Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing prior inadmissibility of similar arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal against the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific criminal acquittals and evidence regarding defamation, but the court ruled these points were already addressed in the contested decision. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the core arguments had previously been declared inadmissible by the Supreme Court itself.
Legislator headnote
AI generatedArt. 495 para. 1, Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if the substantive grounds were previously declared inadmissible by the Supreme Court in a prior decision on the same request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1255/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5491/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 170/2016 μη οριστική και 234/2018 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3/7/2018 αίτησή του και τους από 6/7/2019 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1293/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10/2/2020 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 10-2-2020 κλήση του αναιρεσίβλητου για τη σημερινή δικάσιμο η από 3-7-2018 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1293/2019 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής και των από 6-7-2019 πρόσθετων λόγων για τους εκεί αναφερόμενους λόγους.
Υπόκειται προς κρίση η από 3-7-2018 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 234/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 18-12-2013 έφεση του ενάγοντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 5491/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε απορρίψει την από 29-12-2008 αγωγή του ενάγοντος κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 9-3-2010 αγωγή του τελευταίου κατά του πρώτου και υποχρέωσε αυτόν (εναγόμενο της από 9-3-2010 αγωγής) να καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη βάσει της σε βάρος του αδικοπραξίας κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτός είναι και ο από 6-7-2019 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της άνω διατάξεως είναι η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αλήθειας τους. Διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση τους. Ως ειδήσεις, νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αυτήν αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου, οι ειδήσεις δε αυτές πρέπει να αποδεικνύονται τελικά και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός, ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο, με γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας και να προκύπτει κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου.
Ειδικότερα, οι διαδιδόμενες ή υποστηριζόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά. Έτσι η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ' εκείνους με τους οποίους το πρόσωπο αυτό σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά, και έτσι προκαλείται ζημία του.
Τελευταία, δηλαδή, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης από το άρθρο 920 ΑΚ είναι η απόδειξη (περιουσιακής) ζημίας, αιτιωδώς προκαλούμενη από την έκθεση σε κίνδυνο ενός των παραπάνω αγαθών. Επίσης, ο θιγόμενος μπορεί, με βάση το άρθρο 920 ΑΚ, να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία.
Η προαναφερθείσα διάταξη ρυθμίζει μία ειδική μορφή αδικοπραξίας, με σκοπό την προστασία της οικονομικής υποστάσεως των ατόμων από ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν με την υποστήριξη ή τη διάδοση αναληθών γεγονότων και ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον τους. Η ίδια προστασία θα μπορούσε να παρασχεθεί και με βάση το άρθρο 57 του ΑΚ, που ρυθμίζει την υπαίτια προσβολή του απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά η ως άνω ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία, ώστε να μη δημιουργηθούν αμφισβητήσεις για το αν τα αγαθά που προστατεύονται από το άρθρο 920 του ΑΚ αποτελούν ή όχι εκφάνσεις του γενικού αυτού και απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα.
Από τις διατάξεις εξάλλου του ως άνω άρθρου 57 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 59 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δίκαιο ανάγει τον άνθρωπο, καθ' εαυτόν, σε αυτοτελές αντικείμενο προστασίας και επιβάλλει το σεβασμό της προσωπικότητας του από τους τρίτους. Η προσωπικότητα, εξωτερικώς, παρίσταται με διάφορες εκφάνσεις, μεταξύ των οποίων θεωρείται προστατεύσιμη, κατά την επιστήμη και τις κοινωνικές συναλλακτικές αντιλήψεις, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι αυτόν.
Έτσι, στη σφαιρική προστασία της προσωπικότητας περιλαμβάνεται η άρση της προσβολής, η παράλειψη αυτής στο μέλλον και η ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με πληρωμή χρηματικού ποσού ή δημοσίευμα, ενώ η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, η οποία προκλήθηκε από την προσβολή της, γίνεται με βάση εκείνα που ισχύουν στις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ., 57 ΑΚ).
Τέλος, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή. Όταν η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 361, 362, 363 ΠΚ (εξύβριση, δυσφήμηση απλή ή συκοφαντική) είναι προφανές ότι, και πάλι, μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, με βάση το άρθρο 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε.
Από τις εν λόγω διατάξεις, συνάγεται ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά τον εκ μέρους του υπαιτίου ενώπιον τρίτου ισχυρισμό ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και υποκειμενικά τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, καθώς και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Επίσης, απαιτείται το γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο παραπάνω ισχυρισμός ή η διάδοση να είναι ψευδές και ο δράστης να γνωρίζει την αναλήθειά του (ΑΠ 2209/2013, 217/2007). Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί. Το αδίκημα της δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά τον εκ μέρους του υπαιτίου ενώπιον τρίτου ισχυρισμό ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και υποκειμενικά τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, καθώς και τη θέληση του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται όχι μόνο κάθε πράξη και παράλειψη, αλλά και γενικότερα κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, αλλά και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση, αναφερόμενης το παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουσα στις αισθήσεις, αντικείμενη στην ηθική και ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.
Ως γεγονός, νοείται και η έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση, καθώς και ο χαρακτηρισμός, όταν με την έκφραση συνδέεται και συσχετίζεται το γεγονός, ώστε με τη σύνδεση και τη σχέση τους με αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της οσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 εδ.
γ' του ΠΚ, ο υπαίτιος της δυσφημιστικής διάδοσης απαλλάσσεται από την υποχρέωση ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του παθόντος, αν η προσβολή αυτού έγινε προς εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή προς διασφάλιση (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι η ως άνω προσβλητική της τιμής και υπολήψεως του άλλου εκδήλωση στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση του με άλλο τρόπο, δοθέντος ότι, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αυτούς, που προβάλλονται κατ' ένσταση, αίρεται το παράνομο της προσβολής, που στηρίζεται στη δυσφήμηση και στην προσβολή της προσωπικότητας.
Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν απαλλάσσεται ο υπαίτιος από την υποχρέωση αποκατάστασης της ηθικής βλάβης του παθόντος αν οι ανωτέρω εκδηλώσεις συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση ή, από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες η δημοσίευση έλαβε χώρα, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης. Σκοπός εξύβρισης ενυπάρχει στον δράστη όταν ενσυνείδητα υπερβαίνει τα όρια του δικαιώματος κατά την κοινή κρίση του ορθά σκεπτόμενου και έχει άμεσο στόχο και ειδικό, την προσβολή της τιμής ή της υπόληψης τρίτου προσώπου, δηλαδή επιζητεί να μειώσει τον τρίτο.
Για τη διαπίστωση της ύπαρξης σκοπού εξύβρισης ερευνάται όχι η μεμονωμένη λέξη ή φράση αλλά το σύνολο του κειμένου εντός του οποίου έχουν παρεμβληθεί οι φερόμενες ως προσβλητικές λέξεις, συγχρόνως δε ελέγχεται το ειδικό περιεχόμενο της ενέργειας του αυτουργού της αξιόποινης πράξης, προκειμένου να κριθεί το είδος και η μορφή της προστασίας του δικαιώματος του, ένεκα του οποίου υποχρεώθηκε να εκφρασθεί κατά τρόπο μη ευπρεπή.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Εξ άλλου με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου:
Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.
Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.
Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.
Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ' όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.
Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.
Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.
Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως.
Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.
Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.
Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.).
Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.
Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ.
και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού.
Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.
Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.
Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.
Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.
Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.
Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.
Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem [Ε.Δ.Δ.Α.
D. κατά Ρουμανίας της 7.2.2012 (αριθμ. προσφυγής 124/2004)]. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (βλ.
ιδίως Ε.Δ.Δ.Α. E. κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.7.2013 (αριθμ. προσφυγής 25424/2009), Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Τουρκίας της 18.10.2016 (αριθμ. προσφυγής 21107/2007), Ε.Δ.Δ.Α. U. κατά Τουρκίας της 27.11.2018 (αριθμ. προσφυγών 53561/09 και 13952/11), Ε.Δ.Δ.Α. Ringvold κατά Νορβηγίας της 11.2.2003 (αριθμ.
προσφυγής 34964/97), Ε.Δ.Δ.Α. F. κατά Γερμανίας της 3.10.2019 (αριθμ. προσφυγής 61985/2012), Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος (Ε.Δ.Δ.Α.
D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00) και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ. επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:
α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. (Ε.Δ.Δ.Α.
Σ. κατά Ελλάδας της 27.9.2007 (αριθμ. προσφυγής 35522/04), Ε.Δ.Δ.Α. Π. κατά Ελλάδας της 25.9.2008 (αριθμ. προσφυγής 42132/06), Ε.Δ.Δ.Α. E. κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. H. κατά Κροατίας της 27.9.2011 (αριθμ. προσφυγής 23272/07), Ε.Δ.Δ.Α. D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Τουρκίας, Ε.Δ.Δ.Α.
U. κατά Τουρκίας). Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ως άνω Ε.Δ.Δ.Α.
F. κατά Γερμανίας). Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής : "Δυνάμει του με αριθμό .../22-7-1999 γενικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Παρασκευής Πετούμενου-Βαρίνου, συζύγου του εκκαλούντος, ο εφεσίβλητος ανάθεσε στον εκκαλούντα ο οποίος ήταν δικηγόρος, την διεκπεραίωση διαφόρων εκκρεμών υποθέσεών του, ενώ κατά το έτος 2002 παρουσιάστηκαν προβλήματα στις μέχρι τότε ομαλές σχέσεις των διαδίκων και έκτοτε βρίσκονται σε συνεχείς δικαστικές διαμάχες.
Ο εκκαλών άσκησε κατά του εφεσιβλήτου την από 6-2-2003 (αριθ. εκθ. καταθ. 4694/2003) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία αμοιβών), η οποία συζητήθηκε στις 18-9-2003. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής και προς απόκρουσή της ο εφεσίβλητος προσκόμισε, μεταξύ άλλων, την υπ' αριθ. 360/17-9-2003 ένορκη βεβαίωση του Α.
Ζ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χανίων και τις υπ' αριθ. 13301, 13302 και 13305 της 17-9-2003 τρεις ένορκες βεβαιώσεις των Α. Κ., Ε.-Κ. Κ. και Γ. Κ. αντίστοιχα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσκόμισε εκ νέου ο εναγόμενος-ενάγων Ε. Κ. και ενώπιον του Εφετείου Πειραιά στις 3-3-2005 κατά την εκδίκαση αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 4876/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά επί της προαναφερόμενης αγωγής.
Ήδη ο εκκαλών με την από 29-12-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 13511/2008) αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ισχυρίζεται ότι ο εφεσίβλητος προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα στους προαναφερόμενους μάρτυρες την απόφαση να καταθέσουν τα όσα, αναληθή κατ' αυτόν, κατέθεσαν με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις.
Το παραπάνω δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο αλλά αντίθετα, αποδεικνύεται ότι όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες αυτοί ήταν προϊόν ιδίας αντίληψης στο πλαίσιο της φιλικής και συγγενικής σχέσης τους με τον Ε. Κ. και της κοινωνικής συναναστροφής τους, μόνο δε το γεγονός ότι οι δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν από τον τελευταίο ως εναγόμενο σε δίκη που τον αφορούσε δεν αρκεί για να του προσδώσει την ιδιότητα του ηθικού αυτουργού, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι οι παραπάνω δεν είχαν κανένα όφελος από την έκβαση της σχετικής δίκης.
Άλλωστε και το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων δεν αποδεικνύεται ψευδές αφού το αναφερόμενο γεγονός ότι στις 31-5-2002 ο Α. Ζ. συνόδευσε τον Ε. Κ. στη συνάντησή του με τον θείο του Γ. Κ., στην οποία δεν ήταν παρών ο Μ. Π. επιβεβαιώνεται από τον Γ. Κ. στις υπ' αριθ. 20988/2112-2004 και 10535/6-6-2005 ένορκες βεβαιώσεις του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ενώ το γεγονός ότι τον Αύγουστο του έτους 2002 ο Μ.
Π. πήγε στο Άγιο Όρος με ιδιωτικό σκάφος και όχι με μέσο μαζικής μεταφοράς, πέραν του ότι δεν αποδεικνύεται ψευδές, ήταν παντελώς άσχετο με το θέμα απόδειξης και επιπλέον, δεν είναι διατυπωμένο κατά τρόπο εξυβριστικό ή μειωτικό. Περαιτέρω, αναφορικά με τις προαναφερόμενες υπ' αριθ. 13301/2003, 13302/2003 και 13305/2003 ένορκες βεβαιώσεις το φερόμενο ως ψευδές γεγονός, ότι δηλαδή ο αποβιώσας αδελφός τους και πατέρας του Ε.
Κ., Κ., δεν συμμετείχε σε ελβετική εταιρία, ομοίως δεν αποδεικνύεται ψευδές από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, με την ως άνω υπ' αριθ. κατάθ. δικογρ. 4876/2003 αγωγή του ο τότε ενάγων Μ. Π. ισχυρίστηκε ότι μεταξύ άλλων υποθέσεων που του ανέθεσε ο τότε εναγόμενος Ε. Κ. ήταν και η "υπόθεση" ή "φάκελος Ελβετίας", που αφορούσε την είσπραξη συνολικού ποσού 120.000.000 δραχμών από τη συμμετοχή του αποβιώσαντος πατέρα του εναγομένου Κ.
Κ. σε ελβετική ανώνυμη εταιρία με έδρα τη Ζυρίχη και αντικείμενο την αγορά και μεταπώληση κάθε φύσεως ακινήτων, την ανέγερση, επισκευή και μεταπώληση οικοδομών και την εκτέλεση κάθε φύσεως οικοδομικών και τεχνικών έργων, για την οποία υπόθεση ζήτησε ο ενάγων να υποχρεωθεί ο τότε εναγόμενος να του καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 35.216,43 ευρώ.
Σχετικά προσκομίστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δίκασε την ως άνω αγωγή, η από 18-1-2005 επίσημη βεβαίωση του "Κτηματολογίου - Γραφείου Γης και Δημόσιας Καταχώρησης" του Λιχτενστάιν, στην οποία βεβαιώνεται ότι δεν υφίσταται εταιρία καταχωρημένη στο Λιχτενστάιν ούτε έχει υπάρξει εταιρία καταχωρημένη στο άνω κράτος κατά τα τελευταία είκοσι έτη με την επωνυμία "..." ή "...".
Από τα προσκομιζόμενα από 13.8.2007 και 26.10.2007 έγγραφα του Εμπορικού Μητρώου του Πριγκηπάτου του Λιχτενστάιν αποδεικνύεται ότι υπήρξε στο ως άνω κράτος εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία ιδρύθηκε στις 23.3.1972 με έδρα το SHAAN, εκπρόσωπο τον W. B. και σκοπό αρχικά τη διενέργεια όλων των εμπορικών, βιομηχανικών και οικονομικών συναλλαγών για ίδιο ή ξένο λογαριασμό και συμμετοχή σε επιχειρήσεις, οι οποίες επιδιώκουν τον ίδιο ή παρόμοιους σκοπούς, και ακολούθως, κατόπιν της από 30-1-1985 απόφασης του ιδρυτή της, την επένδυση και διαχείριση κεφαλαίων, κυριότητα ακινήτων, αξιογράφων, συμμετοχών και άλλων δικαιωμάτων, πλην, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δε αποδείχθηκε η συμμετοχή του Κ.
Κ. στην εταιρία αυτή. Επιπλέον σύμφωνα με την από 27-7-1994 απόφαση του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου και εκκαθαριστή της πιο πάνω εταιρίας W. B. που καταχωρήθηκε στην Υπηρεσία Εμπορικού Μητρώου του Λιχτενστάιν, πραγματοποιήθηκε εκκαθάριση της εταιρίας αυτής και δεν υπήρχε πλέον ούτε ενεργητικό ούτε παθητικό της, ενώ σύμφωνα με την από 7-3-2008 επίσημη βεβαίωση του προαναφερόμενου "Γραφείου Γης και Δημόσιας Καταχώρησης" του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν το όνομα του Ε.
Κ. και του πατέρα του Κ. Κ. δεν εμφανίστηκαν ποτέ στους φακέλλους και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στην πιο πάνω υπηρεσία σχετικά με την εταιρία "...". Επίσης το Εφετείο Πειραιώς με την υπ' αριθ. 788/2005 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη κατά το σημείο αυτό, έκρινε ότι ουδεμία ανάμειξη του τότε ενάγοντος Μ.
Π. υπήρξε κατ' εντολή του εναγομένου Ε. Κ. στη λεγόμενη "υπόθεση Ελβετίας" σχετιζόμενη με την επιδίωξη απόληψης μετοχών αλλοδαπής εταιρίας λόγω συμμετοχής σ' αυτήν του πατέρα του. Τούτο δεν ανατρέπεται από το από 5-10-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο ο Κ. Κ. (πατέρας του Ε. Κ.), συμβληθείς με τους Τ. Χ. και Ι.
Α. προκειμένου να συμμετάσχουν από κοινού σε διαγωνισμό, φέρεται να δηλώνει ότι τυγχάνει πληρεξούσιος και αντίκλητος της εδρεύουσας στο SCHAAN LICHTENSTEIN εταιρίας με την επωνυμία "..." με εκπρόσωπο τον W. B., αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η δήλωση αυτή ήταν ακριβής ή ότι η εταιρία αυτή εξακολούθησε να υφίσταται κατά την εικοσαετία που προηγήθηκε της έκδοσης της προσκομισθείσας από 18-1-2005 βεβαίωσης και σε κάθε περίπτωση οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αναφέρονται σε συμμετοχή του Κ.
Κ. σε ελβετική ανώνυμη εταιρία. Περαιτέρω, η αναφορά Γ. Κ. στην με αριθμό 13305/17-9-2003 ένορκη βεβαίωση στη συμφωνία εργολαβικής αμοιβής στην υπόθεση Α. μεταξύ του Κ. Κ. και των δικηγόρων, στους οποίους την είχε αναθέσει, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 20% εκ του επιδικασθησόμενου σε περίπτωση θετικής έκβασης της δίκης ποσού, δεν αποδεικνύεται ψευδής από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, και επιπλέον το κατατεθέν αυτό πραγματικό περιστατικό αποτελούσε αντικείμενο απόδειξης ή ανταπόδειξης της δίκης στην οποία προσκομίστηκε ούτε συνδεόταν αναπόσπαστα με το αντικείμενο της δίκης αυτής.
Ακόμη τόσο για τη μη συμμετοχή του Κ. Κ. σε ελβετική ανώνυμη εταιρία, όσο και την μη μεσολάβηση του ενάγοντος ως πληρεξούσιου δικηγόρου του εναγομένου Ε. Κ. στην επίλυση των διαφορών που ανέκυψαν με τον ίδιο, κατέθεσε ο Γ. Κ. στις με αριθμούς 20988/21-12-2004 και 10536/6-6-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν τελούν αντικείμενο της ένδικης αγωγής ούτε έχουν προσβληθεί μέχρι σήμερα από τον ενάγοντα ως ψευδείς.
Εξάλλου, και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι θείες του εναγομένου Ε. -Κ. Κ. και Α. Κ., του ζήτησαν να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες ως δικηγόρος για να αποφευχθεί κάθε δικαστική εμπλοκή με το θείο του και αδελφό τους Γ. Κ. και ότι οι ανωτέρω του είχαν καταστήσει σαφές ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα προέβαιναν σε μεταβιβάσεις ακινήτων και εκχώρηση αξίωσης προς τον εναγόμενο ομοίως δεν αποδεικνύεται βάσιμος από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Άλλωστε οι ανωτέρω διαψεύδουν τα παραπάνω στις με αριθμούς 20986/2004 και 20987/2004 ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν έχουν προσβληθεί από τον εκκαλούντα στην αγωγή του. Ομοίως και ο Α. Ζ. επανέλαβε την ως άνω κατάθεσή του εξεταζόμενος στις 4-11-2004 ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Ρεθύμνου, καθώς και με την υπ' αριθ. 118/20-12- 200.1.
ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ρεθύμνου, οι οποίες ομοίως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής του εκκαλούντα. Άλλωστε ο εκκαλών δεν υπέβαλε έγκληση σε βάρος των φερόμενων ως αυτουργών της ψευδορκίας που φέρεται ότι τελέσθηκε με τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των Α. Ζ., Γ. Κ., Ε.-Κ. Κ. και Α.
Κ.. Με το από 12-6-2007 "υπόμνημα-έγκληση", που κατέθεσε εξ αφορμής της από 4-6-2006 έγκλησης σε βάρος του, ζήτησε την ποινική δίωξη του τότε εγκαλούμενου Ε. Κ., μεταξύ άλλων, για την πράξη της απάτης στο Δικαστήριο και ειδικότερα διότι στις 3-3-2005 κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Πειραιά αντίθετων εφέσεων αυτού και του αντιδίκου του κατά της υπ' αριθ. 4876/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για απαιτήσεις του από δικηγορικές αμοιβές παραπλάνησε το Δικαστήριο υποβάλλοντας ψευδή ισχυρισμό και προσκομίζοντας απατηλό πιστοποιητικό και ψευδείς ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ των οποίων και την προαναφερόμενη βεβαίωση του " Γραφείου Γης (Κτηματολογίου) και Δημόσιας Κατααχώρης της Ηγεμονίας του Λιχτενστάιν και τις ως άνω υπ' αριθ. 360/17-9-2003, 13301/2003, 13302/2003 και 13305/2003 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, με συνέπεια να απορριφθεί η έφεσή του ως προς το σχετικό σκέλος της με την υπ' αριθ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και να ζημιωθεί αυτός κατά το ποσό του απορριφθέντος κονδυλίου του με αντίστοιχη ωφέλεια του εγκαλούμενού.
Η παραπάνω έγκληση απορρίφθηκε με την με αριθμό 509/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά η οποία, κατόπιν άσκησης προσφυγής από τον εγκαλούντα, επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 163/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της με αριθμό 7512/29-4-2012 ένορκης βεβαίωσης του Α. Ε. Λ. Δ.
του Θ. και Μ. ομοίως δεν αποδεικνύεται ψευδές καθόσον το γεγονός ότι ο παραπάνω μάρτυρας γνωρίζει προσωπικά τους διαδίκους από τις επισκέψεις τους στο Άγιο Όρος, όπου εγκαταβιώνει, δεν αμφισβητείται. Όσον αφορά το ακίνητο Σ. για το οποίο ο μάρτυρας αυτός αναφέρει στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του ότι βαρυνόταν με χρέη της ιδιοκτήτριάς του προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ακριβές από το προσκομιζόμενο υπ' αριθ.πρωτ. 112378/1999 πιστοποιητικό του ως άνω Ταμείου, σύμφωνα με το οποίο είχε χορηγηθεί στην Κ.
Σ.. ενυπόθηκο στεγαστικό τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 2.200.000 δραχμών με υποθήκη του ακινήτου αυτού, που εξυπηρετείτο με μηνιαία παρακράτηση του μισθού της ενώ το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου ανέρχονταν στις 30-6-1999 στο ποσό των 1.730.748 δραχμών. Ακόμη σχετικά με την κατάθεσή του για την ανάμιξη του εκκαλούντος στη διένεξη του εφεσίβλητου με το θείο του Γεώργιο και αυτή δεν αποδεικνύεται βάσιμη.
Εξάλλου, με την αγωγή του ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι ο εφεσίβλητος έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τους Δ. Κ., Σ. Σ. και Κ. Γ. να καταθέσουν ψευδή γεγονότα ενώπιον του 27ου Πταισματοδίκη Αθηνών κατά τη διενέργεια προανάκρισης σε βάρος του (του εφεσίβλητου) για το αδίκημα της παράβασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ'εξακολούθηση.
Ειδικότερα όσον αφορά τον Δ. Κ. ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά τη δικάσιμο της 18-9-2003 επί της από 2-6-2003 υπ' αριθ. κατάθ. 4694/2003 αγωγής του ίδιου (εκκαλούντος) κατά του εφεσίβλητου (διαδικασία αμοιβών), η οποία περιέχεται στα υπ' αριθ. 4876/2003 πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου και η από 10-2-2004 ένορκη εξέτασή του ενώπιον του 27ου Πταισματοδίκη Αθηνών κατά τη διενέργεια προανάκρισης επί της υποβληθείσας από τον ίδιο (εκκαλούντα) σε βάρος του εφεσίβλητου έγκλησης για το αδίκημα της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής επικοινωνίας κατ' εξακολούθηση είναι ψευδείς κατά τα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή πραγματικά περιστατικά, δόθηκαν δε κατόπιν ηθικής αυτουργίας του εφεσίβλητου .Όμοιοι είναι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος και όσον αφορά τον μάρτυρα Σ.
Σ. για την κατάθεσή του στις 11-2-2004 (η οποία, δεν προσκομίζεται) και την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά κατά τη δικάσιμο της 30-3-2005, αλλά και τον Κ. Γ. για την κατάθεσή του στις 24-2-2004 ενώπιον του 27ου Πταισματοδίκη Αθηνών (η οποία, επίσης, δεν προσκομίζεται).
Και αναφορικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων αυτών από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος προκάλεσε στους μάρτυρες αυτούς την απόφαση να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα , μόνο δε το γεγονός ότι δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν από αυτόν προς υπεράσπιση των ισχυρισμών του δεν αποδεικνύει την τέλεση της αποδιδόμενης σε αυτόν ηθικής αυτουργίας.
Πιο συγκεκριμένα, οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δόθηκαν στο πλαίσιο προανάκρισης για την καταγγελθείσα εκ μέρους του εκκαλούντος σε βάρος του εφεσίβλητου πράξη της παραβίασης του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση και της συζήτησης της προαναφερόμενης υπ' αριθ.
κατάθ. 4694/2003 αγωγής (διαδικασία αμοιβών). Τα δε κατατεθέντα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αφορούσαν σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω αγωγή: α) την κατάρτιση δανείου ποσού 20.000.000 δραχμών μεταξύ του εφεσιβλήτου ως δανειστή και εκκαλούντος ως οφειλέτη, η μη ομαλή εξέλιξη της οποίας αποτέλεσε κατά τους ισχυρισμούς του πρώτου την αιτία διατάραξης των επαγγελματικών του σχέσεων και β) την τέλεση από τον εφεσίβλητο της ανωτέρω σημειούμενης αξιόποινης πράξης, στην οποία αποδίδεται η διακοπή των αυτών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων κατά τον εκκαλούντα.
Η κατάρτιση της από 7-11-2000 σύμβασης δανείου έγινε δεκτή ως αληθής με την με αριθμό 2744/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία), η οποία εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής του εφεσιβλήτου και κατά του εκκαλούντος, που επικυρώθηκε με την με αριθμό 833/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων ενώ απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί εικονικότητας του δανείου.
Το ίδιο έγινε δεκτό άλλωστε και με την με αριθμό 634/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 30-4-2003 (υπ' αριθ. κατάθ, 3723/2003) αγωγή του εκκαλούντος κατά του εφεσίβλητου με αντικείμενο την καταβολή στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και την αναγνώριση της υποχρέωσης αυτής του εναγομένου εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του (ενάγοντος) από παράνομες μαγνητοφωνήσεις προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών.
Όσον αφορά την αποδιδόμενη παράνομη αυτή πράξη ο εφεσίβλητος αθωώθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 103/21-1-2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 2597/18- 6-08 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου), και αντίστοιχα ο εκκαλών Μ.
Π. κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία της πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα για τις καταθέσεις του στις 30-3-2005 και 21-1-2008 σχετικά με τις εκ μέρους του (τότε εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος) Ε. Κ. παράνομες μαγνητοφωνήσεις δυνάμει της υπ'αριθ. 549, 549α,β,γ, 579, 579/1-12-14-12-2010 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθ. 1619/2011 του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, δυνάμει της υπ' αριθ. 122/19-1, 22-1-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά ο εκκαλών κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας σε βάρος του τότε εγκαλούντος και πολιτικώς ενάγοντος Ε. Κ. δυνάμει των περιεχόμενων στην προαναφερόμενη υπ' αριθ. κατάθ, δικογρ. 4694/2003 αγωγή του ισχυρισμών, πλην, όμως, ακολούθως με την υπ' αριθ. 153Α-203-204-205-269/2-3-2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του λόγω ανάκλησης της με ΑΒΜ Δ-03/3391 έγκλησης από τον εγκαλούντα Ε.
Κ. και αποδοχής της από τον κατηγορούμενο Μ. Π.. Ακόμη , δυνάμει της υπ' αριθ. 508α, 51313α,β,γ και 528/27-10, 3-11, 25-11-2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη ο εκκαλών κηρύχθηκε ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης κατ' εξακολούθηση που τελέσθηκε στις 30- 4-2003 και 2-5-2003 δυνάμει της υπ' αριθ.
καταθ. 3723/2003 αγωγής του, στην οποία περιέχονταν οι ίδιοι ισχυρισμοί περί παράνομων μαγνητοφωνήσεων εκ μέρους του τότε εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος Ε. Κ., και δυνάμει της υπ' αριθ. 397/11-5, 25-5, 27-5-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά, η οποία συμπληρώθηκε με την υπ' αριθ, 539/15-7-2011 όμοια και διορθώθηκε με την υπ' αριθ, 5/15-7-2011 διάταξη του Προέδρου Εφετών Πειραιά, ο Μ.
Π. κηρύχθηκε ένοχος (αναγνωρισθείσας της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ) της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης που τελέσθηκε με την από 30-6-2003 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αξίωνε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων, και για τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις, η οποία αγωγή δεν εκδικάστηκε.
Μάλιστα, για τις ως άνω ένορκες καταθέσεις των Δ. Κ., Σ. Σ. και Κ. Γ. ενώπιον του 27ου Πταισματοδίκη Αθηνών και την ένορκη εξέταση του πρώτου από αυτούς στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά κατά τη δικάσιμο της 18-9-2003 ο εκκαλών υπέβαλε την από 19-8-2004 με ΑΒΜ Α04/2881/20-82004 έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, η οποία διαβιβάστηκε λόγω αρμοδιότητας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με ΑΒΜ ΣΤ2004/16684, με την οποία ζήτησε την ποινική δίωξη αυτών για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και του εφεσιβλήτου για ηθική αυτουργία στις ως άνω πράξεις κατά συρροή, ποινική δίωξη η οποία και ασκήθηκε.
Μετά το πέρας της προανάκρισης και αφότου με το υπ' αριθ, πρωτ. 36391/21-9-2006 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών παραγγέλθηκε η εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εκδόθηκε από αυτό το υπ' αριθ. 1232/2007 (αμετάκλητο ως προς τις απαλλακτικές διατάξεις του) βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των Δ.
Κ., Σ. Σ. και Κ. Γ. για την αποδιδόμενη σε αυτούς πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα στις 10-2-2004, 24-2- 2003 και 11-2-2004 αντίστοιχα για το λόγο ότι το αδίκημα αυτό δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά, διότι τα κατατεθέντα ανεξαρτήτως της αλήθειάς τους ή μη, δεν σχετίζονταν με το αντικείμενο της ποινικής δίκης στο πλαίσιο της οποία δόθηκαν, ούτε συνδέονται με κάποιο αναπόσπαστο με την πράξη αυτή, ουσιώδες ή επουσιώδες, γεγονός, συνακόλουθα δε δεν έχει τελεστεί ούτε το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή που αποδίδεται στον εφεσίβλητο λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργία και επίσης αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των Δ.
Κ. και Κ. Γ. για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται ότι τελέστηκε στην Αθήνα στις 10-2-2004 και 24-2-2004, διότι δεν προέκυψε ότι τα κατατεθέντα από αυτούς αφίστανται της αλήθειας και της αντίληψης που είχαν διαμορφώσει με βάση τις επαφές τους με τον Ε. Κ. και όσα πληροφορήθηκαν από αυτόν, ενώ δεν περιλαμβάνονται στις καταθέσεις τους δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα ούτε ειδικός σκοπός εξύβρισης, αλλά κατέθεσαν ως μάρτυρες εκ νομίμου καθήκοντος αλήθειας και στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης.
Επίσης όσον αφορά την από 18-9-2003 κατάθεση του Δ. Κ. στο πλαίσιο της προαναφερόμενης αστικής δίκης δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατέθεσε οποιαδήποτε ψευδή περιστατικά σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης αυτής, ούτε διαλαμβάνονται στην κατάθεσή του δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, αλλά μόνο η αντικειμενική πραγματικότητα όπως ο ίδιος την αντιλήφθηκε και τη διατύπωσε χωρίς να θίξει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, οπότε και για την κατάθεση αυτή αποφάνθηκε, ομοίως, να μη γίνει κατηγορία για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε αυτές.
Τέλος, το παραπάνω Συμβούλιο αποφάνθηκε, όσον αφορά την από 11-2-2004 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Σ. Σ. ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία σε βάρος του και σε βάρος του εφεσιβλήτου για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε συκοφαντική δυσφήμηση αντίστοιχα, για τις οποίες και τους παρέπεμψε ενώπιον του αρμόδιου Τριμελούς Πλημελειοδικείου Αθηνών.
Η υπόθεση εισήχθη πράγματι στο Δικαστήριο αυτό στις 8-2-2010, και δυνάμει της με αριθμό 11729/2010 αμετάκλητης απόφασης του παραπάνω Δικαστηρίου έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη των τότε κατηγορουμένων Σ. Σ. και Ε. Κ. για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και ηθικής αυτουργίας σε αυτήν αντίστοιχα, που φέρεται ότι τελέστηκαν στην Αθήνα στις 11-2-2004 λόγω ανάκλησης έγκλησης και αποδοχής αυτής.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά η υποβληθείσα από τον εφεσίβλητο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που επαναφέρεται στην παρούσα δίκη με τις προτάσεις του, συνιστάμενη στο ότι ο εκκαλών έχει ήδη δηλώσει ενώπιον του προαναφερόμενου ποινικού Δικαστηρίου ότι παραιτείται από τις απαιτήσεις του από την ασκηθείσα ένδικη αγωγή με αποτέλεσμα η συζήτηση και η υποστήριξή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μετά τη γενομένη εκ μέρους του ανάκληση της υποβληθείσας έγκλησης να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αποδεικνύεται και κατ' ουσίαν βάσιμη αναφορικά με την αιτουμένη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται ότι τελέστηκε με την ηθική αυτουργία του εναγομένου από τον Σ.
Σ. στις 11-2- 2004. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η αναλήθεια των γεγονότων που κατατέθηκαν από τους ως άνω μάρτυρες σχετικά με τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου δυνάμει της υπ' αριθ. 788/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιά είναι μη νόμιμος και απορριπτέος αφενός μεν διότι η απόφαση αυτή αφορά άλλο δικαίωμα, που δεν ταυτίζεται με το κρινόμενο στην προκειμένη περίπτωση και δη την αξίωση του εκκαλούντος για δικηγορικές αμοιβές, ούτε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του κρινόμενου δικαιώματος του εκκαλούντος που απορρέει από την προσβολή της προσωπικότητάς του και αφετέρου διότι ήδη έχει εξαφανιστεί αυτή (788/2005 Εφετείου Πειραιά) καθ' ο μέρος αφορούσε την υπόθεση Α. (με την οποία συνέχονται οι σχετικές με τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις κρίσεις της καθώς είχε αποφανθεί ότι για το λόγο αυτό ήταν αδικαιολόγητη η εκ μέρους του εφεσίβλητου ανάκληση πληρεξουσιότητας του εκκαλούντος) δυνάμει της υπ' αριθ. 880/2007 απόφασης του Άρειου Πάγου, ενώ με την υπ' αριθ. 103/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά παραπομπή μετά την αναίρεση της 788/2005 απόφασης, απορρίφθηκε το σχετικό κονδύλιο της υπό κρίση τότε αγωγής ως αόριστο.
Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και στοιχεία δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα εκ μέρους του εναγομένου τέλεση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε όμως και η τέλεση φυσικής ή ηθικής αυτουργίας δυσφήμησης από αυτόν, ενώ επίσης δεν προέκυψε από την αποδειχθείσα ως άνω συμπεριφορά του, τον τρόπο εκδήλωσης και τις λοιπές περιστάσεις σκοπός εξύβρισης και συνακόλουθα προσβολή της προσωπικότητας του εκκαλούντος από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής του εκκαλούντα και συνεπώς η παραπάνω αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Ακόμη με το περιεχόμενο της αγωγής του εκκαλούντα, το οποίο αποδείχθηκε ουσιαστικά αβάσιμο και ψευδές, κατά τα ήδη δεκτά γενόμενα, προσβάλλεται η τιμή και η υπόληψη του ενάγοντος εφεσίβλητου , δεδομένου ότι όλες οι ανωτέρω σημειούμενες αποφάσεις αστικών και ποινικών Δικαστηρίων, με τις οποίες αποδείχθηκαν αληθείς οι μαρτυρικές καταθέσεις που φέρονται κατά την παραπάνω αγωγή ψευδείς και προσβλητικές, ήταν γνωστές στον εκκαλούντα τόσο κατά τη σύνταξη της ως άνω με αριθμό καταθέσεως 15211/2008 αγωγής του, όσο και κατά την παρούσα συζήτηση.
Ακόμη , σχετικά με την αποδιδόμενη με την αγωγή του εκκαλούντα στον εφεσίβλητο υπεξαγωγή εγγράφων, έχει εκδοθεί η με αριθμό ΒΜ 729/15-2-2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη (βλ την από 4-11-2008 βεβαίωση του Πρωτοδικείου Πειραιά σε συνδ. με το υπ' αριθ. πρωτ. 968/25-2-2009 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) ο τελευταίος κηρύχθηκε αθώος της πράξης αυτής, ο δε εκκαλών το γνώριζε, καθόσον παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά τη γενομένη ποινική δίκη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα δέχθηκε η ως άνω απόφαση, τα οποία δεν ανατρέπονται από τα λοιπά προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, ο εφεσίβλητος πράγματι παρέλαβε από το γραφείο του εκκαλούντος στις 27-3-2002 και εντός του πρώτου δεκαήμερου του μηνός Απριλίου 2002 από φακέλους που τηρούσε αυτός στο γραφείο του τα εξής έγγραφα:
Α) τα με αριθμούς .../29-111974 και .../29-11-1974 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών I Καραντώνη, τα με αριθ. .../29-12-1979 και .../9-12-1982 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ρουσσάκη, το με αριθμό .../13-6-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δημητρέλου και το με αριθ. .../29-11-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Αντωνίου Θεοδώρου, το με αριθ. .../28-2-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δημητρέλου, το με αριθ. .../3-5-1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Καραλή, το με αριθμ. .../27-2-1970 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου.
τη με αριθ. .../14-10-1972 πράξη εξόφλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεόδωρου Καραλή και τα με αριθμό .../26-4-1974, .../27-4-1974 και .../27-41974 συμβόλαια του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, τα με αριθμούς .../3-11969 και .../3-10-1969 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ερμιόνης Δημητρίου Βόντα, τη με αριθμό .../3-4-1969 πράξη σύστασης δουλείας του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου, τα με αριθμούς .../15-12-1972 και .../15-12- 1972 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ρουσσάκη και το με αριθμό .../13-10-1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Αναγνωστίδη, τα με αριθμούς .../18-6-1971, .../29-7-1971, .../23-10-1971, .../25-1-1972, .../25-1- 1972 και .../30-9-1972 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρανιδίου Δημητρίου Βόντα, Β) αντίγραφο του με αριθμό .../3-10- 1969 συμβολαίου σύστασης ΕΠΕ με την επωνυμία "...", αντίγραφο του υπ' αριθ. 2/25-2-1979 πρακτικού της ΓΣ των εταίρων της ίδιας ως άνω εταιρίας, αντίγραφο της με αριθμό .../8-2- 1988 συμβολαιογραφικής πράξης παράτασης της διάρκειας της ως άνω εταιρίας, αντίγραφο της με αριθμό .../6-5-1992 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Βουδούρη, αντίγραφο της από 18-9-1995 ανακοίνωσης της ως άνω εταιρίας, αντίγραφο της με αριθμό .../3-10-1995 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ρουσσάκη, αντίγραφο της με αριθμό .../12-2-2000 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίας Παππά Κοσμοπούλου, Γ) αντίγραφο της από 10-6-1994 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων του Ε.
Κ. κατά των Ν. Μ. κλπ, αντίγραφο του από 4-7-1994 σημειώματος του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίγραφο της από 9-6-1994 αγωγής του Ε. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των Ν. Μ. κλπ, αντίγραφο της με αριθμό 2981/1995 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και αντίγραφα των με αριθμούς 15928, 15929, 15930, 15931 της 6-10-1994, 15937, ...
και 15939 της 10-10-1994 και 15851/13-9-1994 εκθέσεων επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Κ. Δ) επίσημο αντίγραφο της με αριθμό 1974/450/17-7-2004 απόφασης του 19ου Πρωτοδικείου Μούλγκα Κωνσταντινούπολης με επίσημη μετάφραση από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος, Ε) φωτοαντίγραφα εγγράφων που πιστοποιούσαν τη νόμιμη σύσταση, λειτουργία και μετοχική σχέση του πατέρα του Ε.
Κ. με τη γαλλική εταιρία με την επωνυμία "..." και φωτοαντίγραφο επιστολής που επεστάλη στον Μ. Π. με αποδέκτη τον Ε. Κ. και αποστολέα τον άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο του τελευταίου. Τα ως άνω έγγραφα, τα οποία παρέλαβε ο εφεσίβλητος, κατά τη προαναφερόμενη απόφαση, ανήκαν στην κυριότητά του, δεδομένου ότι τα μεν αντίγραφα συμβολαίων λήφθηκαν ως αντίγραφα για λογαριασμό του από τον εγκαλούντα δικηγόρο του και υπήρχαν στο φάκελο που τηρούσε αυτός ως στοιχεία της δικογραφίας, η δε απόφαση του Πρωτοδικείου Μουλγκά της Κωνσταντινούπολης και η σχετική μετάφραση είχαν παραδοθεί από τον εφεσίβλητο στον εκκαλούντα ενώ η επιστολή ήταν επιστολή που είχε σταλεί προσωπικά στον εφεσίβλητο.
Ακόμη ο τότε εγκαλών Μ. Π. δεν είχε νόμιμο δικαίωμα προς επίδειξη, κατ' άρθρο 902 ΑΚ, δεδομένου ότι κρίθηκε ότι τα έγγραφα αυτά δεν συντάχθηκαν για το συμφέρον του ούτε πιστοποιούσαν έννομη σχέση που αφορούσε και αυτόν ούτε σχετίζονταν με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του, αφού τα μεν συμβόλαια αφορούσαν σε μερίδες συγγενών του τότε κατηγορουμένου και ήδη εφεσίβλητου, ο εγκαλών δε καμία σχέση δεν είχε με την εταιρία "...", ούτε συμμετείχε υπό την ιδιότητα του δικηγόρου του εφεσιβλήτου σε καμία από τις ανωτέρω πράξεις.
Μάλιστα σε βάρος του εκκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης αναφορικά (και) με την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων που απέδωσε στον τότε εγκαλούντα και νυν ενάγοντα, για την οποία πράξη καταδικάστηκε πρωτοδίκως δυνάμει της υπ' αριθ. 122/191, 22-1-2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, ακολούθως δε δυνάμει της υπ' αριθ. 153Α-203-204-205-269/2-3-2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω ανάκλησης της υποβληθείσας έγκλησης και αποδοχής, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ με την υπ' αριθ. 1908/21-12-2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά ο εκεί κατηγορούμενος Μ.
Π. κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης που φέρεται να τελέστηκε με τον ισχυρισμό του περί λεηλασίας από τον τότε εγκαλούντα Ε. Κ. των δικογραφιών και αφαίρεσης εγγράφων κατά το χρονικό διάστημα Μαρτίου-Απριλίου 2002 λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο του, διότι έλαβε χώρα αλλά όχι χωρίς την έγκρισή του όπως ψευδώς ανέφερε, αλλά με τη σύμφωνη γνώμη του.
Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο εκκαλών κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτι κατάθεσης τελεσθεισών δυνάμει της από 27-3-2002 έγκλησης που υπέβαλε κατά του εφεσίβλητου για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων δυνάμει της υπ' αριθ. 276/2012 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά.
Αντίθετα, με την υπ' αριθ. κατάθ. 7680/2008 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ο εφεσίβλητος ζήτησε την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, μεταξύ άλλων, και με τον ως άνω ερευνώμενο ισχυρισμό του εκκαλούντος, η οποία και έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ 4649/2010 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.
Εξάλλου και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ανάληψη των ως άνω εγγράφων έγινε από τον εφεσίβλητο με πρόθεση αποφυγής καταβολής εκ μέρους του τυχόν οφειλομένων στον εκκαλούντα δικηγορικών αμοιβών λόγω της εκ της ελλείψεως των ως άνω εγγράφων από τους σχετικούς φακέλους και αδυναμίας του τελευταίου προς απόδειξη των αντίστοιχων παρασχεθεισών νομικών υπηρεσιών του ομοίως δεν αποδεικνύεται βάσιμος από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω, αναφορικά με την εκ μέρους του εκκαλούντος χρήση της από 16-10-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος την είχε παραδώσει στον εκκαλούντα για να την φυλάξει και να τη δημοσιεύσει σε περίπτωση θανάτου του και μετά τις διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ τους το Δεκέμβριο του έτους 2002 του ζήτησε προφορικά να του την αποδώσει, πλην, όμως, αυτός αρνήθηκε.
Με την υπ' αριθ. 568/2009 απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά δέχθηκε ως χρόνο τέλεσης της πράξης της υπεξαγωγής της διαθήκης την 28-12-2002 και έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη. Έκτοτε ο ήδη εκκαλών δημοσιοποίησε κατ' επανάληψη το περιεχόμενο της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης που του εμπιστεύθηκε προς φύλαξη ο εφεσίβλητος , την οποία επικαλέστηκε στις μεταξύ τους αντιδικίες και για το λόγο αυτό με την υπ' αριθμ. 684/12-10, 24-10, 26-10, 3-11-2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιά κρίθηκε ένοχος (αναγνωρισθείσας της ελαφρυντικής περίσταση;
του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ) της πράξης της παραβίασης επαγγελματικής εχεμύθειας κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκε στις 22-9-2008, 21, 23 και 30-10-2009 και 17-11-2009 ενώπιον των δικαστικών αρχών που επιλήφθηκαν των μεταξύ τους αστικών και ποινικών δικών. Όμως ο εκκαλών στην υπ' αριθ. κατάθ, 13511/2008 αγωγή του έχει ενσωματώσει την πρώτη σελίδα της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης του ενάγοντος, με τον τρόπο δε αυτό προσβάλλει εκ νέου την προσωπικότητά του με την δημοσιοποίηση του προσωπικού αυτού εγγράφου του ενάγοντος, που του είχε εμπιστευθεί προς φύλαξη.
Η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση ότι η χρήση της πρώτης και μόνον σελίδας της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης απέβλεπε στη διαφύλαξη ουσιώδους συμφέροντος του το οποίο δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά, είναι μεν νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 371 Π.Κ., πλην, όμως, δεν αποδεικνύεται βάσιμη, λαμβανομένου υπόψη ότι αντικείμενο της αγωγής, στην οποία ενσωματώθηκε το εν λόγω απόσπασμα διαθήκης, είναι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς του από την ηθική αυτουργία του εναγομένου στην ψευδορκία των αναφερομένων μαρτύρων.
Έτσι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στο δικόγραφο της από 29-12-2008 (αριθ. εκθ. καταθ. 13511/2008) αγωγής του εκκαλούντος περιέχονται τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα και ισχυρισμοί, οι οποίοι είναι πρόσφοροι να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του εφεσίβλητου και ο εκκαλών τελούσε εν γνώσει του ψεύδους τους και παρά ταύτα προέβη στην επίκλησή τους με σκοπό να προκαλέσει στον ενάγοντα βλάβη με αποτέλεσμα η σχετική συμπεριφορά του να είναι υπαίτια και παράνομη.
Συνεπώς ο εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη και η σχετική αξίωσή του για αποκατάσταση πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό πταίσματος του εκκαλούντος, την ένταση της πράξης του κατά του εφεσιβλήτου, τον κίνδυνο στον οποίο εκτέθηκε η πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του τελευταίου, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (932 Α.Κ.), κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον εφεσίβλητο το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το οποίο είναι εύλογο .
Επιπλέον πρέπει ο εκκαλών να υποχρεωθεί να παραλείπει κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του εφεσίβλητου στο μέλλον με την με οποιονδήποτε τρόπο χρήση όμοιων ή παρεμφερών ισχυρισμών, απειλουμένης χρηματικής ποινής ύψους 1.000 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας δυο μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την από 18-12-2013 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 5491/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 29-12-2008 αγωγή του ενάγοντος και νυν αναιρεσείοντος και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσσιμη την από 9-3-2010 αγωγή του ενάγοντος-νυν αναιρεσίβλητου ως προς την αιτηθείσα εκατέρωθεν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις προαναφερθείσες αδικοπραξίες.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους και ειδικότερα ως προς την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος της από 9-3-2010 αγωγής του με την διάδοση των προαναφερθέντων αναληθών γεγονότων που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του και περιέχονται στην αντίθετη από 29-12-2008 αγωγή του εναγόμενου, συνιστάμενα στην τέλεση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση (δεχόμενο ότι οι ενόρκως βεβαιώσαντες κατέθεσαν από νόμιμο καθήκον αληθείας και όχι καθ' υπόδειξη του εναγομένου και νυν αναιρεσιβλήτου και ότι τα όσα κατέθεσαν ήταν αληθή στη δίκη επί της από 6-2-2003 αγωγής του ενάγοντος και νυν αναιρεσείοντος), και στην τέλεση φυσικής ή ηθικής αυτουργίας δυσφήμησης, την παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών τους συνομιλιών, την υπεξαγωγή εγγράφων από αυτόν και την υπάρχουσα υπαιτιότητα (δόλος) του εκεί εναγομένου, καθώς και την παράνομη δημοσιοποίηση από τον ενάγοντα στην ως άνω αγωγή (29-12-2008) της από 16-10-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του ενάγοντος της από 9-3-2010 αγωγής και την υπάρχουσα υπαιτιότητα του εναγόμενου στην τελευταία, για την οποίαν (προσβολή της προσωπικότητας) κρίθηκε ότι δικαιούται ο ενάγων συνολικά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 12.000 ευρώ.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, έστω και συνοπτικές, ειδικότερα ως προς την έλλειψη της ηθικής αυτουργίας του εναγομένου της από 29-12-1008 αγωγής σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και συκοφαντική δυσφήμηση και στην τέλεση φυσικής ή ηθικής αυτουργίας δυσφήμησης, την παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών τους συνομιλιών, την υπεξαγωγή εγγράφων από αυτόν καθώς και από την τελεσθείσα σε βάρος του ενάγοντος της από 9-3-2010 αγωγής παράνομη δημοσιοποίησή της προαναφερθείσας ιδιόγραφης διαθήκης του, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Εξ άλλου, από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος, την υπ' αριθμ. 1908/2010 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς Πλημμελημάτων Πειραιώς και την υπ' αριθμ. 276/2012 απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς με τις οποίες αυτός κηρύχθηκε αθώος της συκοφαντικής δυσφήμησης του ενάγοντος ως προς την αφαίρεση δικογραφιών με λεηλασία του γραφείου του ελλείψει δόλου και της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας και ψευδούς ανώμοτι κατάθεσης μάρτυρος δυνάμει της από 27-3-2002 έγκλησης που υπέβαλε κατά του ενάγοντος για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων αντίστοιχα, δίχως να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ή κριτική της ως προς τους λόγους απαλλαγής του, οι οποίοι αποτυπώνονται στις αιτιολογίες των ως άνω ποινικών αποφάσεων και διηγηματικώς μόνον αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι έχουν ληφθεί και αυτές υπόψη, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, και μη αρυόμενο (το Εφετείο) οποιοδήποτε επιχείρημα για την κατάληξη του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την αποδοχή των αστικών αξιώσεων του ενάγοντος-νυν αναιρεσίβλητου από την κατά πλειοψηφία αθώωση του εναγομένου και νυν αναιρεσείοντος, την οποίαν δεν αμφισβητεί άμεσα ή έμμεσα, ούτε ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος για τις πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε και αθωώθηκε, όπως απαιτεί η προαναφερθείσα απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, αλλά μνημόνευσε αυτές σε σχέση με την προαναφερθείσα υπ'αριθμ. 4649/2010 απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου που επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον νυν ενάγοντα, στην οποίαν και βασίστηκε εκτιμώμενης ως δικαστικό τεκμήριο, ενώ επί πλέον δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές των ως άνω αμετάκλητων αθωωτικών ποινικών αποφάσεων, συνακόλουθα δε δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως βάση στην απόφασή του, όπως δέχεται και η προαναφερθείσα απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου.
Καθορίζοντας δε το Εφετείο τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου στο ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων της από 9-3-2010 αγωγής για τη συνολική προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο (ως προς την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), δεύτερο και τρίτο (ως προς την παραβίαση του τεκμηρίου αθωωότητας αυτού) και τέταρτο και πέμπτο λόγους (ως προς την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου) του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π., ΑΠ 1038/2019, 1536/2018). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.
ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 1461/13). Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1279/2010). Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν εξειδικεύει ειδικότερα ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη του και ποια όχι και σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την απόρριψη της αγωγής του ενάγοντος, νυν αναιρεσείοντος για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και την αποδοχή της αντίθετης αγωγής του ενάγοντος αναιρεσίβλητου, τις αναφερόμενες εκεί αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων που σχετίζονται με την ένδικη υπόθεση και συγκεκριμένα τις υπ' αριθμ. 1190/2016, 684/2011 και 1301/2015 αθωωτικές αυτού αποφάσεις του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για τη συκοφαντική δυσφήμιση ως προς τις παράνομες μαγνητοφωνήσεις του αντιδίκου του, την υπ' αριθμ. 1908/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που κηρύχθηκε αθώος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του αντιδίκου του για την λεηλασία του γραφείου του και την αφαίρεση των δικογραφιών από τον τελευταίο και την υπ' αριθμ. 276/2012 απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώος για την ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και ψευδή ανώμοτη κατάθεση ως προς την προαναφερθείσα υπεξαγωγή εγγράφων.
Ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη αυτοί, τούτο δε ανεξάρτητα από το ότι δεν αναφέρονται τα στοιχεία της μείζονος πρότασης και ειδικότερα ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, ενώ ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι ομοίως αβάσιμος αφενός διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι έχει ληφθεί υπόψη η υπ' αριθμ. 1908/2010 απόφαση και η υπ' αριθμ. 276/2012 προαναφερθείσες ποινικές αποφάσεις ως δικαστικά τεκμήρια, αφού ειδικώς αναφέρονται αυτές ενώ το ίδιο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για τη συκοφαντική δυσφήμιση ως προς τη συκοφαντική δυσφήμιση του ενάγοντος της από 9-3-2010 αγωγής στις παράνομες μαγνητοφωνήσεις των επαγγελματικών συνομιλιών των διαδίκων στις προαναφερόμενες στο αιτιολογικό του άλλες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις αυτού και στα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως απορρέει από τη ρητή αναφορά τους στο προεισαγωγικό μέρος του αιτιολογικού της ως προς την ουσία της υπόθεσης και συνεπώς δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι δεν λήφθησαν αυτές υπόψη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση.
Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι οι ως άνω αποφάσεις δεν προσκομίζονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν επιδικάζονται ελλείψει αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2018 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 234/2018 απόφασης του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και τον από 6-7-2019 πρόσθετο λόγο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ