Supreme Court annuls appeal court decision due to failure to consider valid appeal grounds regarding rent cap validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's decision on appeal because it failed to consider a valid ground raised by the appellant regarding the validity of the rent cap. The appellant argued that the initial lease agreement was void due to duress, while the opposing party contended the rent cap was a separate, valid agreement. The court ruled that ignoring this fundamental legal argument necessitated the annulment of the entire judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure: When an appeal ground is valid and strikes the validity of the judgment, the entire decision must be annulled and the case remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1256 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαναγιώτου και Λουκά Μεϊδάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Π. του Π. και 2) Δ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Οικονομίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2593/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2018 αίτησή του και τους από 1-3-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2593/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού δίκασε την από 20-5-2015 έφεση του εκκαλούντος Β. Τ. κατά της υπ' αριθμ. 439/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ., δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία.
Η προσβαλλόμενη 2593/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 16-3-2011 και υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 50591/1580/2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσείβλητων εξέθετε ότι με βάση το από 16.2.2004 μισθωτήριο συμφωνητικό, οι εναγόμενοι του εκμίσθωσαν από κοινού, ισόγειο κατάστημα, καθώς και τους πρώτο και δεύτερο ορόφους που βρίσκονται στη ...
και στη συμβολή της ..., αριθμός .... με την οδό ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από αυτόν ως κατάστημα εμπορίας ετοίμων ενδυμάτων και συναφών ειδών, η διάρκεια δε της μισθώσεως αυτής ορίσθηκε δωδεκαετής, από 1.3.2004 μέχρι 28.3.2016, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 13.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες (2%) το οποίο, σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως.
Παράλληλα ανέφερε ο ενάγων, ότι ενώ κατέβαλε στους εναγομένους αφενός μεν το ποσό των 235.000 ευρώ για την άϋλη εμπορική αξία ("αέρα") του μισθίου ακινήτου, αφετέρου δε δαπάνησε το ποσό των 200.000 ευρώ για την ανακαίνισή του, οι τελευταίοι, με την απειλή ότι δεν θα του εκμισθώσουν τούτο, τον ανάγκασαν να υπογράψει τέσσερα μεταχρονολογημένα ιδιωτικά συμφωνητικά με ημερομηνίες 28.2.2004, 31.5.2004, 31.8.2004 και 30.11.2004 αντίστοιχα, με τα οποία τροποποιούνταν το ως άνω από 16.2.2004 μισθωτήριο ως προς το ύψος του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, από 4.000 ευρώ, στο ποσό των 20.000 ευρώ, με σκοπό, σε περίπτωση άρνησής του να καταβάλλει το πράγματι συμφωνημένο μίσθωμα των 13.000 ευρώ, να καταθέσουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
τα προαναφερόμενα ιδιωτικά συμφωνητικά και να απαιτήσουν το αναγραφόμενο σ' αυτά μίσθωμα των 13.000 ευρώ. Στη συνέχεια εξέθετε ο ίδιος, ότι κατέβαλε το μίσθωμα των 13.000 ευρώ μέχρι τον Φεβρουάριο του έτους 2005, οπότε υποχρεώθηκε εκ νέου από τους εναγομένους να προβεί στην υπογραφή νέων μεταχρονολογημένων ιδιωτικών συμφωνητικών με ημερομηνίες 28.2.2005, 31.5.2005, 31.8.2005 και 30.11.2005 με τα οποία τροποποιούνταν το αρχικό συμφωνητικό μισθώσεων ως προς το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, αναπροσαρμοζόμενο στο ποσό των 21.100 ευρώ και ότι ενώ μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005 κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσό των 13.867 ευρώ, οι εναγόμενοι κατέθεσαν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
το ως άνω από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και απαίτησαν την καταβολή μισθώματος ποσού 21.100 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου και συνολικά το ποσό των 21.859 ευρώ, ποσό που ο ενάγων προκειμένου να μην αποβληθεί από το μίσθιο κατά την περίοδο των εορτών των Χριστουγέννων αναγκάσθηκε να καταβάλλει για τους μήνες Δεκέμβριο 2005, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2006, καθώς και το ποσό των 34.200 ευρώ για αναπροσαρμογή της εγγυοδοσίας.
Επικαλέσθηκε επίσης ο ενάγων, ότι επί της από 8.6.2008 αγωγής που άσκησε αυτός κατά των εναγομένων, εκδόθηκε, αρχικά, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών η 1211/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως εικονική, η περιεχόμενη στην από 16.2.2004 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, επιμέρους συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή υποκρύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%) και σε κάθε περίπτωση μη δυνάμενο να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως, επιπλέον δε ότι το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου 3,6% επί του καταβαλλομένου μισθώματος θα βαρύνει τον μισθωτή.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, κάνοντας μνεία ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της ως άνω αποφάσεως εκ μέρους των εναγομένων - εκμισθωτών απορρίφθηκε με την τελεσίδικη 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά ότι ο ίδιος μέχρι και το μήνα Ιανουάριο του έτους 2011 "αναγκαστικά και υπό την πίεση και απειλή εξώσεως...και μέχρι να κριθεί η αγωγή...τελεσίδικα...", κατέβαλε στους εναγομένους "το μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές παρανόμως και αντισυμβατικώς αιτούμενο από εκείνους ποσό των (28.212) ευρώ...", ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του καταβάλλουν συμμέτρως ο καθένας:
α) το ποσό των 585.064,36 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορά μισθωμάτων που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, δηλαδή επί πλέον του συμφωνηθέντος μισθώματος από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, με το νόμιμο τόκο για κάθε μισθωτικό μήνα από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθώματος, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της από 28.11.2011 σχετικής με το ζήτημα αυτό εξώδικης δηλώσεώς του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 12.216,14 ευρώ, για διαφορές εγγυήσεων νομιμοτόκως από τότε που καταβλήθηκε η κάθε ετήσια αναπροσαρμογή της εγγυήσεως, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω από 28.11.2011 εξώδικης δήλωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. Κ.Πολ.Δικ., η 439/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση ο αναιρεσείων και ζητούσε για τους λόγους που ανέφερε, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Επί αυτής της εφέσεως μετά τη συζήτησή της, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 2593/2017 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτή ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση". Από τη διάταξη αυτή συνδυαζομένη και με τη διάταξη του άρθρ. 111 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων απαιτείται κατά νόμο η εις την προδικασία, ελλείψει της οποίας πάσα εισαχθείσα αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, αναγομένη επίδοση του δικογράφου αυτών προ της αυτής προθεσμίας, ήτοι των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της αναιρέσεως, που έχει αρχικώς ορισθεί σε κάθε περίπτωση (Ολ.ΑΠ 143/1984, ΑΠ 131/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ασκήθηκαν την 1-3-2019 και το δικόγραφο αυτών επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους την 1-3-2019 (βλ. προσκομιζόμενες με αριθμ. ...97Β'/1-3-2019 και ....98Β'/1-3-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Α., ήτοι η άσκηση και η επίδοση αυτών πραγματοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω για να εξετασθούν αν είναι βάσιμοι κατ' ουσία.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.(ΑΠ 465/2015) Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστη την υπό κρίση από 16/03/2011 αγωγή, η οποία έχει μόνο μία βάση και ένα μόνο αίτημα, δηλαδή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδώσουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω μερικής ακυρότητας, της από 16/02/2004 συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως ως εικονικής "μόνο ως προς το ύψος του μισθώματος, έγκυρης δε ως προς το ποσό των 13.000,00 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της δωδεκαετούς μίσθωσης, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ετησίως, δηλ.
κάθε επόμενο έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, δηλ. του προηγούμενου έτους, προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%) και σε κάθε περίπτωση τούτο (το ποσοστό αναπροσαρμογής)... επί του καταβαλλόμενου μισθώματος θα βαρύνει τον μισθωτή". Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει όπως αναφέρθηκε και παραπάνω ότι το Εφετείο δέχθηκε εν προκειμένω ότι στην επίδικη αγωγή "σωρεύονται δύο νομικές βάσεις, κύρια και επικουρική, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ., 150, 151, 178 Α.Κ.), αφού ο ενάγων και πάλι έκανε λόγο για κατάρτιση της από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης μισθώσεως υπό το κράτος απειλών και εξαναγκασμού τούτου και η δεύτερη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.)... Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν όφειλε να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που προέρχεται από την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί της αναγνώρισης της εικονικότητας του όρου της αρχικής από 16.2.2004 σύμβασης μισθώσεως για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και της διαπίστωσης ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, αφετέρου δε ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής το στηριζόμενο στις διατάξεις περί ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής (άρθρα 138, 174, 180 Α.Κ.) τις οποίες και επικαλείται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, και μη έχοντες έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη.
Τούτο δε, διότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η καταβολή των ως άνω μισθωμάτων δεν γινόταν με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση, της οποίας ο όρος περί συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, κρίθηκε εικονικός και άκυρος, αλλά με βάση την από 30.11.2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα".
Όπως, προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του αποδώσουν τον αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω της μερικής ακυρότητας της από 16/02/2004 συμβάσεως της υπό κρίση εμπορικής μίσθωσης ως εικονικής μόνο ως προς το ύψος του μισθώματος είναι αβάσιμο και απορριπτέο, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, και μη έχον έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη.
Τούτο δε, διότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η καταβολή των ως άνω μισθωμάτων δεν γινόταν με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση, της οποίας ο όρος περί συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, κρίθηκε εικονικός και άκυρος, αλλά με βάση την από 30.11.2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο το συγκεκριμένο αίτημα, αλλά αντίθετα επιλήφθηκε του πιο πάνω αιτήματος στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και, στη συνέχεια, το απέρριψε στο διατακτικό της με την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια αυτής της διάταξης ως "πράγματα", θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1999).
Ο ως άνω λόγος προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2 και 12/2000 ΑΠ 431/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 279/2015).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δηλαδή), όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Η κρινόμενη αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (439/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ως απαράδεκτη λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Κατά της άνω απόφασης ασκήθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα η από 20-5-2015 έφεση, με την οποία ο τελευταίος παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής του.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε στο σύνολό της την έφεση επικυρώνοντας έτσι την πρωτοβάθμια απόφαση. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης για λήψη υπόψη από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν με την κρινόμενη αγωγή και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι στην ένδικη αγωγή σωρεύονται δύο νομικές βάσεις κύρια και επικουρική, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ., 150, 151, 178 Α.Κ.), αφού ο ενάγων και πάλι έκανε λόγο για κατάρτιση της από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης μισθώσεως υπό το κράτος απειλών και εξαναγκασμού τούτου και η δεύτερη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.), τις οποίες απέρριψε με το αιτιολογικό ότι το αίτημα περί ακυρώσεως του ως άνω από 30.11.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, έχει απορριφθεί τελεσίδικα και έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την με αριθμ. 6316/2010 τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτεπαγγέλτως, ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της εν λόγω απόφασης και για τον ίδιο λόγο, της ύπαρξης δηλαδή του δεδικασμένου απέρριψε και την επικουρική βάση τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ η ιστορική βάση της αγωγής, δεν στηριζόταν στις εν λόγω διατάξεις, αλλά θεμελιώνονταν στο γεγονός ότι είναι άκυρη ως εικονική η από 16-2-2014 σύμβαση μίσθωσης μόνο ως προς το ύψος του μισθώματος, κατά τα λοιπά δε έγκυρη, τούτο δε αποδεικνύεται από το αμάχητο τεκμήριο που προκύπτει από τη με αριθμ. 1211/2008 τελεσίδικη και αμετάκλητη απόφαση και συνεπώς η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "...Από τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, καθίσταται σαφές, ότι ο ενάγων, με την αρχική από 8.2.2006 αγωγή του έβαλε κατά της εγκυρότητας τόσο της περιεχόμενης στην από 12.6.2004 σύμβαση μίσθωσης συμφωνίας περί καταβολής μηνιαίου μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι αυτή είναι άκυρη ως εικονική, όσο και κατά της εγκυρότητας της μεταγενέστερης από 30.11.2005 τροποποιητικής συμφωνίας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα ποσού 21.100 ευρώ για το μέχρι 28.2. 2006 χρονικό διάστημα, ζητώντας την ακύρωσή της ως παράνομης, λόγω του ότι καταρτίσθηκε υπό το κράτος απειλών (άρθρα 150, 151 Α.Κ.), επικουρικά δε λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη (άρθρ. 178 Α.Κ.).
Όπως όμως ήδη εκτέθηκε, η ως άνω 1211/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε μόνο το αίτημα περί αναγνωρίσεως ως εικονικής της περιεχόμενης στην από 12.6.2004 σύμβαση μίσθωσης συμφωνίας περί καταβολής μηνιαίου μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμα τα λοιπά αιτήματα και κυρίως, όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το αίτημα περί ακύρωσης της από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης και καταβολής ως αποζημίωσης της διαφοράς μεταξύ του ποσού των μισθωμάτων που είχε καταβάλλει ο ενάγων για τέσσερεις (4) μήνες, με βάση την εν λόγω τροποποιητική σύμβαση, και εκείνου, που, κατά τους ισχυρισμούς του, θα έπρεπε να καταβάλλει με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση.
Κατά της αποφάσεως αυτής (1211/2008) ασκήθηκε έφεση μόνο από τους εναγομένους, η οποία και απορρίφθηκε με την 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελεσίδικη αυτή απόφαση, ερεύνησε όπως όφειλε, κατά νομική επιταγή, μόνο το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της εφέσεως των εναγομένων, εντός των ορίων που καθορίζονταν από αυτήν, δηλαδή μόνο το ζήτημα της εικονικότητας ή μη της ως άνω μισθωτικής συμφωνίας, ως προς τον όρο της περί του καθοριζόμενου ύψους του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ ουδόλως ασχολήθηκε με τις προαναφερόμενες απορριπτικές διατάξεις της 1211/2008 πρωτόδικης απόφασης, αφού οι εναγόμενοι, ως νικήσαντες διάδικοι σχετικά με αυτές, δεν είχαν έννομο συμφέρον για την προσβολή τους και δεν τις πρόσβαλλαν.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως κατά των διατάξεων αυτών, με τις οποίες απορρίφθηκαν τα προαναφερόμενα αιτήματα (κύρια και επικουρικά) της από 8.2.2006 αγωγής του ενάγοντος, είχε μόνο ο τελευταίος, αλλά δεν το έπραξε, οπότε, η 1211/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτές τις απορριπτικές της διατάξεις, με τις οποίες απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, και το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταγενέστερης από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, με την οποία καθορίσθηκε ως καταβαλλόμενο μίσθωμα εκείνο των 21.100 ευρώ, αλλά και το αίτημα περί καταβολής διαφορών μισθωμάτων, κατά τα προαναφερόμενα.
Η ως άνω 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 31.12.2010, μέχρι τότε δε ο ενάγων εξακολουθούσε να καταβάλλει ως μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου το ποσό των 21.100 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου και με τις ανάλογες προσαυξήσεις, όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με το από 30.5.2011 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε κατατεθεί νομίμως στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στις 8.12.2005.
Στη συνέχεια ο ενάγων, μετά τη δημοσίευση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, άσκησε την από 16.3.2011 προκειμένη αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη 439/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Με την αγωγή αυτή, όπως ήδη εκτέθηκε, ο ενάγων ανέφερε τα ίδια πραγματικά περιστατικά όπως και στην προηγούμενη από 8.2.2006 αγωγή του, δηλαδή ότι αναγκαστικά και υπό το κράτος απειλών εξώσεως και μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η προηγούμενη αγωγή του, συνέχισε να καταβάλλει στους εναγομένους το ως άνω μίσθωμα των 21.100 ευρώ, το οποίο, μετά από παράνομες και αντισυμβατικές προσαυξήσεις, όπως ο ίδιος τις χαρακτηρίζει, είχε ανέλθει στο ποσό των 28.812 ευρώ και επεδίωκε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν τις διαφορές μισθωμάτων και εγγυήσεως που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως.
Από τα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή περιστατικά, προκύπτει ότι σ' αυτήν σωρεύονται δύο νομικές βάσεις, κύρια και επικουρική, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ., 150, 151, 178 Α.Κ.), αφού ο ενάγων και πάλι έκανε λόγο για κατάρτιση της από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης μισθώσεως υπό το κράτος απειλών και εξαναγκασμού τούτου και η δεύτερη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.). Δεν υπήρχε όμως δυνατότητα να ακολουθήσει από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έρευνα της βασιμότητας της ως άνω από 16.3.2011 αγωγής του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κύριο αίτημα αυτής στηρίζονταν στην προϋπόθεση ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με βάση το οποίο κατέβαλε ο ενάγων το εκεί καθοριζόμενο μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαναγκασμού λόγω των προαναφερόμενων σοβαρών απειλών εκ μέρους των εναγομένων.
Αφού όμως το αίτημα αυτό περί ακυρώσεως του ως άνω από 30.11.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, έχει απορριφθεί τελεσίδικα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν προϊόν απειλής, ούτε αντίθετο με τα χρηστά ήθη, ζήτημα το οποίο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων και με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων και να καταστεί αντικείμενο της παρούσας νέας δίκης, η ακυρότητα ή μη τούτου, δηλαδή το θέμα που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να δικαιούται ο ενάγων να λάβει ως αποζημίωση τις διαφορές μεταξύ των μισθωμάτων που κατέβαλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που θα κατέβαλε με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αυτεπαγγέλτως, όπως είχε δικαίωμα, ότι δεσμεύεται από το δεδικασμένο της 6316/2010 τελεσίδικης αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους ο ενάγων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Είναι προφανές, ότι, για τον ίδιο λόγο, της ύπαρξης δηλαδή του δεδικασμένου σχετικά με τα προαναφερόμενα ζητήματα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε στο σύνολό της την σχετική αγωγή, απέρριψε σιγή, δηλαδή χωρίς αιτιολογία και την επικουρική βάση τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Στην κρίση αυτή άγεται το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι και την βάση αυτή της αγωγής εμποδιζόταν να ερευνήσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λόγω της ύπαρξης του ανωτέρω δεδικασμένου, αφού, για να κριθεί αν οι εναγόμενοι κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι με ζημία του ενάγοντος, θα έπρεπε πρωτίστως να ερευνηθεί η προϋπόθεση της μη ύπαρξης νόμιμης αιτίας προς τούτο, δηλαδή να ερευνηθεί αν η από 30.11.2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, με βάση την οποία καταβλήθηκαν τα αγωγικά μισθώματα, ήταν μη νόμιμη, παράνομη, ανήθικη κλπ., πλην όμως αυτή ουδέποτε αναγνωρίσθηκε άκυρη, οπότε δεν μπορούσε να γίνει λόγος για άνευ νομίμου αιτίας, αχρεωστήτως καταβαλλόμενο μεγαλύτερο ποσό μισθώματος.
Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν όφειλε να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που προέρχεται από την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί της αναγνώρισης της εικονικότητας του όρου της αρχικής από 16.2.2004 σύμβασης μισθώσεως για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και της διαπίστωσης ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, αφετέρου δε ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του το στηριζόμενο στις διατάξεις περί ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής (άρθρα 138, 174, 180 Α.Κ.) τις οποίες και επικαλείται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, και μη έχοντες έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη.
Τούτο δε, διότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η καταβολή των ως άνω μισθωμάτων δεν γινόταν με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση, της οποίας ο όρος περί συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, κρίθηκε εικονικός και άκυρος, αλλά με βάση την από 30.11.2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι ο ενάγων στην ένδικη έφεσή του αναφέρεται περί "παραμορφώσεως" από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τόσο των αιτημάτων της αγωγής του όσο και του περιεχομένου της ως άνω 6311/2010 τελεσίδικης αποφάσεως, κάνοντας μνεία άλλοτε για σώρευση αγωγών και άλλοτε για την ύπαρξη ενός και μόνο αιτήματος της αγωγής του, εκείνο του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Όπως ήδη κρίθηκε, η αγωγή, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της, στηρίζονταν σε δύο νομικές βάσεις, κύρια και επικουρική, την πρώτη από τις οποίες απέρριψε ως απαράδεκτη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως απέρριψε και σιγή, χωρίς αιτιολογία και την επικουρική βάση, δεδομένου ότι η απορριπτική αιτιολογία ως απαράδεκτης της κύριας βάσης της αγωγής, ταυτιζόταν απολύτως με την απορριπτική αιτιολογία και της επικουρικής βάσης αυτής, λόγω της ύπαρξης του ίδιου δεδικασμένου.
Συνεπώς, αφού ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν θα εξαφανισθεί, αλλά θα συμπληρωθεί η εκκαλουμένη απόφαση με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δικ.)".
Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής με βάση το οποίο εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αρχικά ιστορεί τη διαδρομή της σύμβασης μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των αναιρεσειβλήτων, το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα και τα γεγονότα που συνέβησαν στο επόμενο χρονικό διάστημα, μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, τα οποία τον υποχρέωσαν να ασκήσει σε βάρος των αναιρεσειόντων εκμισθωτών την από 8-2-2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή του ως προς την κύρια βάση της και όρισε μεταξύ άλλων ότι "αναγνωρίζει ότι είναι άκυρη, ως εικονική, η περιεχόμενη στην από 16-2-2004 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, επιμέρους συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή καλύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, προσαυξημένο κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%) και σε κάθε περίπτωση τούτο (ποσοστό αναπροσαρμογής) δεν θα μπορεί να είναι κατώτερο του 5,5% ετησίως, επιπλέον δε το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου 3,6% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος θα βαρύνει τον μισθωτή".
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 1211/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), η οποία έκανε κατά τα ανωτέρω εν μέρει δεκτή την από 08.02.2006 αγωγή του οι εναγόμενοι άσκησαν την από 19.06.2008 έφεσή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών επί της οποίας συζητήσεως γενομένης την 09.02.2010, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου.
Ωστόσο συνεχίζει, ιστορώντας τα γεγονότα, ότι μέχρι και τον μήνα Ιανουάριο 2011, αναγκαστικά και υπό την πίεση και απειλή εξώσεώς του και μέχρι να κριθεί η αγωγή του τελεσίδικα, κατέβαλε στους εναγομένους ως μίσθωμα, το μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές παρανόμως και αντισυμβατικώς αιτούμενο από εκείνους ποσό των (28.812) ευρώ.
Κατόπιν τούτου και μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 6316/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όχλησε τους αντιδίκους του αποστέλλοντάς τους την από 28.01. 2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, καλώντας τους, εκτός των άλλων, να του επιστρέψουν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα α) τη διαφορά μισθωμάτων για τους μήνες Δεκέμβριο 2005, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2006, για τα μισθωτικά έτη από 03/2006 μέχρι και 01/2011, συνολικού ποσού πεντακοσίων ογδόντα πέντε χιλιάδων εξήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (585.064,36), β) τη διαφορά "εγγυήσεων" για Δεκέμβριο 2005 και για τα μισθωτικά έτη από 03/2006 μέχρι και 01/2011 συνολικού ποσού τριάντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων δεκαέξι ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (38.216,14) και όλα αυτά νομιμοτόκως.
Ωστόσο οι αντίδικοι ουδέν έπραξαν και έτσι στρέφεται ήδη εναντίον τους δικαστικώς μιας και πρόκειται για απαίτηση ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, η οποία λόγω του ύψους της καθίσταται ιδιαιτέρως επισφαλής. Συνεχίζοντας, εκθέτει ότι η διαφορά με τους εναγομένους πηγάζει από σύμβαση μισθώσεως και αφορά αγωγή για επιστροφή ποσού λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού που προέκυψε από μισθωτική σύμβαση και καταβολή αχρεωστήτως επί πλέον ποσού για μίσθωμα στερούμενου νομίμου αιτίας και γι' αυτό το λόγο ζητεί "Να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι συμμέτρως, κατά το ήμισυ ο καθένας, να του καταβάλουν για τους λόγους που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας α) το ποσό των πεντακοσίων ογδόντα πέντε χιλιάδων εξήντα τεσσάρων ευρώ και τριάντα έξι λεπτών (585.064,36), το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορά μισθωμάτων αχρεωστήτως καταβληθέντων, νομιμοτόκως για κάθε μισθωτικό μήνα από Δεκέμβριο 2005 μέχρι Ιανουάριο 2011, από την ημέρα καταβολής του κάθε μισθώματος (δήλη ημέρα), άλλως από την επομένη της κοινοποίησης του από 28.01.2011 εξωδίκου του, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας και μέχρις εξοφλήσεως β) το ποσό των δώδεκα χιλιάδων διακοσίων δέκα έξι ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (12.216,14) ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφορά "εγγυήσεων", νομιμοτόκως από τότε που καταβλήθηκε η κάθε ετήσια αναπροσαρμογή της εγγυήσεως, άλλως από την 16.02.2006, επομένη της προς τους εναγομένους επίδοσης του από 28.01.2011 εξωδίκου του, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας και μέχρις εξοφλήσεως".
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εξέθετε ο αναιρεσείων στην από 16/03/2011 αγωγή του, την από 20/5/2015 έφεση και τις προτάσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου, και συνιστούν τη βάση της αγωγής, τα αναφέρει δε και η πρωτόδικη υπ' αριθμ. 439/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2593/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσιβαλλόμενη όμως απόφαση του Εφετείου αντί να λάβει υπόψη τα πράγματα (τη βάση) που εξέθετε ο αναιρεσείων και πρότεινε με την υπό κρίση αγωγή του και με λόγο έφεσης, δηλαδή τη βάση της υπό κρίση αγωγής και αφού την έκρινε τυπικά αυτή ως βάσιμη, να την εξετάσει κατ' ουσίαν, έλαβε υπόψη εσφαλμένα και εφάρμοσε εσφαλμένα άλλα πράγματα-βάση, δηλαδή, άλλη βάση αντί άλλης (της ορθής βάσης).
Συγκεκριμένα απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω με τις αιτιολογίες που προαναφέρθηκαν. Με αυτά που δέχθηκε όμως και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως απαράδεκτη και τον σχετικό λόγο εφέσεως, ως αβάσιμο, εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν απέρριψε λόγω δεδικασμένου τον ως άνω προταθέντα λόγο έφεσης.
Συγκεκριμένα όπως αποδεικνύεται από το ιστορικό της αγωγής που αναφέρεται στο δικόγραφο, καθώς και από το αίτημά της, ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του επιστρέψουν το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού που αναλογεί στη διαφορά των μισθωμάτων που όφειλε να καταβάλλει και αυτών που πράγματι κατέβαλε, καθόσον αναγνωρίστηκε τελεσίδικα η εικονικότητα του όρου της αρχικής από 16.2.2004 σύμβασης μισθώσεως για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και διαπιστώθηκε ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, μάλιστα δε τη διαφορά αυτή την υπολογίζει με βάση το καταβαλλόμενο ποσό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και το ποσό των 13.000 ευρώ που συμφωνήθηκε ότι έπρεπε να καταβάλλεται.
Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι "Από τα εκτιθέμενα στην εν λόγω αγωγή περιστατικά, προκύπτει ότι σ' αυτήν σωρεύονται δύο νομικές βάσεις, κύρια και επικουρική, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ., 150, 151, 178 Α.Κ.), αφού ο ενάγων και πάλι έκανε λόγο για κατάρτιση της από 30.11.2005 τροποποιητικής σύμβασης μισθώσεως υπό το κράτος απειλών και εξαναγκασμού τούτου και η δεύτερη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.
Α.Κ.). Δεν υπήρχε όμως δυνατότητα να ακολουθήσει από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έρευνα της βασιμότητας της ως άνω από 16.3.2011 αγωγής του ενάγοντος, δεδομένου ότι το κύριο αίτημα αυτής στηρίζονταν στην προϋπόθεση ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με βάση το οποίο κατέβαλε ο ενάγων το εκεί καθοριζόμενο μηνιαίο μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαναγκασμού λόγω των προαναφερόμενων σοβαρών απειλών εκ μέρους των εναγομένων.
Αφού όμως το αίτημα αυτό περί ακυρώσεως του ως άνω από 30.11.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, έχει απορριφθεί τελεσίδικα, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν ήταν προϊόν απειλής, ούτε αντίθετο με τα χρηστά ήθη, ζήτημα το οποίο εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ιδίων και με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων διαδίκων και να καταστεί αντικείμενο της παρούσας νέας δίκης, η ακυρότητα ή μη τούτου, δηλαδή το θέμα που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να δικαιούται ο ενάγων να λάβει ως αποζημίωση τις διαφορές μεταξύ των μισθωμάτων που κατέβαλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εκείνων που θα κατέβαλε με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση".
Περαιτέρω αναφέρει ότι "Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός μεν όφειλε να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο που προέρχεται από την ίδια ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί της αναγνώρισης της εικονικότητας του όρου της αρχικής από 16.2.2004 σύμβασης μισθώσεως για τον καθορισμό του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ και της διαπίστωσης ότι το πραγματικά καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν εκείνο των 13.000 ευρώ, αφετέρου δε ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής του το στηριζόμενο στις διατάξεις περί ακυρότητας δικαιοπραξίας ως εικονικής (άρθρα 138, 174, 180 Α.Κ.) τις οποίες και επικαλείται, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, και μη έχοντες έννομη επιρροή στην προκειμένη δίκη.
Τούτο δε, διότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η καταβολή των ως άνω μισθωμάτων δεν γινόταν με βάση την αρχική μισθωτική σύμβαση, της οποίας ο όρος περί συμφωνηθέντος μισθώματος ποσού 4.000 ευρώ, κρίθηκε εικονικός και άκυρος, αλλά με βάση την από 30.11.2005 τροποποιητική μισθωτική σύμβαση, η οποία ουδέποτε ακυρώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα".
Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε γιατί δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος που αναφέρεται στο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι αυτή στηρίζεται σε άλλη βάση και όχι στη βάση που εκτίθεται στο δικόγραφο, ότι δηλαδή το αγωγικό του αίτημα έχει ως βάση τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του μισθώματος που κατέβαλλε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και αυτού που πράγματι όφειλε να καταβάλλει με βάση την υπ' αριθμ. 6316/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα έφεση κατά της 1211/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε ότι είναι άκυρη, ως εικονική, η περιεχόμενη στην από 16.2.2004 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, επιμέρους συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μηνιαίως για το πρώτο έτος της μίσθωσης και ότι κάτω από αυτή υποκρύπτεται άλλη έγκυρη συμφωνία καθορισμού του μισθώματος στο ποσό των 13.000 ευρώ μηνιαίως και με βάση τη διαφορά μεταξύ του συμφωνηθέντος μισθώματος των 13.000 ευρώ και του καταβαλλόμενου επί πλέον υπολόγισε το αγωγικό αίτημα, η δε αναφορά που γίνεται στο ιστορικό της αγωγής περί του ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, ήταν άκυρο, ως προϊόν εξαναγκασμού λόγω των προαναφερόμενων σοβαρών απειλών εκ μέρους των εναγομένων, πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της έκθεσης των γεγονότων που είχαν συμβεί και δεν στηριζόταν το αγωγικό αίτημα στην αναγνώριση ότι το από 30.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν προϊόν απειλής, και αντίθετο με τα χρηστά ήθη και την συνεπεία αυτού του γεγονότος, επιστροφή των επί πλέον καταβληθέντων μισθωμάτων.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον άνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, έλαβε δε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει κατά νομική ακολουθία το κύρος της όλης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής που πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα την ίδια ουσιώδη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρα 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν τη δικαστική δαπάνη του έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσείοντα κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 10 Ιανουαρίου 2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 35/2018 αίτηση του Β. Τ. και τους από 1-3-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντα.
Αναιρεί στο σύνολό της την 2593/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στoν καταθέσαντα αναιρεσείοντα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ