Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to non-justiciability of substantive issues and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the appellate court's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific legal points regarding debt calculation and abuse of rights, but the court found these arguments to be inadmissible. The court ruled that the substantive issues raised did not constitute grounds for cassation under the Civil Procedure Code, as the lower court had already addressed the abuse of rights claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495, 176, 183, 191 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court may not examine substantive issues or negative arguments that are merely conclusions drawn from the interpretation of applicable law, and such appeals are inadmissible if the lower court has already considered and rejected the specific legal objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1256 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1256/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν. ΔΡΑΜΑΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ", που εδρεύει στην Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν. ΕΒΡΟΥ ΣΥΝ.ΠΕ.", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/616/77/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/10/2017 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 108/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 5.10.2017 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ύστερα από την υπ' αριθμ. 108/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατά την οποία δεν παρέστησαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι οι διάδικοι, καίτοι νόμιμα κλητευθέντες (βλ. τα από 18-4-2023 και από 26-10-2022 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στον Άρειο Πάγο Δ. Β. και Κ. Τ., αντίστοιχα, προς τους δικαστικούς πληρεξουσίους και αντικλήτους των διαδίκων), οι οποίοι, ωστόσο, είχαν εκπροσωπηθεί (αμφότεροι) από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους κατά την αρχική συζήτηση στη δικάσιμο της 16-12-2019, συνέχεια της οποίας αποτελεί η σημερινή συζήτηση.
Με την ως άνω από 05.10.2017 και με αριθμό κατάθεσης 64/ 05.10.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 224/16.06.2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 35/616/77/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, κατά μεν την κύρια αυτής βάση καταβολής αποζημίωσης από αδικοπραξία τελεσθείσα σε βάρος του από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά δε την επικουρική αυτής βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχτηκε κατά ένα μέρος αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον παθόντα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.527,69 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με το άρθρο 30 του Ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.παρ.1 και 3 Ν.2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 εδ.
α` και 8 εδ. τελευταίο τα εξής: "(παρ. 1). Κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". (παρ. 2 εδ. α`): "Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος". (παρ. 4): "Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:
α)να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους. β)Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι 31.12.2001...". (παρ.6):"Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.".(παρ.7). "Από 1.1.2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίζει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.".
Ακολούθησε ο Ν. 3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 8 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα εξής: "(παρ.1) Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. (παρ.2) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε(5) έως επτά(7)ετών, εκ των οποίων δύο(2)έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. (παρ.3) Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. (παρ.4)Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν.2789/2000 και το ύψος αυτών υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.1 και του α' εδαφίου της παρ.2 του παρόντος άρθρου...
Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.
Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα(90)ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής. Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης... (παρ.8)Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος...(παρ.12) Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει".Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως, τόσο τις προϋποθέσεις, όσο και το ύψος του ex lege επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών από τόκους, το οποίο (ύψος) προσδιορίζει μέσω απλού αριθμητικού υπολογισμού, χωρίς να προσαπαιτεί τη μεσολάβηση συμφωνίας των μερών ή δικαστικής αποφάσεως.
Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι οφειλέτες μπορούν, περαιτέρω, να συμφωνούν "τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών" που ρυθμίζονται, όχι, επομένως, και την ύπαρξη ή το ύψος τους. Οι συμβαλλόμενοι μπορούν, βεβαίως, σε περίπτωση διαφωνίας, να προσφεύγουν στα δικαστήρια, η απαγγελλόμενη, όμως, επί της διαφοράς δικαστική κρίση απλώς αναγνωρίζει την αμέσως και αυτοδικαίως επερχόμενη από την εφαρμογή του νόμου έννομη συνέπεια.
Τέλος, προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως για ένα ορισμένο διάστημα, μετά την πάροδο του οποίου το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την εκτέλεση, σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αυτή καθηλωθεί, δηλώνοντας απλώς το ποσό της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Επομένως, οι οφειλέτες ή οι εγγυητές όφειλαν να καταθέσουν αίτηση στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι τις 31-12-2004, όχι ως απαραίτητη προϋπόθεση αναπροσαρμογής και επανακαθορισμού των οφειλών τους, κάτι το οποίο όφειλαν να πράξουν από μόνα τους και ex lege τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά ως προϋπόθεση του παραδεκτού για προσδιορισμό των ειδικότερων όρων της συμφωνίας(χρόνο αποπληρωμής, τρόπο αποπληρωμής κλπ).
Δηλαδή, μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης ή μη κατάθεση της αίτησης σήμαινε μόνο δυνατότητα έναρξης των διαδικασιών εκτέλεσης από την 31-12-2004 και μετά, τόσο κατά των οφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών, εφόσον, όμως, είχαν προχωρήσει αρχικά, δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων σε επανακαθορισμό των οφειλών, ώστε να καταστούν αυτές βέβαιες και εκκαθαρισμένες.
Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει και το ότι το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων περιορίστηκε με το άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004 μόνο ως προς το ανώτατο όριο του τετραπλασίου των απαιτήσεων, που οριζόταν με τον προηγούμενο νόμο και δεν καταργήθηκαν οι λοιπές με το νόμο αυτό διαβαθμίσεις των απαιτήσεων ως προς το πολλαπλάσιο αυτών ανάλογα με το χρόνο σύναψης των πιστωτικών συμβάσεων.
Συνεπώς ως πολλαπλάσιο ισχύει το διπλάσιο της οφειλής εάν η σχετική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ 1-1-1991 και 31-12-2000 (ΑΠ 506/2016, ΑΠ 1433/2015, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 345/2013, ΑΠ 842/2012). Εξάλλου, με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ ρυθμίζεται η αξίωση αποζημίωσης προερχόμενη από ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ.
Αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πράξη αυτή. Η παραπάνω, όμως, διάταξη δεν αποκλείει την άσκηση, εκτός της παρεχόμενης από αυτή αξίωση αποζημίωσης, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτέλεσης και την παρεμπίπτουσα κρίση κατά την σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, εναντίον της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημίωσης του καθού η εκτέλεση(ΟλΑΠ 9/2010, ΟλΑΠ 49/2005).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ 20/1998 σύμβαση ο εναγόμενος(και ήδη αναιρεσείων) χορήγησε στον Γ.
Ρ. πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 2.000.000 δραχμών ή 5.869,40 ευρώ. Για την λογιστική παρακολούθηση της σχέσης αυτής τηρήθηκε από τον εναγόμενο ο λογαριασμός υπ' αριθμ…... Με συμφωνία μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος(και ήδη αναιρεσίβλητου) ο τελευταίος εγγυήθηκε ευθυνόμενος, ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση των όρων της ως άνω συμβάσεως από τον πρωτοφειλέτη.
Ο αλληλόχρεος λογαριασμός λειτούργησε κατά την περίοδο μεταξύ της 29-1-1998 έως την 19-5-1999 που έκλεισε με επιμέλεια του εναγομένου με εμφανιζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 2.047.381 δραχμών. Ο εναγόμενος κατήγγειλε την συμβατική σχέση με σχετικές έγγραφες δηλώσεις που κοινοποιήθηκαν στον ενάγοντα και τον πρωτοφειλέτη και επιμελήθηκε της εκδόσεως της υπ'αριθμ …διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας με την οποία οι ως άνω οφειλέτες υποχρεώθηκαν να του καταβάλουν εις ολόκληρον ποσό ύψους 2.047.381 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την 20-5-1999.
Η ανωτέρω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον πρωτοφειλέτη και τον ενάγοντα... εκ μέρους των οποίων δεν ασκήθηκε ανακοπή. Ακολούθως όμως ο πρωτοφειλέτης υπέβαλε την από 27-11- 2002 αίτηση αυτού προς τον Διευθυντή του καταστήματος Ορεστιάδας του εναγομένου, με την οποία επεδίωκε την υπαγωγή της οφειλής του στην ρύθμιση του 30 Ν. 2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001.
Ειδικότερα δεδομένο ότι το ποσό της οφειλής ανερχόταν σε 2.192.781 δραχμές ή 6.435,16 ευρώ την 16- 7-1998 κατά τελευταία εκταμίευση το ύψος αυτής ρυθμιζόμενο από τις ως άνω διατάξεις διαμορφώνεται ανερχόμενο σε (6.435 X 2) 12.870,32 ευρώ που θα πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των καταβολών συνολικού ύψους 4.260,01 ευρώ, οι οποίες είχαν συντελεστεί.
Κατά τον τρόπο αυτό η αξίωση του εναγομένου προσδιορίζεται ανερχόμενη σε ποσό ύψους (12.870,32-4.260,01) 8.610,31 ευρώ... ο προσδιορισμός αυτός του ύψους της ως άνω απαιτήσεως είχε συντελεστεί ex lege ανεξαρτήτως της υποβολής οποιοσδήποτε σχετικής αιτήσεως από τους οφειλέτες. Επιπλέον όμως και ενώ η προαναφερόμενη αίτηση είχε υποβληθεί ενώπιον του εναγομένου εκ μέρους του τελευταίου εκδηλώθηκε αδιαφορία και αδράνεια κατά τρόπο, ώστε να παραμείνουν οι οφειλέτες χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση σχετικά με το νόμιμο ύψος της οφειλής τους.
Επιπλέον όμως ο εναγόμενος την 28-4-2007 επιμελήθηκε της επιδόσεως στον ενάγοντα αντιγράφου από απόγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή ποσού ύψους 12.433,48 ευρώ. Ακολούθως ο εναγόμενος επιμελήθηκε της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του ενάγοντος και συντάχθηκε η υπ' αριθμ …κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Ο.
Β. Π., με την οποία... επιβλήθηκε κατάσχεση σε ένα ισόγειο κατάστημα του οποίου ο καθού η εκτέλεση είναι κύριος εμβαδού 117,08 τ.μ που βρίσκεται στην ... Την ως άνω αναγκαστική εκτέλεση δεν επέσπευσε νομίμως ο εναγόμενος, δεδομένου ότι δεν εκπλήρωσε προηγουμένως τη νόμιμη υποχρέωση αυτού να δηλώσει το ποσό της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Κατά τον τρόπο αυτό η ως άνω κατάσχεση επιβλήθηκε ακύρως δεδομένου ότι το ποσό της οφειλής του ενάγοντος υπολείπονταν αυτού σε σχέση με το οποίο επισπεύστηκε ως άνω αναγκαστική εκτέλεση. Υπό τις ως άνω περιγραφόμενες συνθήκες ο ενάγων υποχρεώθηκε, προκειμένου το ως άνω ακίνητο να μην εκτεθεί σε πλειστηριασμό να συμφωνήσει με την υπ' αριθμ …14-3-2008 σύμβαση μεταξύ αυτού και του εναγομένου στην εκ μέρους του τελευταίου χορήγηση
με την μορφή στεγαστικού δάνειου ποσού ύψους 22.000 ευρώ. Κατά τον τρόπο αυτό ο ενάγων συγκέντρωσε το αναγκαίο κεφάλαιο ώστε να καταβάλει στον εναγόμενο συνολικό ποσό 22.138 ευρώ σε ικανοποίηση της εκ μέρους του τελευταίου προβαλλόμενης αξιώσεως, προερχόμενης από την ανωτέρω μνημονευόμενη υπ' αριθμ ..1998 συμβατική σχέση.
Με τα δεδομένα αυτά προκύπτει, ότι ο εναγόμενος λόγω αμέλειας των υπαλλήλων του που συνίσταται στην έλλειψη επιμέλειας την οποία όφειλαν να καταβάλλουν παραβίασε της ανωτέρω νόμιμες υποχρεώσεις του που προέκυπταν από τον ex lege επιβαλλόμενο περιορισμό της οφειλής και επέσπευσε τnν ως άνω άκυρη αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ενάγοντος προκαλώντας σε αυτόν περιουσιακή βλάβη ισόποση με το επιπλέον εκ μέρους του χρηματικό ποσό των (22.138-8.610,31) 14.527,69 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει χωρίς να το οφείλει.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμα του, διότι δεν είχε υποβάλλει αίτηση ρύθμισης της οφειλής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε σχετική υποχρέωση του ενάγοντος. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός ότι το ποσό των 7.683,74 ευρώ δεν οφείλεται στον ενάγοντα διότι έχει κατατεθεί, δεδομένου ότι από το υπ' αριθμ …2008 παραστατικό κίνησης του εναγομένου προκύπτει ότι το ανωτέρω ποσό...
έχει κατατεθεί σε λογαριασμό του Γ. Ρ.. Ο ενάγων ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η συγκεκριμένη προσβολή, της διάρκειας αυτής και της ψυχικής δοκιμασίας που υπέστη λόγω της επισπεύσεως εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης έχει υποστεί ηθική βλάβη το ύψος της οποίας μετά από συνεκτίμηση του είδους της υπαιτιότητας του εναγομένου, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατά την ερευνώμενη κύρια βάση της εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις όπως βασίμως προβάλλεται με τον σχετικό λόγο της εφέσεως. Με βάση τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει: να γίνει δεκτή ως βάσιμη η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 35/616/77/2015 οριστική απόφαση ...
Ακολούθως, πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η υπ' αριθμ …2014 αγωγή κατά την κύρια βάση της... να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό ύψους (14.527,69 +1000) 15.527,69 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".
Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 35/616/77/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του, κατά την κύρια αυτής βάση, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και δέχτηκε, κατά ένα μέρος αυτήν, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πιστωτικό συνεταιρισμό να καταβάλει στον παθόντα ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.527,69 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι από την παραβίαση της νόμιμης υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, συνιστάμενης στον μη περιορισμό ex lege της οφειλής του αναιρεσίβλητου εγγυητή από τον επίδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, ανεξάρτητα από την υποβολή οποιασδήποτε σχετικής αιτήσεως από τους οφειλέτες, και την επίσπευση της άκυρης αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον αυτού(αναιρεσίβλητου), και παρά, ωστόσο, την υποβολή εκ μέρους του πρωτοφειλέτη εμπρόθεσμης αίτησης υπαγωγής της οφειλής του στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν.2912/2001, όπως αυτός εδικαιούτο, δοθέντος ότι και το ποσό της πραγματικής οφειλής του αναιρεσίβλητου, μετά ταύτα, υπολείπονταν αυτού σε σχέση με το οποίο επισπεύστηκε η ως άνω αναγκαστική εκτέλεση, προκλήθηκε στον τελευταίο(αανιρεσίβλητο) περιουσιακή βλάβη, ύψους 14.527,69 ευρώ, ποσό το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει χωρίς να το οφείλει, καθώς και ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας το ύψος καθόρισε στο εύλογο ποσό των 1.000 ευρώ, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, κάποιο κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα κάποιο κανόνα από τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 Ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 Ν.2912/2001, σε συνδυασμό με άρθρο 39 Ν.3259/2004,με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγονταν στις εν λόγω διατάξεις.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτιώμενος το Εφετείο ότι παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 Ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 Ν.2912/2001, σε συνδυασμό με άρθρο 39 Ν.3259/2004, είναι αβάσιμα.
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), ή οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου(ΑΠ 701/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1150/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β'ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όπως, αντίστοιχα, αναφέρει:
με τον δεύτερο(2ο) μεν λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη του τη φύση μέρους της οφειλής του αναιρεσίβλητου και ότι ο υπολογισμός στον οποίο προέβη για να ορίσει το ύψος της οφειλής του τελευταίου, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των επικαλούμενων διατάξεων των άρθρων 30 Ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 42 Ν.2912/2001, σε συνδυασμό με άρθρο 39 Ν.3259/2004, δεν αφορά σε κεφάλαιο όπως διαμορφώθηκε μετά από εκτοκισμό, αλλά περιλαμβάνει έξοδα του αναιρεσείοντος πιστωτικού συνεταιρισμού, προκειμένου να προβεί στην έκδοση της διαταγής πληρωμής και στην επίδοση των Α' και Β' επιταγών πληρωμής, καθώς και τη δικαστική δαπάνη που του επιδικάστηκε από το δικαστή που εξέδωσε την αναφερόμενη διαταγή πληρωμής, και τα οποία δε θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στον ανωτέρω υπολογισμό, με τον τρίτο (3ο) δε λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που προέβαλε, επικουρικώς, προς απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου, και δη του αγωγικού του αιτήματος να του επιδικαστεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του.
Αμφότεροι δε οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, και τούτο διότι ο μεν ως άνω δεύτερος λόγος δεν αφορά "πράγματα", αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς, που αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα, που αντλούνται από την κατά τον αναιρεσείοντα αποδιδόμενη(εσφαλμένη) ερμηνεία των προαναφερθέντων κανόνων δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν, ο δε τρίτος λόγος δεν ιδρύεται εκ του αριθμού 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη την προταθείσα ως άνω ένσταση και την απέρριψε ως μη νόμιμη (βλ. εμπρόσθια όψη 7ου φύλλου προσβαλλομένης), διαλαμβάνοντας επί λέξει τα εξής: "... Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του, διότι δεν είχε υποβάλλει αίτηση ρύθμισης της οφειλής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος αφού δεν συνέτρεχε οποιαδήποτε σχετική υποχρέωση του ενάγοντος...".
Σε κάθε, όμως, περίπτωση και καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί και εξ αυτής της αιτίας τυγχάνουν απαράδεκτοι.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 05.10.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 224/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ