Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper death notification and lack of summons for absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because the lawyer failed to properly notify the opposing party of the appellant's death, violating procedural requirements for case interruption. Although the appellant claimed the defendant died, the notification was made by a lawyer without authority and through written proposals rather than formal service or oral declaration. Consequently, the court ruled that the hearing could not proceed without valid proof of summons for the absent defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(1), 287 of the Code of Civil Procedure; Articles 576(1), 3, 568(1), 498(1) of the Code of Civil Procedure: A death-induced suspension of proceedings requires formal notification by an authorized representative, and failure to prove proper summons renders the hearing inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1257 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φούλας συζ. Σπυρίδωνος Πολίτη, το γένος Κων/νου Πετροπούλου, κατοίκου ΗΠΑ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μιχαηλίδη.
Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τσέλιο, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1988 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 28-9-1989 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι: 88/1990 πράξη, 154/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 17-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 και 287 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και σε περίπτωση θανάτου του διαδίκου, για δε την επέλευση της διακοπής απαιτείται η προς τον αντίδικο γνωστοποίηση του διακοπτικού γεγονότος, η οποία γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και αυτόν που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός.
Η γνωστοποίηση πρέπει να γίνει με επίδοση δικογράφου στον αντίδικο ή με δήλωση προφορική στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως και όχι με τις προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η από 2.4.2007 αίτηση της για αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε, εκτός των άλλων, και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας με τις προτάσεις που κατέθεσε, δήλωσε, ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε, και ως εκ τούτου επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης.
Ενόψει των όσων εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσης σκέψης, η παραπάνω δήλωση ως γενόμενη από πρόσωπο που δεν δικαιούται στη γνωστοποίηση του λόγου της ανακοπής, ήτοι του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, και μάλιστα με τις προτάσεις, δεν επέφερε βίαιη διακοπή της δίκης.
II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 2.4.2007 αίτηση της αναιρεσείουσας για αναίρεση της 16/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης από τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους, ούτε αποδεικνύεται, ότι οι εν λόγω αναιρεσίλβητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα δικάσιμο από την αντίδικό τους -αναιρεσείουσα- ή από τον ομόδικό τους, πρώτο αναιρεσίβλητο, αφού οι αμέσως πιο πάνω παριστάμενοι δεν επικαλούνται, ούτε, άλλωστε, προσκομίζουν τις οικείες εκθέσεις επίδοσης ή αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2.4.2007 αίτησης της Χ για αναίρεση της 16/2007 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς όλους τους διαδίκους.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ