Supreme Court allows appeal against bank account co-ownership judgment due to insufficient reasoning on consent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's judgment regarding co-ownership of a joint bank account. The lower court had partially accepted the plaintiffs' claim that the defendant became a co-owner without her written consent, but failed to provide sufficient reasoning on how such consent was established. The court found the appellate court's reasoning inadequate regarding the nature of consent under the relevant banking regulations and civil code provisions, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 3 of Law 5638/1932; Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: When a lower court's judgment on the establishment of a legal relationship lacks sufficient reasoning regarding the specific manner of consent required by law, the appeal is admissible and the judgment must be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1257/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1...., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1538/2000 μη οριστική, 4850/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3214/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2008 αίτησή τους και τους από 27-11-2009 και 4-1-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 18-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, με απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της 12/27.7.2000 και στη συνέχεια με τη με αριθμό Κ2-11540 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η συγχώνευση των Ανωνύμων Τραπεζικών Εταιρειών "Τράπεζα EFC Eurobank AE" και "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε,", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (ΕτΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, αρ.
φύλλου 8391/13.9.00). Περαιτέρω, στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας ως τροποποιηθείς σε άλλα μέρη του ισχύει, (γενικοί όροι τραπεζικών συναλλαγών) της Τράπεζας EFC EUROBANK ERGASIAS AE (υπ'αριθ. 17151/7.11.07 πράξη καταθέσεως εγγράφου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Σπανόπουλου και Κεφάλαιο 4 - Συναλλαγές, επί καταθέσεων λογαριασμών, μετά τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, στον οποίο ενσωματώθηκε ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της απορροφηθείσης τελευταίας Τράπεζας Εργασίας, ορίζεται ότι οποιαδήποτε εντολή προς την Τράπεζα από πελάτη απαιτείται να δίδεται είτε εγγράφως με απλή ενυπόγραφη επιστολή (άτυπη) είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας (FAX) κατά την εκάστοτε ισχύουσα διαδικασία της Τράπεζας.
Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.Δ 851/1981, χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί είναι, σύμφωνα με την έννοια του νόμου αυτού εκείνη που περιέχει τον όρο ότι από το λογαριασμό της κατάθεσης αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι δικαιούχοι.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, από την κατάθεση των χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθένας από τους αναφερόμενους σ' αυτόν αποκτά δικαίωμα έναντι της τράπεζας για την απόδοση και ολόκληρης της ποσότητας των χρημάτων, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, δεν έχει όμως το δικαίωμα μόνος, να εγγράψει στον κοινό λογαριασμό τρίτο πρόσωπο ως συνδικαιούχο, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνδικαιούχων, διότι άλλως καταστρατηγούνται τα δικαιώματά τους, δεδομένου ότι ο συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού έχει ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό της καταθέσεως που μόνο με τη θέλησή του μπορεί να χάσει, με την είσοδο δε εν αγνοία του και άλλου συνδικαιούχου μειώνεται χωρίς την συναίνεση του το ποσοστό της συμμετοχής του στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού με βάση την εσωτερική σχέση.
Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ίδιου ως άνω άρθρου, αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα τα εξής: "Οι διάδικοι είναι μεταξύ τους συγγενείς εξ αίματος πρώτου βαθμού και δη η ενάγουσα με τις δύο πρώτες εναγόμενες αδελφές και η τρίτη εναγομένη είναι μητέρα τους. Ο πατέρας της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων και σύζυγος της τρίτης εναγομένης, ο οποίος αποβίωσε στις 20-11-1995, όσο ζούσε είχε αναπτύξει μεγάλη και επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία βαρέων χωματουργικών μηχανημάτων, μέσω των εξής εταιριών:
α) "... ΟΕ οδοποιητικές εργασίες", β) "... ΟΕ εισαγωγές μηχανημάτων οδοποιίας", γ) "... ΟΕ" και δ) "... ΟΕ". Στις εταιρίες αυτές συμμετείχε πάντοτε ο ίδιος και κατά καιρούς και μόνον τυπικά διάφορα μέλη της οικογενείας του, όπως ο αδελφός του ..., οι διάδικοι και ο σύζυγος της ενάγουσας. Ο ανωτέρω από την επιχειρηματική του δραστηριότητα είχε κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά, από τα οποία άλλα τοποθετούσε για λόγους επιχειρηματικούς και φορολογικούς σε διάφορους επωφελείς λογαριασμούς τραπεζών του εξωτερικού (Σουηδία, Γαλλία, Ισραήλ) και της Ελλάδας με συνδικαιούχους τα μέλη της οικογενείας του, άλλα δε τοποθετούσε στις επιχειρήσεις του.
Πάντοτε δε, όσο ζούσε, είχε αποκλειστικά τον έλεγχο και την διαχείριση των εταιριών του, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή σ' αυτές μελών της οικογενείας του, η οποία γινόταν για λόγους φορολογικούς. Ο ανωτέρω δε ..., όταν αποβίωσε στις 20-11-95, λόγω της επί τριετία και πλέον ασθένειας του, χωρίς διαθήκη, κατέλιπε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλ.
τις θυγατέρες του και τη σύζυγο του μια τεράστια περιουσία αποτελούμενη κυρίως από καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες του εξωτερικού και της Ελλάδος, αλλά και από ακίνητα ευρισκόμενα στην .... Μετά το θάνατο του και επί μία διετία οι ανωτέρω συνέχισαν τις επιχειρήσεις του, συνεργαζόμενες αρμονικά, η δε ενάγουσα δια του συζύγου της, ο οποίος εργαζόταν με τον πεθερό του από το έτος 1985 και συμμετείχε και σε μια από τις επιχειρήσεις του.
Όμως, οι μεταξύ τους σχέσεις διαρρήχθηκαν για οικονομικούς λόγους στις αρχές του έτους 1998. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 11-12-1995 δηλ. μετά τον θάνατο του ανωτέρω πατέρα και συζύγου των διαδίκων, ανοίχθηκε στην Τράπεζα Εργασίας, στο υποκατάστημα ..., κατόπιν αιτήσεως της πρώτης εναγομένης ... ο "..." κοινός λογαριασμός, στον οποίο αρχικά συνδικαιούχοι ορίστηκαν οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και μεταγενέστερα στις 7-8-97, κατόπιν νέας αίτησης των δύο πρώτων εναγομένων, και η ενάγουσα ....
Στις 18-11-97 η τρίτη εναγομένη με χρέωση του άνω λογαριασμού αγόρασε αμοιβαία κεφάλαια ποσού 224.482.642 δρχ. με συνδικαιούχους τόσον τις πρώτη και δεύτερη εναγόμενες όσο και την ενάγουσα και στη συνέχεια το ποσό αυτό που επενδύθηκε μαζί με την προσαύξηση του, κατατέθηκε και πάλι στον ίδιο λογαριασμό. Από τον λογαριασμό αυτό οι εναγόμενες, όπως ρητά συνομολογούν, έκαναν ανάληψη το ποσό των 229.720.000 δρχ στις 22-12-97, εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς να της αποδώσουν κάποιο ποσό.
Ισχυρίζονται δε ότι δεν είχαν υποχρέωση να το πράξουν, καθόσον η ενάγουσα είχε οριστεί συνδικαιούχος του άνω κοινού λογαριασμού εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της συνδικαιούχου μητέρας τους και με τη μεταξύ τους συμφωνία ότι θα μπορούσε η ενάγουσα να αναλάβει χρήματα από τον λογαριασμό αυτό σε περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος αυτών.
Άγνοια όμως και μη συναίνεση της τρίτης εναγομένης ως προς το ότι η ενάγουσα κατέστη μετά από αίτηση της πρώτης εναγομένης συνδικαιούχος του "..." κοινού τραπεζικού λογαριασμού δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε γνώση και συναίνεσή της, αφού κατά την αγορά των άνω αμοιβαίων κεφαλαίων με χρέωση του προαναφερθέντος λογαριασμού από την ίδια την τρίτη εναγομένη, μητέρα των διαδίκων, ορίστηκε ως συνδικαιούχος και η ενάγουσα.
Ομοίως, δεν αποδείχθηκε ότι η είσοδος στον άνω λογαριασμό της ενάγουσας έγινε λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, με τη συμφωνία μεταξύ των εναγομένων και της ενάγουσας ότι η τελευταία θα ήταν δικαιούχος στον άνω λογαριασμό μόνο για την περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος των εναγομένων, ενώ αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το ποσό που ανέλαβαν οι εναγόμενες αφορούσε το προϊόν του αρχικού ποσού που είχε επενδυθεί σε αμοιβαία κεφάλαια, επ' ονόματι όλων των διαδίκων και την εν συνεχεία προσαύξηση του.
Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι τα χρήματα στον άνω λογαριασμό προέρχονταν από τις ως άνω επιχειρήσεις του ..., τις οποίες συνέχισαν να λειτουργούν οι διάδικοι μετά το θάνατο του, ο ίδιος δε ο αποβιώσας όσο ζούσε είχε εκφράσει την βούληση όπως όλη η περιουσία του να ανήκει και να διανεμηθεί μετά το θάνατο του σε όλες τις διαδίκους κατά ίσα μέρη και για το λόγο αυτό κατά τη διάρκεια της ζωής του τοποθετούσε τα χρήματα του σε κοινούς λογαριασμούς, στους οποίους όριζε συνδικαιούχους τα μέλη της οικογένειας του.
Επομένως, με την είσοδό της στον άνω κοινό λογαριασμό, η ενάγουσα κατέστη συνδικαιούχος σ' αυτόν κατ' ισομοιρία μεταξύ των διαδίκων, αφού κάτι διαφορετικό δεν αποδείχθηκε, και ως εκ τούτου δικαιούται το 1/4 από το ποσό των 229.720.000 δρχ. Ακολούθως το Εφετείο, και αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους έφεσης των εναγομένων (αναιρεσειουσών), με τους οποίους αυτές ισχυρίζοντο ότι η είσοδος της ενάγουσας στον άνω κοινό λογαριασμό έγινε εν αγνοία της συνδικαιούχου 3ης εναγομένης μητέρας τους και χωρίς την έγγραφη συναίνεσή της, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, σε σχέση με τη "συναίνεση" της τρίτης των αναιρεσειουσών για τον ορισμό της αναιρεσίβλητης ως συνδικαιούχου του επίμαχου κοινού λογαριασμού, δεν προσδιορίζει τον τρόπο εκδηλώσεως αυτής (συναινέσεως), δηλαδή αν παρασχέθηκε με δήλώση προς τις δύο πρώτες των αναιρεσειουσών ή προς την Τράπεζα Εργασίας (ήδη EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.) ή, αν ενόψει της ρυθμίσεως του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.5638/1932, η Τράπεζα δέχθηκε την αναιρεσίβλητη ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, καθώς και αν η σχετική δήλωση της τρίτης των αναιρεσειουσών έγινε ρητώς ή σιωπηρώς, προφορικώς ή, όπως ορίζει ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της Τράπεζας, εγγράφως.
Επομένως, οι προσάπτοντες την ανωτέρω πλημμέλεια στο Εφετείο δεύτερος (κατ' εκτίμηση) και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι βάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ το αίτημα των αναιρεσειουσών, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δια της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να αποδώσει το ποσό που εισέπραξε σε εκουσία συμμόρφωσή τους προς την 3214/2008 αναιρεθείσα αναγνωριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απαράδεκτο αφού το σχετικό άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση (με αναγνωριστική απόφαση) μιας έννομης σχέσης.
Συνακόλουθα, πρέπει παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3214/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρείς χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ