Legislator Case Law & Legislation
1257/2009 AI generated

Supreme Court dismisses lawyer's appeal against termination of contract due to pension rights, citing lack of fault.

Case Number 1257/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the lawyer's appeal challenging the termination of his contract with the Public Electricity Corporation. The court found the lawyer's claim of wrongful termination based on pension rights was unfounded and lacked specific factual details required to establish fault. Consequently, the lower court's decision upholding the contract's automatic dissolution was confirmed, and the appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297 and 298 of the Civil Code; Article 914 of the Civil Code: Liability for damages requires unlawful and culpable conduct with a causal link to the harm; a claim for automatic contract termination based on pension rights does not constitute unlawful conduct if the employee voluntarily chooses to resign to claim compensation.

Keywords

AI generated
contract termination lawyer liability automatic dissolution pension rights fault requirement civil liability legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 16 § 5 of Law 1366/1983
Article 94 of the Lawyers Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1257 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1257/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε", και τον διακριτικό τίτλο (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6988/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 14-10-2008 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και την παραδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρ. 297 και 298 του ίδιου κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υποχρέου, υπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας, ο οποίος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συμπεριφορά του δράστη ήταν αντικειμενικώς ικανή να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνιστάται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειες που οφειλόταν. Τέτοια υποχρέωση να μην ζημιώσει κάποιος άλλον με πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας μπορεί να υπάρχει είτε από δικαιοπραξία είτε από ειδική διάταξη νόμου είτε από την καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνεται από την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαίτια δε είναι η συμπεριφορά στην περίπτωση της αμέλειας, όταν δηλαδή δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με το αρθρ. 330 εδ. β' του ΑΚ, καθώς και στην περίπτωση του δόλου (πρόθεσης), είτε με τη μορφή του άμεσου είτε με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου. Κατά συνέπεια και με βάση τη ρύθμιση του αρθρ. 216§1 του ΚΠολΔ στη σχετική αγωγή περί αποζημιώσεως από αδικοπραξία για την πληρότητα του δικογράφου της πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια εκείνα τα γεγονότα με τα οποία εξειδικεύονται οι παραπάνω αόριστες νομικές έννοιες του παρανόμου, της υπαιτιότητας και του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου.

Η έκθεση των γεγονότων αυτών, των οποίων η συμπλήρωση δεν μπορεί να γίνει με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ούτε με τις αποδείξεις, είναι αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί και στο δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική βασιμότητα της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη, κατ' άρθρ. 561§2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 1-2-2005 αγωγής του, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι την 3-12-1970 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στην κατηγορία ΔΟΙ του ανώτερου επιστημονικού Οικονομικού Προσωπικού αυτής ως πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από 1-3-1980 παρείχε τις υπηρεσίες του στη Διεύθυνση Δικαστικού της εταιρείας και την 28-4-1983 μετετάγη στην κατηγορίας "Ν" Δικηγόροι και παρείχε έκτοτε εξακολουθητικά τις υπηρεσίες του μέχρι την 1-11-1999 έχοντας υπαχθεί στην ασφάλιση και στον Κανονισμό Καταστάσεως του Προσωπικού της αναιρεσείουσας. Ότι σύμφωνα με το άρθρ. 16§5 του Ν. 1366/1983 οι δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1 και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώνουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτό, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.

Στην περίπτωση αυτή οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό τους φορέα είτε την προβλεπόμενη από το άρθρ. 94§2 του Κωδ. Δικηγόρων οριζόμενη αποζημίωση. Ότι ενόψει συμπλήρωσης την 3-10-1999 του 55ου έτους της ηλικίας του και επικείμενης της θεμελίωσης πλήρους συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω 32 χρόνων μεικτής συνολικά υπηρεσίας στη ΔΕΗ και ειδικότερα από 3-12-1970 με σχέση εξαρτημένης εργασίας και από 1-2-1980 μέχρι 3-10-1999 ως δικηγόρος, επί πλέον δε 24 μήνες στρατιωτική θητεία που είχε αναγνωρίσει και εξαγοράσει, με το ...

υπηρεσιακό σημείωμά του ζητούσε να πληροφορηθεί εάν η αναγνωρισθείσα 24μηνη στρατιωτική του θητεία, καθώς και η επίσης αναγνωρισθείσα 11μηνη προϋπηρεσία του ως εργάτης στο ΠΙΚΠΑ, θα ληφθούν υπόψη προκειμένου με την συμπλήρωση 32 χρόνων συνολικής υπηρεσίας (την 3-10-1999) να του κοινοποιηθεί διαπιστωτική πράξη (απόλυση), αφού σε καταφατική περίπτωση θα αναγκαζόταν να υποβάλει την παραίτησή του από την Υπηρεσία, ώστε να μη λυθεί η σύμβασή του αυτοδικαίως κι έτσι απωλέσει την αποζημίωση του αρθρ. 94 του Κωδ.

Δικηγόρων ποσού 9.000.000 δρχ. περίπου. Ακόμη καθιστούσε γνωστό στην αναιρεσίβλητη ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί από την εν λόγω προϋπηρεσία (ΠΙΚΠΑ και στρατιωτική θητεία), εάν αυτό ήταν νόμιμο, διότι επιθυμούσε να συνεχίσει εργαζόμενος στη νομική της υπηρεσία. Ότι η αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσίβλητης με το ...

υπηρεσιακό της σημείωμα του δήλωσε ότι από τα στοιχεία του ατομικού του φακέλου προκύπτει ότι την 3-10-1999 θεμελιώνεται δικαίωμα για πλήρη σύνταξη από τον ασφαλιστικό φορέα ΔΕΗ, στην ασφάλιση του οποίου είχε υπαχθεί και ως εκ τούτου η σύμβαση παροχής δικηγορικών και νομικών υπηρεσιών λύεται αυτοδικαίως από τα τέλη του μηνός κατά τον οποίο συμπληρώσει προϋποθέσεις πλήρους σύνταξης, δηλαδή την 31-10-1999.

Ότι στη συνέχεια ο αναιρεσείων απέστειλε α) την 21856/7-7-1999 επιστολή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι κατά τη γνώμη του η εξαγορασθείσα στη ΔΕΗ στρατιωτική θητεία δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη θεμελιωτικά αλλά προσαυξητικά στο συνταξιοδοτικό του δικαίωμα και ως εκ τούτου η σύμβασή του δεν πρέπει να λύεται αυτοδικαίως την 31-10-1999, αφού τότε θα ήταν 55 και όχι 58 ετών και ζητούσε να τον πληροφορήσει εκ νέου αν εμμένει στην παραπάνω όχι βάσιμη άποψή της, η οποία θα τον εξαναγκάσει σε οικειοθελή παραίτηση από την υπηρεσία μεταξύ 3 και 31-10-1999 για να μην απωλέσει το δικαίωμα λήψεως και της αποζημιώσεως του άρθρ. 94 του Κωδ.

Δικηγόρων και β) την 21878/9-7-1999 επιστολή, στην οποία εξέθετε επί πλέον ότι η εξαγορασθείσα στρατιωτική θητεία δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αφού δεν συνιστά προσφορά νομικών ή δικηγορικών υπηρεσιών, όπως απαιτεί ο νόμος, ο ίδιος δε προσέφερε ουσιαστικά τέτοιες υπηρεσίες από το έτος 1980 και τυπικά από το έτος 1983 και ζητούσε εκ νέου να του γνωστοποιηθεί εγκαίρως και όχι αργότερα από την 3-10-1999, αν επιμένει στην ήδη διατυπωθείσα άποψή της, γεγονός που θα τον εξαναγκάσει σε παραίτηση για να μην απωλέσει την αποζημίωση του άρθρ. 94 του Κωδ.

Δικηγόρων. Ότι η αναιρεσίβλητη δεν του απάντησε στις επιστολές αυτές και ο ναιρεσείων με το ... υπηρεσιακό σημείωμα υπέβαλε την παραίτησή του από την υπηρεσία, η οποία και την έκαμε δεκτή με το ... έγγραφό της. Περαιτέρω εκθέτει στην αγωγή ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην προεκτεθείσα εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρ. 16§5 του Ν. 1366/1983 από πρόθεση για να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση, διότι ήδη από το έτος 1997, σε αίτησή του να του ανατεθούν καθήκοντα Τομεάρχη, αφού υπήρχαν δύο κενές θέσεις και προηγείτο στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα από κάθε άλλο συνάδελφό του, είχε απορρίψει σιγή το αίτημά του τοποθετώντας στη θέση αυτή άλλους νεότερους συναδέλφους του.

Και αυτό διότι το έτος 1993 ο τότε Γενικός Διευθυντής της ΔΕΗ ... τον είχε απειλήσει ευθέως ότι "θα πληρώσει ακριβά" τις δυσάρεστες, κατ' αυτόν, ερωτήσεις που ο αναιρεσείων είχε απευθύνει υποβάλει σε προεκλογική πολιτική ομιλία του ... στην αίθουσα ''ΞΕΝΙΑ'' της ΔΕΗ το έτος 1989-1990 και εκδικητικά φερόμενος επιδίωξε για λόγους πολιτικό-κομματικούς την απομάκρυνσή του από την αναιρεσίβλητη, στην υπηρεσία της οποίας, αν δεν εξαναγκαζόταν σε παραίτηση δια της εκ προθέσεως όχι ορθής ερμηνείας του νόμου, θα μπορούσε να παραμείνει επί 12 ακόμη έτη, μέχρι το έτος 2011, με προφανή υπηρεσιακή εξέλιξη και πολύ μεγαλύτερες ασφαλιστικές παροχές, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ζητούσε δε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη τον εξανάγκασε παρανόμως σε παραίτηση και να υποχρεωθεί να τον επαναφέρει στη νομική της υπηρεσία ως δικηγόρο και ακόμη να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ποσού 10.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η προπεριγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της.

Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή δεν περιέχει άλλη βάση εκτός από εκείνη της αδικοπραξίας και ειδικότερα δεν περιέχει βάση από τη συμβατική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, η οποία θα μπορούσε να νοηθεί στην περίπτωση που ο αναιρεσίων χωρίς να έχει παραιτηθεί από την υπηρεσία, επιλέγοντας έτσι να λάβει και την αποζημίωση του άρθρ. 94 του Κωδ.

Δικηγόρων, αμφισβητούσε τη νομιμότητα της λύσεως της συμβάσεώς του, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως παροχής δικηγορικών και νομικών υπηρεσιών λόγω θεμελιώσεως δικαιώματος για πλήρη σύνταξη από τον ασφαλιστικό του φορέα, όπως ισχυρίσθηκε, κατ' αυτόν εσφαλμένα, η αναιρεσίβλητη.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 1, 9 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες αφενός μεν ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την πρώτη (συμβατική) βάση της αγωγής του και αφετέρου ότι παραβίασε εμμέσως την εφαρμοστέα εν προκειμένω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 16§5 του Ν. 1366/1983, στην οποία στηριζόταν η πρώτη (συμβατική) βάση της αγωγής του και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καμία αιτιολογία δεν διαλαμβάνει για την απόρριψη αυτή, είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενοι.

Περαιτέρω, η αγωγή ως προς τη μοναδική επί της αδικοπραξίας βάση αυτής δεν είναι ορισμένη, αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθεισών στην αρχή του σκεπτικού διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ιδίως δεν εκθέτει τα γεγονότα εκείνα με τα οποία εξειδικεύονται η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.

Συγκεκριμένα, η επικαλούμενη εκ προθέσεως εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρ. 16§5 του Ν. 1366/1983 εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης, ως εκτελούντων εντολές του εχθρικά διακείμενου προς αυτόν Γενικού Διευθυντή της ..., δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ούτε και η δοθείσα υπ' αυτής ερμηνευτική εκδοχή ήταν αντικειμενικά ικανή να εξαναγκάσει τον αναιρεσείοντα σε παραίτηση, ενόψει και της ιδιότητας του τελευταίου ως δικηγόρου και της δικής του επιλογής να παραιτηθεί για τη αιτία που εκθέτει (λήψη και της αποζημιώσεως του άρθρ. 94 του Κωδ.

Δικηγόρων). Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν αόριστη δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες αληθώς από τους αρ. 8 και 14 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ ( και όχι του αρ. 19 που μνημονεύεται στο αναιρετήριο), καθόσον δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα και διαφορετικά από εκείνα που κατά νόμο απαιτούνται για τη γέννηση του αξιούμενου δικαιώματος και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην αγωγή προς εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 6988/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7-4-2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26-5-2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ