Supreme Court partially allows appeal against default judgment, ruling interest from rejected inadmissible suit counts as valid demand.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the bank's appeal against a final judgment ordering it to pay default interest. The court held that interest from a previously rejected inadmissible lawsuit counts as valid demand because the subsequent valid suit was an appeal of the same claim. Consequently, the case was remitted for further trial with costs shared between parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 342, 559 of the Civil Code; Article 577, 580 of the Code of Civil Procedure: Interest from a rejected inadmissible suit counts as valid demand if a subsequent valid suit seeks the same claim, but not if the rejection was on substantive grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1256 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξουσίες δικηγόρους της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και Αικατερίνη Μητσιμπούνα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Δ. του Ε., κατοίκου ... και 2) Ε. Δ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Τίγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2023 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-6-2023 αίτησή της και τον από 5-11-2024 πρόσθετο αυτής λόγο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 1-6-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 42/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 7-5-2021 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 2/2021 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 27-12-2019 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των 248.666,95 ευρώ νομιμοτόκως.
Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 29-5-2023 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας την 1-6-2023 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 556,558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (αρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσείουσα με το από 5-11-2024 αυτοτελές δικόγραφό της, που κατέθεσε στις 5-11-2024 και επέδωσε στους αναιρεσιβλήτους στις 6-11-2024 , όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ'αριθ. ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Λάρισας Δ. Τ. (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ) άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Οι λόγοι αυτοί είναι παραδεκτοί κατά το Α' και Β' σκέλος τους, με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορούν ίδια κεφάλαια με τα προσβαλλόμενα με τον 6ο λόγο αναιρέσεως (ένσταση συνυπολογισμού κέρδους από την επελθούσα στους ενάγοντες/αναιρεσίβλητους ζημία κατ'άρθ. 297-298, 903 § 3 ΑΚ) (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, κατά το Γ' σκέλος τους , με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, καθόσον το Εφετείο με την απόφασή του απέρριψε την υποβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας ως νόμω αβάσιμη και συνεπώς δεν εισήλθε στην κατ'ουσίαν έρευνα αυτής (ενστάσεως), ούτως, ώστε να μπορεί να προσβληθεί παραδεκτά η απόφαση για την ως άνω αποδιδόμενη παράβαση (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 135/2019, ΑΠ 818/2017).
Περαιτέρω, ο πρόσθετος λόγος κατά το Δ' αυτού σκέλος, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και συγκεκριμένα τους τόκους του κεφαλαίου, αν και δεν ζητήθηκαν αυτοί με αυτοτελή αίτηση ως διαφυγόν κέρδος, συνέχεται μεν άμεσα με τον 6ο λόγο αναίρεσης που αφορά τον συνυπολογισμό των τόκων ως ωφέλεια των ζημιωθέντων εναγόντων, πλην όμως είναι απαράδεκτος επειδή ερείδεται επι εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον εν προκειμένω οι τόκοι ζητήθηκαν όχι ως παρεπόμενο του κεφαλαίου κονδύλιο αλλά ως μέρος της επικαλουμένης ως επελθούσης στους ενάγοντες ζημίας, τον δε συνυπολογισμό τους παραδεκτά ζήτησε η εναγομένη/αναιρεσείουσα με ένσταση. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του κανόνα δικαίου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και κατ'ακολουθίαν κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ή την ένσταση κλπ. (ΑΠ 362/2011, ΑΠ 339/2017, ΑΠ 736/2019). Έτσι ιδρύεται ο παρών λόγος αν η αγωγή ήταν ποσοτικά αόριστη και το δικαστήριο την έκρινε ορισμένη και το αντίστροφο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί επί της ουσίας μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.
Στην περίπτωση αυτή το δεδικασμένο κατά τη διάταξη του άρθ. 331 του ΚΠολΔ δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται εκ των υστέρων μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στην δίκη που προηγήθηκε έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 386/2000).
Το δεδικασμένο όμως εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διάταξης του άρθρου 322 § 1β ΚΠολΔ νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).
Η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη ιδιαίτερα λόγω αοριστίας, δεν λύνει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση άσκησης νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια τελεσίδικα διαγνωσθείσα δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.
Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης που τελεσίδικα επισημάνθηκε με την προηγηθείσα δικανική κρίση, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής (ΑΠ 190/2008).
Εξάλλου, ο ενάγων, ο οποίος είχε στηρίξει το αγωγικό αίτημα σε ορισμένη ιστορική αιτία, δεν κωλύεται, αν η αγωγή εκείνη απορρίφθηκε, να στηρίξει με νέα αγωγή του διαφορετικό αίτημα στην ίδια ή και σε διάφορη ιστορική αιτία. Η βάση όμως επί της οποίας το δικαστήριο έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης κρίνεται από την ίδια την απορριπτική απόφαση.
Διότι αυτή αναγκαίως αξιολόγησε την αγωγή επί της οποίας έκρινε και αποφάνθηκε επί της ιστορικής αιτίας της, η δε επ' αυτής κρίση της παράγει δεδικασμένο, η έκταση του οποίου καθορίζεται από την αιτιολογία της απόρριψης. Προκειμένου επομένως να εξετασθεί, αν υφίσταται από προηγηθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, νέου αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998).
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν κρίνει επί λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, επισκοπεί με την έννοια του άρθ. 561 § 2 του ΚΠολΔ ως διαδικαστικά (και όχι ως αποδεικτικά) έγγραφα τις αγωγές και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις δίκες (προγενέστερες και μεταγενέστερες) μεταξύ των οποίων προβάλλεται η συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων, που δικαιολογούν τη συνδρομή ή όχι δεδικασμένου (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 292/2019, ΑΠ 563/2017, ΑΠ 487/2010).
Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς επίσης ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε το δεδικασμένο στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός ρητά απορρίφθηκε (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1324/2013, ΑΠ 1410/2017).
Περαιτέρω, μέσα στην προθεσμία του άρθ. 570 § 1 ΚΠολΔ πρέπει να κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου η απόφαση, από την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ότι πηγάζει δεδικασμένο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο, αλλιώς ο λόγος θα απορριφθεί ως αβάσιμος (ΑΠ 152/2007, ΑΠ 846/2018).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 14 και 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τους 1ο και 4ο λόγους εφέσεως με τους οποίους επλήττετο η εκκαλουμένη απόφαση για παράβαση των διατάξεων του άρθ. 321 επ. ΚΠολΔ μη δεχθείσα την ύπαρξη δεδικασμένου που απέρρεε από τις προγενέστερες υπ'αριθ. 221/2017 και 2599/2019 αποφάσεις των Πολυμελών Πρωτοδικείων Λάρισας και Αθηνών, αντίστοιχα, και ότι η κριθείσα αγωγή εξακολουθεί να είναι αόριστη (άρθ. 216 επ.
ΚΠολΔ σε συνδ. με 914 ΑΚ) και παρά ταύτα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έκρινε ορισμένη. Η αναιρεσείουσα προσκομίζει την προσβαλλόμενη απόφαση, την υπ'αριθ. 2/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, καθώς και την από 27-12-2019 αγωγή επι της οποίας έκρινε η υπ'αριθ. 2/2021 απόφαση, ενώ δεν προσκομίζει για το βάσιμο του εκ του αριθ. 16 λόγου αναίρεσης, τις μνημονευόμενες υπ'αριθ. 221/2017 και 2599/2019 πρωτόδικες αποφάσεις των Πολυμελών Πρωτοδικείων Λάρισας και Αθηνών, αντίστοιχα, από τις οποίες, όπως ισχυρίζεται απορρέει το δικονομικό δεδικασμένο, που, κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια, δεν έλαβε υπόψη της η υπ'αριθ. 2/2021 πρωτόδικη, καθώς και η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσής της, ούτε και τις από 25-6-2015 και 1-6-2018 αγωγές ενώπιον των Πολυμελών Πρωτοδικείων Λάρισας και Αθηνών, αντίστοιχα, επι των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω απορριπτικές αποφάσεις, ούτως ώστε να ερευνηθεί αν οι ενάγοντες/αναιρεσείοντες με την από 27-12-2019 3η κατά σειρά αγωγή τους συμμορφώθηκαν με το σκεπτικό των ως άνω αποφάσεων, καθώς και αν το περιεχόμενο αυτής διαφοροποιείται από τις προηγούμενες.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Αντίθετα, θα ερευνηθεί κατ'ουσίαν ο 5ος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 27-12-2019 αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν σ'αυτήν ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι συνταξιούχος εισπράκτορας των υπεραστικών ΚΤΕΛ διάγων τότε το 85° έτος της ηλικίας του και η δεύτερη , τέκνο του πρώτου, είναι καθηγήτρια πληροφορικής διάγουσα το 60° έτος της ηλικίας της.
Ότι δεν διέθεταν εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, ούτε εμπειρία σε ζητήματα οικονομικών επενδύσεων και από ετών ήταν πελάτες της εναγομένης τράπεζας και ειδικότερα του ευρισκόμενου στη Λάρισα επί της οδού ..., υποκαταστήματός της, στο οποίο διατηρούσαν απλούς καταθετικούς και προθεσμιακούς λογαριασμούς, έχοντας αποκτήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους της.
Ότι κατά το έτος 2005, η διευθύντρια του ως άνω υποκαταστήματος πρότεινε στον πρώτο από αυτούς να τοποθετήσει τα χρήματά του σε ασφαλή αποταμιευτικά προϊόντα και δη να συναντηθεί με προστηθέντες του τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής της εναγομένης (Private Banking), προκειμένου (οι ενάγοντες) να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης και άμεσης εξυπηρέτησης, ενόψει και του μεγάλου ύψους των καταθέσεών τους.
Ότι τελικά οι ενάγοντες πείσθηκαν και υπέγραψαν αρχικά την ενσωματωμένη αυτούσια κατά το περιεχόμενό της σε αυτήν (αγωγή) σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών (υπ' αριθ. ...), δυνάμει της οποίας, η εναγομένη τράπεζα αναλάμβανε εν τοις πράγμασιν συμβουλευτική διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους. Ότι τόσο στα πλαίσια της προσυμβατικής διαπραγμάτευσής τους για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης, όσο και καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας αυτής, εξαρχής κατέστησαν σαφή στους υπαλλήλους της εναγομένης την επιθυμία για την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους σε τραπεζικά προϊόντα μη φέροντα χαρακτήρα διακινδύνευσης απώλειας του κεφαλαίου τους και αποχής από τοποθετήσεις σε τοξικά, πολυσύνθετα προϊόντα, δεδομένου ότι ήταν συντηρητικοί και μετριοπαθείς επενδυτές.
Ότι στα πλαίσια της ανωτέρω συμβατικής σχέσης αποφάσισαν να προβούν σε επενδυτική τοποθέτηση των αποταμιεύσεών τους, έχοντες ως γνώμονες την απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου τους και τη δυνατότητα ρευστοποίησης του επενδυθέντος ποσού. Ότι πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις των προστηθέντων της εναγομένης τράπεζας, οι οποίοι δεν ήταν κατά νόμο πιστοποιημένοι προς παροχή επενδυτικών συμβουλών, απέκτησαν την 27-1-2005, την 17-7-2005 και την 4-5-2007 τα λεπτομερώς αναφερόμενα ομόλογα της "Piraeus Group Capital ltd", για τα οποία κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 534.943,90 ευρώ.
Ότι κατά το έτος 2010 διαπίστωσαν για πρώτη φορά ότι τα ως άνω ομόλογα, τα οποία οι προστηθέντες της εναγομένης τους είχαν διαβεβαιώσει ότι είναι δεκαετούς διάρκειας και στα οποία είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους, άρχισαν να αναφέρονται ως άληκτα με αναφερόμενη ημερομηνία λήξης το έτος "2049", ενώ μέχρι τότε αναγράφονταν ως "Ομολογιακές Επενδύσεις Κυμαινόμενου Επιτοκίου - Τραπεζικά Ομόλογα Εσωτερικού", με ημερομηνία λήξης το έτος 2014.
Ότι στα τέλη του Ιουλίου 2012 η εναγομένη έπαυσε να καταβάλει στο λογαριασμό τους τους τόκους των επίδικων ομολόγων που μέχρι τότε τους απέδιδε ανά τρίμηνο. Ότι μετά την σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια του επενδυμένου κεφαλαίου τους, διαπίστωσαν ότι τα επίδικα ομόλογα ήταν χαμηλής επενδυτικής ποιότητας, υψηλού ρίσκου, παντελώς ασύμβατα με το επενδυτικό τους προφίλ και μειωμένης εξασφάλισης, για τα οποία δεν είχε τηρηθεί από την εναγομένη η διαδικασία έγκρισης και δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου.
Ότι, ειδικότερα, η εναγόμενη παρέβη δια των υπαλλήλων της την απορρέουσα από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, αλλά και από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, υποχρέωσή της να τους παράσχει εξειδικευμένες, σαφείς, ορθές και πλήρεις συμβουλές σχετικά με την ανωτέρω επένδυση.
Ότι παρότι ήταν γνωστό στα όργανά της το συντηρητικό τους επενδυτικό προφίλ, παρέλειψε να τους παράσχει επενδυτικές συμβουλές προσαρμοσμένες σε αυτό και επιπλέον παρέλειψε να τους ενημερώσει για τα χαρακτηριστικά των ενδίκων ομολόγων. Ότι τελικά την 9-12-2015 η μητρική εταιρεία της εκδότριας και εγγυήτρια Τράπεζα Πειραιώς προχώρησε σε εξαγορά των επίδικων τίτλων, αντί τιμήματος ίσου με ποσοστό 9% της ονομαστικής τους αξίας καταβάλλοντας τους κατά την προαναφερόμενη ημεροχρονολογία μόλις το ποσό των 47.510,00 ευρώ.
Ότι η εναγομένη ως παρέχουσα υπηρεσίες υπό την έννοια του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή και ως ενεργήσασα αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, υπέχει απέναντί τους ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη ανόρθωσης της επελθούσας ζημίας τους, που έγκειται, α) στο ποσό του απωλεσθέντος κεφαλαίου τους, συνολικού ύψους 487.333,90 ευρώ (ως συγκύριοι των ενδίκων ομολόγων κατά 1/2 έκαστος, ήτοι 243.666,95 ευρώ για έκαστο εξ αυτών), β) στο ποσό των 10.131,42 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, ως αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 27-3-2012 έως 27-10-2014, που αντιστοιχεί στους προσδοκώμενους τόκους (τοκομερίδια), που θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τα ομόλογα, εάν η εκδότριά τους εταιρεία εκτελούσε προσηκόντως τις συμβατικές τις υποχρεώσεις και γ) στο ποσό των 50.000,00 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την ως άνω περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει: α) ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστησαν από την αγορά των ομολόγων το ποσό των 243.666,95 ευρώ σε ένα έκαστο εξ αυτών, β) ως αποζημίωση για την φερόμενη αποθετική ζημία, που υπέστησαν από την αγορά των προαναφερόμενων ομολόγων (διαφυγόντα κέρδη), το ποσό των 10.131,42 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών και γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το ποσό των 50.000,00 ευρώ σε ένα έκαστο εξ αυτών και όλα τα ανωτέρω, με το νόμιμο τόκο από την 27-10-2014 (ημερομηνία της οφειλόμενης πληρωμής και παύσης καταβολής των οφειλόμενων τόκων), άλλως από την επομένη της επίδοσης της από 25-6-2015, αρχικώς ασκηθείσας αγωγής τους (αριθμός κατάθεσης 135/24-07-2015), η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 23-10-2015 και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ' αριθμ. 221/30-10-2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθ. 2/2021 οριστική απόφασή του έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη πλην του αιτήματος για καταβολή του ποσού των 10.131,42 ευρώ στον καθένα από τους ενάγοντες ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους , το οποίο κρίθηκε νόμω αβάσιμο και του αιτήματος περί τοκοδοσίας επι του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το προ της επιδόσεως της από 25-6-2015 αγωγής χρονικό διάστημα, το οποίο κρίθηκε επίσης νόμω αβάσιμο.
Ασκηθείσης εφέσεως από την εναγόμενη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "Με το ως άνω υπό στοιχείο -
ΙΙ- εκτενώς αναφερόμενο ιστορικό, η ένδικη (3η) αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, σύμφωνα με τα ως άνω ειρηθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι μνημονεύεται στο δικόγραφο αυτής η παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, η υπαιτιότητα αυτών, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης μεταξύ τους συνάφεια.
Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα δια του τετάρτου (4ου) λόγου εφέσεως και δη ότι θα έπρεπε να εκτίθενται σε αυτή (ένδικη (3η) αγωγή): α) οι συνθήκες υπό τις οποίες ενήργησε αυτή δια των εκπροσώπων της και ειδικότερα τα ορισμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά που αποδείκνυαν ότι η αυτή διαβεβαίωσε τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους πριν από την εκτέλεση εκάστης εντολής αγοράς του επιδίκου ομολόγου, αλλά και μετά την επένδυση στο εν λόγω προϊόν, ότι αυτό ήταν ασφαλές και εγγυημένο από κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο, β) με ποιον τρόπο αυτή προέτρεψε τη δεύτερη ενάγουσα να επενδύσει (ή ακόμη και αμφότερους τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους να επενδύσουν) αποκλειστικά στο ως άνω ομόλογο, ενώ κατά την ίδια στιγμή υπήρχαν διαθέσιμα πλείστα άλλα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία κάλυπταν τις ανάγκες τους και γ) ποιο συγκεκριμένο στέλεχός της τους παρότρυνε να κρατήσουν το ανωτέρω ομόλογο, σε συγκεκριμένο χρόνο και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, ελέγχονται ως αβάσιμα, αφού τούτα, χωρίς να αποτελούν αναγκαία στοιχεία της νομικής βάσεως της αδικοπραξίας δύνανται να προκύψουν κατά το στάδιο της αποδείξεως.
Συνεπώς, η ένδικη (3η) αγωγή επανέρχεται με πληρέστερο περιεχόμενο επί των όσων επισήμανε με την υπ' αριθμ. 2599/5-6-2019 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με παραδεκτές συμπληρώσεις επί των αοριστιών της, κατά τα εκτενώς εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της ως άνω νομικής σκέψης...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, αφού στην ιστορική της βάση περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της κατά της εναγομένης, καθώς και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του αυτό είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (γενεσιουργό λόγο ευθύνης), επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021), Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη.
Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.
Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα(ΑΠ 2061/2022).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα τής κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο τής ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.
α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/22, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1228/2019).
Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή"- και στις τράπεζες- την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή"- και του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.
Να μην παραπλανάται δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.
Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 354/2022,ΑΠ 974/2018).
Περαιτέρω, ο ν.3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018 (βλ.
άρθρο 98 τούτου), συνεπώς και κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, προέβλεπε: ι) στο άρθρο 4 παρ. 1, ότι ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, νοούνται μεταξύ άλλων, (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στην λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και (ε) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται σε παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του, είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, ιι) στο άρθρο 2, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του, ότι σ` αυτόν υπάγονται οι ΑΕΠΕΥ ....
και τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και ιιι) στο άρθρο 3 παρ. 2, ότι στα πιστωτικά ιδρύματα εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εφαρμόζονται οι αναφερόμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων η διάταξη του άρθρου 25 του νόμου αυτού.
Με το τελευταίο άρθρο του εν λόγω νόμου (3606/2007), ορίζονται τα ακόλουθα: ``1. Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.
Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.
Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα, που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.
Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).
Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ, που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, μπορούν παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.
Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού. (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη. (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.
Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. 7. Οι ΑΕΠΕΥ τηρούν αρχείο με τα έγγραφα και τις συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ του πελάτη και της ΑΕΠΕΥ, τα οποία αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους η ΑΕΠΕΥ παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη.
Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα. 8. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν σε κάθε πελάτη εγγράφως επαρκή ενημέρωση σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ...". Η παράβαση των προβλεπόμενων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ.
Εφόσον δε αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα ΑΕΠΕΥ σε αποζημίωση (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 140/2023,ΑΠ 2061/2022 ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 354/2022). Επίσης, επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επί πλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α`, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1411/2022), από την οποία προκύπτει ότι η ενημέρωση των συναλλασσόμενων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση των πιθανών, ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων, και της αναμενόμενης απόδοσης τους (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1085/2021, ΑΠ 459/2021).
Τα λεγόμενα "perpetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι όμως και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής δηλαδή ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται παράδοση - επιστροφή του ομολόγου, στον εκδότη του, προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας, μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.
Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα, της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατά την ελεύθερη βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες, τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, πλασματική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους (ΑΠ 2071/2022, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 459/2021).
Βάσει των προαναφερομένων διατάξεων, δημιουργούνται ζητήματα ευθύνης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρίας παροχής επενδυτικών συμβουλών, εάν, ενδεικτικώς, δεν εφιστούν εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, εάν δεν πραγματοποιούν - με κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων τους - τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των περιλαμβανομένων στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα κινητών αξιών ή εάν δεν ενημερώνουν με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων προς επένδυση τίτλων(ΑΠ 149/2024).
Στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκ μέρους των Τραπεζών, μεταξύ της διαμεσολαβούσας Τράπεζας και του πελάτη συνήθως υπάρχει σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία προϋποθέτει την υποχρέωση της Τράπεζας να δίνει συμβουλές στους πελάτες της για χρηματοπιστωτικά προϊόντα.
Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται δεκτό ότι έχει συναφθεί σιωπηρά μία τέτοια σύμβαση, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί κάποιος τύπος ή η συναφθείσα σύμβαση χαρακτηρίζεται διαφορετικά, πράγμα που είναι σύνηθες στην πράξη. Στοιχεία, που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι, πρώτον ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει για αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για επένδυση των κεφαλαίων του και δεύτερον ότι, καθώς ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και περιμένει μία υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση τους.
Οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους, άμεσο ή τουλάχιστον έμμεσο (ΑΠ 149/2024). Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Συνεπώς, για να υπάρχει σχέση πρόστησης, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 1100/2022, ΑΠ 47/2020, Α.Π. 797/2014).
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εκτελέσεως της υπηρεσίας, αλλά μπορεί και αρκεί να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022).
Η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα είναι αδιάφορη και αρκεί το γεγονός, ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 290/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Συνεπώς ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά την διάταξη αυτή, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθ. 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2010,ΑΠ 1196/2015). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 15/2021).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1028/2021, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 632/2021).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ. 297, 298, 330, 914 ΑΚ και τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ'αριθ. ...-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδ.
του άρθ. 7 § 1 του Ν.2396/1996, διότι περιέχει στο αποδεικτικό του πόρισμα ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και συνακόλουθα ως προς την τέλεση από μέρους τους αδικοπραξία. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο: α) δεν αναφέρει με σαφήνεια αν οι αγορά του επιδίκου ομολόγου έγινε ύστερα από εντολή του α' ενάγοντας, οπότε αυτός γνώριζε τι ομόλογο ζήτησε να αγοραστεί για λογαριασμό του ή κατόπιν υποδείξεως των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, αναφέροντας αντιθέτως ότι η εντολή για την αγορά του επιδίκου ομολόγου δόθηκε από τη β'ενάγουσα , χωρίς όμως και να διευκρινίζει αν αυτό αφορά την εντολή που έδωσε η β' ενάγουσα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα για αγορά του ομολόγου ή την εντολή της τελευταίας προς την εκδότρια του ομολόγου εταιρεία, β) Καίτοι δέχεται ότι επί των αιτήσεων αγοράς αναφερόταν ως προς τη λήξη του ομολόγου η αγγλική λέξη "perpetual" δεν διευκρινίζει αν η β' ενάγουσα γνώριζε και κατανοούσε την αγγλική ως καθηγήτρια πληροφορικής, όταν υπέγραφε για την αγορά του.
Δεν αναφέρει το Εφετείο πως αντέδρασε μετά τον Οκτώβριο του 2008 όταν η β' ενάγουσα με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου έλαβε γνώση των χαρακτηριστικών του ομολόγου. Δεν αναφέρει επίσης το Εφετείο ποιό ήταν το επιτόκιο αγοράς ομολόγων συγκεκριμένης λήξης, αν δηλαδή ήταν ανάλογο ή διαφορετικό από αυτό του επιδίκου και ποια η διαφορά τους, για να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια αν η β' ενάγουσα γνώριζε τη μορφή του επιδίκου, γ) Ενώ δέχεται ότι η β' ενάγουσα είχε και στο παρελθόν επενδύσεις σε ομόλογα και διάφορους άλλους τίτλους, δεν αναφέρει αν είχε επενδύσει και σε ομόλογα αόριστης διάρκειας, δηλαδή "perpetual bonds", οπότε, όντας γνώστης των κινδύνων που αυτά περιέχουν, δεν ήταν αναγκαία λεπτομερής ενημέρωσή της από πλευράς των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, δ) περιέχει ελλιπείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες και σε σχέση με το θέμα της ενημερώσεως των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων ότι το επίδικο ομόλογο είχε τακτή λήξη, καθώς δέχεται ότι στις αιτήσεις αγοράς που υπέγραψε η β' εναγόμενη για το επίδικο ομόλογο αναφερόταν ότι αυτό δεν είχε τακτή λήξη αλλά ήταν "perpetual" δηλαδή χωρίς λήξη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα αποτελεί γνωστή ανώνυμη τραπεζική εταιρία και είναι καθολική διάδοχος της αρχικής εναγομένης ομοίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε." (πρώην με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", ΦΕΚ 8195/2012 τ.
ΑΕ και ΕΠΕ και προγενέστερα "Τράπεζα EFG Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 8391/13-9-2000), μετά από διάσπαση με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της πρώτης (άρθρα 16 του Ν. 2515/1997, 57 παρ. 3 και 59-74 του Ν. 4601/2019 - υπ' αριθμ. 31907 και 31909/20-3-2020 ανακοινώσεις καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ.). Έχει την έδρα της στην Αθήνα, όπως και η δικαιοπάροχός της και διατηρεί ικανό αριθμό υποκαταστημάτων ανά την ελληνική επικράτεια, μεταξύ των οποίων και το υποκατάστημα επί της οδού Ηρώων Πολυτεχνείου, αριθμός 162, στην πόλη της Λάρισας, διενεργώντας ευρύ φάσμα τραπεζικών συναλλαγών, υπηρεσιών και εν γένει παροχή επενδυτικών υπηρεσιών.
Στα πλαίσια λειτουργίας της κατά τον ένδικο χρόνο διατηρούσε τμήμα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) για καταθέτες με υψηλές καταθέσεις και με σκοπό τη μέσω εξειδικευμένων υπαλλήλων παροχή συμβουλών επωφελούς διαχείρισης μεγάλης περιουσίας. Ο πρώτος (1ος) ενάγων - εφεσίβλητος, ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 86 ετών (γεν.
το έτος 1933), είναι συνταξιούχος του Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) ως ασκήσας εν ενεργεία το επάγγελμα του εισπράκτορα σε λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Η δεύτερη (2η) ενάγουσα - εφεσίβλητη, τέκνο του πρώτου (1ου) ενάγοντος - εφεσίβλητου, ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 58 ετών (γεν. το έτος 1961), εργάζεται ως καθηγήτρια πληροφορικής στη δημόσια εκπαίδευση.
Οι ως άνω ενάγοντες - εφεσίβλητοι είχαν επιλέξει επί σειρά ετών την αρχικώς εναγομένη τραπεζική εταιρεία και εν συνεχεία την νυν εκκαλούσα, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, ως το πιστωτικό ίδρυμα για την τοποθέτηση των αποταμιεύσεών τους, έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με το προσωπικό της. Κατά τις αρχές του έτους 2005, η Α.
Π., Διευθύντρια του ως άνω υποκαταστήματος της αρχικώς εναγομένης τράπεζας, προέτρεψε τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους να μεταφερθούν στο πελατολόγιο του τμήματος Ιδιωτικής Τραπεζικής της τράπεζας, λόγω της υψηλής καταθετικής τους ικανότητας (διέθεταν κεφάλαιο άνω των 500.000,00 ευρώ), προκειμένου να τύχουν επωφελέστερης τοποθέτησης των χρημάτων τους από εκείνη της τήρησης προθεσμιακών καταθέσεων.
Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο Περιφερειακός Διευθυντής του υποκαταστήματος της αρχικώς εναγομένης τράπεζας στο Βόλο, Θ. Κ. Μ., με τον οποίο συναντήθηκαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, κατόπιν προτροπής της ως άνω Διευθύντριας. Πράγματι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι πεισθέντες από τους αρμοδίους υπαλλήλους της αρχικής εναγομένης αποφάσισαν την ένταξή τους στο ανωτέρω τμήμα, το οποίο είχε ως σκοπό την παροχή συμβουλών επωφελούς κυρίως επενδυτικής διαχείρισης μεγάλης περιουσίας, μέσω εξειδικευμένων υπαλλήλων.
Προς υλοποίηση της συγκεκριμένης απόφασής τους, η δεύτερη (2η) ενάγουσα - εφεσίβλητη κατήρτισε με την αρχική εναγομένη στο κατάστημά της, με αριθμό ..., δια προστηθέντων της αρμόδιων υπαλλήλων, Π. Χ. και Θ. Κ. Μ., την υπ' αριθμ. ... άνευ ημεροχρονολογίας έγγραφη σύμβαση αορίστου χρόνου εντολής - πληρεξουσιότητας και εξουσιοδότησης, βάσει της οποίας αυτή (Τράπεζα) ανέλαβε επ' αμοιβή που θα καθορίζεται με τους εκάστοτε ισχύοντες όρους της (Τράπεζας) την κατάρτιση συναλλαγών επί του χαρτοφυλακίου της άνω ενάγουσας - εφεσίβλητης, σύμφωνα με τις εντολές που θα λάμβανε από αυτήν επί όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων που προβλέπονταν στο Ν. 2396/1996, με ρητή μνεία στο προδιατυπωθέν συμβατικό κείμενο ότι εκτελεί χωρίς κανέναν έλεγχο από μέρους της κάθε εντολή του πελάτη διδόμενη με οποιονδήποτε τρόπο για κατάθεση χρημάτων - για απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων - για αγορά κάθε άλλους είδους κινητών αξιών και για συμμετοχή στην κάλυψη της έκδοσης τέτοιων αξιών και σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο δεν μπορούσε να γεννηθεί ευθύνη της Τράπεζας, κάθε σχετικού κινδύνου αναλαμβανόμενου αποκλειστικά από τον πελάτη - δεύτερη ενάγουσα.
Παράλληλα, οι άνω προστηθέντες της αρχικώς εναγομένης Τράπεζας, ενόψει του ενδιαφέροντος των εναγόντων-εφεσίβλητων για επένδυση του κεφαλαίου τους, έφεραν στο προσκήνιο της σχετικής συζητήσεως που είχαν με αυτούς, τον ένδικο τίτλο παρουσιάζοντάς τον ως ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς, δεκαετούς διάρκειας, με επιτόκιο που θα συνίστατο σε ποσοστό 1,25% επαυξημένο κατά το τρίμηνο euribor, περιοδικής απόδοσης τόκων ανά τρίμηνο και εγγυημένης επιστροφής του κεφαλαίου τους, ήτοι ότι επρόκειτο για αποδοτική επένδυση χωρίς οικονομικούς κινδύνους, καθώς σε κάθε περίπτωση θα λάμβαναν ακέραιο το κεφάλαιό του την 27-10-2014, οπότε θα έληγε η διάρκειά του.
Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι επείσθησαν στις παραπάνω διαβεβαιώσεις και την 24η-1-2005 η δεύτερη από αυτούς προέβη στην αγορά ομολόγου για το οποίο συντάχθηκε το από ιδίας ημερομηνίας έγγραφο "Αγοράς Ομολόγου", επί του οποίου αναγράφεται "Αγορά Ομολόγου" (dealNr) ..., κουπόνι 3μηνο Euribor + 1,25%, Λήξη: Perpetual, ονομ. αξία 397000,00 €, ποσό χρέωσης 400652,40 €, τιμή: 100,92, C.I.D.:..., Port.
Nr:..., πελάτης: β' ενάγουσα, αρ. λογαρ.: ..., συνεννόηση με Dealigroom: Μ. Σ., Γ. Λ., καταβάλλοντας από τον κοινό τους λογαριασμό το ποσό των 400.652,40 €. Ακολούθως οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, διακατεχόμενοι από τα ίδια (αναληθή) συναισθήματα ασφάλειας των ανωτέρω διαβεβαιώσεων των προστηθέντων της αρχικής εναγομένης, την 15-7-2005 προέβησαν από κοινού στην από ιδίας ημερομηνίας εντολή προς αυτήν και δη την Α.
Π. για την εκ νέου στην αγορά του αυτού ομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς με: deal N: 264463, ονομαστική αξία 59.000,00 €, κουπόνι: 3μηνο Euribor+1,25%, Λήξη: Perpetual, ποσό συναλλαγής 60.114,18 €, αρ. λογαρ.: ..., χαρτοφυλάκιο: ..., cid: ..., τιμή: 101,10 και value date: 20-07-2005. Η παραπάνω εντολή αγοράς εκτελέσθηκε από τα αρμόδια όργανα της αρχικής εναγομένης έχοντας οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι καταβάλει από τον κοινό τους λογαριασμό (...) που διατηρούσαν σε αυτήν το ποσό των 60.114,18 €.
Ομοίως την 4-5-2007 η δεύτερη ενάγουσα υπέβαλε στην αρχική εναγομένη την από ιδίας ημερομηνίας έγγραφη αίτηση αγοράς τίτλων (αρ. αιτησ. ...), με την οποία ζήτησε και πάλι την αγορά του ιδίου ομολόγου [κατά την αίτηση: αγοραστής: β' εναγουσα, είδος τιτλ.: PiraeusGroupCap LTD, ISIN CODE: ..., ημερομηνία εκδ.: 27-10-2004, ημερομηνία λήξης: 27-10-2014 (call), ημερομηνία καταχώρ.: 4-5-2007, ημερομηνία αξίας: 9-5-2007, πολλαπλότητα τίτλου: 1000, ποσότητα: 73, τιμή: 102,25, συνολική αξία: 73.000,00 €, συνολικό τίμημα: 74.770,23 €, χρημ.
λογαρ.: ..., λογαρ. κινητ. αξι.: ..., cid: ...]. Η ως άνω εντολή, η οποία υποβλήθηκε στον προστηθέντα της ως άνω εναγομένης Θ. Κ. Μ., εκτελέσθηκε και η δεύτερη (2η) ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέβαλε από τον ίδιο κοινό λογαριασμό για την απόκτηση του ως άνω ομολόγου το ποσό των 74.770,23 ευρώ. Σε άπαντα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, πλην της τελευταίας αιτήσεως, τα ανωτέρω ομόλογα φέρονται με αναφερόμενη λήξη "Perpetual", ενώ στις τριμηνιαίες ενημερωτικές καταστάσεις που απέστειλε η ίδια εναγομένη τουλάχιστον μέχρι και την 30-9-2008 αναγραφόταν ως τραπεζικά ομόλογα εσωτερικού με ημερομηνία λήξης την 27-10-2014.
Όπως όμως συνομολογεί πλέον και η ίδια αρχική εναγομένη, επρόκειτο για άληκτες ή αιώνιες ομολογίες με κωδικό ... και εκδότρια την εταιρεία ειδικού σκοπού "Piraeus Group Capital Group", θυγατρική της "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.", η οποία εδρεύει στα νησιά Τζέρσεϋ Μ. Βρετανίας και εγγυήθηκε την τήρηση των όρων τους, με δικαίωμα της εκδότριας να τις ανακαλέσει το πρώτον την 27-10-2014 και, στη συνέχεια, σε κάθε ημερομηνία καταβολής του τοκομεριδίου τους, ήτοι την 27-1, 27-4, 27-7 και 27-10 εκάστου έτους.
Η απόδοση του ομολόγου αυτού ήταν ελκυστική, πλην όμως αυτό ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, στην κατηγορία των "Perpetual bonds", δηλαδή στα "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", τα οποία, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από ανώνυμη εταιρία ή κράτος και παρέχουν στον κομιστή ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.
Έτσι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στον οικείο τόπο της μείζονος σκέψης, ο κομιστής ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση-επιστροφή αυτού στον εκδότη του, προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, ενώ ο τελευταίος αντιθέτως διατηρεί το δικαίωμα μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση.
Ο επενδυτής μπορούσε βέβαια να πωλήσει το ομόλογο στη δευτερογενή αγορά οποτεδήποτε επιθυμούσε, εφόσον υπήρχε αγοραστικό ενδιαφέρον, στην χρηματιστηριακή του όμως τρέχουσα τιμή και όχι στην ονομαστική του αξία. Ο εκδότης του τίτλου υποχρεούταν στην καταβολή τοκομεριδίων σε υψηλό επίπεδο, υπερβαίνον τα τραπεζικά επιτόκια, είχε όμως το δικαίωμα να μην πληρώσει ένα τοκομερίδιο, εφόσον το συγκεκριμένο έτος δεν κατέβαλε μέρισμα στους μετόχους ή οι εποπτικές αρχές του το απαγορεύσουν, εάν τα εποπτικά κεφάλαια έχουν κατέλθει σε χαμηλό επίπεδο.
Η μη πληρωμή όμως τοκομεριδίου δεν συσσώρευε υποχρέωση για καταβολή του σε μεταγενέστερο χρόνο. Ως εκ τούτων, το επίδικο ομόλογο αφενός μεν ήταν υψηλού ρίσκου αφετέρου δε δεν ήταν απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η παρέχουσα τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες ως άνω εναγομένη να υπέχει ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του κάθε υποψήφιου επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των "Perpetual bonds", ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου αποδίδει μία ψευδή εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους, τέτοιον δε επενδυτή σαφώς δεν αποτελούσαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, με τις ανωτέρω επαγγελματικές τους ιδιότητες.
Συνεπώς, δεν ήταν απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα (ΑΠ 1350/2018), με αποτέλεσμα η εναγομένη - δικαιοπάροχος της εκκαλούσας να υπέχει ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των πελατών της, καθώς μάλιστα οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι ήταν συντηρητικοί επενδυτές, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν την ανάληψη ρίσκου με τη μεταπώληση των τίτλων που αγόρασαν στη δευτερογενή αγορά ούτε τη μακρόχρονη δέσμευση των αποταμιεύσεών τους, αλλά μια επένδυση με εξασφαλισμένο κεφάλαιο και με ικανοποιητική απόδοση τόκων, ανώτερη από αυτό μίας απλής ή προθεσμιακής κατάθεσης, χωρίς τα παραπάνω να αναιρούνται μόνο από το γεγονός ότι είχαν καταθέσεις σημαντικού ύψους, μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης ουδόλως ενημέρωσαν τους ενάγοντες-εφεσίβλητους για τα παραπάνω ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του ένδικου επενδυτικού προϊόντος, αλλά αντίθετα παρέστησαν σε αυτούς ότι επρόκειτο για "ευκαιρία", καθώς θα λάμβαναν ακέραιο το επενδυθέν κεφάλαιο μετά την πάροδο δεκαετίας αποκομίζοντας τόκο υψηλότερο από αυτόν των προθεσμιακών καταθέσεων, αρκεί να παρέμενε το κεφάλαιο "δεσμευμένο" επί δεκαετία.
Τούτο αποδεικνύεται ειδικότερα από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης αλλά και από την από 4-5-2007 εντολή αγοράς, όπου αναγράφεται ότι το επίδικο ομόλογο έχει ημερομηνία λήξης, που είναι η 27η-10-2014, αποδεικτικό πόρισμα που δεν αναιρείται από την αναγραφή στο έγγραφο της "αγοράς ομολόγου" ότι είναι ομόλογο "Perpetual", καθώς πρόκειται για έννοια που από μόνη της δεν είναι σαφής και κατανοητή στο μέσο επενδυτή, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, όπως και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι σύμφωνα με τα κατωτέρω αναφερόμενα, αλλά ούτε και από την ...-2020 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης, Α.
Θ. Τ., που δεν είχε γνώση για τις προφορικές ενημερώσεις που έγιναν στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους (δοθέντος ότι δεν συντάχθηκε κανένα σχετικό έγγραφο) ούτε καν από τους υπαλλήλους της εναγομένης που είχαν έρθει σε επαφή μαζί τους. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι σε καμία περίπτωση δεν ενδιαφέρονταν για μία ριψοκίνδυνη και υψηλού ρίσκου επένδυση, από την οποία θα αποκόμιζαν υψηλά κέρδη σε βραχύ χρονικό διάστημα, αλλά, αντιθέτως, ενδιαφέρονταν για ασφαλή επενδυτικά προϊόντα, τα οποία θα διασφάλιζαν, πρωτίστως, την ύπαρξη και σταθερότητα του κεφαλαίου τους και μακροπρόθεσμα θα τους απέφεραν κέρδη από τους τόκους.
Τούτο καθίσταται σαφές από τις προηγούμενες επενδυτικές επιλογές και εμπειρία τους, οι οποίες περιορίζονταν σε τοποθέτηση των αποταμιεύσεων τους κυρίως σε προθεσμιακούς λογαριασμούς (πρώτος (1ος) ενάγων-εφεσίβλητος), καθώς και σε αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα και μετοχές ελληνικών εταιρειών (δεύτερη (2η) ενάγουσα-εφεσίβλητη) (ομόλογα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, μετοχές της Α.Ε.
Ελληνικά Πετρέλαια, αμοιβαίο κεφάλαιο OLYMPUS LV, αμοιβαία κεφάλαια ERGO/MIK/ΕΣΩ, έντοκα γραμμάτια Ελληνικού Δημοσίου). Επίσης, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν διέθεταν οποιασδήποτε μορφής ειδικότερη εκπαίδευση ή εμπειρία, η οποία θα τους επέτρεπε να επιλέγουν οι ίδιοι τις μορφές επωφελούς τοποθέτησης των κεφαλαίων τους, λόγω δε της έλλειψης εξειδικευμένων γνώσεων, δεν ήταν σε καμία περίπτωση σε θέση να κατανοήσουν, να συνδυάσουν και να αξιολογήσουν ένα εκτεταμένο σύνολο προφορικών, ειδικών πληροφοριών ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο και κυρίως τις διακρίσεις των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων με γνώμονα τους κινδύνους τους.
Το ότι στο χαρτοφυλάκιο της δεύτερης (2ης) ενάγουσας - εφεσίβλητης παρατηρήθηκαν κινήσεις αμοιβαίων κεφαλαίων και μετοχών, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθόσον αυτή δεν είχε καταστεί "ειδική" στη χρηματιστηριακή αγορά των συναλλαγών ικανή να κατανοήσει όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα για τα ομόλογα της κατηγορίας των "Perpetual bonds".
Έτσι, προκειμένου οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι να προβούν στην ανωτέρω επιλογή είχαν ανάγκη από την αποφασιστική συνδρομή των υπαλλήλων της διεύθυνσης Private Banking της εναγομένης, για το λόγο αυτό, δε, άλλωστε, αυτοί παραπέμφθηκαν και στην ανωτέρω διεύθυνση στο Βόλο από το κατάστημα της εναγομένης στη Λάρισα, από το οποίο εξυπηρετούνταν μέχρι τότε.
Με δεδομένους τους ανωτέρω όρους, που προσδιορίζουν ποια ήταν η θέση κάθε μέρους στη μεταξύ των διαδίκων συναλλακτική σχέση, η σχέση τους δεν είχε μόνο το στοιχείο της διεκπεραίωσης ή διαμεσολάβησης, δηλαδή της εκτέλεσης εκ μέρους της άνω εναγομένης όποιας επενδυτικής επιλογής απέδιδε αντίστοιχη απόφαση των εναγόντων-εφεσιβλήτων, στην οποία θα είχαν καταλήξει οι ίδιοι, αφού προηγουμένως είχαν ενημερωθεί από την άνω εναγομένη.
Σε τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν αναγκαία η κλήση εξειδικευμένου υπαλλήλου, που υπηρετούσε σε εξειδικευμένη υπηρεσία της εναγομένης σε άλλη πόλη (Βόλο), ώστε να μιλήσει και να διαφωτίσει τους ενάγοντες-εφεσίβλητους ως ειδικός συγκρινόμενος με τους τραπεζικούς υπαλλήλους της άνω εναγομένης στη Λάρισα.
Το γεγονός ότι κρίθηκε αναγκαία η προσωπική του συνάντηση με τους ενάγοντες-εφεσίβλητους καταδεικνύει το είδος της συναλλακτικής σχέσης, αλλά και τον εξειδικευμένο χαρακτήρα της συναλλαγής, την οποία δεν μπορούσαν να διεκπεραιώσουν οι υπόλοιποι υπάλληλοι του υποκαταστήματός της λόγω του είδους της προτεινόμενης επένδυσης, την οποία αποφάσισαν τελικά να αποδεχθούν αυτοί, αποκομίζοντας την εντύπωση ότι αγόρασαν ομόλογο της Τράπεζας Πειραιώς, που έληγε την 27-10-2014, οπότε και θα ήταν δυνατή η απόληψη του κεφαλαίου τους στο ακέραιο.
Η συνδέουσα δε τους διαδίκους συναλλακτική σχέση ήταν η σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, με αυτήν δε ανέλαβε η άνω εναγομένη, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων της, την υποχρέωση να παράσχει στους ενάγοντες-εφεσίβλητους συμβουλές για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δεδομένου ότι η σχετική πληροφόρηση είχε μεγάλη σημασία για εκείνους, αφού αυτή θα αποτελούσε τη βάση για τη λήψη της σοβαρής απόφασης επένδυσης του κεφαλαίου τους.
Ωστόσο κατά τα μέσα του έτους 2008 έλαβαν έγγραφη ενημέρωση (τριμηνιαία κατάσταση) της άνω εναγομένης περί λήξης του ομολόγου την 27-10-2049. Τούτο οφειλόταν στο ότι αυτό δεν συνιστούσε ένα σύνηθες ομόλογο σταθερής λήξης, αλλά έφερε χαρακτήρα ομολόγου της κατηγορίας "Perpetual bonds", δηλαδή ομολόγου "ατελεύτητης διάρκειας" ή "διηνεκούς" ή "αιωνίου" ή "αόριστης διάρκειας".
Είναι επομένως αβάσιμος ο ισχυρισμός της άνω εναγομένης ότι η σχέση που τη συνέδεε με τους ενάγοντες - εφεσίβλητους ήταν αυτή της απλής λήψης και διαβίβασης των εντολών τους, χωρίς καμία συμβουλή και ανάμειξή της στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασής τους. Σημειωτέον ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της άνω εναγομένης, Ε.
Γ. Π. και Θ. Κ. Μ., κατά τον επίδικο χρόνο παροχής συμβουλών δεν διέθεταν πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης και απέκτησαν αυτό μεταγενέστερα, ήτοι την 9η-7-2008 με τα υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2008 και ...-2008 πιστοποιητικά της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) αντίστοιχα. Υφίστατο, δε, σχετική υποχρέωση κατοχής αυτού του τίτλου, καθώς η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγούσε από το έτος 2002 πιστοποιητικά επαγγελματικής καταλληλότητας σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 2836/2000 και στη συνέχεια σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3606/2007, κρινομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της άνω εναγομένης.
Έτι περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα αγοράς ομολόγου επιβεβαίωναν, όπως δικαιολογημένα πίστευαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, την προφορική πληροφόρηση που είχαν λάβει σχετικά με το προϊόν, ήτοι τον ομολογιακό χαρακτήρα αυτού, τον εκδότη, την ημερομηνία τακτής λήξης και την απόδοση αυτού.
Καμία δε επεξήγηση στα ανωτέρω έγγραφα δεν γινόταν στους αγγλικούς όρους ή συντμήσεις αυτών perp (=perpetual= διηνεκές), call (=που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έννοια ανάκληση, αν και ο όρος χρησιμοποιείται με πλείστες σημασίες). Άλλο έγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι τέθηκε υπόψη τους προκειμένου να μελετήσουν και ενημερωθούν για το επίδικο ομόλογο, αφού ενημερωτικό δελτίο της εν λόγω σειράς Υβριδικών Τίτλων μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα δεν παραδόθηκε στους ενάγοντες-εφεσίβλητους.
Με δεδομένο δε ότι ο μέσος καταναλωτής επικεντρώνεται στα αριθμητικά στοιχεία ενός εντύπου, καθώς και σε σημεία που ενισχύουν την προσχηματισμένη ήδη αντίληψή του, που στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δε διαμόρφωσαν αυτόνομα, αλλά με βάση τις ανακριβείς ως προς το είδος-φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προϊόντος πληροφορίες που τους είχαν παρασχεθεί προφορικώς από τους υπαλλήλους της άνω εναγομένης, που ευλόγως θεωρούσαν ότι διαθέτουν, υπέρτερη αυτών, εξιδιασμένη γνώση και εμπειρία επί του αντικειμένου και δικαιολογημένα τους εμπιστεύθηκαν, αφενός ως ειδικούς και αφετέρου λόγω της μακροχρόνιας επαγγελματικής τους σχέσης σε συνδυασμό με την καταρτισθείσα σιωπηρώς σύμβαση επενδυτικών συμβουλών και με τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στα αποδεικτικά εντολής πελάτη αγοράς ομολόγου και επιβεβαίωση συναλλαγής, οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την ειδική φύση και λειτουργία του επενδυτικού προϊόντος που επρόκειτο να αγοράσουν.
Εξάλλου λόγω της σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, που είχε αναπτυχθεί μεταξύ αυτών και της άνω εναγομένης, αυτοί δικαιολογημένα είχαν την πεποίθηση ότι εκείνη θα πράξει ό,τι ήταν αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και την προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων, όταν μάλιστα τους παραδόθηκε εγγράφως ό,τι προφορικά τους περιγράφηκε.
Με βάση όσα προαναφέρονται, και σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Κ.Δ.Ε.Π.Ε.Υ) η άνω εναγομένη είχε την ειδικότερη υποχρέωση να πληροφορήσει τους ενάγοντες-εφεσίβλητους περί του είδους του επίδικου ομολόγου με ανάλυση των βασικών όρων (άληκτο προϊόν, χωρίς δυνατότητα κατ' αρέσκεια επιστροφής) και των χαρακτηριστικών του σύνθετου και καινοφανούς αυτού προϊόντος και παρουσίαση των σύμφυτων με το χαρακτήρα του κινδύνων (ως προς την τύχη του κεφαλαίου και την μειωμένη εγγύηση) και να παρέχει ορθές και πλήρεις συμβουλές, ώστε να μπορέσουν αυτοί να προβούν στην επενδυτική τους απόφαση έχοντας στη διάθεσή τους τις κρίσιμες και αναγκαίες πληροφορίες για να διαμορφώσουν τη συναλλακτική τους βούληση.
Ειδικότερα, η άνω εναγομένη, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, όφειλε να πληροφορήσει τους ενάγοντες- εφεσίβλητους με τρόπο εύλογα κατανοητό ότι το συγκεκριμένο ομόλογο είχε τον πιο πάνω χαρακτήρα και ήταν υψηλού ρίσκου και κυρίως να τονίσει ότι το προϊόν ήταν άληκτο και επομένως οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν το κεφάλαιό τους, αν κάποια στιγμή το επιθυμούσαν ούτε ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου τους, να επεξηγήσει την έννοια της πρόωρης ανάκλησης του προϊόντος και τη σημασία της, ότι δηλαδή η 27-10-2014 και αργότερα η 27-10-2049 δεν σηματοδοτούσε τη λήξη του προϊόντος, αλλά την απλή δυνατότητα του εκδότη να προβεί, εφόσον το επιθυμούσε, σε μονομερή ανάκληση του προϊόντος, καθώς και την έννοια της μερικής εγγύησης και δη σε περίπτωση ανάκλησης αυτού από τον εκδότη και όχι σε περίπτωση πτώχευσης αυτού ή μείωσης της πιστοληπτικής του ικανότητας και την έννοια της πώλησης αυτού σε δευτερογενή αγορά στην χρηματιστηριακή του και όχι στην ονομαστική του αξία.
Περαιτέρω, η άνω εναγομένη, αν και δεν είχε προβεί κατά το χρονικό διάστημα 2005-2007 σε κατάταξη των εναγόντων σε κατηγορία ανάλογα με την οικονομική τους επιφάνεια και την επενδυτική τους εμπειρία, γνώριζε πάντως την οικονομική τους δυνατότητα και τις επενδυτικές τους ανάγκες, όπως οι ίδιοι της είχαν παρουσιάσει κατά τη μακροχρόνια συνεργασία τους, οι οποίες όμως προέκυπταν και από τις επενδυτικές κινήσεις, στις οποίες αυτή είχε προβεί για λογαριασμό τους πριν από την αγορά του ενδίκου ομολόγου, όφειλε να λάβει υπόψη τους επενδυτικούς στόχους, τις γνώσεις και την εμπειρία για το ομόλογο, την απροθυμία διακινδύνευσης του κεφαλαίου τους και να τους πληροφορήσει κατά λεπτομερή, πλήρη και κατανοητό από αυτούς τρόπο τουλάχιστον για τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που το διαφοροποιούσαν από άλλες επενδύσεις, καθώς και από τις ανάγκες αυτές και τις γνώσεις τους.
Έτσι, αφού η απόλυτη εξασφάλιση του κεφαλαίου αποτελούσε, όπως γνώριζε η άνω εναγομένη, πρωταρχικό μέλημα των εναγόντων-εφεσίβλητων, όφειλε να τους πληροφορήσει συγκεκριμένα για τους υψηλούς κινδύνους που ενείχε η συγκεκριμένη επένδυση και για τον κίνδυνο ολοσχερούς απώλειας του κεφαλαίου, τονίζοντας τα σχετικά χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Επιπροσθέτως, η άνω εναγομένη όφειλε να επισημάνει ειδικώς την αόριστη διάρκεια του προϊόντος, η οποία αποτελούσε έως τότε μη σύνηθες χαρακτηριστικό για κινητές αξίες και διαφοροποιούσε το συγκεκριμένο προϊόν από αυτά στα οποία έως τότε είχαν επενδύσει οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι, ήτοι σε αμοιβαίο κεφάλαια, μετοχές και ομόλογα Δημοσίου.
Επιπλέον δε η άνω εναγομένη όφειλε να παράσχει στους ενάγοντες- εφεσίβλητους πληροφορίες σχετικά με τη σχέση της εκδότριας με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς AE" και κυρίως με την αξιοπιστία και την πιστοληπτική ικανότητα της πρώτης, καθώς από την οικονομική επάρκεια αυτής και όχι της "Τράπεζας Πειραιώς AE", εξαρτάτο η δυνατότητα καταβολής ετησίως τοκομεριδίων, η οποία δεν ήταν εξασφαλισμένη, αλλά και η μη απώλεια του κεφαλαίου των εναγόντων- εφεσίβλητων, η οποία ομοίως δεν ήταν εξασφαλισμένη.
Με βάση τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη τους πριν από την αγορά του κρίσιμου ομολόγου, ήτοι ελλιπής προφορική παρουσίαση του προϊόντος σε συνδυασμό με τη διατύπωση εντολής πελάτη αγοράς ομολόγου και επιβεβαίωση συναλλαγής, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι αγόρασαν κοινό ομόλογο με εξασφάλιση του κεφαλαίου κατά τη λήξη του, υπό την εγγύηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς AE", καθώς δεν είχαν υπεύθυνη επαρκή πληροφόρηση και με κατάλληλο τρόπο από τους αρμόδιους υπαλλήλους της άνω εναγομένης για το είδος-φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στο οποίο σκόπευαν να επενδύσουν και δεν τους επιστήθηκε ο κίνδυνος περί απώλειας του κεφαλαίου τους.
Το πρώτον οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν ότι οι υπό την κατοχή τους τίτλοι θα έληγαν την 27-10-2049 μετά τον Οκτώβριο του έτους 2008. Αν δε αυτοί είχαν πληροφορηθεί τα ανωτέρω θα αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο της επένδυσης και θα ζητούσαν αναμφιβόλως περαιτέρω διευκρινίσεις και πληροφορίες για το συγκεκριμένο ομόλογο, λαμβανομένου υπόψη του μέχρι τότε χαρτοφυλακίου.
Περαιτέρω διευκρινίσεις και πληροφορίες για το συγκεκριμένο ομόλογο δεν μπορούσαν να ζητήσουν εκ των προτέρων αφού αυτό τους παρουσιάσθηκε ως εφάμιλλο των προθεσμιακών καταθέσεων και με ημερομηνία λήξης τακτή. Και ναι μεν οι προαναφερθέντες υπάλληλοι της εναγομένης δεν κατείχαν το πιστοποιητικό επαγγελματικής κατάρτισης τύπου Β' που αντιστοιχεί στην ειδικότητα "Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών", αλλά αυτοί είχαν τοποθετηθεί ως οι αρμόδιοι να παρέχουν αυτές στους πελάτες της μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι.
Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, δεν προσέφερε στους ενάγοντες-εφεσίβλητους κατάλληλη και υπεύθυνη πληροφόρηση σε σχέση με το προταθέν επενδυτικό προϊόν-ένδικο ομόλογο, δεδομένου ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τους δυνητικούς επενδυτές, ενάγοντες-εφεσίβλητους, αφού θα αποτελούσε γι' αυτούς τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων αναφορικά με την επιλογή του επενδυτικού προϊόντος, με αποτέλεσμα αυτοί να μην ήταν σε θέση να κατανοήσουν ούτε τη φύση και τα χαρακτηριστικά του, ούτε τους πιθανούς κινδύνους του και δεν προστάτευσε τα οικονομικά συμφέροντά τους.
Επίσης, δεν μερίμνησε για την κατάλληλη εκπαίδευση των αρμοδίων υπαλλήλων της που ήταν επιφορτισμένοι με την παροχή των εξειδικευμένων αυτών πληροφοριών ελλείψει, όπως προαναφέρθηκε, πιστοποιητικού τύπου Β' της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επιπροσθέτως, η άνω εναγομένη τράπεζα, διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, δεν παρείχε στους ενάγοντες-εφεσίβλητους τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές βάσει του επενδυτικού στόχου για διατήρηση του κεφαλαίου σταθερού και την έλλειψη εμπειρίας αυτών σε ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας" (perpetual) καθώς και της απροθυμίας διακινδύνευσης ως ιδιωτών επενδυτών.
Επιπλέον συμβούλευσε τους ενάγοντες - εφεσιβλήτους να επενδύσουν σε ένα χρηματοοικονομικό προϊόν της εταιρείας με την επωνυμία "Piraeus Group Capital Group", για το οποίο ο τίτλος του και μόνο προκαλεί σύγχυση ως προς την προέλευσή του. Αντίθετα, η κατά τον προαναφερθέντα τρόπο πληροφόρησή τους ήταν ανεπαρκής και όσον αφορά την προφορική πληροφόρηση παντελώς ελλιπής, καθώς δεν παρασχέθηκαν πληροφορίες ακριβείς σχετικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβαναν.
Με τον τρόπο που ενήργησε η άνω εναγομένη διά των αρμοδίων υπαλλήλων της δεν εκπλήρωσε όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, τις υποχρεώσεις της περί του να απέχει ενεργειών που θα μπορούσαν να βλάψουν τα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων της εναγόντων - εφεσίβλητων και έτσι εκπλήρωσε πλημμελώς την παροχή της υποχρεούμενη σε αποζημίωση, όπως το περιεχόμενο της προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 2396/1996 και τις διατάξεις των άρθρων 713 επ.
ΑΚ, περί σιωπηρής σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών. Ταυτόχρονα η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, και παραβίαση των υποχρεώσεων της που απορρέουν από τις διατάξεις της Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/2002 σε συνδυασμό με τον τότε ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Κ.Δ.Ε.Π.Ε.Υ) περί ενημέρωσης, διαφώτισης έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.
Παράλληλα η παράλειψη αυτή της άνω εναγομένης διά των αρμοδίων υπαλλήλων της, οι οποίοι είχαν προστηθεί από αυτήν στην εκτέλεση της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί, που ανάγεται στην υποχρέωση διαφώτισης-ενημέρωσης-πληροφόρησης και συμβουλευτικής καθοδήγησης-προειδοποίησης των πελατών της εκ μέρους της, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη - πιστωτικού ιδρύματος και η οποία (συμπεριφορά), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη, όπως το περιεχόμενό της προσδιορίζεται στους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 και του προαναφερθέντος τότε ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Κ.Δ.Ε.Π.Ε.Υ), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενης με την παράνομη συμπεριφορά της, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας.
Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάσθηκαν υπαίτια από τους αρμόδιους υπαλλήλους της άνω εναγομένης εφόσον δεν εκτίμησαν σωστά τα συμφέροντα των πελατών - ιδιωτών επενδυτών και δεν παρασχέθηκαν στους ενάγοντες-εφεσίβλητους όσες πληροφορίες ήταν απαραίτητες προκειμένου αυτοί να είναι σε θέση να αντιληφθούν τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτούς τοποθέτησης του κεφαλαίου τους και κυρίως να κατανοήσουν όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τους ίδιους εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας πληροφορηθεί σχετικώς, να αξιολογήσουν ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και οι ίδιοι να αποφασίσουν εάν θα την επιχειρήσουν, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην άνω εναγομένη.
Ειδικότερα, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης παραβίασαν την υποχρέωση καλόπιστης και σύμφωνα με τα χρηστά ήθη εκπλήρωσης της σύμβασης και δεν πληροφόρησαν τους ενάγοντες - εφεσίβλητους για το είδος-φύση και χαρακτηριστικά του ενδίκου ομολόγου, και τον κίνδυνο αυτού, πλέον ότι δεν ενήργησαν προς όφελος των οικονομικών συμφερόντων των εναγόντων - εφεσίβλητων, αλλά παρουσίασαν σ' αυτούς ότι το ένδικο ομόλογο αποτελούσε ασφαλή τοποθέτηση, ήταν εγγυημένο, με σταθερό επιτόκιο και περιοδική απόδοση τόκων ανά έτος, ενώ ήταν υψηλού ρίσκου, άληκτο και επομένως οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν το κεφάλαιό του, αν κάποια στιγμή το επιθυμούσαν ούτε ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του κεφαλαίου του, αποσιωπώντας τους κινδύνους και δη ότι η 27-10-2014 και αργότερα η 27-10-2049 δεν σηματοδοτούσε τη λήξη του προϊόντος, αλλά την απλή δυνατότητα του εκδότη να προβεί, εφόσον το επιθυμούσε, σε μονομερή ανάκληση του προϊόντος, καθώς και την έννοια της μερικής εγγύησης και δη σε περίπτωση ανάκλησης αυτού από τον εκδότη και όχι σε περίπτωση πτώχευσης αυτού ή μείωσης της πιστοληπτικής του ικανότητας και την έννοια της πώλησης αυτού σε δευτερογενή αγορά στην χρηματιστηριακή του και όχι στην ονομαστική του αξία, προκαλώντας την απόφαση να επενδύσουν σ' αυτό, απόφαση στην οποία δεν θα προέβαιναν εάν είχαν γνώση όλων των παραπάνω κρίσιμων χαρακτηριστικών του ενδίκου ομολόγου.
Και ναι μεν δεν επεδίωκαν την πρόκληση ζημίας στους ενάγοντες-εφεσίβλητους, όμως από αμέλεια λόγω έλλειψης της ιδιαίτερης προσοχής και επιμέλειας που υποχρεούνταν και έπρεπε να επιδείξουν, όπως κάθε μέσος συνετός τραπεζικός υπάλληλος κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, ζημίωσαν αυτούς με το να επενδύσουν στο ένδικο ομόλογο.
Έτσι η άνω εναγομένη ευθύνεται αντικειμενικά για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της δεδομένου ότι υφίσταται εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης και της υπηρεσίας που τους είχε ανατεθεί. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων της άνω εναγομένης διά των προστηθέντων υπαλλήλων της και της ζημίας των εναγόντων-εφεσίβλητων, αφού, εάν δεν είχε προηγηθεί η ανωτέρω συμπεριφορά και δη η μη πληροφόρηση αναφορικά με τη φύση-είδος και τα χαρακτηριστικά του ενδίκου ομολόγου και του ακριβούς κινδύνου, δεν θα προκαλείτο η απόφαση αγοράς και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν θα αποφάσιζαν την τοποθέτηση του κεφαλαίου τους στο ανωτέρω προϊόν - ένδικο ομόλογο και εν τέλει δεν θα είχαν απεμπολήσει αυτό σε ποσοστό 9% της αγοραστικής του αξίας, με αποτέλεσμα να απωλέσουν το ποσό των 487.333,90 ευρώ, μη διακοπτόμενης αυτής (αιτιώδους συνάφειας) από την πρόταση της εκδότριας εταιρείας του ενδίκου ομολόγου, την οποία δεν αποδέχθηκαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι για προαιρετική επαναγορά στο 37% και στο 35% της ονομαστικής του αξίας και από την παγκόσμια οικονομική κρίση που έπληξε το τραπεζικό σύστημα.
Εξ αυτών συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων για την οποία ευθύνεται η άνω εναγομένη και η εκκαλούσα ως καθολική διάδοχος αυτής, εφόσον αυτοί υπέστησαν την ανωτέρω αναφερόμενη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της δυνάμει της προηγηθείσας συμβατικής σχέσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών που είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και των εναγόντων-εφεσίβλητων, με την έννοια της συμβατικής ανάληψης ευθύνης εκ μέρους της ότι η συμβουλή της ή η σύσταση κλπ.
δεν πρόκειται να προκαλέσει ζημία στους ενάγοντες - εφεσίβλητους που την εμπιστεύθηκαν, οπότε σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης να τους πληροφορήσει υπεύθυνα και να τους παρέχει ορθές επενδυτικές συμβουλές, όπως εν προκειμένω, γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης αυτών. Επιπλέον, η παραπάνω συμπεριφορά συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη και παραβίαση των διατάξεων του Ν. 2251/1994, περί προστασίας του καταναλωτή, αφού αν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις προνοίας και ασφαλείας, τότε η συμπεριφορά είναι παράνομη και υπαίτια και αποτελεί γενεσιουργό λόγο αποζημιώσεως της αιτιωδώς συνδεόμενης ζημίας δεδομένου ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η άνω εναγομένη να υπέχει ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των εναγόντων - εφεσίβλητων, πελατών-ιδιωτών επενδυτών, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των "perpetual bonds" ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία πόσο δε μάλλον τους ενάγοντες - εφεσίβλητους και μη διαθέτοντες ειδικές γνώσεις χρηματοοικονομικών.
Συνεπώς, η εκ του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 ένσταση της εναγομένης ελέγχεται ως ουσία αβάσιμη και απορριπτέα. Το γεγονός ότι το ένδικο ομόλογο δεν αποτελούσε προϊόν της εναγομένης, ότι η πρόταση προαιρετικής αγοράς στο 37% και στο 35% της ονομαστικής αξίας έγινε από την εκδότρια του ενδίκου ομολόγου, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί εν προκειμένω, δεδομένου του ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, θεμελιώνεται συμβατική και παράλληλα αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στην κρινόμενη έφεση, κρίνονται ως αβάσιμα.
Επομένως, τα υποστηριζόμενα στο δεύτερο (2ο) και τρίτο (3ο) λόγο έφεσης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης και ενεργητικής τοιαύτης του πρώτου (1ου) ενάγοντος - εφεσίβλητου, κρίνονται ως αβάσιμα. Κατόπιν απάντων των ανωτέρω αποδειχθέντων, συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων, για την οποία ευθύνεται η άνω εναγομένη και η εκκαλούσα ως καθολική διάδοχός της, αφού αυτοί υπέστησαν ζημία στην περιουσία τους που συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων των υπαλλήλων προστηθέντων της, η οποία συνίσταται στο ποσό των 534.943,90 ευρώ που κατέβαλαν για την αγορά των ανωτέρω επενδυτικών προϊόντων, αφαιρουμένου του ποσού των 47.610,00 ευρώ, που έλαβαν την 9-12-2015 από την αναγκαστική ρευστοποίησή τους.
Ενόψει των ανωτέρω, η συνολική περιουσιακή ζημία των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 487.333,90 ευρώ. Το ποσό δε αυτό οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δικαιούνται να το λάβουν ισομερώς (487.333,90€/2) ως συνδικαιούχοι του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, καθώς πρόκειται περί χρηματικής και άρα διαιρετής παροχής και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται κάτι διαφορετικό ως προς την εσωτερική σχέση τους από τον κοινό λογαριασμό.
Περαιτέρω, η άνω εναγομένη προέβαλε τον ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τον επαναφέρει με την υπό κρίση έφεσή της η εκκαλούσα (πρώτο σκέλος του έκτου (6ου) λόγου της έφεσης), περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων -εφεσιβλήτων ως προς το ύψος της ζημίας τους λόγω της μη εκ μέρους τους πώλησης του ομολόγου στην Τράπεζα Πειραιώς, που δεν ήταν η εκδότρια του ομολόγου, όταν αυτή έκανε πρόταση προς εξαγορά αυτού (και άλλων όμοιας φύσης ομολόγων ευρισκόμενων στην κατοχή άλλων επενδυτών) στο 37% της ονομαστικής του αξίας τον Μάρτιο του έτους 2012, στο 35% της ονομαστικής του αξίας τον Μάιο του έτους 2013 και στο 50% της ονομαστικής του αξίας τον Νοέμβριο του έτους 2015.
Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι μία τέτοια επιλογή ρευστοποίησης του ομολόγου στις παραπάνω αξίες θα αποτελούσε για τους ενάγοντες - εφεσίβλητους επιλογή ζημίας, διότι η προσφορά της Τράπεζας Πειραιώς εξαντλείτο μόνο σε ένα μέρος της ονομαστικής αξίας του ομολόγου και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι λαμβάνοντας αυτό το ποσό και μεταβιβάζοντας το ομόλογο στην αγοράστρια δεν θα διατηρούσαν άλλη αξίωση αποζημίωσης από αυτό.
Για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός της εκκαλούσας που αναφέρεται σε υπαίτια παράλειψη των εναγόντων - εφεσίβλητων να εκποιήσουν το ομόλογο στη δευτερογενή αγορά στην ονομαστική του αξία. Επομένως, ο έκτος (6ος) λόγος της έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του ελέγχεται ως αβάσιμος (...). Συνολικά επομένως για όλες τις ως άνω αιτίες έκαστος των εναγόντων - εφεσίβλητων έχει αξίωση καταβολής συνολικού ποσού ύψους 248.666,95 ευρώ (487.333,90 €/2 = 243.666,95 € + 5.000,00 €) και οφείλεται από την άνω εναγομένη νομιμοτόκως από την επομένη της 23-10-2015, ημερομηνία επίδοσης της από 25-6-2015 (αριθμός κατάθεσης 135/24-7-2015) προγενέστερης αγωγής των εναγόντων...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας έκανε εν μέρει δεκτή την από 27-12-2019 αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη/αναιρεσείουσα να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες/αναιρεσιβλήτους το ποσό των 248.666,95 ευρώ (487.333,90: 2) ως αποζημίωση λόγω της ζημίας που αυτοί υπέστησαν από τις πράξεις και παραλείψεις των προστηθέντων της εναγομένης.
Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297,298, 330,914,922, 281, 288 ΑΚ και τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, καθώς και του ν.3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018, αλλά και της πρώτης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης αρχής του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ'αριθ. 12263/β.500/11.4.1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας , που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του ν.2396/1996 και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι στο πλαίσιο της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης λήψης και διαβίβασης εντολών αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών, καθώς και παροχής επενδυτικών συμβουλών, οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, όχι μόνο δεν παρείχαν στους αναιρεσίβλητους πλήρη ενημέρωση κατά την αγορά, κατόπιν συμβουλών τους, στις 24-1-2005 όταν η δεύτερη αναιρεσίβλητη προέβη στην αγορά του κρίσιμου ομολόγου με ονομαστική αξία 397.000,00 € και ποσό χρέωσης 400.652,40 €, καταβάλλοντας από τον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε με τον α'ενάγοντα/αναιρεσίβλητο το ποσό των 400.652,40 €, στις 15-7-2005 όταν αμφότεροι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην εκ νέου στην αγορά του αυτού ομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς ονομαστικής αξίας 59.000,00 €, ποσό συναλλαγής 60.114,18 €, έχοντας καταβάλει από τον κοινό τους λογαριασμό (...) που διατηρούσαν σε αυτήν, το ποσό των 60.114,18 €, στις 4-5-2007 όταν η β' ενάγουσα/β/αναιρεσίβλητη προέβη στην αγορά του ιδίου ομολόγου συνολικής αξίας 73.000,00 €, καταβάλλοντας το συνολικό τίμημα των 74.770,23 €, αναλύοντας σ' αυτούς, όπως όφειλαν, τη φύση και λειτουργία των ανωτέρω ομολόγων, αλλά, αντιθέτως, τους δημιούργησαν την εσφαλμένη εικόνα ότι αγοράζουν ένα ομόλογο λήξης την 27.10.2014, την οποία με τις έγγραφες ενημερώσεις που τους απέστειλαν, τη διατήρησαν μέχρι τον Οκτώβριο του 2008.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, σχετικά με την πληροφόρησή του αναφορικά με την μορφή του κρίσιμου ομολόγου μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και προκάλεσε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνίσταται στην αδυναμία τους να εισπράξουν, για τους προεκτεθέντες λόγους, που αφορούν τη φύση του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το επενδεδυμένο κεφάλαιό τους στο σύνολό του (και όχι στη χρηματιστηριακή του αξία) και ειδικότερα στην αδυναμία τους να το εισπράξουν κατά τον αναγραφόμενο στην κατάσταση επένδυσης χρόνο (επιστροφής του κεφαλαίου).
Πιο συγκεκριμένα, το ανωτέρω πόρισμα υποστηρίζουν οι παρακάτω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην από κοινού αγορά των ομολόγων κατόπιν συμβουλών των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης με λήξη, όπως τους διαβεβαίωσαν οι υπάλληλοι της εναγομένης και όπως αναγράφεται στο έντυπο της εναγομένης που χρησιμοποιήθηκε για την αγορά των ομολόγων καθώς και στο έγγραφο επιβεβαίωσης της συναλλαγής, την 27.10.2014, β) ότι τα ομόλογα αυτά οι ενάγοντες τα αγόρασαν θεωρώντας, με βάση τις εσφαλμένες συμβουλές και πληροφόρηση των υπαλλήλων της εναγομένης του τμήματος private banking, σχετικά με την φύση των ομολόγων, ότι πρόκειται για ομόλογα τακτής λήξης, κατά την οποία θα τους αποδοθεί το κεφάλαιο και τα μέχρι τη λήξη συμφωνηθέντα τοκομερίδια και γ) ότι την εσφαλμένη παρουσίαση του ομολόγων αυτών ως τακτής λήξης, η αναιρεσείουσα σταμάτησε περί τα μέσα του 2008 , οπότε για πρώτη φορά, στην ενημερωτική κατάσταση που απηύθυνε προς τους ενάγοντες/αναιρεσίβλητους, ανέγραψε ότι επρόκειτο για εναλλακτική επένδυση - υβριδικό τίτλο με ημερομηνία λήξης 27.10.2049.
Πέραν αυτών, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, και συγκεκριμένα, αν τα άληκτα ομόλογα, αγοράσθηκαν κατ' εντολή του α'ενάγοντος ή καθ' υπόδειξη της τράπεζας και ποιο ήταν το επιτόκιό τους, ώστε να προκύπτει αν αυτά είχαν διαφορά από το κρίσιμο ομόλογο, το οποίο τους παρουσιάστηκε ως τακτής λήξης, καθώς και αν οι αναιρεσίβλητοι είχαν σχετική εμπειρία σε παρόμοιες συναλλαγές με άληκτα ομόλογα, καθόσον έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι αυτοί δεν γνώριζαν ότι τα συγκεκριμένα ομόλογα αποτελούσαν "άληκτα" προϊόντα, με την προεκτεθείσα έννοια, ενώ, όπως επίσης αποδείχθηκε, από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε η φύση τους ως τέτοια, ενώ η αναφορά στην αίτηση της λέξης perpetual δεν προϊδέαζε τους αγοραστές για τη φύση τους, ούτε αρκούσε να στοιχειοθετήσει τη γνώση τους για τον χαρακτήρα τους χωρίς ειδική και πλήρη ενημέρωση.
Επίσης, η έλλειψη αναφοράς του επιτοκίου κάθε αγορασθέντος ομολόγου ουδεμία ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης έχει, καθώς τούτο δεν αναιρεί την υποχρέωση σαφούς και εμπεριστατωμένης ενημέρωσης, όπως αυτή επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τις αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας Ε.Π.Ε.Υ., για το ένδικο ομόλογο.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, αφού αυτές αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των αρνητικών ισχυρισμών της, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση της επίκλησης έλλειψης νόμιμης βάσης πλήττεται η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 300 § 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 698/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με αυτά που παραπάνω δέχθηκε και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση της ζημίας τους, αλλά και στην έκταση αυτής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 εδ α', 300, 330, 914, 932 ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, είτε με την εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς αναφέρεται:
ότι οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην επίδικη επένδυση στα perpetual bonds, με τις περιγραφόμενες συνθήκες προσέγγισης, ακολουθώντας τις επενδυτικές συμβουλές της ιδίας μέσω των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων της, ότι οι σχετικοί όροι στο Ενημερωτικό Δελτίο της αναιρεσείουσας και συναφώς και στα υπογραφέντα από αυτούς έγγραφα για την αγορά των perpetual bonds δεν ήταν κατανοητοί από κάποιον μέσο συντηρητικό αποταμιευτή - επενδυτή, που δεν διαθέτει ειδικές νομικές και χρηματοοικονομικές γνώσεις ούτε έχει ειδικούς οικονομικούς συμβούλους και ότι μόνη η λήψη από τους παραπάνω αναιρεσίβλητους των εγγράφων ενημερώσεων (statements) δεν αποδεικνύει πλήρη και ουσιαστική γνώση της πραγματικής φύσης και λειτουργίας των εν λόγω προϊόντων και - προεχόντως - των κινδύνων τους από τους συγκεκριμένους, στερούμενους ειδικών νομικών και χρηματοοικονομικών γνώσεων, επενδυτές, στοιχεία, τα οποία κατά τη ζώσα επικοινωνία των τελευταίων με τους κατά περίπτωση υπαλλήλους επιμελώς αποσιωπήθηκαν, με αποτέλεσμα να μη θεμελιώνεται συνυπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων τόσο στην πρόκληση της ζημίας όσο και στην έκταση της ζημίας, με την μη ρευστοποίηση των perpetual bonds και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη της σχετικής ένστασης καθ' ολοκληρίαν.
Παράλληλα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφατικές διατυπώσεις εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί μη συνδρομής των ως άνω όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων τόσο στην πρόκληση όσο και στην έκταση της ζημίας, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις, ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής ούτε αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των παραπάνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και στηρίζουν πλήρως την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας στην πρόκληση και έκταση της ζημίας των ως άνω αναιρεσίβλητων, ενώ δεν απαιτείτο η αναφορά ετέρων αιτιολογιών.
Εξάλλου, για την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ΑΚ 300 έχει σημασία ο νόμιμος λόγος ευθύνης και ο διαγνωσθείς βαθμός του πταίσματος του ζημιώσαντος, αφού το δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η ανωτέρω διάταξη λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων και τη βαρύτητα του πταίσματός αυτού και συνεπώς η κακοπιστία της αναιρεσείουσας δεν έχει αναλώσει τα αποτελέσματά της και το νομικό της ενδιαφέρον απλώς και μόνο στην στοιχειοθέτηση της παράνομης συμπεριφοράς της, όπως αβάσιμα η ίδια υποστηρίζει.
Περαιτέρω, το Εφετείο διαλαμβάνει πλήρεις αιτιολογίες, όσον αφορά την αιτία της μη ρευστοποίησης των τίτλων των ανωτέρω αναιρεσίβλητων και κατά την παραλαβή των ενημερωτικών εγγράφων από αυτούς. Επομένως, ο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 § 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 2071/2022, ΑΠ 1096/2020, ΑΠ 170/2020 ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον τέταρτο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Πλέον όμως της ως άνω αποζημιώσεως, το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η πρόκληση της ζημίας στους ενάγοντες - εφεσίβλητους, την αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της άνω εναγομένης, τη φύση και την έκταση της ζημίας που υπέστησαν συνεπεία της απώλειας του κεφαλαίου τους επί μακρό χρόνο, το άλγος και την ψυχική ταλαιπωρία που δοκίμασαν δια της διεξαγωγής πολυετούς δικαστικού αγώνα για την αποκατάσταση της ζημίας τους, και την κοινωνικοοικονομική θέση και κατάσταση των εναγόντων - εφεσίβλητων (μέτρια, ειρημένη ανωτέρω) και της εναγομένης, η οποία αποτελεί ακμαία τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, κρίνει ότι αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί σε έκαστο αυτών το ποσό των 5.000,00 ευρώ.
Το ως άνω ποσό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1462/2018, ΑΠ 629/2017), σύνηθες δε στη δικαστηριακή πρακτική που επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης πρόκλησης ζημίας κατά τα ανωτέρω".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχερείας, αφού το επιδικασθέν ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν αφίσταται, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικών ποσών.
Επομένως, με την επιδίκαση του ποσού τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα. Κατά το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
Δ στοιχ.α` του ν.δ. 118/1973: "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1).
Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 § 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491, και 493 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ' ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ' ετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών.
Στην περίπτωση αυτή ο αναλαβών γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 1800/2012).
Εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 204/2023, ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1081/2017, ΑΠ 946/2015).
Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι: η λειτουργία της συμβάσεως τραπεζικής καταθέσεως καθιδρύει συνήθως μία σχέση διαρκούς και πολλές φορές καθημερινής συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Η εκτέλεσή της δηλαδή γίνεται συνήθως όχι με μία καταβολή και ανάληψη του ποσού αυτής, αλλά με πολυάριθμες τμηματικές τέτοιες, που προσδιορίζονται εκάστοτε με τη βούληση του καταθέτη.
Για την εγκυρότητα της χρηματικής κατάθεσης σε τράπεζα και σε κοινό λογαριασμό (ΑΠ 1122/2005) σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο μη δικαιούχο. Και τούτο διότι από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλαδή σύμπραξη τους ενώπιον της τράπεζας.
Εξάλλου, χαρακτηριστική είναι η αναφορά του όρου "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες" στη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων. Παράλληλα, η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό αποτελεί και μία ιδιόμορφη σύμβαση υπέρ τρίτου και μάλιστα γνήσια. Από την πιο πάνω σύμβαση τρίτος μη συμβαλλόμενος αποκτά ευθεία ενοχική αξίωση κατά του δότη της υπόσχεσης (άρθρο 411 ΑΚ), αλλά ταυτόχρονα και ο συμβαλλόμενος καταθέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από το δότη της υπόσχεσης-τράπεζα για τον εαυτό του.
Δημιουργείται δηλαδή ένας συνδυασμός ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής και γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, μία sui generis συμβατική ενοχή, επιτρεπτή σύμφωνα με την ελευθερία των συναλλαγών και την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης. Παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, υπό την έννοια των άρθρων 489 έως 493 του ΑΚ, συνάγεται δε σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, κατά το οποίο, μεταξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, συνδυαζόμενο με το άρθρο 491 § 1 εδ.
α` του ίδιου Κώδικα, ότι σε περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο, αποσβέννυται μεν έναντι του δέκτη της καταθέσεως η απαίτηση και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά όμως ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος, για καταβολή σε αυτόν ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισόποσου της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, εξαίρεση της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000).
Εκείνος, από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών, και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε. Είναι αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015).
Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η εσωτερική αυτή σχέση όμως δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι τα επίδικα ομόλογα αγοράστηκαν από την β'ενάγουσα Ε.
Δ. , η οποία και κατέβαλε στην εναγομένη τα αντίστοιχα ποσά , απέρριψε τον ισχυρισμό της τελευταίας περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του α'ενάγοντος (Θ. Δ.) , ο οποίος δεν είχε συμβληθεί για την αγορά των επιδίκων ομολόγων. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι:
α) την 24η-1-2005 η δεύτερη ενάγουσα προέβη στην αγορά ομολόγου για το οποίο συντάχθηκε το υπό ιδία ημερομηνία έγγραφο "Αγοράς Ομολόγου", επί του οποίου αναγράφεται "Αγορά Ομολόγου" (dealNr) ..., κουπόνι 3μηνο Euribor + 1,25%, Λήξη: Perpetual, ονομ. αξία 397.000,00 €, ποσό χρέωσης 400.652,40 €, τιμή: 100,92, C.I.D.:..., Port. Nr:..., πελάτης: β' ενάγουσα, αρ.
λογαρ.: ..., συνεννόηση με Dealigroom: Μ. Σ., Γ. Λ., καταβάλλοντας από τον κοινό λογαριασμό, που τηρούσε με τον α'ενάγοντα το ποσό των 400.652,40 €, β) αμφότεροι οι ενάγοντες την 15-7-2005 προέβησαν από κοινού στην από ιδίας ημερομηνίας εντολή προς την Α. Π. για την εκ νέου στην αγορά του αυτού ομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς με: deal N: 264463, ονομαστική αξία 59.000,00 €, κουπόνι: 3μηνο Euribor+1,25%, Λήξη:
Perpetual, ποσό συναλλαγής 60.114,18 €, αρ. λογαρ.: ..., χαρτοφυλάκιο: ..., cid: ..., τιμή: 101,10 και value date: 20-07-2005 και ότι η εντολή αγοράς εκτελέσθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης έχοντας οι ενάγοντες καταβάλει από τον κοινό τους λογαριασμό (...) που διατηρούσαν σε αυτήν, το ποσό των 60.114,18 €, γ) την 4-5-2007 η δεύτερη ενάγουσα υπέβαλε στην αρχική εναγομένη την υπό ιδία ημερομηνία έγγραφη αίτηση αγοράς τίτλων (αρ.
αιτησ. ...), με την οποία ζήτησε και πάλι την αγορά του ιδίου ομολόγου (κατά την αίτηση: αγοραστής: β' ενάγουσα, είδος τιτλ.: PiraeusGroupCap LTD, ISIN CODE: ..., ημερομηνία εκδ.: 27-10-2004, ημερομηνία λήξης: 27-10-2014 (call), ημερομηνία καταχώρ.: 4-5-2007, ημερομηνία αξίας: 9-5-2007, πολλαπλότητα τίτλου: 1000, ποσότητα: 73, τιμή: 102,25, συνολική αξία: 73.000,00 €, συνολικό τίμημα: 74.770,23 €, χρημ.
λογαρ.: ..., λογαρ. κινητ. αξι.: ..., cid: ...). Η ως άνω εντολή, η οποία υποβλήθηκε στον προστηθέντα της ως άνω εναγομένης Θ. Κ. Μ., εκτελέσθηκε και η δεύτερη (2η) ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέβαλε από τον ίδιο κοινό λογαριασμό για την απόκτηση του ως άνω ομολόγου το ποσό των 74.770,23 ευρώ. Δέχθηκε όμως περαιτέρω, κατά τη νοηματική του σκεπτικού της εκτίμηση, ότι αμφότεροι οι ενάγοντες/αναιρεσίβλητοι ως κάτοχοι κοινού λογαριασμού από τον οποίον εκταμιεύονταν τα χρήματα για την αγορά των ομολόγων, ενεργούσαν πάντα από κοινού και ο ένας ως αντιπρόσωπος του άλλου και δεν είχαν πρόθεση , αλλά ούτε και ενδιαφέρον ή συμφέρον, να διακρίνουν τα ομόλογα ανάλογα με το ποιος είχε συμβληθεί ως αγοραστής στις κρίσιμες συμβάσεις.
Άλλωστε οι παραδοχές οδηγούν στο αβίαστο συμπέρασμα της εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης προσέγγισης από κοινού των εναγόντων προκειμένου να ενταχθούν αυτοί στο επενδυτικό πρόγραμμα. Με βάση τις ως άνω παραδοχές ορθά το Εφετείο κατένειμε τη ζημία μεταξύ των εναγόντων με κριτήριο την προέλευση των χρημάτων από τον κοινό τους λογαριασμό, , και όχι αλλά με βάση το ποιός από αυτούς συμβλήθηκε τυπικά με την εναγομένη για την αγορά του κάθε ομολόγου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη θετική ζημία των εναγόντων/αναιρεσιβλήτων υποχρεώνοντας την εναγομένη/εκκαλούσα να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ήμισυ της κριθείσας ως επελθούσης συνολικής ζημίας ,με το σκεπτικό ότι "Το ποσό δε αυτό οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δικαιούνται να το λάβουν ισομερώς (487.333,90€/2) ως συνδικαιούχοι του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, καθώς πρόκειται περί χρηματικής και άρα διαιρετής παροχής και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν επικαλούνται κάτι διαφορετικό ως προς την εσωτερική σχέση τους από τον κοινό λογαριασμό", δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 68 ΚΠολΔ σε συνδ.
με αυτές των άρθ. 1 παρ.1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α' του ν.δ. 118/1973, 411, 489, 490, 491, και 493 του ΑΚ και επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 ΑΚ), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Ο εν λόγω συνυπολογισμός δεν αποτελεί εξαίρεση των γενικών κανόνων του δικαίου της αποζημίωσης, αλλά εφαρμογή τους.
Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, και είναι, επίσης, δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 1251/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1083/2022).
Αυτό συμβαίνει ιδίως αν ο συνυπολογισμός εμφανίζεται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ανεπιεικής και άδικος, οπότε πρέπει να αποκλειστεί ή να επιτραπεί μερικώς, βάσει των αρχών της καλής πίστεως. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο.
Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 547/2018, ΑΠ 1180/2017).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με τον εδώ ερευνώμενο 6ο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο (7ο) έβδομο λόγο της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται σχετικός πρωτοδίκως προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός, πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 288 ΑΚ, εν σχέσει προς την απόρριψη της ένστασης συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ως μη νόμιμης.
Ειδικότερα, με το λόγο αυτό η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η δεύτερη (2η) ενάγουσα - εφεσίβλητη έχει λάβει στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό της λογαριασμό, που διατηρούσε στην εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-2005 έως 9-12-2015 ως απόδοση από το επίδικο ομόλογο το συνολικό ποσό των 186.987,69 ευρώ (139.377,69 ευρώ + 47.610,00 ευρώ), το οποίο συνιστούσε κέρδος/ωφέλεια των εναγόντων από την επίμαχη ζημιογόνα φερόμενη για αυτούς κατά τα λοιπά επένδυση.
Έπρεπε δε το ποσό αυτό να συνυπολογισθεί και να αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημίωσης που αγωγικώς αιτήθηκαν οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, δεν αρνούνται ότι έλαβαν το ως άνω ποσό ως απόδοση των επιδίκων ομολόγων, πλην όμως τούτο δεν αποτέλεσε κέρδος τους από τον τίτλο που κατείχαν, αφού δεν προερχόταν από τη ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά έγινε από την εκδότρια του ομολόγου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που την συνέδεε με τους ενάγοντες - εφεσίβλητους επενδυτές και ως αντιπαροχή για τη χρήση και εκμετάλλευση των κεφαλαίων που επενδύθηκαν για το χρονικό διάστημα, στο οποίο αντιστοιχούσαν.
Κατά συνέπεια, το συγκεκριμένο ποσό δεν συνδεόταν με την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνα πράξη της εναγομένης - δικαιοπαρόχου της εκκαλούσας με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει τον συνυπολογισμό του στην αιτηθείσα αποζημίωση, αφού δεν υφίστατο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας και η καθεμία στηριζόταν σε διαφορετική αιτία.
Άλλωστε, ο προτεινόμενος από την εναγομένη - δικαιοπάροχο της εκκαλούσας συνυπολογισμός αντίκειτο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία όπως προαναφέρθηκε στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, με το να απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ως άνω ποσό των τόκων, που οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι έλαβαν ως απόδοση των ενδίκων ομολόγων, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α', 914, 930 παρ. 3 και 288 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πράγματι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους.
Τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα δια του ως άνω έβδομου (7ου) λόγου εφέσεως κρίνονται αβάσιμα". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με την κύρια αιτιολογία του και απέρριψε την ανωτέρω ένσταση για το χρονικό διάστημα από 27-4-2005 έως 9-12-2015 με βάση τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως άνω περιστατικά, η προβληθείσα από αυτήν ένσταση περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ και, άρα, έπρεπε να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητά της.
Και τούτο διότι, αυτή καθ' εαυτή η απώλεια του κεφαλαίου των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά, στην προκειμένη περίπτωση, το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή αυτό από το οποίο προήλθε η ζημία τους, αλλά αποτελεί το επιζήμιο αποτέλεσμα του ζημιογόνου γεγονότος, συνισταμένου τούτου στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, που προκάλεσε σ' αυτούς την αγορά των επίδικων perpetual bonds και την τοποθέτηση των χρηματικών ποσών στην επίμαχη επένδυση, αφού, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, η αγορά των κρίσιμων ομολόγων από τους αναιρεσίβλητους, αποφασίσθηκε από αυτούς ως αποτέλεσμα κατά βάση της παράνομης παράβασης της υποχρέωσης πληροφόρησης τους, η δε αναιρεσείουσα αθέτησε, στο πλαίσιο της καταρτισθείσας με τους αναιρεσίβλητους σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, την υποχρέωση για ακριβή, πλήρη και κατάλληλη καθοδήγηση, διαφώτιση και ενημέρωσή τους σχετικά με την φύση, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των άνω επενδυτικών προϊόντων, και έτσι, εξ αιτίας της αγοράς των ομολόγων αυτών, επήλθε αφενός μεν η ζημία των αναιρεσιβλήτων, συνδεόμενη αιτιωδώς με τις παράνομες πράξεις των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της (ζημιογόνο γεγονός), και ταυτοποιούμενη στο ύψος των χρηματικών ποσών που οι αναιρεσίβλητοι τοποθέτησαν στη συγκεκριμένη επένδυση (θετική ζημία), αφετέρου δε η ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων συνισταμένη στα ποσά που εισέπραξαν ως τόκους για το χρονικό διάστημα αυτό από τα ομόλογα, ήτοι το επιζήμιο αποτέλεσμα (απώλεια κεφαλαίου) και η ωφέλεια (το προαναφερόμενο κέρδος) των αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε από το συγκεκριμένο επιζήμιο γεγονός συνιστάμενο, όπως εκτέθηκε, στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της (πρβλ.
ΑΠ 1481/2024, ΑΠ 1251/2024). Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, κατόπιν δε τούτου παρέλκει η έρευνα του πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά το Α' αυτού σκέλος, καθόσον αυτός είναι συμπληρωματικός και διευκρινιστικός, όπως αναφέρεται, του 6ου.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την επάλληλη αιτιολογία απόρριψης της ένστασης ως ουσιαστικά αβάσιμης ότι ο συνυπολογισμός των αποκτηθέντων τόκων στην αποζημίωση που δικαιούνται οι ζημιωθέντες θα αντέκειτο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή του ότι ο συνυπολογισμός στην ζημία των αναιρεσιβλήτων, του κέρδους από τόκους που αποκόμισαν από την αγορά των επίδικων ομολόγων αντίκειται στην καλή πίστη, αφού, για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρεται μόνο ότι η αντίθεση αυτή προκύπτει από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες προέβησαν στην αγορά των ομολόγων και το ότι οι αρχές της καλής πίστης δεν ανέχονται το κέρδος να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος, χωρίς να προσδιορίζονται καθόλου ποίες είναι οι συνθήκες και περιστάσεις αυτές, που δικαιολογούν την αντίθεση αυτή, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.
Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το Β' αυτού σκέλος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, κατ'εκτίμηση αυτού, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α` και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνον διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου ασκήσεως της αγωγής και μέσου ενάρξεως της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγομένου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ενστάσεως του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της οχλήσεως που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.
Το ως άνω αποτέλεσμα της οχλήσεως που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξιώσεως, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ.
λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιελεύσεως του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 1789/2009, ΑΠ 1355/2003). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικονομικής προϋποθέσεως, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαιτήσεως (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 178/2016, ΑΠ 106/2014).
Με τον έβδομο , και τελευταίο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθ. 340 ΑΚ υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το επιδικασθέν σ'αυτούς ποσό πλέον τόκων από την επομένη της επιδόσεως της προγενέστερης από 25-6-2015 αγωγής, ήτοι από 24-10-2015 η οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ'αριθ. 221/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο, η προγενέστερη αγωγή αποτελεί όχληση για την καταβολή του ποσού, έστω και αν αυτή απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την προεκτεθείσα απόφαση. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που αναφέρεται παραπάνω, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την απόφαση αποτελούμενο από άλλους Δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) ,να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, να συμψηφιστεί δε στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθ. 179 εδ.2, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο μέρος την υπ'αριθ. 42/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στην αναιρεσείουσα.
Και Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ