Supreme Court partially allows appeal on payment offset claim, remands case for retrial on specific grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment. While dismissing most grounds as inadmissible or unfounded, the Court accepted the argument regarding the respondent's failure to consider a specific claim about payment offsets. Consequently, the case was remanded for retrial on this specific issue before a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 536, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court failed to examine a specific ground of defense, remanding the case for retrial on that issue while dismissing other inadmissible or unfounded grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1255/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτη Κουμάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Φ. Σ. Α.Τ.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Χατζηκαλλινικίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2804/2018 του ίδιου Δικαστηρίου, 448/2020 μη οριστική και 142/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 142/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε κατά ένα μέρος την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που είχε απορρίψει την ένσταση εξόφλησης του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη και είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη και, ακολούθως, αφού απέρριψε την ένσταση εξόφλησης ως αόριστη, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Με τη διάταξη του άρθρου 536 ΑΚ, εξομοιώνονται πλήρως περιπτώσεις πλημμελούς εγκατάστασης με έλλειψη ανταπόκρισης στους όρους της σύμβασης και ειδικότερα αν πρόκειται για πλημμελή εγκατάσταση από τον πωλητή ή για πλημμελείς οδηγίες εγκατάστασης του πωλητή και αν αυτή η εγκατάσταση ή οι οδηγίες συνιστούν μέρος της σύμβασης, της ιδιαιτερότητας της διάταξης αυτής συνισταμένης στο ότι η πώληση πράγματος με περαιτέρω υποχρέωση του πωλητή για εγκατάσταση του πωληθέντος από τον ίδιο ή τους βοηθούς του, θεωρείται ως πώληση και η εγκατάσταση συνιστά κύρια ή παρακολουθηματική υποχρέωση του πωλητή.
Ειδικότερα, όσον αφορά την πλημμελή εγκατάσταση, καταλογίζεται στον πωλητή και όταν αυτή έγινε από τον αγοραστή, εφόσον η πλημμέλεια είναι αποτέλεσμα παράβασης της συμβατικής υποχρέωσης του πωλητή να δώσει είτε οδηγίες γενικά ή τις ορθές οδηγίες, δηλαδή τις απαιτούμενες αναφορικά με τις ιδιότητες ή τον τρόπο εγκατάστασης του πράγματος.
Θεμελιώνεται, συνεπώς, ευθύνη του πωλητή κατά τα άρθρα 540 επ. Α.Κ., η οποία εδράζεται στην πλημμελή εκπλήρωση της (κύριας ή παρεπόμενης) υποχρέωσής του να εγκαταστήσει ορθά το πράγμα. Όσον αφορά δε στο βάρος απόδειξης, ο αγοραστής βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ότι η πλημμέλεια της εγκατάστασης είναι αποτέλεσμα της παράλειψης του πωλητή να δώσει σ' αυτόν οδηγίες γενικά ή τις ορθές οδηγίες, ενώ, αντίθετα, ο πωλητής μπορεί να ανατρέψει την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, αν επικαλεστεί και αποδείξει ότι η πλημμέλεια της εγκατάστασης είναι αποτέλεσμα σφάλματος του αγοραστή ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για την εγκατάσταση ή ότι η εγκατάσταση δεν είναι πλημμελής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 παρ. 1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή [ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης], εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως είναι και η πώληση [513 επ.
ΑΚ], προκύπτει ότι παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, έτσι ώστε και οι δύο συμβαλλόμενοι να υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, αν δε ο ένας από τους συμβαλλόμενους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός κι των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ.
Όμως η ένσταση αυτή του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος έχει έδαφος εφαρμογής μόνο όταν δεν δημιουργείται υποχρέωση για κανέναν από τους συμβαλλόμενους, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής. Αν υπάρχει υποχρέωση σε προεκπλήρωση της παροχής, η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ δεν εφαρμόζεται εκτός αν η γενόμενη από τον υπόχρεο προεκπλήρωση είναι ελλιπής, οπότε ο αντισυμβαλλόμενος που την αποδέχθηκε, έχει την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής.
Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης στην οποία υπάρχει ρήτρα για προεκπλήρωση της παροχής, εάν ο υπόχρεος είναι ο ενάγων πωλητής και ζητεί από τον αντισυμβληθέντα εναγόμενο αγοραστή την καταβολή του τιμήματος, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει εναντίον του την ένσταση της συμφωνημένης προεκπλήρωσης των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση πώλησης, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής [ΑΠ 228/2013, ΑΠ 1852/2009, ΑΠ 1855/2009].
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνο φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενόμενη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.
Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία όμως περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο. Επιπλέον, στην εικονικότητα μίας σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ. Επίσης, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιόν τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεστεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλόμενων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο [ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 253/2018, ΑΠ 563/2016].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α] για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β] για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ] για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση [ΑΠ 483/2022, ΑΠ 1026/2022]. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο.
Έτσι, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στο δεύτερο βαθμό [με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις] και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει επίσης να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο [ΑΠ 483/2022, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017].
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που σκοπό έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος [άρθρο 106 ΚΠολΔ], ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί [ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 1093/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 19-5-2014 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει επτά [7] διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίστηκαν στη Θεσσαλονίκη από τις 12-3-2009 έως τις 31-3-2009 και για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα τιμολόγια, πώλησε στον εναγόμενο - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα τα εμπορεύματα που αναφέρονται στην αγωγή, αντί συνολικού τιμήματος 416.500 ευρώ και ζήτησε, μετά από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το παραπάνω ποσό με το νόμιμο τόκο.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2804/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί του εναγομένου περί ακυρότητας των συμβάσεων ως αντίθετων στα χρηστά ήθη [ άρθρα 178, 179, 180 ΑΚ], περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος [άρθρο 281 ΑΚ], περί άσκησης των δικαιωμάτων διόρθωσης ή αντικατάστασης των πωληθέντων, περί υπαναχώρησης από την επίδικη σύμβαση λόγω πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων και, τέλος περί εξόφλησης του τιμήματος της ένδικης πώλησης [άρθρο 416 ΑΚ], κατά παραδοχή της αντένστασης της ενάγουσας περί εξόφλησης τιμήματος προγενέστερων πωλήσεων [άρθρο 422 ΑΚ], έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 416.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο που αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 14-5-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 142/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση μόνο ως προς την ένσταση εξόφλησης και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη ως προς το μέρος της αυτό, κρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η ένσταση εξόφλησης ως αόριστη, τόσο όπως υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο όσο και όπως υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Με τον τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, της έλλειψης νόμιμης βάσης και της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες σχετικά με τους ισχυρισμούς της: α] από το άρθρο 536 ΑΚ, για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος στα πωληθέντα εμπορεύματα, εξαιτίας της αδυναμίας συναρμολόγησης των πωληθέντων εμπορευμάτων, που αποτελούσαν εξαρτήματα ενός μεγαλύτερου μηχανήματος, που προοριζόταν για κοπή μετάλλων και το οποίο δεν συναρμολογήθηκε και δεν λειτούργησε ποτέ στην επιχείρηση του εναγομένου, β] από τα άρθρα 374 και 376 ΑΚ, λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης της υποχρέωσης της πωλήτριας για συναρμολόγηση και εγκατάσταση του πωληθέντος βαρέος τύπου μηχανήματος συγκόλλησης μετάλλων και γ] από τα άρθρα 138, 139, 180, 211, και 214 ΑΚ, λόγω εικονικότητας της ένδικης σύμβασης πώλησης.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, ο αναιρεσείων προέβαλε τους παραπάνω ισχυρισμούς του για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους προβληθέντες απαραδέκτως, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ως άνω ισχυρισμούς.
Επομένως, οι ως άνω τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη τους, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, πως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε τους ως άνω απαραδέκτως προβληθέντες ισχυρισμούς], είναι αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξειδίκευση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ [ΑΠ 799/2020, ΑΠ 385/2015].
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση ΑΠ 704/2017]. Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε [ΑΠ 719/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία συνήγαγε την μη ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων του επίδικου μηχανήματος, εξαιτίας της μη διαμαρτυρίας του εναγομένου, η οποία όμως δεν ήταν δυνατή, αφού το ένδικο μηχάνημα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ουδέποτε συναρμολογήθηκε και συνεπώς δεν ήταν δυνατή πριν από τη συναρμολόγηση αυτή, να διαπιστωθεί το πραγματικό ελάττωμα του μηχανήματος, που καθιστούσε αδύνατη την κατά προορισμό λειτουργία του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση ενοχής επέρχεται με καταβολή. Αν πρόκειται για χρηματική παροχή, πρέπει για το ορισμένο της σχετικής ένστασης εξόφλησης, ο οφειλέτης να αναφέρει τόσο το συνολικό ποσό, όσο και τα επιμέρους κονδύλια, τα οποία το απαρτίζουν την αιτία, καθώς και τον χρόνο καταβολής, όχι όμως και τον ισχυρισμό ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, το οποίο εξυπακούεται [ΑΠ 1218/2020].
Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη κατά την καταβολή, ενώ σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογιστεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β του άρθρου 422 ΑΚ [ΑΠ 954/2011, ΑΠ 1977/2009].
Ειδικότερα, ο δανειστής αμυνόμενος στην ένσταση εξόφλησης του οφειλέτη δικαιούται, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά το επίδικο, αλλά άλλο χρέος του προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν' αποκρούσει την αντένσταση, προβάλλοντας, κατ' επαντένσταση, και αποδεικνύοντας ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση τον μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου [από τα περισσότερα] χρέους, είτε βάσει της διάταξης του άρθρου 422 εδ.
β ΑΚ [ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1367/2010]. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520. 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής [ΑΠ 1761/2022 ΑΠ 268/2021, ΑΠ 578/2018].
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 520 και 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων στην παράγραφο 6 του οποίου περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Η έγγραφη απόδειξη αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο [δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη] κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια [ΑΠ 1761/2022, ΑΠ 755/2021, ΑΠ 961/2019].
Ειδικότερα, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα και, επομένως, παραδεκτή η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση να επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο Εφετείο σαφώς και με πληρότητα, οπότε θεωρούνται ότι προτείνονται για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός αν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 527 ΚΠολΔ [ΑΠ 483/2022, ΑΠ 721/2017].
Περαιτέρω, η νομική αοριστία αγωγής ή ένστασης, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 59 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή ή στην ένσταση ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 8, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ΑΠ 710/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 922/2019, ΑΠ 19/2018].
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απέρριψε την προβληθείσα παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό και επαναφερθείσα, επίσης, παραδεκτώς στο Εφετείο με λόγο έφεσης ένστασή του περί εξόφλησης της ένδικης αγωγικής απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως αυτή προβλήθηκε με τις προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο [το οποίο την είχε κρίνει ορισμένη και ουσιαστικά βάσιμη], είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο αυτή προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά μόνο ότι ο εναγόμενος επικαλέστηκε "δέκα [10] έγγραφες καταβολές προς εξόφληση των ανωτέρω τιμολογίων...
που αφορούσαν το διάστημα από τον 1ο του 3009 έως τον 6ο του 2009", ενώ, επιπλέον δεν προσκομίζονται οι προτάσεις του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να προκύπτει ο ακριβής τρόπος πρότασης της ανωτέρω ένστασης. Κατά το μέρος όμως που αφορά την παραδεκτή πρόταση της ένστασης αυτής με το εφετήριο δικόγραφο, ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, αφού αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ακριβής τρόπος με τον οποίο αυτή προτάθηκε στο Εφετείο.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της έφεσής του προέβαλε την ένσταση εξόφλησης του τιμήματος της επίδικης πώλησης, επικαλούμενος τα εξής: "1. Με την από 13-1-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Marfin Egnatia Bank κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των εκατό χιλιάδων Ευρώ [100.000 Ε], 2.
Με την υπ' αριθ. 314/14-1-2009 απόδειξη πληρωμής [μετρητών - επιταγών] κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων τριακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών [15.355,48 Ε], 3.Με την από 16-1-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Marfin Egnatia Bank κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ, 4.Με την από 13-3-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Marfin Egnatia Bank κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των ενενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ [95000 Ε], 5.
Με την υπ' αριθ. 348/18-3-2009 απόδειξη [μετρητών - επιταγών] κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ [2500 Ε], 6. Με την υπ' αριθ. 357/29-4-2009 απόδειξη πληρωμής [μετρητών - επιταγών] κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και είκοσι λεπτών [14.646,20 Ε], 7.
Με την υπ' αριθ. 363/20-5-2009 απόδειξη πληρωμής [μετρητών - επιταγών] κατέβαλα προς την αντίδικο το συνολικό ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ [10000 Ε], 8. Με την υπ' αριθ. 372/1-7-2009 απόδειξη πληρωμής [μετρητών - επιταγών] κατέβαλα στην αντίδικο το συνολικό ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ [10000 Ε], 9. Με την από 21-5-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Marfin Egnatia Bank κατέβαλα στην αντίδικο το συνολικό ποσό των εκατόν εξήντα έξι χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και εξήντα λεπτών [166377,60 Ε], 10.
Με την από 3-6-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Marfin Egnatia Bank κατέβαλα στην αντίδικο το συνολικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ [22500 Ε], 11. Με την 18-6-2009 κατάθεση μετρητών στην τράπεζα Πειραιώς κατέβαλα στην αντίδικο το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών [7855,48 Ε] ...
επικαλούμενος το δικαίωμά μου, κατ' άρθρο 422 ΑΚ, για καταλογισμό σε περίπτωση περισσότερων χρεών δήλωσα τόσο προς την αντίδικο κατά το χρόνο καταβολής όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι προκείμενες καταβολές που επικαλέστηκα αφορούσαν σε εξόφληση των επίδικων χρεών. Κατά συνέπεια με ορθή εφαρμογή της ΑΚ 422 ακόμη και υπό τη δόλια από την αντίδικο μερική επίκληση ορισμένων παλαιότερων τιμολογίων θα έπρεπε να κριθεί και πάλι ότι το χρέος προς την αντίδικο ήταν εξοφλημένο".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ως άνω ένσταση εξόφλησης με το ακόλουθο αιτιολογικό: "Ο ισχυρισμός αυτός του εκκαλούντος σε πρώτο βαθμό, που επαναφέρει με τον 3ο λόγο της έφεσής του με εκτενέστερη αιτιολογία και επίκληση νέων περιστατικών, ο οποίος επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, αόριστος, διότι αν και με την αγωγή προβλήθηκαν περισσότερες αξιώσεις [από τα επτά επίδικα ξεχωριστά τιμολόγια - δελτία αποστολής], στην ένσταση αναφέρονταν αριθμητικά μόνο 10 διάφορες καταβολές και ο χρόνος πραγματοποίησής τους [από τον 1ο του 2009 έως τον 6ο του 2009 παρά το ότι οι επίδικες πωλήσεις έλαβαν χώρα από 12-3 έως 31-3-2009], όχι όμως και η αιτία κάθε μίας από αυτές [δηλαδή έναντι ποίου τιμολογίου], ενόψει μάλιστα και της από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουσας αναντιστοιχίας μεταξύ των φερομένων ως καταβληθέντων ποσών και των επικαλούμενων με την αγωγή ως οφειλόμενων.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ως ορισμένη κατ' αρχήν, και εν συνεχεία απέρριψε στην ουσία την ανωτέρω ένσταση, εφόσον αυτή ήταν εξαρχής απορριπτέα ως αόριστη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της". Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός, όπως επαναφέρθηκε με την έφεση του εναγομένου, με επίκληση του άρθρου 527 παρ. 6 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή αποδεικνύεται εγγράφως και άρα μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο, είναι ορισμένος, καθώς αναφέρονται αναλυτικά τα μερικότερα ποσά που καταβλήθηκαν και η ημερομηνία κάθε καταβολής με καταθέσεις μετρητών στην τράπεζα "Marfin Egnatia Bank", δεν ήταν δε απαραίτητο να αναφέρεται το ποσό που καταβλήθηκε ειδικά για κάθε μία από τις μεταβιβάσεις των τμημάτων του ενιαίου μηχανήματος και η χρονική αντιστοίχηση κάθε καταβολής με κάθε μεταβίβαση τμήματος του μηχανήματος, αφού σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας και μη προσδιορισμού, ούτε μονομερώς από τον οφειλέτη κατά την καταβολή του χρέους που θέλει να εξοφλήσει, η παροχή θα καταλογιστεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β του άρθρου 422 ΑΚ.
Άλλωστε, οι αξιώσεις της ενάγουσας είναι χρονικά τμηματικές, ομοειδείς και όχι ταυτόχρονες από διάφορες αιτίες, αλλά από μία ενιαία αιτία. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τη σχετική ένσταση ως αόριστη με το σκεπτικό ότι δεν προσδιορίζεται για ποιο επιμέρους τιμολόγιο έγινε η κάθε καταβολή, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των άρθρων 416, 422 ΑΚ, αφού απαίτησε για το ορισμένο της ένστασης περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση], και από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, είναι βάσιμος.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης ως βάσιμου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης ως αόριστης], του τρίτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου [λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και οδήγησαν στη χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος] και του πέμπτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου [μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ειδικότερα της ένστασης εικονικότητας της σύμβασης, στην οποία στηρίζεται η αντένσταση της ενάγουσας από το άρθρο 422 ΑΚ κατά της ένστασης εξόφλησης].
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθόσον: Α] Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, δηλαδή ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας [την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση] ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους [ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 2004/2017].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται από νόμιμη βάση, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι ανεπαρκώς αιτιολόγησε την απόρριψη της ένστασής του περί εξόφλησης του επίδικου χρέους ως αόριστης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απορρίπτοντας με την αιτιολογία που έχει προπαρατεθεί την πιο πάνω ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και δεν διατύπωσε, κατά το στάδιο εκείνο, αποδεικτικό πόρισμα, όπως απαιτείται για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, Β] Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο αποκτά την εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 ΚΠολΔ, τόσο από τη μία πλευρά όσο και από την άλλη και, παρά το ότι ο εκκαλών παραπονείται για το ότι η αγωγή ή η ένσταση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, ακόμη και με αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η αγωγή ή η ένσταση είναι μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη.
Σε μία τέτοια περίπτωση, δεν είναι εφικτή η κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Γι' αυτό η έφεση γίνεται δεκτή, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται και η αγωγή ή η ένσταση απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο, διότι η απόφαση αυτή είναι επωφελέστερη σε σύγκριση με την εκκληθείσα [σχετ.
ΑΠ 1827/2022, ΑΠ 140/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015]. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση], με την αιτίαση ότι το Εφετείο δίχως να υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης εκ μέρους του εναγομένου [και ήδη αναιρεσείοντος], ως εκκαλούντος, έκρινε αυτεπάγγελτα την ένσταση εξόφλησης που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νομότυπα στο Εφετείο, ως αόριστη, αν και πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και ότι, στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένσταση εξόφλησης ως αόριστη, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό για τον εναγόμενο απόφαση επιβλαβέστερη από την εκκαλουμένη, κατά παράβαση [δήθεν] του άρθρου 536 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα, όμως, με τις προεκτεθείσες σκέψεις, το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το ερευνήσει οίκοθεν, χωρίς ειδικό παράπονο, την αοριστία της ερειδόμενης στις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ ένδικης ένστασης εξόφλησης και εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση να απορρίψει της ένδικη ένσταση ως αόριστη.
Και τούτο διότι, εφόσον ο εκκαλών παραπονείτο για την κατ' ουσία απόρριψη της ένστασής του, το Εφετείο είχε την εξουσία, ακόμη και χωρίς την υποβολή σχετικού παραπόνου, να ερευνήσει αυτεπάγγελτα την αοριστία, καθώς και τη νομική βασιμότητα της ένστασης και να την απορρίψει ως αόριστη ή μη νόμιμη, δοθέντος ότι με τον τρόπο αυτό, μάλιστα, εξέδωσε απόφαση ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [κατ' εκτίμηση και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων],είναι αβάσιμος, Γ] Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό του που θεμελιώνει την καταχρηστική ένσταση της ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, της προγενέστερης της επίδικης σύμβασης, την οποία επικαλέστηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητης για την υποστήριξη της αντένστασής της περί καταλογισμού των επίδικων καταβολών σε προγενέστερα χρέη του εναγομένου προς αυτήν, ισχυρισμό τον οποίο "εμπλούτισα με τις από 13-5-2021 προτάσεις μου [στο Εφετείο], αφού οψιγενώς το έτος 2019 η φορολογική αρχή έκρινε ως εικονική κάθε συναλλαγή μου με την αντίδικο.
Η προσβαλλομένη δεν περιέχει καμία κρίση για την εικονικότητα της συναλλαγής αλλά και των παραστατικών [τιμολογίων] στα οποία αυτή θεμελιώνεται". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που αναφέρεται στην εικονικότητα της προγενέστερης σύμβασης των διαδίκων, στην οποία στηρίχθηκε η αντένσταση από το άρθρο 422 ΑΚ, για καταλογισμό των γενομένων καταβολών, στο προγενέστερο χρέος του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και όχι στο επίδικο χρέος, προβάλλεται αλυσιτελώς αφού η ένσταση εξόφλησης απορρίφθηκε ως αόριστη και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα ουσιαστικής έρευνας και αντίκρουσής της.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Μετά από αυτά πρέπει, αφού απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή μόνο ως προς την ένσταση εξόφλησης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς την ένσταση εξόφλησης προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 142/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ