα κατ' άρθ. 1, 8, 10 και 19 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 561 παρ. 2", και δη ως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι, με το μεν εισαγωγικό μέρος του λόγου αυτού υποστηρίζεται αορίστως και αντιφατικώς ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εσφαλμένως εξετίμησε το περιεχόμενο των πρακτικών...
παραμορφώνοντας το περιεχόμενο τους και δεχόμενη πράγματα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα πρακτικά", η εξειδίκευση δε που γίνεται στη συνέχεια ουσιαστικώς αναφέρεται στην εκ μέρους του Εφετείου γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ενώ ο ίδιος λόγος ως προς την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ.
ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ότι οι προαναφερόμενες 25 παραβατικές ενέργειες, της αναιρεσείουσας συνιστούν κατ' εξακολούθηση ενέργειες αυτής είναι επίσης απαράδεκτος γιατί σε προβολή του λόγου αυτού (από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολ.Δικ.) νομιμοποιείται μόνον ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικος του (ΑΠ 881/1988).
β) Πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αυτή "διαθέτει ευρύ δίκτυο καταστημάτων, πολλά από τα οποία εκμεταλλεύονται τρίτοι, εντελώς ανεξάρτητοι εμπορευόμενοι, δυνάμει συμβάσεων δικαιόχρησης".
Τούτο δε, διότι δεν διευκρινίζεται αν οι ένδικες (25) συναλλαγές έγιναν ολικώς ή μερικώς σε καταστήματα "τρίτων" ή σε καταστήματα ελεγχόμενα από την ίδια, και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμες, αφού το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό με τη σκέψη ότι "η εναγόμενη επιχείρηση διαθέτει τους απαραίτητους μηχανισμούς για την απόσυρση των προϊόντων της όταν τούτο είναι αναγκαίο, για οποιαδήποτε αιτία".
Κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ) ο ίδιος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν "αιτιολογείται επαρκώς η από μέρους της αναιρεσειούσης η ύπαρξη πρόθεσής για μη συμμόρφωση με το διατακτικό της απόφασης 3268/2005", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για έλλειψη πρόθεσης της με την παραπάνω σκέψη της δυνατότητας απόσυρσης των προϊόντων της όταν τούτο είναι αναγκαίο.
γ) Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο πέμπτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ. 11 και 8 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένα έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί, ουδέ τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι δεν είχε πρόθεση "να παραβιάσει το διατακτικό της απόφασης 3268/2005".
Ως προς το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος, αφού από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχηματίσθηκε από τη συνεκτίμηση με τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα που αναφέρονται στον παραπάνω (πέμπτο) λόγο αναίρεσης ήτοι α)το από 27.7.2005 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, β)τα από 20.12.2004, 21.12.2004, 29.12.2004 και 11.1.2005 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, γ)επιστολή της προμηθεύτριας εταιρείας με επίσημη μετάφραση και δ)το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για τη διαχείριση του εμπορεύματος στις αποθήκες της προμηθεύτριας στη Γαλλία.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του ως απαράδεκτος γιατί ο ισχυρισμός της ότι δεν είχε πρόθεση να παραβιάσει το διατακτικό της υπ'αριθ. 3268/2005 απόφασης αποτελεί άρνηση της αγωγής και δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως αβάσιμο.
δ) Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έκτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο επέβαλε παρά το νόμο στην αναιρεσείουσα χρηματική ποινή για περισσότερες πράξεις παραβιάσεως της αποφάσεως 3268/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε επιβληθεί γενική απαγόρευση "εισαγωγής, συσκευασίας, εμπορίας....
οιουδήποτε προϊόντος τσαγιού φέροντας το σήμα CHAMPION". Τούτο δε διότι -όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο βεβαιώνει (σε δεύτερη φάση) την εκ μέρους του οφειλέτου παράβαση της υποχρεώσεως που, κατά την πρώτη απόφαση, τον βαρύνει και καταδικάζει αυτόν υποχρεωτικώς στην απειληθείσα ποινή για κάθε επί μέρους παράβαση.
Ενώ έκρινε ότι οι περισσότερες της μιας παραβάσεις ή κάποιες από αυτές συνιστούν διαρκή ενέργεια ή συγκροτούν μία φυσική ενότητα ενεργείας. ε) Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω χρηματικό ποσό ως χρηματική ποινή για παραβίαση της αποφάσεως "3268/2004" του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός για παραβίαση της αποφάσεως αυτής.
Τούτο δε, διότι ναι μεν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται εκ προφανούς παραδρομής ως παραβιασθείσα η "3268/2004" απόφαση, από το όλο όμως περιεχόμενό της είναι απολύτως σαφές, ότι η παραβίαση αφορά την ταυτάριθμη απόφαση του έτους 2005. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.2.2008 αίτηση της εταιρείας "ΚΑΡΦΟΥΡ-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 6765/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ