Supreme Court dismisses appeal for non-justification of facts and improper consideration of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's final judgment in a civil dispute regarding unjust enrichment. The appellant argued the lower court erred by failing to consider specific facts and evidence submitted by both parties. The court rejected these claims as vague and unsupported, noting the lower court had explicitly rejected the appellant's arguments based on proven facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging the lower court failed to consider submitted facts or improperly considered opposing evidence must be specific and substantiated, otherwise it is inadmissible and unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1256 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Λακωνίας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Ρουσσόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.10.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2016 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26.10.2016 αίτησή του και τους από 16.12.2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 26.10.2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 16.12.2016 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 111/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, δεχόμενο την από 22.02.2011 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 2/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε απορρίψει την από 11.10.2007 αγωγή της εναντίον του αναιρεσείοντα, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε να δικάσει την ως άνω αγωγή, δέχτηκε αυτή ως προς την επικουρική περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα αναιρεσίβλητη το ποσό των 22.000 ευρώ νομιμοτόκως από την 25.09.2007 μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αίτηση της αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστη της, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από λήπτη, που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό ούτε σε νόμιμη υποχρέωση ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί, μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΟλΑΠ 22/2003).
Στην τελευταία περίπτωση, όταν δηλαδή η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ χωρίς να είναι αναγκαία στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκούμενων αξιώσεων από αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις), όπως η έλλειψη στοιχείων της αδικοπραξίας, θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη, και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1468/2010).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικό περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 766/2017).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Παράλληλα, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και στις περιπτώσεις, όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί μέσο διασφάλισης τήρησης του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακρόασης (ΟλΑΠ 13/1995).
Ως «πράγματα» κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005). Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, για την υποβολή του οποίου νομιμοποιείται μόνο ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικός του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο τη ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 367/2009), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος από τη λήψη υπόψη ισχυρισμού μη προταθέντος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως σε αυτό (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1647/2005).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την 2/2011 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κατά παραδοχή της από 22.02.2011 Έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια περί αδικοπραξίας (απάτη – υπεξαίρεση) βάση της ένδικης αγωγής της, ερευνώντας στη συνέχεια αυτή ως προς την επικουρική περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, την οποία έκρινε νόμιμη, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
«| Δυνάμει των υπ’ αριθμ. 374/2006 και 19/2007 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης χορηγήθηκαν στον εναγόμενο τα υπ’ αριθμ. 2 και 3/2007 πιστοποιητικά (κληρονομητήρια) του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σπάρτης, τα οποία πιστοποιούν, ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος, την 27.05.1993, πατρός του, Ν. Κ. του Θ., και του αποβιώσαντος, την 17.09.2006, αδελφού του, Γ. Κ. του Ν., κατά τα αναφερόμενα σε αυτά ποσοστά. Κατόπιν σχετικής αιτήσεως του εναγομένου, στα πλαίσια έρευνας των περιουσιακών στοιχείων των ανωτέρω αποβιωσάντων, η ενάγουσα τραπεζική εταιρία του κοινοποίησε την …/27-3-2007 συστημένη εμπιστευτική επιστολή της, με την οποία τον ενημέρωσε, ότι στο κεντρικό της κατάστημα τηρούνται:
(α) ο υπ’ αριθμ. ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον εναγόμενο και τον θανόντα πατέρα του και
(β) ο υπ’ αριθμ. ... κοινός λογαριασμός ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον εναγόμενο, τον θανόντα πατέρα του και τρίτο πρόσωπο.
Στη συνέχεια, ο εναγόμενος, που κατά το έτος 2007 ήταν κάτοικος ... ΗΠΑ, εξουσιοδότησε την Ε. Κ. να προβεί σε ανάληψη ποσών από τους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς. Πράγματι, την 23.07.2007, η τελευταία εμφανίστηκε στο κατάστημα της ενάγουσας στη Σπάρτη και προέβη στην ανάληψη του ποσού των 11.300 ευρώ από τον υπ’ αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό και του ποσού των 10.700 ευρώ από τον υπ’ αριθμ. ... κοινό λογαριασμό. Πλην, όμως, έπειτα από λεπτομερή έλεγχο των στοιχείων των δικαιούχων των ως άνω λογαριασμών εκ μέρους της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας, προέκυψε, ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι αυτών ήταν άλλα πρόσωπα με το ίδιο ονοματεπώνυμο με τον εναγόμενο και τον θανόντα πατέρα του, ήτοι Ν.
Κ. του Θ. και Θ. Κ. του Ν.. Για το λόγο αυτό, κατ’ αρχήν προφορικά και ακολούθως εγγράφως, την 25.09.2007, ο εναγόμενος ενημερώθηκε από την ενάγουσα, ότι τα ανωτέρω ποσά του καταβλήθηκαν εκ παραδρομής και κλήθηκε να τα επιστρέψει εντός διαστήματος τριών ημερών. Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτός της ενάγουσας, επιδόθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο του εναγομένου, Ε.
Ι., την 02.10.2007, η με ίδια ημερομηνία εξώδικη πρόσκληση με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο. Από την υπ’ αριθμ 124/28-9-2007 επιστολή εσωτερικής χρήσεως του καταστήματος Σπάρτης της ενάγουσας προς τη Δ/νση Καταστημάτων Πελοποννήσου, Δ. Ελλάδας και Ιονίων Νήσων αποδεικνύεται, ότι η ενάγουσα προέβη σε επανέλεγχο των στοιχείων των δικαιούχων των επίδικων λογαριασμών έπειτα από πληροφόρηση της μητέρας του εναγομένου, ότι απ’ όσο γνώριζε η ίδια, δεν υπήρχαν στην ενάγουσα λογαριασμοί ταμιευτηρίου των θανόντων συζύγου και υιού της.
Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία 21.10.1986 κάρτα ανοίγματος του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού (κοινού) ταμιευτηρίου της (τότε) Τραπέζης Πίστεως, αλλά και από την με ημερομηνία 27.01.1993 κάρτα ανοίγματος του υπ’ αριθμ. ... λογαριασμού (κοινού) ταμιευτηρίου, ως πρώτος δικαιούχος αυτών αναφέρεται ο Θ.
Κ. του Ν., ο οποίος μόνος τότε υπέγραψε για το άνοιγμα αυτών, δηλώνοντας ως συνδικαιούχους τους Ν. Κ. του Θ. και την ανήλικη τότε Α. Κ. του Ν.. Επομένως, εάν ο εναγόμενος ήταν όντως δικαιούχος των λογαριασμών αυτών και το πρόσωπο εκείνο, που προέβη στο άνοιγμα τους, θα γνώριζε την ύπαρξη τους, θα είχε στην κατοχή του τα σχετικά βιβλιάρια καταθέσεων και δεν θα υπέβαλε την άνω αίτηση του στο κατάστημα Σπάρτης, όπου είναι η κατοικία αυτού και του αποθανόντος πατρός του, αλλά θα την υπέβαλε στο κεντρικό κατάστημα της ενάγουσας στην Αθήνα, όπου είχαν ανοιχθεί οι επίμαχοι λογαριασμοί.
Το ότι δικαιούχος των λογαριασμών αυτών δεν είναι ο εναγόμενος, αλλά άλλο (τρίτο) φυσικό πρόσωπο, που είναι συνονόματος του, αποδεικνύεται και από το δείγμα υπογραφής, που έχει τεθεί σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι την 21.10.1986 και 27.01.1993, κατά το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών από τον πραγματικό δικαιούχο σε σύγκριση με την υπογραφή, που έθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος και δεν αμφισβητήθηκε απ’ αυτόν, κατά την παραλαβή της από 25.09.2007 επιστολής της τραπέζης από το κατάστημα στη Σπάρτη.
Η απλή αντιπαραβολή των δύο υπογραφών αποδεικνύει, ότι ο υπογράφων το άνοιγμα των δύο επίμαχων λογαριασμών στο κατάστημα της ενάγουσας στην Αθήνα είναι άλλο πρόσωπο από τον εναγόμενο. Επιπρόσθετα, κατά το άνοιγμα των λογαριασμών ο πραγματικός δικαιούχος Θ. Κ. του Ν. δήλωσε ως διεύθυνση κατοικίας του την οδό ...
αρ. … στην Αθήνα και αριθμό τηλεφώνου ..., ενώ αφενός μεν ο εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι στην ως άνω διεύθυνση δεν έμεινε ούτε ο ίδιος, ούτε ο πατέρας του, αφετέρου δε ο άνω δηλωθείς αριθμός τηλεφώνου ανήκει το έτος 2012 σε πρόσωπο με το όνομα «Κ. Γ. Θ.». Ακόμα, αποδεικνύεται από την κίνηση των επίμαχων λογαριασμών, την 10.10.2007 το κατάστημα Σπάρτης της ενάγουσας εταιρίας, μετά την αποκάλυψη του άνω εκ παραδρομής σφάλματος και της αρνήσεως του εναγομένου να επιστρέψει εκουσίως τα άνω ποσά, προέβη σε αποκατάσταση των άνω λογαριασμών καταβάλλοντος τα αντίστοιχα ποσά των 10.700 ευρώ και 11.300 ευρώ.
Ο πραγματικός δε δικαιούχος των άνω λογαριασμών, Ν. Κ. του Θ., με αριθμό ελληνικού διαβατηρίου ..., που φέρει το ίδιο ονοματεπώνυμο και όνομα πατρός με τον αποβιώσαντα, την 27.05.1993, πατέρα του εναγόμενου, ανέλαβε τα άνω ποσά με την προσκόμιση των σχετικών βιβλιαρίων καταθέσεων, κλείνοντας στις 31.07.2009 τους λογαριασμούς αυτούς.
Επομένως, αφού ο εναγόμενος, αλλά και ο αποβιώσας πατέρας του δεν ήταν δικαιούχοι των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών, αυτός εισπράττοντας το ανωτέρω ποσό των λογαριασμών αυτών κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία και δη αχρεωστήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας και επομένως ο πλουτισμός αυτός του εναγομένου είναι αποδοτέος στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την 25.09.2007, οπότε ο εναγόμενος έμαθε την ανυπαρξία του χρέους.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, η κρινόμενη αγωγή ως προς την επικουρική της βάση να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 25.09.2007 μέχρι εξοφλήσεως».
[IV] Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντα, διαλαμβάνονται στα δικόγραφα της κρινόμενης αίτησής του και των πρόσθετων λόγων αυτής, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, που επικαλείται ο τελευταίος (αναιρεσείων), ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής, κατά την επικουρική από αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών του αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ που ορθά εφάρμοσε.
Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες ούτε περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει, χωρίς όμως, να προσδιορίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, όπως συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά τα σκέλη που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αλλά ούτε στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή τους στοιχεία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή του αναιρεσείοντα, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Ωσαύτως, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, όπως συμπληρώθηκαν με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά τα σκέλη που ο αναιρεσείων, υπό την επίκλησή του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: (α) «εσφαλμένως δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν» από τον ίδιο «και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης» και β) «εσφαλμένα έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αντίδικο και χωρίς ουδεμία αιτιολογία», είναι προεχόντως απαράδεκτοι, στην πρώτη περίπτωση λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποια ήταν τα «πράγματα», που παρά το νόμο το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά από τον ίδιο και στη δεύτερη περίπτωση, ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζει τα προταθέντα από την αντίδικό του «πράγματα», που εσφαλμένα έλαβε υπόψη του το Εφετείο, η επικαλούμενη αιτίαση δεν στοιχειοθετεί την προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β' του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τα προταθέντα από τον ίδιο «πράγματα», που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι και αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη του τους προταθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, αλλά τους απέρριψε ρητώς και «εκ των πραγμάτων» ως αβάσιμους, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα, προς εκείνα, που υποστηρίζει για τη θεμελίωσή τους ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
[V] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 45/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 26.10.2016 αίτηση με τους από 16.12.2016 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 111/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει την από 26.10.2016 αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 111/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να
είναι τοποθετημένα στο
Δικαστήριο τούτο λόγω
συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ