Legislator Case Law & Legislation
1256/2008 AI generated

1256/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1256/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1256/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

Keywords

AI generated
change of residence allocation of family home domicile agent inviolability of the home right to know one's parentage previous domicile
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1256 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1256/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ......το γένος Χ1 , κατοίκου ....η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Νιανιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .....και 2. .....οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Απέργη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-6-1993 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 16-8-1993 και 10-12-1993 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/1995, 73/1995, 74/1995 προδικαστικές, 320/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 27-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση και έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από το διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, είχαν καταστεί κοινό μέσο απόδειξης.

Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στη με αριθμό 146/1999 (από πρόδηλη προφανώς γραφικής παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο το έτος 2003) εισηγητική έκθεση του Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ορίστηκε ως Εισηγητής, ως προς την απόδειξη με μάρτυρες, που διατάχθηκε με την 74/1995 πράξη του εν λόγω Δικαστηρίου σε βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί της βασιμότητας της με αριθμό έκθ.

κατάθ. 768/1993 αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτων αγωγής της ως προς τον επικαλούμενο σ' αυτή πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσης της αποκλειστικής κυριότητάς της στα επίδικα ακίνητα, εισηγητική έκθεση, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ενώπιόν του, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προσκόμισε με το με αριθμό 3 υποφάκελλό της περιέχοντα, μεταξύ άλλων και την αμέσως πιο πάνω αγωγή, τις προτάσεις της και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης προς απόδειξη του αμέσως πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού της.

Από τις χωρίς χρονολογία, όμως, προτάσεις της αναιρεσείουσας της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει σαφής και ορισμένη επίκληση των με αριθμούς 147/1999,148/1999 και 149/1999, αντίστοιχα, εισηγητικών εκθέσεων και όχι και της επίμαχης, με αριθμό 146/1999, εισηγητικής έκθεσης, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν βεβαιώνεται η προσκομιδή της τελευταίας στο Εφετείο.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Ο πατέρας της ενάγουσας, Χ1, που πέθανε στις 4-8-1970, άφησε την από 6-7-1969 ιδόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 54/1977 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και κηρύχθηκε κυρία.

Τη διαθήκη αυτήν έγραψε ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο " Αγία 'Ολγα" και με αυτήν παραχώρησε στη θυγατέρα του ...... (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) τους αναφερόμενους σ' αυτήν αγρούς, μεταξύ των οποίων και δύο αγρούς στη θέση " ...." μετά τον θάνατο αυτού και της μητέρας της. Στον γιο του Γ1 (δικαιοπάροχο των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων) κατέλιπε τα υπόλοιπα κτήματα, χωρίς στη διαθήκη αυτού να γίνεται αναφορά για την τύχη της οικίας του.

Ο ανωτέρω διαθέτης μετά το γάμο του γιου του κατά το έτος 1967 του παραχώρησε μέρος της οικίας του, με χρησιδάνειο, για να διαμένει αυτός και η σύζυγός του και μάλιστα ένα τμήμα του ισογείου το μετέτρεψε σε σιδερωτήριο -καθαριστήριο. 'Όμως οι σχέσεις του γιου με τον πατέρα δεν εξελίχθηκαν ομαλά με αποτέλεσμα να ασκηθεί αίτηση στο ειρηνοδικείο Χαλκίδας περί ρυθμίσεως της νομής, με αριθμό 43/ 21-1-1970, από τον πατέρα και ο γιος αποχώρησε από την οικία το τέλος Μαρτίου 1970. 'Εκτοτε μαζί με τη σύζυγό του πήγαν στο χωριό καταγωγής αυτής .....όπου μετέφεραν και την επαγγελματική τους δραστηριότητα και τελικά μετά το έτος 1974 στη Χαλκίδα και έως το έτος 1981 οπότε επήλθε μεταξύ του ζεύγους πλήρης διάσταση και λύση του γάμου του, από το οποίο είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τις ήδη εφεσίβλητες.

Αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους, το έτος 1970, κάθε τέκνο άρχισε να νέμεται και να κατέχει τα ακίνητα που αυτός τους παραχώρησε με τη διαθήκη του, το περιεχόμενο της οποίας τους είχε γνωστοποιήσει. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η πατρική οικία δεν περιλαμβάνεται στα ακίνητα της διαθήκης, αφού ο διαθέτης δεν όρισε κάτι σχετικά με αυτήν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή περιέχεται στο γιο διότι σ' αυτόν όρισε ότι αφήνει τα "κτήματά του" και όχι και την οικία.

Εξ αυτού καθίσταται προφανές ότι ο διαθέτης ήθελε η οικία του, στην οποία διέμενε και η σύζυγος των τέκνων του, έως του επελθόντος το έτος 1990 θανάτου της, να περιέλθει και στους δύο κατά το ήμισυ. Από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται άτυπη μεταβίβαση αυτής στην ενάγουσα κατά το έτος 1967, όπως ισχυρίζεται .

Αντιθέτως αν κάτι τέτοιο ήταν αληθές τότε ο πατέρας της θα προέβαινε σε αναφορά της μεταβίβασης και της επιθυμίας του στη διαθήκη, πράγμα όπως που δεν έκανε, ούτε άλλωστε θα προέβαινε σε χρησιδάνειο αυτής προς το γιο του και μάλιστα έως το έτος 1970, οπότε αναγκάστηκε να ασκήσει αίτηση κατά αυτού για να τον αποβάλει.

Για την παραπάνω οικία ο πατέρας των εναγομένων - εφεσιβλήτων είχε δαπανήσει διάφορα ποσά για την διαμόρφωσή της, ώστε να διαμένει σ' αυτή μετά το γάμο του, αλλά και μετά το θάνατο του πατέρα του αυτήν την οικία είχε ως τόπο κύριας κατοικίας του. Στην κατοικία αυτήν έγιναν οι επιδόσεις των δικογράφων της αγωγής διαζυγίου της συζύγου του καθώς και άλλων εγγράφων, είχε τηλεφωνική σύνδεση και ηλεκτρικό ρεύμα και διάφορα προσωπικά του πράγματα, μάλιστα δε αυτός είχε και τα κλειδιά της οικίας για το διάστημα μετά τον θάνατό της μητρός του από το 1990 έως τον θάνατό του το έτος 1992.

Τα κλειδιά αυτά παρέλαβε η ενάγουσα μετά το θάνατό του και ισχυρίζεται ότι της ανήκει ολόκληρη. Πραγματοποίησε δε και αυτή επίσης διάφορες εργασίες (κουφώματα, πλακάκια, νέα είδη υγιεινής) κυρίως όμως μετά το θάνατό του αδελφού της. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων εξεδόθη η με αριθμό 169/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία έγινε δεκτό και αναγνωρίστηκε ότι οι αιτούσες τότε (νυν εφεσίβλητες) ήταν προσωρινά συννομείς της οικίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η κάθε μια και υποχρέωσε την καθής να αποδώσει τη νομή σ' αυτές.

Αλλά και από το γεγονός της γενομένης αναγκαστικής κατάσχεσης της οικίας με την υπ'αριθμ. 2017/1992 πράξη του δικαστικού επιμελητή κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για οφειλές του Γ1 και τη μη άσκηση εναντίωσης της ενάγουσας με ανακοπή τρίτου κατά την εκτελεστική διαδικασία, αποδεικνύεται ότι αυτή δεν ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίας για ολόκληρη την οικία μετά του οικοπέδου της αλλά μόνο στο ήμισυ αυτής ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και άλλες που δεν ενδιαφέρουν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της στα λοιπά επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία καθώς και περί άτυπης σ' αυτή παραχώρησης των ακινήτων αυτών από τον αδελφό της Γ1 κατά το έτος 1970 και της επίδικης οικίας από τον πατέρα του Χ1 κατά το έτος 1967, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή της ιδίας επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, μεταξύ των οποίων και εκείνη με την οποία αναγνωρίστηκαν οι διάδικες συγκύριες της επίδικης οικίας και μάλιστα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η αναιρεσείουσα και 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά από τις αναιρεσίβλητες, αντίστοιχα.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της από μέρους του Χ1 , άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και απώτερου, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων παραχώρησης της χρήσης τμήματος της επίδικης οικίας στο γιο του Γ1 μετά την τέλεση του γάμου του κατά το έτος 1967 και μέχρι το έτος 1970, οπότε ωξύνθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις και ο χρησάμενος απέδωσε τη χρήση της εν λόγω οικίας στο χρήστη μετά την άσκηση από τον τελευταίο σε βάρος του πρώτου αίτησης στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας για τη ρύθμιση της νομής της οικίας αυτής, όπως, επίσης και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη άτυπης παραχώρησης της νομής της ίδιας στην αναιρεσείουσα από τον πατέρα της Χ1 περί το έτος 1967.

Οι δεύτερος και τρίτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε, με τον πρώτο μεν απ' αυτούς, ότι ο Χ1 δεν κάνει καμιά αναφορά στην ιδιόγραφη διαθήκη του για την τύχη της επίδικης οικίας, στη συνέχεια, όμως, δέχθηκε, ότι ο ίδιος παρακράτησε μέρος της εν λόγω οικίας για να διαμένει σ' αυτή με τη σύζυγό του και μάλιστα ένα τμήμα του ισογείου της μετέτρεψε σε σιδερωτήριο - καθαριστήριο, περαιτέρω δε, με το δεύτερο, ενώ δέχθηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ1 αποχώρησε από την παατρομητρική οικία περί τα τέλη Μαρτίου 1970, ασκώντας έκτοτε την επαγγελματική του δραστηριότητα σε άλλα μέρη της Ελλάδος, χωρίς μέχρι το χρόνο του θανάτου του να παραιτηθεί της νομής των επίδικων ακινήτων, ότι ο ίδιος είχε δαπανήσει διάφορα χρηματικά ποσά για τη διαμόρφωση της πιο πάνω οικίας, ώστε να διαμένει σ' αυτή μετά την τέλεση του γάμου του και ότι μετά το θάνατο του πατέρα του χρησιμοποιούσε την ίδια ως μόνιμη κατοικία του, είχε δε και τα κλειδιά της τελευταίας μέχρι το χρόνο του θανάτου του (1992), δεν διευκρινίζει υπό ποια ιδιότητα, αλλά και έννομη σχέση πραγματοποίησε η αναιρεσείουσα διάφορες εργασίες σ' αυτή την οικία, ενώ τα κλειδιά της τα είχε ο αδελφός της Γ1 , την οποία μάλιστα οικία χρησιμοποιούσε αυτός ως κύρια κατοικία, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν απ' αυτούς, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι ο Χ1 παρακράτησε μέρος της ιδιόκτητης οικίας του για τον εαυτό του ως χρησιδάνειο για να διαμένει σ' αυτή με τη σύζυγό του, ο δεύτερος δε, προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 17/006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ