Legislator Case Law & Legislation
1257/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment on lease termination and damages.

Case Number 1257/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision. The lower court had ruled that the lessee could terminate the commercial lease and return the fuel station premises upon payment of 49,890 euros in damages. The court found the second instance judgment legally sound, properly interpreting the lease agreement and applying relevant civil code provisions without error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal when the lower court's decision is based on sound reasoning, correctly applies substantive law, and does not commit reversible errors affecting the case outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lease termination commercial lease damages award second instance review

Cited Legislation

AI generated
Articles 3 paragraphs 1-2, 16 paragraphs 1-3, 27 and 28 paragraph 1 of Presidential Decree 34/1995
Articles 3 paragraphs 9-10, 4 paragraphs 1-3, 6 and 7 of Law 3054/2002
Article 281 of the Civil Code
Articles 287, 288, 316, 330, 335, 361, 382, 386, 513, 512, 574 of the Civil Code
Article 559 paragraphs 1, 19 and 20 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1257 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1257/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πανούση.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ», που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φανό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1958/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 1958/2004 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η επικουρική βάση της από 8.7.2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να αποδώσει σ΄αυτή, στις 10.12.2004, ελεύθερη τη χρήση του μίσθιου ακινήτου (πρατήριου υγρών καυσίμων), υπό τον όρο της προηγούμενης καταβολής στον ίδιο αποζημίωσης 49.890 ευρώ.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο αναιρεσείων (εναγόμενος) άσκησε την από 15.7.2004 έφεσή του. Η προσβαλλόμενη 36/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επικύρωσε την εκκληθείσα και απέρριψε την έφεση κατ΄ ουσίαν. Ειδικότερα, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα:

«Με το από 10.6.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συναλλαγής – μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ νομίμου εκπροσώπου της αν.εταιρείας «ΤΕΞΑΚΟ αν. ελληνική εταιρεία πετρελαιοειδών» και του εναγομένου (αναιρεσείοντος), η πρώτη εκμίσθωσε στον τελευταίο το ακίνητό της που βρίσκεται ενταύθα στη συμβολή της ...

με την οδό... και συγκεκριμένα τον ισόγειο χώρο που είχε διαμορφωθεί σε πρατήριο υγρών καυσίμων και αποτελείται, εκτός από το χώρο διάθεσης των υγρών καυσίμων, από αίθουσα πώλησης – κατάστημα MINI MARKET, πλυντήριο – λιπαντήριο, πλατφόρμα, WC, και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, το οποίο ήταν πλήρως εξοπλισμένο με τα αναφερόμενα στην ως άνω σύμβαση μηχανήματα και κινητά πράγματα, προκειμένου να το εκμεταλλευθεί ο εναγόμενος, για δικό του λογαριασμό και όφελος, ως πρατήριο διάθεσης υγρών καυσίμων με τον ειδικότερο όρο, ότι καθόλη τη συνομολογηθείσα εξαετή διάρκεια της σύμβασης ο εναγόμενος – πρατηριούχος – υποχρεούται να ανεφοδιάζεται υγρά καύσιμα, λιπαντικά και ορυκτέλαια, αποκλειστικά και μόνο από τις εγκαταστάσεις της προμηθεύτριας – εκμισθώτριας εταιρίας ΤΕΞΑΚΟ, τα οποία θα διαθέτει λιανικώς στους πελάτες του μέσω του μισθίου πρατηρίου.

Η διάρκεια της μίσθωσης καθορίστηκε εξαετής από 11.6.1998 έως 10.6.2004 το δε μηνιαίο μίσθωμα συνομολογήθηκε στο ποσό των 620.000 δρχ. Μετά την παρέλευση 12ημέρου από την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας έγινε σύντμηση της διάρκειας της μίσθωσης και ορίστηκε με το από 22.6.1998 συμφωνητικό η λήξη αυτής για τις 10.6.1999, χωρίς όμως η ενάγουσα να επιδιώξει την απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά την παρέλευση της ως άνω χρονολογίας.

Αντίθετα, στις 5.8.1999 καταρτίσθηκε έγγραφη συμφωνία για παράταση της μίσθωσης μέχρι 10.6.2000 και αφού αναπροσαρμόσθηκε το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα σε 650.000 δρχ., ορίσθηκε, περαιτέρω, ότι η μίσθωση του πρατηρίου και του εν γένει εξοπλισμού του αποτελεί μέρος της ενιαίας σχέσης των συμβαλλομένων (εμπορικής συνεργασίας – μίσθωσης), σε περίπτωση όμως που λυθεί η μία, θα λύεται αυτόματα και αυτοδίκαια και η άλλη.

Ακολούθως, με το από 19.7.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό έγινε νέα παράταση της μίσθωσης μέχρι 10.6.2001 και το μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε σε 680.000 δρχ. Αλλά και μετά τη λήξη της ως άνω παράτασης η ενάγουσα δεν επιδίωξε την απόδοση της χρήσης του μισθίου και έτσι ο εναγόμενος συνέχισε να παραμένει στη χρήση του πρατηρίου.

Στη συνέχεια, στην παραπάνω μίσθωση υπεισήλθε στη θέση της αρχικής ως άνω εκμισθώτριας εταιρίας η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, δυνάμει της 61571/12.7.2001 πράξης του συμβολαιογράφου Πειραιά Γρηγορίου Βαρυπομπιώτη, που εγκρίθηκε με την 7452/27.7.2001 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και η οποία καταχωρήθηκε νομίμως στις 27.7.2001 στα οικεία Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών.

Όμως, ούτε η υπεισελθούσα στη μίσθωση ως εκμισθώτρια ήδη ενάγουσα εταιρία ζήτησε την απόδοση σ΄αυτή της χρήσης του μισθίου λόγω λήξης στις 10.6.2001 της επίμαχης μίσθωσης. Έτσι, ο εναγόμενος παρέμεινε στη χρήση του μισθίου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία η ενάγουσα, θεωρώντας τη μίσθωση ως αόριστης διάρκειας, κατήγγειλε αυτή κυρίως βάσει των διατάξεων του άρθρου 609 του ΑΚ και επικουρικά για ιδιόχρηση, προκειμένου να χρησιμοποιήσει η ίδια το μίσθιο πρατήριο για την λιανική πώληση πετρελαιοειδών, ζήτησε δε να της αποδοθεί η χρήση του μισθίου πρατηρίου στις 31.7.2003 και, σε περίπτωση μη παραδοχής της κύριας βάσης της αγωγής, να της αποδοθεί η χρήση του πρατηρίου μετά την πάροδο της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης στις 10.6.2004.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, κρίνοντας ότι η επίδικη μίσθωση δεν κατέστη αόριστης διάρκειας, λόγω ακυρότητας της συμφωνίας που καταρτίσθηκε στις 22.6.1998 για σύντμηση της διάρκειας αυτής. Αντίθετα, δέχτηκε την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο ν΄ αποδώσει στις 10-12-2004 τη χρήση του μισθίου ακινήτου, με την καταβολή σ΄αυτόν, κατ΄ αποδοχή σχετικού αιτήματός του, αυξημένης αποζημίωσης, ισόποσης με 25 μηνιαία μισθώματα.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν εκφράζεται παράπονο από τους διαδίκους αναφορικά με την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, Όμως, για την παραδοχή της αγωγής ως προς την επικουρική της βάση εκφράζει παράπονα ο εκκαλών εναγόμενος με την υπό κρίση έφεσή του, επιδιώκει δε μ΄ αυτή την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή, και, στη συνέχεια, την απόρριψη αυτής και ως προς την επικουρική της βάση.

Συγκεκριμένα, ο εκκαλών εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η καταγγελία με την αγωγή της επίδικης μίσθωσης του πρατηρίου υγρών καυσίμων δεν επέφερε και τη λύση αυτής λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της σε σχέση με τη σύμβαση της εμπορικής συνεργασίας, η οποία και παραμένει ισχυρή, αφού δεν καταγγέλθηκε από την εφεσίβλητη – ενάγουσα για οποιοδήποτε λόγο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, ναι μεν η μίσθωση πρατηρίου υγρών καυσίμων λύεται αυτοδικαίως, λόγω του παρεπομένου συμπληρωματικού χαρακτήρα της, εφόσον συντρέχει κάποια περίπτωση από τις περιοριστικά αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Π.Δ/τος 34/1995 (λύση της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, αμετάκλητη καταδίκη του μισθωτή για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα σχετικό με την ελλειμματική παράδοση προϊόντων), που αποτελούν πρόσθετους ειδικούς λόγους λύσεως, πλην όμως δεν αποκλείεται η λύση της μισθωτικής συμβάσεως είτε από λόγους που προβλέπει ο ΑΚ, είτε από λόγους προβλεπόμενους από το Π.Δ. 34/1995, όπως είναι η καταγγελία για ιδιόχρηση.

Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος από τον εκκαλούντα ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν.3054/2002 με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα άσκησης λιανικής εμπορίας στις εταιρείες πετρελαιοειδών που εδρεύουν στην Ελλάδα, αφού με τις πιο πάνω διατάξεις επιδιώκεται, πλην άλλων, ενίσχυση του ανταγωνισμού, καλύτερες υπηρεσίες και χαμηλότερες τιμές καυσίμων για τον πολίτη, σε καμιά δε περίπτωση οι ανωτέρω διατάξεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4 επ.

του Συντάγματος, αφού με τις πιο πάνω διατάξεις του ν.3054/2002 δεν καταργούνται, ούτε περιορίζονται τα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Περαιτέρω, ο εκκαλών, αμφισβητώντας την εγκυρότητα της καταγγελίας για ιδιόχρηση ισχυρίζεται ότι αυτή δεν μπορεί να επιφέρει τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, αφενός μεν γιατί είναι αόριστη επειδή δεν εξειδικεύεται το είδος της χρήσης που θα ασκηθεί, αφετέρου δε διότι η εφεσίβλητη ενάγουσα δεν έχει ασκήσει μέχρι την καταγγελία λιανική εμπορία υγρών καυσίμων επί 30 μήνες, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του Π.Δ/τος 34/1995, αφού σχετική άδεια μπορούσε να λάβει μόνο μετά την 1.1.2003, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν.3054/2002.

Αλλά και οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι, διότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως για ιδιόχρηση δεν απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός των εμπορικών πράξεων που θα ασκηθούν ή της επιχειρήσεως που θα ασκηθεί, η δε εφεσίβλητη εκμισθώτρια εταιρία δεν χρειαζόταν να έχει ασκήσει λιανική εμπορία επί τριάντα μήνες, όπως διατείνεται ο εκκαλών μισθωτής, αφού προϋπόθεση της ως άνω καταγγελίας είναι η πρόθεση και η δυνατότητα ιδιόχρησης, καθώς και η άσκηση επί τριάντα μήνες του επαγγέλματος του εμπόρου ή δραστηριότητας προστατευόμενης από τις διατάξεις του Π.Δ/τος 34/1995.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει εκ του νόμου (άρθρ. 1 ν. 2190/1920) την εμπορική ιδιότητα, είχε ασκήσει μέχρι την καταγγελία της μισθώσεως εμπορικές πράξεις για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα μηνών, έχοντας δε σαφή πρόθεση ν΄ασκήσει και λιανική εμπορία πετρελαιοειδών, πράγμα που μπορεί πλέον να πράξει μετά την ισχύ του ν.3054/2002, επιδιώκει την απόδοση της χρήσης του μισθίου πρατηρίου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τον ως άνω σκοπό.

Τέλος, ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι η εφεσίβλητη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα της καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως για ιδιόχρηση, γιατί κατά την κατάρτιση του από 10.6.1998 συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας – μίσθωσης, παραιτήθηκε από το ως άνω δικαίωμα και συνομολογήθηκε ρητά, ότι η παρεπόμενη σύμβαση μισθώσεως θα εξακολουθεί να ισχύει για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει η εμπορική συνεργασία, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει λυθεί.

Όμως, και οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εκκαλούντος είναι απορριπτέοι, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει παραίτηση της ενάγουσας από το δικαίωμα της καταγγελίας για ιδιόχρηση, αλλά ούτε και μπορεί να συναχθεί τέτοια παραίτηση από το γεγονός ότι κατά την κατάρτιση του από 10.6.1998 ως άνω συμφωνητικού συνομολογήθηκε ότι η μίσθωση θα ισχύει για όσο χρονικό διάστημα θα διαρκέσει η εμπορική συνεργασία.

Άλλωστε, κατά την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού, δεν επιτρεπόταν η χορήγηση άδειας λιανικού εμπορίου υγρών καυσίμων στις εταιρείες πετρελαιοειδών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Κατά συνέπεια, η καταγγελία της επίδικης μίσθωσης, η οποία έγινε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, είναι έγκυρη, τα δε αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας άρχισαν μετά την παρέλευση έξι μηνών από τη λήξη στις 10.6.2004 του συμβατικού χρόνου της διάρκειας της μίσθωσης, ήτοι στις 10.12.2004, οπότε λύθηκε αυτή και δημιουργήθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μίσθιου πρατηρίου υγρών καυσίμων.

Επομένως, δεν έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς του εκκαλούντος και έκρινε ότι είναι έγκυρη η ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή καταγγελία της μισθωτικής συμβάσεως, για να δεχτεί στη συνέχεια την επικουρική βάση της αγωγής, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο μισθωτή να αποδώσει στις 10.12.2004 στην ενάγουσα εκμισθώτρια τη χρήση του μίσθιου ακινήτου, υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκ μέρους αυτής καταβολής στον εναγόμενο μισθωτή, ως αποζημίωση, του χρηματικού ποσού των 49.890 ευρώ.

Γι΄ αυτό και πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη». Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, που ορθά αντιμετωπίζονται με τις παραπάνω παραδοχές. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για τη σωστή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 παρ. 1-2, 16 παρ. 1-3, 27 και 28 παρ. 1 του Π.Δ/τος 34/1995, 3 παρ. 9-10, 4 παρ. 1-3, 6 και 7 του ν.3054/2002, 4 επ.

Συντάγματος. Επίσης σωστά εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι πράγματι, υπό τα πιο πάνω δεδομένα, η αγωγή δεν είναι καταχρηστική, αλλά δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, η άσκηση του οποίου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ακόμη δεν παραβίασε με κάποιο τρόπο τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 287, 288, 316, 330, 335, 361, 382, 386, 513, 512, 574 του ΑΚ, καθόσον δεν ασχολήθηκε καθόλου με αυτές. Τέλος δεν έκανε λάθος στην «ανάγνωση» του κειμένου του από 10.6.1998 συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας – μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων μερών, αλλά συνεκτίμησε απλά το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού (χωρίς να το εξαίρει) μαζί με άλλες αποδείξεις και κατέληξε σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν όλες οι αντίθετες αιτιάσεις των λόγων αναίρεσης από τα εδάφια 1, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και μάλιστα αυτές των δύο πρώτων εδαφίων (1 και 19) ως αβάσιμες σε κάθε περίπτωση, οι δε άλλες από το τρίτο εδάφιο (20), για παραμόρφωση του παραπάνω εγγράφου-συμφωνητικού των διαδίκων, προεχόντως ως απαράδεκτες.

Τέλος, οι ίδιοι τρεις λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος τους εκείνο με το οποίο, υπό το πρόσχημα απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-1-2005 αίτηση του ..., για αναίρεση της 36/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ