Legislator Case Law & Legislation
1256/2020 AI generated

1256/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1256/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1256/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1256 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1256/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Θ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο - Ελευθέριο Γκολέμη.

Της αναιρεσίβλητης Β. Κ. του Γ., ατομικά για τον εαυτό της και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Α. και Σ. Μ. του Θ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Μελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-7-2014 και 29-8-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών, που αφορούν τη διατροφή και επιμέλεια τέκνων, υπ' αριθ. 72/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε την έφεση του ενάγοντος- εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 224/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία αφενός είχε γίνει εν μέρει δεκτή αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για επιδίκαση διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και αφετέρου είχε απορριφθεί η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με το ίδιο αίτημα. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996, 70/2008, 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002, 1021/2002, 105/2005, 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986, 1011/1994).

Εάν δε ο ισχυρισμός συνιστά όψιμη ένσταση και τον προβάλλει ο εκκαλών γα πρώτη φορά στο Εφετείο κατά το άρθρο 527 αριθ. 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός πρέπει να προβληθεί με την έφεση ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, 567/1996).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 περ. ζ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της έφεσης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 111 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα και 20 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων στις ειδικές διαδικασίες ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης και την επίδοσή τους στον εφεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της επίδοσής του πριν από την ανωτέρω προθεσμία, επάγεται το απαράδεκτο αυτών λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Εξάλλου, το άρθρο ένατο του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου, με τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις", ορίζει στη μεν παρ.2 ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 έως 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, στη δε παρ.4 ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 12 του ΕισΝ ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα που είχαν ασκηθεί κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του εδαφίου β' της παρ.1 του άρθρου 24 του ΕισΝ ΚΠολΔ, αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία η εγκυρότητα διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η άσκηση προσθέτων λόγων έφεσης, κρίνεται με βάση το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτής.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, μετά την 1-1-2016, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης στις ειδικές διαδικασίες ασκούνται μόνο με ίδιο δικόγραφο, που κατατίθεται και επιδίδεται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης και όχι με τις προτάσεις, όπως επιτρεπόταν ειδικά επί των εργατικών διαφορών κατά την καταργηθείσα από 1-1-2016 διάταξη του άρθρου 674 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία, κατά το καταργηθέν, επίσης, άρθρο 681 Β ΚΠολΔ, εφαρμοζόταν και στη διαδικασία των διαφορών επί διαφορών διατροφής μεταξύ γονέων και τέκνων (ΑΠ 1252/2018, ΑΠ 613/2019).

Εν προκειμένω, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο είχε επικαλεστεί και προσκομίσει το πρώτον με τις 12-2-2018 υποβληθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προς απόδειξη του κρίσιμου όψιμου ισχυρισμού του, που πρόβαλε για πρώτη φορά με τις προτάσεις του στο Εφετείο, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από 1-8-2016 και εντεύθεν απασχολείτο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως καθαρίστρια, με μηνιαίες αποδοχές 808 ευρώ και επομένως έπρεπε και οι τα έσοδά της αυτά να συνυπολογιστούν στις οικονομικές δυνατότητές της για τον προσδιορισμό της αναλογίας της διατροφής των κοινών τέκνων τους που τη βάρυνε.

Προς απόδειξη δε του όψιμου αυτού ισχυρισμού επικαλέσθηκε και προσκόμισε την από 17-10-2017 βεβαίωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", το οποίο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ερευνώμενο λόγο, δεν έλαβε υπόψη. Ωστόσο, ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, διότι το ως άνω έγγραφο δεν ήταν πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης και συγκεκριμένα της ως άνω όψιμης ενστάσεως, αφού η ένσταση αυτή παραδεκτά μεν μπορούσε να προβληθεί ως όψιμη στο δεύτερο βαθμό, πλην όμως μόνο με λόγο της εφέσεως ή με δικόγραφο πρόσθετων λόγων, προβληθείσα δε με τις προτάσεις ήταν απαράδεκτος.

Και τούτο διότι προτάσεις εν προκειμένω δεν μπορούσαν να εκτιμηθούν ως πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, δεδομένου ότι για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1.1.2016 εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 περ. ζ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά το οποίο πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται με ποινή απαραδέκτου με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνονται και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της έφεσης.

Εφόσον λοιπόν ο ως άνω ισχυρισμός, στην αποδεικτική υποστήριξη του οποίου κατέτεινε το ανωτέρω έγγραφο, προτάθηκε απαράδεκτα, δεν είναι κρίσιμος και λυσιτελής και γι' αυτό δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προπαρατίθεται.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω της συγγενικής σχέσης αυτών ως εξ αίματος πρώτου βαθμού (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση του Θ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 72/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ