1256/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αίτηση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Legislator headnote
AI generated1256/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ρύθμιση αυτή, με την οποία μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, από τριετή που προέβλεπε η ίδια διάταξη πριν από την τροποποίησή της, αποβλέπει στην ταχύτερη περάτωση των δικών. Αντίστοιχη τροποποίηση επήλθε και στο άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1256 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1256/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόκτιστου Πιπερόπουλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Τσιαούσκογλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν η 42/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2785/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-6-2017 αίτησή του, που κατατέθηκε αρμοδίως την 26-6-2017.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αίτηση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν οι νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η νέα διάταξη της παρ.2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία εάν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία μειώθηκε σε διετή η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, από τριετή που προέβλεπε η ίδια διάταξη πριν από την τροποποίησή της, αποβλέπει στην ταχύτερη περάτωση των δικών. Αντίστοιχη τροποποίηση επήλθε και στο άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ για την καταχρηστική προθεσμία της έφεσης.
Εξ άλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ν. 4335/ 2015 και υπό τον παράτιτλο "μεταβατικές διατάξεις" ορίσθηκε στην παρ.2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ.4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016.
Με τις ως άνω διατάξεις δεν παρέχεται αναδρομική ισχύς στο νέο άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται άμεσα επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκήθηκαν μετά την 1-1-2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, με συνέπεια η αρχικώς προβλεπομένη γι’ αυτές τριετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση αυτών να περιορίζεται σε διετή.
Τέτοια ερμηνευτική εκδοχή θα κατέληγε σε άτοπα αποτελέσματα, καθόσον αίτηση αναίρεσης κατ’ απόφασης που είχε δημοσιευθεί σε χρόνο μεγαλύτερο της διετίας και μικρότερο της τριετίας πριν την άσκηση της αναίρεσης θα ήταν παραδεκτή ως εμπρόθεσμη, εάν ασκείτο μέχρι την 31-12-2015, ενώ θα ήταν απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη, εάν ασκείτο αμέσως μετά την 1-1-2016, αφού θα είχε στο μεταξύ συμπληρωθεί η διετής προθεσμία από τη δημοσίευσή της.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 24 ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου ως προς το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, προκειμένου να μην αιφνιδιάζεται ο διάδικος ούτε να στερείται κεκτημένων δικονομικών δικαιωμάτων, ορίζεται στην παρ.1 εδ. α’ αυτής ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ στην παρ.2 αυτής ορίζεται ειδικότερα ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 545 παρ.5 και 564 παρ.2 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.2 του ΕισΝΑΚ, η οποία απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου αντίληψη του νομοθέτη, ορίζεται ότι αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το ως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν.
Στην περίπτωση, όμως, που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το χρόνο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται διετής καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 1-1-2016 και στρέφονται κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν πριν τη χρονολογία αυτή (έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015) υπό την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή, ως εκπρόθεσμη, η άσκηση αυτής μετά την 1-1-2018, οπότε συμπληρώνεται η διετής προθεσμία που προβλέπει η νέα διάταξη του άρθρου 564 παρ.2 από την 1-1-2016 (έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015) και η οποία αποτελεί το απώτατο χρονικό όριο για την άσκηση αναίρεσης.
Στη περίπτωση, όμως, που εντός της πιο πάνω διετίας (1-1-2016 έως 1-1-2018) λήγει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της πριν την 1-1-2016 εκδοθείσας απόφασης που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, η ανωτέρω προθεσμία λήγει κατά τη χρονολογία αυτή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 564 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 24 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ και 18 παρ.2 εδ.
β’ ΕισΝΑΚ, αναλόγως εφαρμοζόμενες και επί προθεσμιών (πρβλ. ΟλΑΠ 296/1974 στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή κατά το άρθρο 817 παρ.4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968, ΑΠ 519 και 520/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 19-6-2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της 2785/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί εντός της κατά το άρθρο 564 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προηγουμένως, τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 31-12-2014 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε την 26-6-2017.
Επομένως, παρά τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος, η ως άνω αίτηση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
2. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας την από 20-9-2010 αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι, υπό το πρόσχημα σύμβασης μαθητείας για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ΟΤΑ για να προσφέρει την εργασία του σε διάφορες υπηρεσίες αυτού, σε εκτέλεση του εκεί αναφερομένου εργασιακού προγράμματος του ΟΑΕΔ και ότι απασχολήθηκε αρχικά για 18 μήνες και στην συνέχεια για άλλους 12 μήνες, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβασή του ήταν σύμβαση μαθητείας, αλλά για να απασχοληθεί με σύμβαση αορίστου χρόνου, με πλήρες ωράριο, όπως οι μόνιμοι δημοτικοί υπάλληλοι, δεδομένου ότι εργαζόταν υπό καθεστώς προσωπικής και νομικής εξάρτησης καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι, άλλως, πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, συνδέεται με τον εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας. Ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ήσαν 510 ευρώ, ήτοι μικρότερες των αποδοχών που λάμβαναν οι τακτικοί υπάλληλοι, ύψους 830 ευρώ.
Ότι δεν του καταβλήθηκαν τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010. Ότι ο εναγόμενος, τον Ιανουάριο 2010, του ανακοίνωσε ότι παύει να αποδέχεται τις νομίμως προσφερόμενες υπηρεσίες του και με τον τρόπο αυτό κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χωρίς τήρηση του έγγραφου τύπου και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης.
Ζήτησε δε, όπως παραδεκτά μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής α) να αναγνωριστεί ότι με τον εναγόμενο συνδεόταν από την αρχή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί ότι η επελθούσα τον Ιανουάριο 2010 εξέλιξη συνιστά άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στο μέλλον να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με απαγγελία χρηματικής ποινής, δ) άλλως, επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχε εργασία με άκυρη σύμβαση, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 1.936,66 ευρώ ως νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/ 2004, ε) άλλως και όλως επικουρικώς, να αναγνωριστεί ότι με τον εναγόμενο συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και στ) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται κατά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης να του καταβάλει το ποσό των 9.600 ευρώ για διαφορές αποδοχών και για δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επίδομα αδείας το συνολικό ποσό των 4.288,34 ευρώ, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως και όλως επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι μεταξύ αυτού και του εναγομένου υφίσταται απλή σχέση εργασίας, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται στην καταβολή των ως άνω ποσών κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 42/ΕΠ-ΔΙ/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, με την αιτιολογία ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2112/1920, ούτε η οδηγία 1999/70/ΕΚ, ούτε τα άρθρα 5 και 11 του π.δ 164/ 2004 και οι συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, σχετικά με τις επικουρικές βάσεις, η αγωγή απορρίφθηκε σιωπηρά. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων. Επί της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτό ότι ορθώς είχε απορριφθεί η αγωγή κατά τις άνω αναφερθείσες βάσεις της ως μη νόμιμη και επικυρώθηκε ως προς αυτές η πρωτοβάθμια απόφαση.
Ως προς την επικουρική βάση, όμως, που στηριζόταν στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, με την οποία ο ενάγων ισχυριζόταν ότι, σε περίπτωση που είναι άκυρη η σύμβασή του ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, λειτούργησε ως απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας και όχι ως σύμβαση μαθητείας, με συνέπεια να δικαιούται κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας διαφορές αποδοχών, αποζημίωση λόγω απόλυσης, καθώς και δώρα εορτών και επίδομα αδείας, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη.
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της έφεσης, το Μονομελές Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τη βάση αυτή, ως προς την οποία στη συνέχεια δίκασε την αγωγή και με την προσβαλλομένη 2785/2014 απόφασή του την απέρριψε από ουσιαστική άποψη, δεχόμενο ότι η σύμβαση, που στην πραγματικότητα συνέδεε τον ενάγοντα με τον εναγόμενο ΟΤΑ, ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και, επί πλέον, όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της, με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξ άλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση, ανεξάρτητα προς το αν ο μαθητευόμενος, παρεμπιπτόντως, παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, στη σύμβαση αυτή εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι με την 31220/17-7-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καταρτίστηκε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού, διαρκείας 18 μηνών, για την απόκτηση πρακτικής εμπειρίας ανέργων πτυχιούχων και αποφοίτων σχολών νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας, με χρηματοδότηση από τον ΟΑΕΔ.
Ότι με την 17948/540/8-7-2009 όμοια κοινή υπουργική απόφαση παρατάθηκε το ως άνω πρόγραμμα για επιπλέον 12 μήνες. Ότι στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, με το από 16-8-2007 συμφωνητικό συνεργασίας που υπογράφηκε μεταξύ αφενός του ΟΑΕΔ, ως υπευθύνου φορέα, αφετέρου του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Νάουσας ως φορέα υλοποίησης και εκ τρίτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως συμβαλλόμενου, ο τελευταίος προσλήφθηκε για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο ..., σε θέση ΔΕ Διοικητικού της Δ/νσης Δ/κών και Οικ/κών Υπηρεσιών.
Ότι ο ενάγων είχε την υποχρέωση να απασχοληθεί και απασχολήθηκε στην εν λόγω υπηρεσία από 7-1-2008 μέχρι 6-7-2009, παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη στο δημοτολόγιο και εργαζόμενος από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 08:00 έως 14:30 ημερησίως, αντί αμοιβής 510 ευρώ το μήνα, κατόπιν χρηματοδότησης του ΟΑΕΔ. Ότι η εν λόγω σύμβαση συνεργασίας παρατάθηκε με την .../19-5-2009 απόφαση του ΔΣ του ΟΑΕΔ για άλλους 12 μήνες, ήτοι από 10-7-2009 έως 10-7-2010 και με τον ίδιο σκοπό, μετά δε την λήξη του συμφωνημένου χρόνου ο εναγόμενος Δήμος δήλωσε στον ενάγοντα ότι δεν θα αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες του.
Ότι η άνω σύμβαση με την οποία απασχολήθηκε ο ενάγων στον εναγόμενο ήταν γνήσια σύμβαση μαθητείας και καταρτίστηκε και ολοκληρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998 με χρηματοδότηση του ΟΑΕΔ, προκειμένου ο ενάγων - άνεργος να αποκτήσει θεωρητική και πρακτική επαγγελματική κατάρτιση. Ότι γι’ αυτό η σύμβαση δεν αποτελεί σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας και επ’ αυτής μόνο αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Ότι η επίμαχη σύμβαση δεν καταρτίστηκε για τη δημιουργία δέσμευσης και εξάρτησης νομικής και προσωπικής του ενάγοντος από τον εναγόμενο ..., ώστε υφισταμένων των εν λόγω προϋποθέσεων να προσδοθεί στην εν λόγω σχέση ο χαρακτήρας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθώς από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων και από το περιεχόμενο των επιδίκων συμβάσεων συνεργασίας, όσο και από το περιεχόμενο της άνω Υπουργικής απόφασης, η εν λόγω σύμβαση προσιδιάζει στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Μετά τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμού, την οποία είχε κατά τα άνω αναφερθέντα κρίνει νόμιμη κατά τη βάση της αυτή και είχε εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το σκέλος της αυτό κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης.
5. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ορθώς υπήγαγε τις ως άνω, αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του ως προς τις συνθήκες πρόσληψης και απασχόλησης του ενάγοντος στην υπηρεσία του εναγομένου ΟΤΑ, στη νομική έννοια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας, στην όποια δεν δημιουργούνται υπέρ του μαθητευόμενου αξιώσεις ούτε από την εργατική νομοθεσία ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Πράγματι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, ο ενάγων, ως άνεργος και ακατάρτιστος, είχε συνάψει με τον εναγόμενο ΟΤΑ και τον ΟΑΕΔ, στο πλαίσιο ενός νομοθετικού καθεστώτος που ίσχυε για ολόκληρη την Επικράτεια, σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας. Η εμπειρία αυτή επρόκειτο να αποκτηθεί στο αντικείμενο παροχής γραμματειακής υποστήριξης στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπου οποιαδήποτε πρόσληψη προσωπικού χωρίς την τήρηση νόμιμης διαδικασίας ήταν απαγορευμένη.
Η απόκτηση της εμπειρίας αναμένονταν να επέλθει με την παροχή εργασίας στη διοικητική υπηρεσία του εναγομένου ΟΤΑ, χωρίς, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ιδιαίτερη νομική εξάρτηση από το φορέα απασχόλησης, με μειωμένο ωράριο και με μειωμένες αποδοχές, μέσα σε χρονικώς περιορισμένα πλαίσια. Όλα αυτά προσιδιάζουν, όπως ορθά δέχτηκε το εφετείο, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και όχι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας από μαθητευόμενο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν δυσχερής και έχει οδηγήσει σε νομολογιακές διακυμάνσεις (ΚΠολΔ 179).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 2785/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ