Legislator Case Law & Legislation
1256/2012 AI generated

1256/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1256/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1256 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2012

Legislator headnote

AI generated

1256/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1256 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2012

Keywords

AI generated
wage cut reduction of benefits salary increase reduction of compensation adjustment of maintenance subcontractor payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1256 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΒΟΛΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στο Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραβίδα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λεωνίδα Τζανή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 173/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/10/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/12/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τέταρτου, πέμπτου και έκτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο εικοστό πρώτο του νόμου 2932/2001, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Βόλου" μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία (με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου") κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (παρ. 5) με έδρα το Δήμο Βόλου. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αποτελείται από μία μετοχή που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Με το άρθρο 7 του Καταστατικού της ως άνω Α.Ε. που εγκρίθηκε με το άρθρο εικοστό δεύτερο του ν. 2932/2001, ορίζεται ότι όργανα διοίκησης της εταιρείας είναι :α) το Διοικητικό Συμβούλιο, β) ο Διευθύνων Σύμβουλος και γ) το Συμβούλιο Διεύθυνσης, ενώ με το άρθρο 11 του ίδιου Καταστατικού ορίζεται ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, η δε διάρκεια της θητείας του είναι ανεξάρτητη από εκείνη των υπόλοιπων μελών. Η ιδιότητα του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Διευθύνων Σύμβουλος προΐσταται όλων των υπηρεσιών της εταιρείας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της εταιρείας, του Συμβολαίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου (παρ. 1). Ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης [το αμέσως παραπάνω εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 β του άρθρου 35 του ν. 3274/2004 με την οποία ορίσθηκε ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης]. Η πρόσληψη του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και η αμοιβή του καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας. (παρ. 2 ). Εξάλλου, οι εκδιδόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει, ότι ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση και μέσα στα όρια της, κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης διοικητικές πράξεις, είτε ατομικές, είτε κανονιστικές, δεν επιτρέπεται να επεκτείνονται στο προ της ενάρξεως της ισχύος τους χρονικό διάστημα ,εκτός αν αυτό προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη (Ολ.Α.Π. 11/1995).

Συνεπώς, οι διοικητικές πράξεις, όπως είναι οι κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) που καθορίζουν την αμοιβή του Διευθύνοντα Συμβούλου του Οργανισμού Λιμένος Βόλου, που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 2 του Καταστατικού αυτού δεν μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ, αφού αυτό δεν προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη , βρίσκονται έξω από τα όρια της ως άνω νομοθετικής εξουσιοδότησης και είναι ανίσχυρες κατά τούτο, όπως επίσης είναι ανίσχυρες οι ως άνω διοικητικές πράξεις, γιατί δεν προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη και ο καθορισμός με νεότερη ΚΥΑ των αποδοχών του ως άνω διευθύνοντα συμβούλου ,που συνεπάγεται μείωση των ήδη καθορισμένων ή συμφωνημένων για ορισμένο χρονικό διάστημα αποδοχών. Περαιτέρω, μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του Α.Κ. θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας που γίνεται από τον εργοδότη, χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή από τον κανονισμό εργασίας ή κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 Α.Κ.), που προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση υλική ή ηθική ζημία.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγτως τα ακόλουθα: Ύστερα από δημόσια προκήρυξη για την πρόσληψη Διευθύνοντος Συμβούλου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, επελέγη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος για την κάλυψη της θέσης αυτής, με την υπ' αριθμ. 5118.12/8/2001/9/10/2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του ως άνω Υπουργού η από 19/10/2000 σύμβαση προσλήψεως Διευθύνοντος Συμβούλου. Ο Υπουργός συμβλήθηκε στην ανωτέρω σύμβαση ως εκπρόσωπος του μοναδικού μετόχου της εναγομένης. Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε σε πέντε έτη, δηλαδή για το διάστημα από 9/10/2001 έως 8/10/2006. Με την υπ' αριθμ. 5212.3/84/18/10/2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας καθορίστηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 2 του Καταστατικού της εναγομένης, οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ως διευθύνοντος συμβούλου σε 2.000.000 δρχ. (5.869,41 ευρώ). Το ίδιο ποσό καθορίστηκε ως αμοιβή του και στην ατομική του, από 19/10/2001 σύμβαση εργασίας και ίσχυε για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της συμβάσεως, δηλαδή μέχρι την 8/10/2006. Ωστόσο αργότερα με την υπ' αριθμ. 8312.4/13/4/6/10/2004 απόφαση των ίδιων Υπουργών, οι ακαθάριστες αποδοχές του ενάγοντος αναπροσαρμόστηκαν αναδρομικά από την 1/7/2004 και μειώθηκαν στο ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως. Δηλαδή οι ακαθάριστες αποδοχές του μειώθηκαν από 1I7/2004 κατά 2.669 ευρώ. Από το χρονικό διάστημα που όρισε η ανωτέρω υπουργική απόφαση κατέβαλε στον ενάγοντα τις μειωμένες, σε σχέση με το αρχικό συμβατικό ποσό, αποδοχές. Ο ενάγων, όμως, δεν συμφώνησε ρητά ούτε αποδέχθηκε σιωπηρά την ανωτέρω δυσμενή γι' αυτόν μεταβολή και επέλεξε να εξακολουθήσει η σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή αυτή, αξιώνοντας τις αρχικά συμφωνημένες αποδοχές του. Ειδικότερα ο ενάγων, μόλις του κοινοποιήθηκε η ανωτέρω μεταβολή την 18/10/2004, αμέσως αντέδρασε και απέστειλε εξώδικη δήλωση στον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας (την 3/12/2004) στον Υπουργό Οικονομικών (την 3/12/2004) και στην εναγομένη (την 1/12/2004), με την οποία απέκρουσε τη μείωση και απαίτησε την καταβολή της πλήρους αμοιβής του. Ωστόσο, η εναγομένη προχώρησε μονομερώς στη μείωση αυτών αναδρομικά από 1/7/2004 και αντί για 5.869 ευρώ του κατέβαλε έκτοτε 3.200 ευρώ. Η μείωση των αποδοχών του ενάγοντος συνιστά απαγορευμένη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, ο ενάγων δικαιούται, τη διαφορά των αποδοχών που καταβλήθηκαν σ' αυτόν και του ποσού που δικαιούταν σύμφωνα με τον αντίστοιχο όρο της συμβάσεως εργασίας του. Το γεγονός ότι η μείωση των αποδοχών του αποφασίστηκε με την υπ' αριθμ. 8312.4/13Ι4Ι6/10/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας δεν αναιρεί τα ανωτέρω, διότι η υπουργική αυτή απόφαση εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση ,αφού σύμφωνα με το άρθρου 11 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της εναγομένης δεν παρασχέθηκε στους εν λόγω Υπουργούς εξουσιοδότηση μεταβολής και μάλιστα αναδρομικά της συμβατικής αμοιβής κατά τη διάρκεια της συμβάσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, 648, 652 Α.Κ. και 11 παρ. 2 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας που έχει ισχύ νόμου, με εσφαλμένη εφαρμογή, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης καθορισμός των αποδοχών του αναιρεσίβλητου, που έγινε, τόσο με την ΚΥΑ 5212/3/84/18/10/2001, όσο και με την από 19/10/2001 ατομική σύμβαση εργασίας, στο ύψος των 2.000.000 δρχ. (5.869,41 ευρώ) για όλη τη χρονική διάρκεια της συμβάσεως, δεν μπορούσε με νέα κοινή υπουργική απόφαση να επιφέρει μείωση των αποδοχών του αναιρεσίβλητου και μάλιστα αναδρομικά, αφού ο καθορισμός αυτός (νέος), με μείωση των αποδοχών για το συμφωνημένο χρονικό διάστημα , βρίσκεται έξω από τα όρια της νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε με το άρθρο 11 παρ .2 του Καταστατικού της αναιρεσίουσας, και είναι ανίσχυρη η ως άνω κοινή υπουργική απόφαση, συνιστά δε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσίβλητου, αφού συνεπάγεται γι' αυτόν άμεση υλική ζημία, ουδεμία δε σημασία έχει αν είναι ατομική ή κανονιστική η εκδοθείσα διοικητική πράξη (ΚΥΑ). Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει την κανονιστικού περιεχομένου ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης, με την οποία οι αποδοχές του αναιρεσίβλητου μειώθηκαν στο εις αυτή αναφερόμενο ποσό είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν τα έλαβε υπόψη και τα απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον απ' αυτή προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό ότι η με την ως άνω ΚΥΑ αναπροσαρμογή των αποδοχών του αναιρεσίβλητου έγινε για λόγγους δημοσίου συμφέροντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, καθόσον, "... δεν πρότεινε με ειδικό και ορισμένο τρόπο η εναγομένη, η οποία περιορίστηκε (με την προσθήκη των προτάσεων της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) στην αναφορά ότι "η αναπροσαρμογή της αμοιβής έγινε μέσα στα πλαίσια της γενικότερης κυβερνητικής πολιτικής για τη μείωση των δαπανών του Δημοσίου", χωρίς να αναφέρει άλλα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν ότι η εν λόγω "κυβερνητική πολιτική" επιβάλλονταν από το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια".

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας (ως ατομικό δικαίωμα) δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και το χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της συμβάσεως, ελευθερία επιλογής αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λ.π.), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρο 5 παρ.1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, σχ. Ολ.Α.Π. 33/2002, 34/2002, 4/1998). Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του ν. 3260/2004, "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα με οποιαδήποτε ονομασία συμβούλια ή επιτροπές κρίσεως θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης πολιτικών υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου οργανισμών επιχειρήσεων και εταιρειών που ανήκουν στο κράτος ή το κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου ή διορίζει τον διοικητή ή τον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο πλην αυτών που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και των θυγατρικών τους εταιρειών" (παρ.1) και "Από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης αυτοδικαίως, η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στο ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α') γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου ..." (παρ. 2). Οι παραπάνω διατάξεις, κατά το μέρος που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λήξη, μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς την καταβολή των μέχρι τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου αποδοχών, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα προβλέπουν τη λήξη των συμβάσεων προσώπων που προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για ορισμένο χρόνο ως μονομελή όργανα διοικήσεως (μεταξύ άλλων και των διευθυνόντων συμβούλων), χωρίς την καταβολή των ως άνω αποδοχών ή χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους διοικητικούς υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από τη μονιμότητα, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 5 του Συντάγματος είναι αντισυνταγματικές. Τούτο δε γιατί πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση με γνήσια αναδρομική ισχύ, η οποία θίγει την πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της οικονομικής ελευθερίας, ήτοι την ελευθερία των συμβάσεων, ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η ελευθερία των συμβαλλομένων να καταγγείλουν με δική τους πρωτοβουλία την απ' αυτούς καταρτισθείσα σύμβαση, εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή ασκείται σε βάρος της Εθνικής Οικονομίας (πρβλ. Ολ.Α.Π. 34, 35/2002). Συνεπώς η διάταξη αυτή και υπό τις πιο πάνω προϋποθέσεις είναι, ως αντισυνταγματική, ανεφάρμοστη (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζον επί εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του, με την οποία αυτός εξέθετε ότι προσέφερε την εργασία του, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στην εναγομένη, που έληγε στις 9/10/2006 και ότι με τη υπ' αριθμ. 5118.12/25/6.6.2005 διαπιστωτική πράξη του ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, διαπίστωσε ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας του, από τις 28/3/2005 και με την οποία ζητούσε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί ότι η γενόμενη στις 22/3/2005 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εναγομένη είναι άκυρη, λόγω ελλείψεως σπουδαίου λόγου και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 116.374 ευρώ, δέχθηκε ανελέγκτως, και τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 5118. 12/25/6/6/2005 διαπιστωτική πράξη του ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας διαπίστωσε ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της ένδικης συμβάσεως εργασίας, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004. Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν ορισμένου χρόνου.

Συνεπώς η εργοδότρια είχε μεν δικαίωμα να την καταγγείλει πριν από την λήξη της, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο. Τέτοια πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνέτρεχαν και να καθιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης μη ανεκτή για την εναγομένη μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας δεν επικαλείται η εναγομένη, παρά μόνο τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.3264/2004, η οποία δεν συνιστά σπουδαίο λόγο. Η διάταξη αυτή, συνεχίζει το Εφετείο, αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος διότι αποτελεί μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη στη σύμβαση εργασίας, προσβάλλουσα το ατομικό δικαίωμα του ενάγοντος στην ελευθερία της συμβάσεως εργασίας, καταργούσα το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου αυτής, είναι ανεφάρμοστη ως αντισυνταγματική και με αυτή δεν επήλθε η λήξη της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ούτε μπορεί να θεμελιώσει υπέρ της εναγομένης σπουδαίο λόγο πρόωρης καταγγελίας της ένδικης εργασιακής συμβάσεως. Καταλήγει δε το Εφετείο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη και η εναγομένη που δεν αποδέχονταν τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του από 29/3/2005 μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως (9/10/2006) δικαιούται να αξιώσει μισθούς υπερημερίας. Ακολούθως το Εφετείο, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εκ νέου εξέταση της αγωγής δέχθηκε, ότι η γενόμενη στις 28/3/2005 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 29/3/2005 έως 9/10/2006. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3260/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 4 του ίδιου νόμου, καθόσον οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3260/2004 που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λύση, μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς την πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα προβλέπουν τη λήξη των συμβάσεων προσώπων που προσελήφθησαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για ορισμένο χρόνο ως μονομελή όργανα διοίκησης (μεταξύ άλλων και των διευθυνόντων συμβούλων), χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους διοικητικούς υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις εκτός υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από τη μονιμότητα, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 103 παρ. 5 του Συντάγματος, αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Επειδή, το τμήμα τούτο αρνείται να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 (σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 3260/2004) ως αντισυνταγματική, είναι επομένως υποχρεωμένο να παραπέμψει τους ενιαίως κρινόμενους τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, με τους οποίους προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, η αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004, που ορίζουν τα της αυτοδίκαιης λύσης της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου, που ήταν εφαρμοστέες, με την επίκληση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 5 του Συντάγματος και 563 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, κατά το άρθρο 672 Α.Κ. ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, του οποίου όμως η μη βασιμότητα καθιστά άκυρη την καταγγελία με συνέπεια ο εργοδότης να υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως αυτής, αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα περιστατικά, τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως. Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθώς και οι ιδιαίτερες περιστάσεις, που συνοδεύουν την περίπτωση αυτή (Ολ.Α.Π. 10/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους ενιαίως κρινόμενους, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως, μέρος πρώτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 του Κ. Πολ. Δ. αιτιάται το Εφετείο ότι με το να δέχεται, ότι ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτή από τις 28/3/2005, γιατί διατάχθηκε από αυτή να αποχωρήσει, καίτοι υπολείπονταν ακόμη 18 μήνες και 10 ημέρες για τη συμπλήρωση του συμφωνημένου χρόνου εργασίας (5 έτη), ότι με την 5118.12/25/6.6.2005 διαπιστωτική πράξη του ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας διαπίστωσε ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ότι για την παύση της απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου επικαλείται μόνον τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του ν. 3260/2004, ότι η σύμβαση καταγγέλθηκε πριν από τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, ότι δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνέτρεχαν και να καθιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης μη ανεκτής για αυτή μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας, ότι εξαιτίας αυτού του λόγου η καταγγελία ήταν άκυρη και κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, και επιδικάσει αποδοχές υπερημερίας, "... παρά το νόμο ψευδώς αλλιώς εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού εργατικού δικαίου διατάξεις [Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 1.,Α.Κ. 672, 669 παρ. 1, 22 ν. 2932/2001, 11 παρ. 3 Κανονισμού Οργανισμού Λιμένα Α.Ε.] Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου ήταν ορισμένου χρόνου, ότι η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα να την καταγγείλει πριν από τη λήξη της αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, ότι τέτοια πραγματικά περιστατικά τα οποία να συνέτρεχαν και να καθιστούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση της εργασιακής σχέση μη ανεκτή για την αναιρεσείουσα μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της συμβάσεως, ώστε να πληρούν τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την έγκυρη καταγγελία, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, ότι η τελευταία για την παύση της απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου επικαλείται μόνο την διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3260/2004, η οποία όμως δεν συνιστά σπουδαίο λόγο κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ, αρκούν για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 669 παρ. 1, 22 του ν. 2932/2001 και 11 παρ. 3 Κανονισμού Οργανισμού Λιμένα Α.Ε. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 εδ. β' και γ' του Κ Πολ.Δ., αν στις ειδικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών, δεν ορίζεται διαφορετικά, β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά και κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως περιέχουν όσα, έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων. Από την πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 Κ.Πολ.Δ.), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ.), απαιτείται δηλαδή σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.Α.Π. 2/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προβάλλονται με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, μέρος τρίτο, από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση είχε αναφέρει περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου είναι προεχόντως απαράδεκτες, καθόσον από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι τον περί υπάρξεως σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου αυτοτελή ισχυρισμό της, δεν πρότεινε προφορικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και καταχώριση στα πρακτικά. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων που η αναιρεσείουσα κατέθεσε τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και του Εφετείου, προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

Οι προβαλλόμενες με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμες καθόσον οι προαναφερόμενες παραδοχές που αφορούν την χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές του αναιρεσίβλητου, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις που καλύπτουν το πραγματικό του ως άνω εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι τα δώρα εορτών έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τις μειωμένες αποδοχές που καθορίσθηκαν με την 8312.4/13/04/6/10/2004 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας είναι αβάσιμος, καθόσον τα επιδόματα εορτών του αναιρεσίβλητου υπολογίζονται με βάση τις συμβατικά συμφωνημένες και καθορισμένες με την 5212.3/84/18.10.2001 αρχική κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ναυτιλίας η δε νεότερη ως άνω ΚΥΑ, με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται, και η ως άνω μείωση των αποδοχών του συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως.

Τέλος ο ένατος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 176 του Κ.Πολ.Δ, για το λόγο ότι συμψήφισε τα μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου έξοδα αντί να τα επιβάλλει εξ ολοκλήρου σε βάρος του τελευταίου είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσίβλητος νίκησε εν μέρει, αφού έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του και δεν νίκησε η αναιρεσείουσα, ώστε να επιβληθούν σε βάρος του αντιδίκου της τα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο μέρος πρώτο, πέμπτο μέρος πρώτο και τρίτο, έκτο μέρος πρώτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους αναιρέσεως.

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους τέταρτο μέρος δεύτερο, πέμπτο μέρος δεύτερο και έκτο μέρος δεύτερο λόγους αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ