Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague argument lacking necessary supporting elements under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the lower court misread a specific administrative decision regarding the transfer of a loan contract, but the Supreme Court found this ground inadmissible. The court ruled that the appeal argument was too vague because it failed to cite the specific passages in the lower court's decision that allegedly contained the error, rendering the claim legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 20, 577 no. 1, 569 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague and lacks the necessary elements to substantiate the alleged error in the lower court's decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1255/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΑ ELFE - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τάσσο Κεφαλέα που διόρισε τον συμπαριστάμενο δικηγόρο Εμμανουήλ Βοδουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2507/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5598/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/9/2016 αίτησή της και τους από 11/9/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 11-9-2017 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5598/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 27-6-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2507/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την από 2-5-2012 ανακοπή της με τους από 28-3-2013 και 1-7-2013 πρόσθετους λόγους αυτής, προς ακύρωση της εκδοθείσας σε βάρος της, μετά από αίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπ' αριθμ. 6859/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής στις μεταξύ των διαδίκων αυτών σχέσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 766/2017).
Εξάλλου, ο ν. 3601/2007 (Α' 178) ενσωμάτωσε στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2006/48/ΕΚ (σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα) και 2006/49/ΕΚ (σχετικά με την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων) και ρυθμίζει, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 περ.
α αυτού, "την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας, καθώς και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ...". Θεσπίζει όρους και προϋποθέσεις για την ίδρυση καθώς και για τη λειτουργία πιστωτικού ιδρύματος, για την οποία απαιτείται, μεταξύ άλλων, άδεια λειτουργίας χορηγούμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ορισμένου ύψους (άρθρο 5 παρ. 4 και 10).
Η άδεια μπορεί να ανακληθεί, μεταξύ άλλων, αν το πιστωτικό ίδρυμα "αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του" ή "παραβαίνει διατάξεις νόμων ... σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθεται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητά του ..." ή "δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, δεν προσφέρει τα εχέγγυα ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως δεν διασφαλίζει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εμπιστευθεί οι πιστωτές του" (άρθρο 8 παρ. 1 περ.
α' υποπερ. ιν, ν και γ). Το Κεφάλαιο Ε' του νόμου αυτού ρυθμίζει την "εποπτεία και τα μέσα άσκησης της εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος". Ειδικότερα, στο άρθρο 25 ορίζεται ότι η ΤτΕ "ασκεί την εποπτεία ... α) επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που εδρεύουν στην Ελλάδα ..." (παρ. 1 περ. α'), η δε εποπτεία αυτή της ΤτΕ "αφορά στη φερεγγυότητα, τη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και την εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδίως μέσω της αποφυγής συγκέντρωσης κινδύνων και της διασφάλισης της συμμόρφωσής τους προς τις υποχρεώσεις ...
του νόμου" (παρ. 3). Κάθε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να διαθέτει "άρτιο και αποτελεσματικό σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης" (άρθρο 26 παρ. 1) και ίδια κεφάλαια ορισμένου ύψους (άρθρο 27). Το Κεφάλαιο IB' του νόμου τιτλοφορείται "Εποπτικά μέτρα - Επίτροπος - Κυρώσεις - Εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος". Στο κεφάλαιο αυτό, στην αρχική του μορφή, είχαν ρυθμισθεί, στο άρθρο 62, τα εποπτικά μέτρα που λαμβάνει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η ΤτΕ, το δε άρθρο 63 προέβλεπε δυνατότητα διορισμού από την ΤτΕ Επιτρόπου, μεταξύ άλλων και όταν συντρέχει μία από τις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος.
Τέλος, στο ίδιο κεφάλαιο είχαν ρυθμισθεί τα ζητήματα των κυρώσεων, που επιβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 64) και της εκκαθάρισης αυτών (άρθρο 68). Επακολούθησε ο ν. 4021/2011 "Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ..." (Α' 218/3.10.2011), ο οποίος επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στον ν. 3601/2007, αναδιαμορφώνοντας ιδίως το Κεφάλαιο IB', το οποίο, πλέον, τιτλοφορείται "Προληπτικά εποπτικά μέτρα - Επίτροπος - Μέτρα εξυγίανσης - Κυρώσεις - Ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος".
Με το άρθρο 1 του ν. 4021/2011 αντικαταστάθηκε το άρθρο 62 του ν. 3601/2007. Το νέο αυτό άρθρο τιτλοφορείται "Προληπτικά εποπτικά μέτρα" και ορίζει, στην παρ. 1, ότι η ΤτΕ "απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν συμμορφώνονται ή για τα οποία υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις μη συμμόρφωσής τους προς τις απαιτήσεις του νόμου ...
να προβαίνουν έγκαιρα στις απαραίτητες ενέργειες ή να λαμβάνουν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστούν τυχόν ελλείψεις ή αδυναμίες". Στις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου αναπτύσσονται αναλυτικά τα διορθωτικά αυτά μέτρα, που περιλαμβάνουν και "την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων" και την "αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου" του πιστωτικού ιδρύματος (παρ. 2 περ.
στ και ν). Το άρθρο 2 του ν. 4021/2011 προσέθεσε στον ν. 3601/2007 άρθρο 62Α, που παρέχει στην ΤτΕ την δυνατότητα "να ζητήσει από πιστωτικό ίδρυμα να αυξήσει το κεφάλαιό του ..." ως προληπτικό εποπτικό (διορθωτικό) μέτρο. Το άρθρο 3 του ν. 4021/2011 αντικατέστησε το άρθρο 63 του ν. 3601/2007 και τροποποίησε τις ρυθμίσεις για τον διορισμό Επιτρόπου.
Τέλος, με το άρθρο 4 του νέου νόμου προστέθηκαν στον ν. 3601/2007 τα άρθρα 63Α έως 63Ζ. Τα νέα άρθρα 63Β έως 63Ε εξειδικεύουν την νέα κατηγορία των μέτρων "εξυγίανσης" των πιστωτικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, το άρθρο 5 του νέου νόμου αντικατέστησε το άρθρο 68 του ν. 3601/2007 και ρύθμισε εκ νέου το ζήτημα της ειδικής εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Αναλυτικότερα, οι νέες διατάξεις προβλέπουν τα εξής: "'Αρθρο 63Β Προϋποθέσεις ενεργοποίησης των μέτρων εξυγίανσης. 1. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να επιβληθούν, χάριν της προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, σε πιστωτικό ίδρυμα, τα μέτρα εξυγίανσης των άρθρων 63Γ-63Ε.
Με τα μέτρα εξυγίανσης διασφαλίζεται κατά το δυνατόν η ομαλή άσκηση των βασικών τραπεζικών εργασιών του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, η μεγιστοποίηση της αξίας των περιουσιακών του στοιχείων και η προστασία των συμφερόντων των πιστωτών, καταθετών και επενδυτών κατά την έννοια του ν. 3746/2009. 2. Λόγοι λήψης των μέτρων εξυγίανσης κατά την παράγραφο 1 είναι ενδεικτικά, πέραν εκείνων που αποτελούν λόγο ορισμού επιτρόπου σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 63, και οι ακόλουθοι:
α) Η ανάγκη σταθεροποίησης πιστωτικού ιδρύματος ή αποτροπής κινδύνου οικονομικής αστάθειας σε πιστωτικό ίδρυμα χάριν της συστημικής ευστάθειας, β) Η ανάγκη προστασίας της εμπιστοσύνης του κοινού, ιδίως των καταθετών, στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γ) Η πρόληψη δημιουργίας συστημικού κινδύνου ή καταστάσεων αποσταθεροποιητικών του χρηματοπιστωτικού συστήματος, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που επικρατούν στην τραπεζική και διατραπεζική αγορά. 3.
Η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τα κατάλληλα κατά την κρίση της μέτρα για την εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, εκτιμώντας τα ακόλουθα: α) Τη διαφαινόμενη αδυναμία του πιστωτικού ιδρύματος να ανακάμψει, β) Την αδυναμία λήψης εναλλακτικών μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος εντός κατάλληλου χρόνου για την αποτροπή κατάρρευσης του πιστωτικού ιδρύματος, γ) Τις εκτιμώμενες συνέπειες της αδυναμίας πληρωμών πιστωτικού ιδρύματος για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, λαμβανομένων υπόψη ιδίως:
αα) του ύψους των καταθέσεων στο πιστωτικό ίδρυμα και των απαιτήσεων επενδυτών κατ' αυτού, ββ) του είδους και εύρους των υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος έναντι άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, και γγ) των συμμετοχών του πιστωτικού ιδρύματος στο μετοχικό κεφάλαιο εταιριών που ανήκουν στις αναφερόμενες στο στοιχείο ββ' της παρούσας περίπτωσης κατηγορίες, όπως και των συμμετοχών τέτοιων εταιριών στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος, δ) Την ανάγκη να επωμιστούν πρωτίστως οι μέτοχοι του υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος τις τυχόν απώλειες. 4. ... 5.
Ειδικότερα θέματα και τεχνικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 63Β-63Ζ ρυθμίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Άρθρο 63Γ Αύξηση κεφαλαίου ως μέτρο εξυγίανσης. 1. Ο επίτροπος που έχει διοριστεί σε πιστωτικό ίδρυμα, μετά από σχετική ρητή εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος αποφασίζει την αύξηση κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην ως άνω απόφαση. ...
Άρθρο 63Δ Εντολή μεταβίβασης 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις. 2.
Το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να μεταβιβάσει τα προσδιοριζόμενα στην απόφαση μεταβίβασης περιουσιακά στοιχεία παραχρήμα και σε κάθε περίπτωση προ της έναρξης της επόμενης εργάσιμης ημέρας. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν μεταβιβάσει τα προσδιοριζόμενα στην απόφαση μεταβίβασης περιουσιακά στοιχεία εντός των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται επίτροπος σύμφωνα με την περίπτωση γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 63, ο οποίος μεταβιβάζει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με την απόφαση μεταβίβασης χωρίς τη σύμπραξη του διοικητικού συμβουλίου και πριν από την έναρξη της επόμενης εργάσιμης ημέρας. 3.
Το προς η μεταβίβαση πρόσωπο συναινεί με πρότερη έγγραφη δήλωσή του προς την Τράπεζα της Ελλάδος στην προς αυτό μεταβίβαση και το αντάλλαγμα που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η δήλωση αυτή αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την αξίωση του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος κατά του προς η μεταβίβαση προσώπου στο καθοριζόμενο αντάλλαγμα. ...
Η Τράπεζα της Ελλάδος καλεί πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, που κατά την κρίση της και σύμφωνα με τις διαθέσιμες σε αυτήν κατά το χρόνο αυτόν πληροφορίες είναι κατάλληλα για την κτήση των υπό μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, σε άτυπη και εμπιστευτική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή τους ... 4.
Πριν από την έκδοση της απόφασης μεταβίβασης και πριν από τη διαδικασία υποβολής προσφορών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3, η Τράπεζα της Ελλάδος αναθέτει σε έναν ή δύο νόμιμους ελεγκτές την αποτίμηση του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων. Μετά την υποβολή των προσφορών, η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ή τις εκθέσεις αποτίμησης, τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς και την ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προβαίνει στην αξιολόγησή τους και καθορίζει κατά την εύλογη κρίση της το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση, εφόσον προκύπτει.
Σε περίπτωση που οι υποβληθείσες προσφορές κρίνονται μη συμφέρουσες, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει είτε τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63 Ε είτε τη θέση σε ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 68.
Στην απόφαση μεταβίβασης καθορίζεται επίσης ο χρόνος, στον οποίο η αξίωση του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος σε αυτό το αντάλλαγμα, εφόσον αυτό υφίσταται, καθίσταται απαιτητή, και οι όροι καταβολής. Οι υποχρεώσεις απορρήτου της παραγράφου 3, καθώς και η περί προστίμου σχετική διάταξη εφαρμόζονται και στους νόμιμους ελεγκτές.
Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται υποχρεωτικά: α. Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις έως του ορίου του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και β. οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις του Δημοσίου και φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να μεταβιβάζονται περαιτέρω στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εξυγίανσης.
Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subordinated debts). 5. Εάν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του προς η μεταβίβαση προσώπου. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται.
Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεση τους. Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους. 6.
Εάν η μεταβίβαση ορισμένων από τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αφορά η απόφαση της παραγράφου 1, υπόκειται σε διατυπώσεις προβλεπόμενες από αλλοδαπό δίκαιο, το προς η μεταβίβαση πρόσωπο λαμβάνει αμελλητί μέριμνα για την τήρηση αυτών των διατυπώσεων. Έως την πλήρωση αυτών των διατυπώσεων το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα διαχειρίζεται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό του προς η μεταβίβαση προσώπου και σύμφωνα με τις οδηγίες του τελευταίου. 7.
Αντισυμβαλλόμενοι του πιστωτικού ιδρύματος δικαιούνται να προτείνουν απαίτηση τους κατά του μεταβιβάσαντος πιστωτικού ιδρύματος προς συμψηφισμό κατά απαίτησης που περιήλθε στο προς η μεταβίβαση πρόσωπο κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν από το χρόνο μεταβίβασης, 8.
Οι αξιώσεις από εμπράγματη ασφάλεια επί περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται κατ' εφαρμογήν του παρόντος άρθρου ασκούνται κατά του προς η μεταβίβαση προσώπου. 9. Εάν με την απόφαση της παραγράφου 1 μεταβιβάζονται σύμφωνα συμψηφισμού και μετατροπής χρέους με την έννοια του ν. 3458/2006 ή συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με την έννοια του ν. 3301/2004 (Α' 263), τότε οι συμφωνίες αυτές μεταβιβάζονται υποχρεωτικά στο σύνολο τους. 10.
Με την απόφαση της παραγράφου 1 είναι δυνατόν να υποχρεώνεται το μεταβιβάζον πιστωτικό ίδρυμα σε μεταφορά συμβάσεων εργασίας μισθωτών του στο προς η μεταβίβαση πρόσωπο, εάν αυτό εξυπηρετεί το σκοπό της μεταβίβασης. 11. Οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση. 12.
Η έκδοση απόφασης της παραγράφου 1 δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία αποζημιώσεων καταθετών και επενδυτών- πελατών του ν. 3746/2009. 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων του παθητικού στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, καθορίζει το ποσό της διαφοράς, η οποία καλύπτεται ως εξής:
α. το Σκέλος Καταθέσεων του ΤΕΚΕ καταβάλλει ποσό ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων αφαιρουμένης της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων του ενεργητικού και β. το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ καταβάλλει το επιπλέον ποσό. 14. Το υποκείμενο σε μέτρα εξυγίανσης πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να θέτει στη διάθεση του προς η μεταβίβαση ιδρύματος όλες τις υπηρεσίες του και να το διευκολύνει προκειμένου να εκτελέσει αποτελεσματικά τις εργασίες που μεταβιβάζονται σε αυτό δυνάμει της απόφασης μεταβίβασης...
Άρθρο 63Ε Μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα 1. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, προς το οποίο μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 63Δ παράγραφοι 5 έως 12.
Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται ο τρόπος καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου, ο αριθμός και η αξία των νέων μετοχών, διορίζεται το πρώτο διοικητικό συμβούλιο, καθορίζεται το περιεχόμενο του καταστατικού και ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη βιώσιμη λειτουργία του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος. 2.
Η απόφαση της παραγράφου 1 καταχωρίζεται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Με την καταχώριση αυτή, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα αποκτά νομική προσωπικότητα. Κοινοποιείται αυθημερόν στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων, Επενδύσεων και Εξυγίανσης και στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. 3.
Το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό τον έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξαρτήτως της υποχρεωτικής και για λόγους βιώσιμης λειτουργίας του συμμετοχής άλλων φορέων στο μετοχικό του κεφάλαιο ή την με άλλο τρόπο χρηματοδότησή του από αυτούς. Σκοπός του είναι η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων τραπεζικών εργασιών και υπηρεσιών πληρωμών του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να εξασφαλιστεί η προστασία των καταθετών και επενδυτών υπό την έννοια του ν. 3746/2009, η διαφύλαξη της αξίας της εισφερόμενης σε αυτό περιουσίας και η ομαλή λειτουργία του προς μεγιστοποίηση της αξίας του μέχρι την εντός ευλόγου χρόνου πώληση των μετοχών του, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 63ΣΤ. 4.
Με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, η άδεια λειτουργίας του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ανακαλείται και αυτό τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 68. Στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα χορηγείται νέα άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων της περίπτωσης δ' της παραγράφου 10 του άρθρου 5.
Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση δ' της παραγράφου 10 του άρθρου 5 εκπληρώνονται από το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα σε ρητή προθεσμία που ορίζεται για το σκοπό αυτόν με την απόφαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Το μετοχικό κεφάλαιο καταβάλλεται στο σύνολό του από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. 5. ... 6.
Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία, ορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 αφού προηγηθεί η διαδικασία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 63Δ και, κατόπιν αυτής, υποβληθεί γνώμη του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας προς την Τράπεζα της Ελλάδος για τα προς μεταβίβαση στοιχεία και την εν γένει βιωσιμότητα του υπό σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος.
Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται υποχρεωτικά: α. Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις έως του ορίου του άρθρου 9 του ν. 3746/2009. β. Οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος από καταθέσεις του Δημοσίου και των φορέων της Κεντρικής Κυβέρνησης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να αυξάνεται το όριο των αναδεχομένων υποχρεώσεων που αφορούν καταθέσεις, όταν αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση των σκοπών του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος.
Στα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης (subordinated debts).... 7. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων του παθητικού στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού, καθορίζει το ποσό της διαφοράς, η οποία καλύπτεται ως εξής:
α. το Σκέλος κάλυψης Καταθέσεων του ΤΕΚΕ καταβάλλει ποσό ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων, αφαιρουμένης της αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων του ενεργητικού και β. το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ καταβάλλει το επιπλέον ποσό. Στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα παρέχεται κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, προκειμένου να διαθέτει την κεφαλαιακή επάρκεια που προβλέπεται στο άρθρο 27.
Στη συνέχεια, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα εκπονεί επιχειρησιακό σχέδιο, στο οποίο περιγράφει τη στρατηγική του για τη βιώσιμη λειτουργία, τη διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητας και την εν γένει εκπλήρωση των σκοπών του, το οποίο εγκρίνεται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Το σχέδιο αυτό υπέχει θέση επιχειρησιακού σχεδίου της περίπτωσης δ' της παραγράφου 10 του άρθρου 5 του ν. 3601/2007. 8.
Η έκδοση της απόφασης της παραγράφου 1 δεν ενεργοποιεί καθ' εαυτήν τη διαδικασία αποζημιώσεων καταθετών και επενδυτών-πελατών του ν. 3746/2009 και δεν λογίζεται ως διαδικασία αφερεγγυότητας του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος που θα δικαιούνταν να επικαλεσθούν πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων μεταφέρονται στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα.
Τυχόν συμβατικές ρήτρες που ενεργοποιούνται σε περίπτωση πτώχευσης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου γεγονότος που χαρακτηρίζεται ως "πιστωτικό γεγονός" ή ισοδύναμο της αφερεγγυότητας δεν ενεργοποιούνται ως προς το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα και η συνδρομή των σχετικών όρων κρίνεται στο πρόσωπο του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και όχι του υπό ειδική εκκαθάριση.
9. To μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να λειτουργήσει για διάστημα πέραν των δύο (2) ετών. Για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, το διάστημα αυτό μπορεί να παρατείνεται για ένα (1) ακόμη έτος. ...
Άρθρο 63ΣΤ Πώληση μετοχών του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος 1. Η πώληση του συνόλου των μετοχών του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος γίνεται με πλειστηριασμό, που προκηρύσσει το διοικητικό συμβούλιο, ύστερα από εκτίμηση που διενεργεί ανεξάρτητος οίκος, οριζόμενος από το διοικητικό συμβούλιο. 2. Τα κριτήρια επιλογής του πλειοδότη είναι το προσφερόμενο τίμημα, η αξιολόγηση του προγράμματος επιχειρηματικής δραστηριότητας, η καταλληλότητα και οικονομική φερεγγυότητα των υποψήφιων αγοραστών και η διατήρηση θέσεων εργασίας. 3.
Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να επαναλαμβάνει τον πλειστηριασμό, εάν αυτός αποβεί άκαρπος. Σε κάθε περίπτωση η διαδικασία πώλησης των μετοχών του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος ολοκληρώνεται εντός διετίας από την έκδοση της απόφασης μεταβίβασης και σε κάθε περίπτωση εντός της ενδεχόμενης παράτασης λειτουργίας του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με την απόφαση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 9 του άρθρου 63Ε.
Σε περίπτωση αποτυχίας του πλειστηριασμού ή την πάροδο άπρακτης της ως άνω προθεσμίας ή με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μπορεί να ληφθεί κατά πάντα χρόνο εφόσον έχει καταστεί αδύνατη η πραγματοποίηση του σκοπού του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα λύεται αυτοδικαίως και εκκαθαρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 68.
Το προϊόν της εκκαθάρισης που αντιστοιχεί σε εισφερθέντα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος περιέρχεται σε αυτό, αφού προηγουμένως αφαιρεθεί κάθε ποσό κρατικής ενίσχυσης που έλαβε το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του. Κατά την πώληση του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος ή την υποχρεωτική λύση αυτού τα Σκέλη του ΤΕΚΕ που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 63 Ε ικανοποιούνται προνομιακά και κατ' απόλυτη προτεραιότητα, πριν από κάθε άλλη αξίωση. 4.
Η εξειδίκευση των κριτηρίων της παραγράφου 2, η διαδικασία και οι λοιποί όροι του διαγωνισμού και της κατακύρωσης καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος.... Άρθρο 68 Ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α' 94) και του άρθρου 63Ε:
α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ' αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης, β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, γ) Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός εκκαθαριστής, δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο.
ε) Από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυμα της απόφασης περί ειδικής εκκαθάρισης, το πιστωτικό ίδρυμα απαγορεύεται να δέχεται καταθέσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να περιορίζει και άλλες εργασίες του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, στ) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται, μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης και χάριν προστασίας της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά το άρθρο 63Ε.
Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις του άρθρου 63Δ εφαρμόζονται ανάλογα. ... θ) Οι διατάξεις για τις εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του πιστωτικού ιδρύματος και τις αντιστοιχούσες σε αυτές υποχρεώσεις του τελευταίου δεν παραβλάπτονται εκ της υπαγωγής του σε ειδική εκκαθάριση, του εποπτικού ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμοδιοτήτων, εποπτικών και κυρωτικών, προσαρμοζομένων καταλλήλως στους σκοπούς και τις ανάγκες της ειδικής εκκαθάρισης. ... 2.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκειται στο παρόν άρθρο όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. 3. ...".
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν πλην άλλων και τα εξής: Η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και η ανάκληση της άδειας λειτουργίας και θέση σε εκκαθάριση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβάνονται στα προβλεπόμενα από τα άρθρα 62 έως 63Ζ του ν.3601/2007 προληπτικά μέτρα και μέτρα εξυγίανσης, με τη λήψη των οποίων επιδιώκεται η αποτροπή κινδύνου για τη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος ή η διόρθωση διαταράξεως που έχει ήδη επέλθει στην εν γένει κεφαλαιακή διάρθρωση του ιδρύματος (Ολ.
ΣτΕ 419/2014). Ειδικότερα, με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, κατά τη διαδικασία του άρθρου 63Ε ν.3601/2007, επέρχεται ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σε αυτό, δυνάμει της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου 63Ε ν.3601/2007 Υπουργικής Απόφασης και συνακόλουθα, ex lege μετατόπιση της νομιμοποιήσεώς του, αφού υπεισέρχεται στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατάρτιση άλλης επιπλέον δικαιοπραξίας μεταξύ του αποκτώντος και του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος.
Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως (ΑΠ 507/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας τη βασιμότητα των λόγων της από 27-6-2014 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 2507/2014 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 2-5-2012 ανακοπή της, με τους από 28-3-2013 και 1-7-2013 πρόσθετους λόγους αυτής προς ακύρωση της 6859/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχουσας εκδοθεί σε βάρος της, μετά την από 20-1-2012 αίτηση της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Νεα Proton Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία", δέχτηκε, πλήν άλλων, τα εξής: "Με την υπ' αριθμ.
Κ2- 7010/22-11-2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών στου Υπουργείου Ανάπτυξης με αριθ. πρωτ. Κ2 - 7011/22-11-2013, εγκρίθηκε η συγχώνευση της εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", και της αρχικώς καθ' ης η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι και επίσης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία και κατέστη έτσι οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφηθείσας, αρχικής καθ' ης η ανακοπή και πρόσθετοι λόγοι.
Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξάλλου, ήταν εκ του νόμου, σύμφωνα με τα κατωτέρω σχετικώς αναφερόμενα, ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία στις 20- 9-2010 συνήψε με την Κυπριακή εταιρία με την επωνυμία "FINEGLINO TRADING LIMITED" την υπ' αριθμ.
…/…-9-2010 έγγραφη σύμβαση χρεολυτικού δανείου, ποσού πενήντα τεσσάρων εκατομμυρίων (54.000.000) ευρώ. Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση η "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" χορήγησε στην "FINEGLINO TRADING LIMITED" το προαναφερόμενο δάνειο, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται σ' αυτήν, προκειμένου η δανειολήπτρια εταιρία να κάνει χρήση του δανείου για τον σκοπό, που αναφέρεται στο άρθρ. 1.2 και στο Παράρτημα 1 της σύμβασης, ήτοι για την εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας με την επωνυμία "NIKASTERO TRADING LIMITED".
Η τελευταία δε αυτή εταιρία ("NIKASTERO TRADING LIMITED") ήταν, κατά το χρόνο σύναψης της παραπάνω δανειακής σύμβασης, η μοναδική μέτοχος της εταιρίας "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A.", η οποία, με τη σειρά της, κατείχε το εκατό τοις εκατό (100%) του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A.", που ήταν η μοναδική μέτοχος της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, εδρεύουσας στο Παλαιό Φάληρο Αττικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΑ ELFE - ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Επομένως, μέσω της αγοράς από την εταιρία "FINEGLINO TRADING LIMITED" της εταιρίας "NIKASTERO TRADING LIMITED", η πρώτη από αυτές και δανειολήπτρια θα αποκτούσε τον έμμεσο έλεγχο της εκκαλούσας - ανακόπτουσας εταιρίας. Στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκαν ως εγγυήτριες η κυπριακή εταιρία "NIKASTERO TRADING LIMITED" και η εκκαλούσα - ανακόπτουσα, οι οποίες εγγυήθηκαν προς την Τράπεζα υπέρ της πιστούχου την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της χορηγηθείσας με την σύμβαση δανείου πίστωσης, πλέον τόκων, προμηθειών, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων, ενεχόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μεταξύ τους, καθώς και με την πιστούχο, και ως αυτοφειλέτιδες, παραιτούμενες συγχρόνως του ευεργετήματος της δίζησης και κάθε εν γένει ένστασης, απορρέουσας από τα άρθρ. 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ, και αποδεχόμενες ότι κάθε για το μέλλον από την πιστούχο αναγνώριση της οφειλής της υποχρεώνει και αυτές.
Μεταξύ των όρων, που συνομολογήθηκαν με τη σύμβαση πίστωσης, περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι: Με το άρθρ. 1.2 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι το δάνειο χορηγείται αποκλειστικά για το σκοπό που αναφέρεται στο Παράρτημα 1, όπου ορίζεται ότι παρέχεται "μακροπρόθεσμο δάνειο για την εξαγορά του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της NIKASTERO TRADING LIMITED" από τον δανειζόμενο και την κάλυψη συναφών εξόδων".
Στο άρθρ. 2.1 της σύμβασης ορίζεται ότι η διάρκεια του δανείου συμφωνείται πενταετής, με έναρξη την ημερομηνία ανάληψης του δανείου (20-9-2010) και λήξη την αντίστοιχη ημέρα του πέμπτου έτους από την ημέρα αυτή (Σεπτέμβριος 2015). Ρητά, επίσης, συμφωνήθηκε ότι η αποπληρωμή του δανείου από την οφειλέτιδα εταιρία θα γινόταν σε τέσσερις (4) ετήσιες δόσεις κεφαλαίου, ύψους εκάστης εκ της πρώτης, δεύτερη και τρίτης εννέα εκατομμυρίων (9.000.000) ευρώ, και τέταρτης ύψους είκοσι επτά εκατομμυρίων (27.000.000) ευρώ.
Η πρώτη δόση ορίστηκε καταβλητέα σε είκοσι τέσσερις (24) μήνες από την εκταμίευση του ποσού του δανείου, ενώ η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη σε τριάντα έξι (36) μήνες, σαράντα οκτώ (48) μήνες και εξήντα (60) μήνες, αντίστοιχα, από το ίδιο αυτό χρονικό σημείο (εκταμίευση του ποσού του δανείου). Με το άρθρ. 2.2 σε συνδυασμό με το Παράρτημα 1 της σύμβασης, επίσης, καθορίστηκε το ύψος του επιτοκίου, ενώ ορίστηκε ότι ο τόκος για το πρώτο έτος θα λογιζόταν ετησίως και θα καταβαλλόταν κατά την πρώτη ετήσια επέτειο της διάρκειας του δανείου και για τα υπόλοιπα έτη (2° έως 5°) θα λογιζόταν ανά εξάμηνο και θα καταβαλλόταν κατά την αντίστοιχη ημερομηνία από την ημερομηνία εκταμίευσης.
Στο άρθρ. 6.1, ακόμη, προβλέφθηκε ότι η Τράπεζα δικαιούται να αξιώνει από τον δανειζόμενο, για εξασφάλιση κάθε απαίτησής της από τη σύμβαση, να παρέχει στην Τράπεζα οποιαδήποτε ασφάλεια αξιώνει κάθε φορά η Τράπεζα κατόπιν συμφωνίας με τον δανειζόμενο, ενώ στο άρθρ. 7 ότι η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε, ακόμη και πριν από οποιαδήποτε ανάληψη του ποσού από το δάνειο, να ασκεί με τα αρμόδια όργανά της και με πρόσωπα που θα υποδειχθούν από αυτή οποιοδήποτε αναγκαίο κατά την κρίση της έλεγχο, για να εξακριβώσει τη διάθεση του δανείου σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή.
Στην παρ. 2 του άρθρ. 8., το οποίο τιτλοφορείται "δηλώσεις και υποχρεώσεις του δανειζόμενου και των εγγυητών", εξάλλου, ορίστηκε ότι "καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης και μέχρι την ολοκληρωτική εξόφληση του δανείου ο δανειζόμενος ή/και ο κάθε εγγυητής, αναλόγως την περίπτωση, αναλαμβάνει έναντι της Τράπεζας τις ακόλουθες υποχρεώσεις: (α) να χρησιμοποιήσει το δάνειο για το σκοπό για τον οποίο διατέθηκε, στο πλαίσιο των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων των αρμοδίων αρχών ... (θ) ο Δανειζόμενος, ο οποίος θα αποκτήσει υπό τον έμμεσο έλεγχό του το 100% του μετοχικού κεφαλαίου του εγγυητή "ELFE S.A.", (δηλαδή της ήδη εκκαλούσας - ανακόπτουσας) ανακόπτουσας), μετά την απόκτηση με το προϊόν του Δανείου, του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας "NIKASTERO TRADING LIMITED", η οποία αποτελεί το μοναδικό μέτοχο της "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A.", η οποία με τη σειρά της κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της "SAPPHIRE LAMDA CAPITAL S.A.", η δε τελευταία αποτελεί το μοναδικό μέτοχο της "ELFE S.A." να μεριμνήσει ώστε, εντός δύο (2) μηνών από την υπογραφή της παρούσας, οι ανωτέρω εταιρίες "GOLDEN LAMDA CAPITAL", "SAPPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." και "ELFE S.A.", να έχουν λάβει αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων τους για την έναρξη διαδικασιών συγχώνευσης δι' απορροφήσεως των "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A." και "SAPPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την εταιρία "ELFE S.A." και εντός έξι (6) μηνών για την υπογραφή της παρούσας να έχει ολοκληρωθεί η ως άνω συγχώνευση δι' απορροφήσεως ....", ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (δηλαδή, 8.3.), αντιστοίχως, ότι "καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία σύναψης της παρούσας Σύμβασης μέχρι την ολοκληρωτική εξόφληση του Δανείου, τόσο ο Δανειζόμενος όσο και έκαστος των Εγγυητών, αναλόγως την περίπτωση, υποχρεούνται: .... (η) ο δανειζόμενος να διατηρήσει υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχό του το 100% του μετοχικού κεφαλαίου του Εγγυητή "ELFE S.A.", μέχρι την πλήρη και ολοσχερή αποπληρωμή του Δανείου".
Ακόμη, στο άρθρ. 11.1 προβλέφθηκε ότι "σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης κεφαλαίου ("Δόσης") ή μέρους αυτής ή των τόκων του Δανείου ..... πέραν των ημερομηνιών που περιγράφονται στο Παράρτημα 1 της παρούσας και οι οποίες αποτελούν δήλη ημέρα και εν γένει λοιπών τόκων, εξόδων και επιβαρύνσεων, ο Δανειζόμενος καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερος, χωρίς καμία όχληση με μόνη την πάροδο της ημέρας κατά την οποία ήταν πληρωτέο το σχετικό ποσό και οφείλει να καταβάλει στην Τράπεζα για κάθε καθυστερούμενο ποσό κεφαλαίου, τόκων, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων τον τόκο υπερημερίας που αναλογεί, υπολογισμένο από την ημέρα της καθυστέρησης έως την ημέρα πληρωμής αυτών".
Στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "η Τράπεζα δικαιούται ...... να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών ή αφού καταγγείλει τη σύμβαση του Δανείου και το κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, να αξιώσει την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού του κεφαλαίου μαζί με τους τόκους, τυχόν προμήθειες, τα έξοδα και τις λοιπές επιβαρύνσεις, εάν διαπιστώσει ότι τα στοιχεία που υπέβαλε ο δανειζόμενος ή/και οι εγγυητές με την αίτηση, την υπεύθυνη δήλωση και τα λοιπά έγγραφα που συνόδευαν την αίτηση συμπεριλαμβανομένων και των αιτήσεων για την ανάληψη του δανείου, είναι αναληθή ή ανατραπούν σε ουσιώδη σημεία, εάν η Τράπεζα διαπιστώσει ότι το δάνειο που παρεσχέθη με τη σύμβαση χρησιμοποιήθηκε για άλλο σκοπό από αυτόν για τον οποίο συμφωνήθηκε, καθώς και αν συμβεί οποιοδήποτε άλλο γεγονός που εκ του νόμου έχει ως συνέπεια την υπερημερία του Δανειζόμενου".
Με το άρθρ. 12, εξάλλου, συμφωνήθηκε ότι "η Τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση του δανείου και να το κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό αξιώνοντας την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού κεφαλαίου, μαζί με τους τόκους, τυχόν προμήθειες, έξοδα και τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 11 και στις κάτωθι, ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις:
α)αν ο δανειζόμενος διαθέσει το ποσό του δανείου για σκοπό διαφορετικό από αυτόν που προβλέπεται στην παρούσα .... γ)αν ο δανειζόμενος ή κάποιος από τους Εγγυητές παραβεί συμφωνία, υποχρέωση, ιδία δε οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του άρθρου 8 ή οποιουδήποτε όρου της σύμβασης αυτής που συνομολογούνται όλοι ουσιώδεις, δεν αποκαταστήσει την παράβαση εντός προθεσμίας τριάντα (30) Εργασίμων Ημερών από την ημερομηνία που η Τράπεζα ενημέρωσε εγγράφως και ειδικώς τον Δανειζόμενο/Εγγυητή ...εγκυρότητας ή ουσιώδους μείωσης ή απώλειας των Εξασφαλίσεων, εφόσον ο Δανειζόμενος ή οι Εγγυητές, εντός τριάντα (30) Εργασίμων Ημερών από την ημερομηνία που η Τράπεζα τους ενημέρωσε, δεν παρέσχε νεότερη ισοδύναμη (κατά την κρίση της Τράπεζας) προς την αντικαθιστάμενη".
Της παρασχεθείσας κατά τα ανωτέρω πίστωσης έκανε χρήση η πιστούχος - δανειολήπτρια εταιρία, η οποία ανέλαβε ολόκληρο το ποσό του δανείου, ήτοι πενήντα τέσσερα εκατομμύρια (54.000.000) ευρώ. Προς εξυπηρέτηση δε του δανείου τηρήθηκε ο υπ' αριθμ. … λογαριασμός χρεολυτικού δανείου. Με την από 19-12-2011 εξώδικη δήλωσή της, ωστόσο, η οποία επιδόθηκε στην δανειολήπτρια εταιρία "FINEGLINO TRADING LIMITED" στις 21-12-2011 και σε καθεμία από τις εγγυήτριες εταιρίας, ήτοι στην εταιρία "NIKASTERO TRADING LIMITED" και στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα στις 19-12-2011 (βλ.
τις υπ' αριθμ. 6044Ζ'/21-12- 2011, 5985Ζ'/19-12-2011 και 5986Ζ'/19-12-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Ε. Έ.), η εταιρία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη τότε ειδική διάδοχος της αρχικώς συμβληθείσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", επικαλούμενη μη υλοποίηση του σκοπού της χορήγησης του δανείου, αποδυνάμωση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων, μη συμμόρφωση της δανειολήπτριας και των εγγυητριών στην πρόσκλησή της για την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων καθώς και το δικαίωμά της, κατά το νόμο και τους σχετικούς όρους της δανειακής σύμβασης, να ζητήσει την εξόφληση και του μη εισέτι, τότε, ληξιπρόθεσμου κεφαλαίου, κατήγγειλε οριστικά τη δανειακή αυτή σύμβαση, μεταφέροντας έκτοτε τη συνολική οφειλή, που διαμορφώθηκε πλέον στο ποσό των σαράντα πέντε εκατομμυρίων εξακοσίων σαράντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριών ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (45.643.503,59 ευρώ), σε λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης, και καλώντας τις προαναφερόμενες εταιρίες να προβούν σε άμεση εξόφληση της εν λόγω οφειλής.
Με την από 5-1-2012 δήλωσή της, απευθυνθείσα προς την δανειολήπτρια εταιρία, εξάλλου, η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ενημέρωσε αυτήν για τον μερικό, και δη κατά το ποσό των εκατόν τριάντα πέντε χιλιάδων (135.000) ευρώ, συμψηφισμό της απαίτησής της, στον οποίο προέβη στις 5-1-2012, με χρέωση λογαριασμού όψεως που τηρείτο στην Τράπεζά της, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα ότι το υπόλοιπο της πιο πάνω συνολικής οφειλής μειώθηκε στο ποσό των σαράντα πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων τριών ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (45.508.503,59 ευρώ).
Εξαιτίας μη καταβολής των οφειλομένων, τέλος, επί της από 20-1-2012 αιτήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", απευθυνόμενης κατά της νυν εκκαλούσας - ανακόπτουσας, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της ως εγγυήτριας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6859/2-3-2012 διαταγή πληρωμή του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με αυτή δε τη διαταγή πληρωμής η εκκαλούσα - ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τότε αιτούσα το άνω συνολικό ποσό των σαράντα πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων τριών ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (45.508.503,59 ευρώ), εντόκως, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω διαταγή πληρωμής αναφερόμενα, επίσης δε και επτακόσιες εβδομήντα τρεις χιλιάδες εξακόσια σαράντα τέσσερα (773.644) ευρώ για δικαστική δαπάνη.
Κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής η τότε καθ' ης και ήδη εκκαλούσα άσκησε εμπροθέσμως προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την υπό κρίση από 2-5-2012 (με γεν. αριθ. καταθ. 84223/4-5-2012 και αριθ. καταθ. δικογρ. 5934/4-5-2012) ανακοπή της και τους από 28-3-2013 (με γεν. αριθ. καταθ. 48675/2-4-2013 και αριθ. καταθ. δικογρ. 4716/2-4-2013) και από 1-7-2013 (με γεν.
αριθ. καταθ. 94092/5-7-2013 και αριθ. καταθ. δικογρ. 11219/5-7-2013) πρόσθετους λόγους, ζητώντας την ακύρωσή της και ισχυριζόμενη, μεταξύ των άλλων, και δη με τους ισχυρισμούς της που επαναφέρονται με την υπό κρίση έφεση, τα εξής: ..... Β)Με τους από 1-7-2013 (με γεν. αριθ. καταθ. 94092/5-7-2013 και αριθ. καταθ. δικογρ. 11219/5-7-2013) πρόσθετους λόγους: i) Με τον πρώτο των πρόσθετων αυτών λόγων ότι, ενώ η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε κατ' αίτηση της αρχικώς καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως ειδικής εκ του νόμου διαδόχου μέρους των συμβατικών σχέσεων της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στην πραγματικότητα η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δεν κατέστη ειδική διάδοχος της υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." ως προς την επίδικη σύμβαση δανείου και εγγύησης, διότι ουδέποτε καταρτίστηκε δικαιοπραξία μεταβίβασης των επίδικων συμβάσεων, δανείου και εγγύησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 63Ε και τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρ. 63Δ του ν. 3601/2007, από την τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προς το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας οιονεί καθολική διάδικος κατέστη η καθ' ης η ανακοπή, τέτοια δε μεταβίβαση δεν συντελέστηκε ούτε με την υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία συνεστήθη το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το Παράρτημα 1 της οποίας ορίστηκε ότι στο τελευταίο (αμέσως προαναφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα) "μεταβιβάζεται μέρος των περιουσιακών στοιχείων" της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". ii) Με τον δεύτερο των ιδίων αυτών πρόσθετων λόγων ότι η εκδοθείσα ως άνω Υπουργική Απόφαση περί σύστασης μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και περί μεταβίβασης των καθοριζόμενων περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ αυτών και των επίδικων συμβάσεων δανείου και εγγύησης, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007, από την τεθείσα υπό ειδική εκκαθάριση "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." προς το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος κατέστη η καθ' ης η ανακοπή, αντιβαίνει στο άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος και στο άρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι έγινε χωρίς αντάλλαγμα, ήτοι άνευ αποζημίωσης, καθορισθείσας μάλιστα προσηκόντως, και χωρίς να συντρέχει λόγος δημόσιας ωφέλειας.
Και οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, ωστόσο, είναι απορριπτέοι, και δη ως μη νόμιμοι.... Περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις των άνω άρθρ. 63Β, 63Ε και 63ΣΤ του ν. 3601/2007, όπως συμπληρώθηκε με το ν. 4021/2011, την υπ' αριθμ. 19/2/9-10-2011 εισήγηση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος και την από 9-10-2011, με αριθ.
πρωτ. 3007/9-10-2011 εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος περί σύστασης μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9250/9-11-2011 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 2246/9-10-2011 φύλλο του Τεύχους Β' της ΕτΚ και με την οποία αποφασίστηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες εισηγήσεις των αρμόδιων εποπτικών αρχών, και η μεταβίβαση στο μεταβατικό αυτό πιστωτικό ίδρυμα των περιουσιακών στοιχείων της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της εν λόγω (υπουργικής) απόφασης, σύμφωνα με την από 9-10-2011 εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ αυτών και συμβατικών σχέσεων από δανειακές συμβάσεις της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." με τρίτους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίμαχη δανειακή σύμβαση.
Επιπλέον, ορίστηκε το μετοχικό κεφάλαιο του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", και δη ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων πενήντα εκατομμυρίων (250.000.000) ευρώ, διαιρούμενο σε πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) κοινές, ονομαστικές μετοχές μετά ψήφου, αξίας πέντε (5) ευρώ η καθεμία, και καταβλητέο από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, σύμφωνα με την από 9-10-2011 εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ περαιτέρω ορίστηκαν και τα μέλη του πρώτου διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) του εν λόγω μεταβατικού ιδρύματος και αποφασίστηκε ότι το καταστατικό του θα είναι αυτό που διαλαμβάνεται στο Παράρτημα 2 της απόφασης, σύμφωνα και πάλι με την από 9-10-2011 εισήγηση της εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος.
Στο Παράρτημα 1 της ανωτέρω απόφασης, ειδικότερα, ορίστηκε ότι "1. Στο πιστωτικό ίδρυμα "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε." μεταβιβάζεται μέρος των περιουσιακών στοιχείων της "Proton Τράπεζας Α.Ε." με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε.", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Proton Τράπεζας Α.Ε." (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια.
Στις συμβατικές σχέσεις που δεν μεταβιβάζονται στη "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε." συμβαλλόμενη θα παραμένει η "Proton Τράπεζα Α.Ε.", ενώ τα στοιχεία που δεν μεταβιβάζονται στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα παραμένουν στην ιδιοκτησία ή συνεχίζουν να βαρύνουν την "Proton Τράπεζα Α.Ε.". Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που μεταβιβάζονται στη "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε." συμπεριλαμβάνονται ιδίως τα ακόλουθα:
α....β. οι συμβατικές σχέσεις από δανειακές συμβάσεις της "Proton Τράπεζας Α.Ε." με τρίτους, εκτός από τις αναφερόμενες στον πίνακα [1] "δανειακές συμβάσεις", στις οποίες η επίμαχη συμβατική σχέση δεν περιλαμβάνεται. Σημειώθηκε, δε, επιπροσθέτως, ότι στα περιουσιακά στοιχεία της "Νέα Proton Τράπεζας Α.Ε." θα προστεθεί το ποσό που θα καταβάλει το ΤΕΚΕ σύμφωνα με το άρθρο 63Ε παρ. 7 καθώς και το κεφάλαιο που θα καταβάλει το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας σύμφωνα με το άρθρο 63Ε παρ. 7 του ν. 3601/2007.
Στο Παράρτημα 2 της ίδιας απόφασης, επίσης, περιλήφθηκε το καταστατικό της συσταθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "PROTON BANK", στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται ότι "Σκοπός της Τράπεζας είναι η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων τραπεζικών εργασιών και υπηρεσιών πληρωμών του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να εξασφαλιστεί η προστασία των καταθετών και επενδυτών υπό την έννοια του ν. 3746/2009, η διαφύλαξη της αξίας της εισφερόμενης στην Τράπεζα περιουσίας και η ομαλή λειτουργία της προς μεγιστοποίηση της αξίας της μέχρι την εντός ευλόγου χρόνου πώληση των μετοχών της, σύμφωνα με το άρθρο 63ΣΤ του ν. 3601/2007.
Προς τον σκοπό αυτόν η Τράπεζα μπορεί να διενεργεί, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της κοινοπραξίας, μετά τρίτων, του συνόλου, άνευ περιορισμού και ετέρας διακρίσεως, των (κυρίων και παρεπόμενων) εργασιών, δραστηριοτήτων, συναλλαγών και υπηρεσιών, που η εκάστοτε κείμενη (ημεδαπή, κοινοτική, αλλοδαπή) νομοθεσία επιτρέπει σε πιστωτικά ιδρύματα.
Στις 9-10-2011, εξάλλου, δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 10749/9-10-2011 φύλλο του Τεύχους Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. της ΕτΚ ανακοίνωση περί καταχώρισης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) της σύστασης στης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ, τέλος, με αποφάσεις της κατά τη συνεδρίαση 20/9-10-2011, δημοσιευθείσες στο υπ' αριθμ. 2246/9-10-2011 φύλλο του Τεύχους Β' της ΕτΚ, η Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος: 10ν.
Επειδή η αξία των μεταβιβαζόμενων στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στοιχείων ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." διαπιστώθηκε ότι ήταν ένα δισεκατομμύριο οκτακόσια ογδόντα επτά εκατομμύρια (1.887.000.000) ευρώ, η δε αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων παθητικού διαπιστώθηκε ότι ήταν δύο δισεκατομμύρια επτακόσια σαράντα εννέα εκατομμύρια (2.749.000.000) ευρώ και, επομένως, προέκυπτε ότι η αξία του μεταβιβασθέντος παθητικού υπερέβαινε την αξία του μεταβιβαζόμενου ενεργητικού κατά οκτακόσια εξήντα δύο εκατομμύρια (862.000.000) ευρώ, καθόρισε τη διαφορά μεταξύ της, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αξίας των μεταβιβαζόμενων στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα στοιχείων παθητικού και της αξίας των ομοίως μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού στο αμέσως πιο πάνω ποσό (862.000.000 ευρώ). 2ον.
Χορήγησε, από την 9-10-2011, άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα (υπό την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."), κατά την έννοια του άρθρου 63Ε του ν. 3601/2007, όπως ίσχυε, ορίζοντας ότι αυτό μπορούσε να ασκεί όλες τις δραστηριότητες του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3601/2007, καθώς και ότι ειδικές εγκρίσεις, που είχαν παρασχεθεί στο αρχικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", θα ισχύουν υπέρ του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.". 3ον.
Ανακάλεσε την άδεια που είχε παρασχεθεί για την ίδρυση και λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και έθεσε αυτό σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007. Με βάση όλες τις .... σκέψεις που προηγήθηκαν λεκτέα, σε σχέση με τους ανωτέρω πρόσθετους λόγους, τα εξής:
Ο υπό στοιχ. i πρόσθετος λόγος, έχοντας το πιο άνω περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμος, διότι, σε αντίθεση με όσα η εκκαλούσα - ανακόπτουσα ισχυρίζεται, η αρχικώς καθ' ης η ανακοπή, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", υπεισήλθε, δυνάμει ex lege ειδικής διαδοχής, στη θέση της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΡΕΙΑ", στις επίδικες συμβατικές σχέσεις του δανείου και της εγγύησης, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε, ακολούθως και κατόπιν αίτησής της, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η δε διαδικασία που εφαρμόστηκε σχετικώς είναι αυτή του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007, που προβλέπει, ως μέτρο εξυγίανσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, τη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων σε νέο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο και εν προκειμένω συστάθηκε προς τούτο, και όχι εκείνη του άρθρου 63Δ του ιδίου νόμου, το οποίο προβλέπει ως μέτρο εξυγίανσης ενός πιστωτικού ιδρύματος τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων σε τρίτο ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα.
Μεταβίβαση, δε, των περιουσιακών στοιχείων, και δη των εν προκειμένω επίμαχων, της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ξεχωριστά με δικαιοπραξία, ήτοι επιπλέον της διαδικασίας που εν προκειμένω εφαρμόστηκε, όπως αβασίμως διατείνεται η εκκαλούσα - ανακόπτουσα, δεν απαιτείτο. Πιο αναλυτικά, κατά τα άνω διαλαμβανόμενα, με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (συνεδρίαση 20/9-10-2011) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ με την υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν της υπ' αριθμ. 19/2/9-10-2011 εισήγησης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος και της από 9-10-2011, με αριθ.
πρωτ. 3007/9-10-2011, εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος περί σύστασης μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 63Ε του ν. 3601/2011, αποφασίστηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και η μεταβίβαση στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" των περιουσιακών στοιχείων της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της ως άνω απόφασης.
Κατά νόμο, έτσι, και βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, εν προκειμένω εφαρμόστηκαν τα μέτρα εξυγίανσης του άρθρου 63Ε του ν. 3601/2007, ήτοι συστάθηκε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο μεταβιβάστηκαν τα καθορισθέντα περιουσιακά στοιχεία του υπό ειδική εκκαθάριση τεθέντος παλαιού πιστωτικού ιδρύματος. Επομένως, ως προς τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία επήλθε εκ του νόμου ειδική διαδοχή, για την ολοκλήρωση της οποίας δεν απαιτείτο η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης μεταξύ μεταβιβάσαντος και αποκτήσαντος, διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση η μεταβίβαση των επίμαχων συμβατικών σχέσεων, όπως και των λοιπών μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, πραγματοποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κατ' εφαρμογή, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω διαλαμβανόμενα, του άρθρου 63Ε του ν. 3601/2007, και όχι με τον τρόπο (μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων) που ορίζεται στο άρθρο 63Δ παρ. 1 έως 4 του ίδιου νόμου, το οποίο προβλέπει τον τρόπο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε τρίτο, ήδη υφιστάμενο, πιστωτικό ίδρυμα και όχι σε μεταβατικό, που προς τούτο, δημιουργείται.
Από δε τις διατάξεις του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007 ευθέως συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης των οριζόμενων περιουσιακών στοιχείων μεταξύ του υπό ειδική εκκαθάριση τεθέντος και του νέου - μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, διότι η παράγραφος 6 του άρθρου 63Ε παραπέμπει μεν στο άρθρο 63Δ του ίδιου νόμου, όμως μόνο στις παραγράφους 5 έως 12 του άρθρου αυτού (63Δ), που αφορούν σε άλλες, εκτός του τρόπου της μεταβίβασης, διατυπώσεις και συνέπειες της εφαρμοστέας διαδικασίας, και όχι και στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 63Δ, όπου (πράγματι) ειδικώς προβλέπεται η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων.
Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τον δεύτερο, ήτοι τον υπό στοιχ. ii, των άνω πρόσθετων λόγων, και αυτός, έχοντας το άνω περιεχόμενο, είναι νομικά αβάσιμος, διότι, .......: Η μεταβίβαση, με την υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, των περιουσιακών στοιχείων του τεθέντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος "PROTON ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήτοι η επιλογή των διοικητικών μέτρων του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007 (ίδρυση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και εκκαθάριση του προβληματικού πιστωτικού ιδρύματος), υπαγορεύθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνδέονται με τη σταθερότητα και εύρυθμη λειτουργία του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση της σε αυτό εμπιστοσύνης του κοινού - δεδομένης της αναταραχής στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και της παρούσας δυσμενούς δημοσιονομικής και οικονομικής συγκυρίας στην Ελλάδα - και οι οποίοι επιβάλλουν τη συνέχιση των τραπεζικών εργασιών του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο άλλου πιστωτικού ιδρύματος και την εξασφάλιση του συνόλου των καταθέσεων.
Συνεπώς, η προαναφερόμενη υπουργική Απόφαση δεν αντίκειται στο άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος ούτε στο άρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών του ανθρώπου....... Ορθώς, επομένως, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε τους συγκεκριμένους, υπό στοιχ. ί και ii, πρόσθετους λόγους ως μη νόμιμους. Όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει με την έφεσή της η εκκαλούσα - ανακόπτουσα κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας δηλαδή τους περιεχόμενους στο από 1-7-2013 δικόγραφο της αναιρεσείουσας πρόσθετους λόγους ανακοπής, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 63Δ και 63Ε του ν.3601/2007 με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "δεχόμενη την ενεργητική νομιμότητα της αντιδίκου ασκούσα την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής", όπως αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κύριο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, ο οποίος είναι αβάσιμος.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, με τη σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος κατά τη διαδικασία του άρθρου 63Ε του ως άνω ν.3601/2007, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη σύσταση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "Νέα PROTON Τράπεζα Α.Ε." δυνάμει της προβλεπόμενης στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου 63Ε υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 (ΦΕΚ 2246/9-10-2011 τ.
Β') απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, επήλθε ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σε αυτό, στις οποίες περιλαμβάνεται η επίμαχη δανειακή σύμβαση και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποιήσεώς του, αφού υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η κατάρτιση άλλης επιπλέον δικαιοπραξίας μεταξύ του αποκτώντος και του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος.
Ειδικότερα, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, (συνεδρίαση 20/9-10-2011), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ενώ με την υπ' αριθμ. 9250/9-10- 2011 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν της υπ' αριθμ. 19/2/9-10-2011 εισήγησης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος και της από 9-10- 2011, με αριθ.
πρωτ. 3007/9-10-2011, εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος περί σύστασης μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με το άρθρο 63Ε του ν. 3601/2007, αποφασίστηκε η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και η μεταβίβαση σε αυτό των περιουσιακών στοιχείων της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της ως άνω απόφασης, μεταξύ των οποίων οι επίδικες συμβάσεις δανείου και εγγύησης.
Επομένως, ως προς τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία επήλθε εκ του νόμου ειδική διαδοχή, για την ολοκλήρωση της οποίας δεν απαιτείται η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης μεταξύ μεταβιβάσαντος και αποκτήσαντος, καθόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεταβίβαση των επίμαχων συμβατικών σχέσεων, όπως και των λοιπών μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, πραγματοποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 63Ε του ν. 3601/2007 και όχι με τη διαδικασία μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων που ορίζεται στο άρθρο 63Δ παρ. 1 έως 4 του ίδιου νόμου, το οποίο προβλέπει τον τρόπο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων σε τρίτο, ήδη υφιστάμενο, πιστωτικό ίδρυμα και όχι σε μεταβατικό, που προς τούτο, δημιουργείται.
Από δε τις διατάξεις του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007, ευθέως συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης των οριζόμενων περιουσιακών στοιχείων μεταξύ του υπό ειδική εκκαθάριση τεθέντος και του νέου - μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, διότι η παράγραφος 6 του άρθρου 63Ε παραπέμπει μεν στο άρθρο 63Δ του ίδιου νόμου, όμως μόνο στις παραγράφους 5 έως 12 του άρθρου αυτού (63Δ), που αφορούν σε άλλες, εκτός του τρόπου της μεταβίβασης, διατυπώσεις και συνέπειες της εφαρμοστέας διαδικασίας και όχι και στις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου 63Δ, όπου πράγματι ειδικώς προβλέπεται η σύναψη σύμβασης μεταβίβασης των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων.
Εξάλλου, η σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις δυνάμει της υπ' αριθμ. 9250/9-10-2011 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του τεθέντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος "PROTON ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήτοι η επιλογή των διοικητικών μέτρων του άρθρ. 63Ε του ν. 3601/2007, (ίδρυση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος και εκκαθάριση του προβληματικού πιστωτικού ιδρύματος), υπαγορεύθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνδέονται με τη σταθερότητα και εύρυθμη λειτουργία του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ενίσχυση της σε αυτό εμπιστοσύνης του κοινού, δεδομένης της αναταραχής στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και της υπάρχουσας δυσμενούς δημοσιονομικής και οικονομικής συγκυρίας στην Ελλάδα και οι οποίοι επιβάλλουν τη συνέχιση των τραπεζικών εργασιών του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο άλλου πιστωτικού ιδρύματος και την εξασφάλιση του συνόλου των καταθέσεων.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, κατά το χρόνο εκδόσεως α)της αποφάσεως της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Μέτρων (ΕΠΑΘ), της Τράπεζας της Ελλάδος στη συνεδρίαση 20/9-10-2011, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "PROTON Τράπεζα Α.Ε." και β)της αποφάσεως 9250/9-10-2011 του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αποφασίστηκε η σύσταση του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Νέα PROTON Τράπεζα Α.Ε.", (ΦΕΚ Β' 2246/9-10-2011), η "PROTON Τράπεζα Α.Ε.", όχι μόνο δεν εμφάνιζε κέρδη, αλλά τα κρίσιμα μεγέθη της ήταν αρνητικά, έχοντας μάλιστα επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δημιουργείται κίνδυνος για τις καταθέσεις των πελατών της και εν γένει για την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεδομένου ότι η αξία του παθητικού των στοιχείων αυτών είχε υπερβεί κατά πολύ (862 εκατομμύρια ευρώ), την αξία του ενεργητικού της.
Ανεξαρτήτως δε των ανωτέρω, σε περίπτωση που το προϊόν της εκκαθαρίσεως της Τράπεζας αυτής ή και του μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος, μετά την ικανοποίηση των πιστωτών, αποβεί θετικό, ο μέτοχος διατηρεί, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρα 63 ΣΤ παρ. 3 και 68 του ν. 3601/2007), δικαίωμα στο προϊόν της εκκαθαρίσεως, ανάλογα με το μερίδιο μετοχών που κατέχει. (Ολ.ΣΤΕ 419/2014).
Κατά συνέπεια, η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." στο νέο νομικό πρόσωπο της "Νέα PROTON Τράπεζα Α.Ε.", δεν αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και όσα αντίθετα περί τούτων υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στο δεύτερο κύριο λόγο της αίτησής της, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον δεν επικαλείται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας στοιχεία θεμελίωσής του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000). Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556 & 2, 570 & 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο, κατά το οικείο σκέλος του, πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, κατ' εκτίμηση των περιεχόμενων σε αυτούς ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα:
Α) Η παραδοχή αυτής ότι ο Υπουργός των Οικονομικών με την 9250/2011 απόφασή του (ΦΕΚ 2246/2011 τ. Β'), αντλώντας εξουσία από τις διατάξεις των άρθρων 63Β, 63Ε και 63 ΣΤ του ν. 3601/2007, όπως συμπληρώθηκε με τον ν. 4021/2011, συνέστησε μεταβατικό ίδρυμα, με τον χαρακτηρισμό μεταβατικό πιστωτικό, υπό την επωνυμία "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε.", ενώ στο παράρτημα 1 της εν λόγω αποφάσεως καταχώρισε το καταστατικό ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Νέα Proton Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρία", κατά σύγχυση των εννοιών του ιδρύματος και της ανώνυμης εταιρείας, με την υπαγωγή της τελευταίας στην έννοια του ιδρύματος των άρθρων 108 και 109 του ΑΚ, για τη σύσταση του οποίου ούτε περιουσία υπάρχει ούτε διάταγμα, σαφώς αποτελεί ψευδή ερμηνεία και σφαλερή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, καθιστώντας την αναιρεσιβαλλόμενη αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Β) Η παραδοχή ότι μεταβιβάστηκαν αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, συνιστά απαράδεκτο που όφειλε να κηρύξει η αναιρεσιβαλλόμενη και έτσι κατέστησε εαυτήν αναιρετέα, σύμφωνα με την περ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δέχτηκε "μεταβίβαση" σε ανύπαρκτο πρόσωπο, καθόσον και υπό την εκδοχή ότι σκοπήθηκε, με την παραπάνω απόφαση, του Υπουργού Οικονομικών, η σύσταση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Νέα Proton Τράπεζα Α.Ε.", ενόψει του ότι οι υπουργικές αποφάσεις υφίστανται άμα τη καταχωρίσει και τη εκτυπώσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η "μεταβίβαση αξιώσεων" είναι εξ;
αντικειμένου ανέφικτη, εκτός άλλων και διότι η ανώνυμη αυτή εταιρία δεν έχει αποκτήσει εισέτι νομική προσωπικότητα, δεδομένου ότι η "ιδρυτική πράξη δεν έχει καταχωρισθεί στο ΓΕΜΗ, σύμφωνα με το άρθρο 7β του κ.ν. 2190/1920 Και είναι αδύνατη η κτήση νομικής προσωπικότητας, αφού στο ίδιο ΦΕΚ ακολουθεί η καταχώριση και εκτύπωση τριών ακόμη εν συνεχεία αποφάσεων, πράγμα, που σημαίνει ότι άμα τη καταχωρίσει της συστατικής πράξεως δεν υπάρχει εξ' αντικειμένου η κυκλοφορία του τεύχους αυτού, ώστε να μεταφερθεί αντίτυπο τούτου στο Γραφείο ΓΕΜΗ προς καταχώριση σε αυτό και απόκτηση της νομικής προσωπικότητας.
Γ) Η αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, κατά το χρόνο εκδόσεώς της, δεν υπήρχε ληξιπρόθεσμη χρηματική απαίτηση σε βάρος της, αφού, προκειμένου το επίδικο δάνειο να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, έπρεπε απαραιτήτως η δανειακή σύμβαση να καταγγελθεί, κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις, που διαλαμβάνονται στον όρο 12 αυτής, απαραίτητη δε προϋπόθεση για να αποκτήσει η δανείστρια τράπεζα το δικαίωμα να καταγγείλει την επίδικη δανειακή σύμβαση ήταν προηγουμένως και τουλάχιστον πριν από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες η πιστώτρια να ενημέρωνε, τόσον την δανειολήπτρια, όσον και την ίδια, πλήν όμως, κατά παράβαση του ουσιώδους αυτού όρου και προϋποθέσεως της δανειακής συμβάσεως, η δανείστρια τράπεζα κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση τη 19η ή 21η/12-2011, (συγχέοντας η αναιρεσιβαλλομένη την ακριβή ημερομηνία εναλλάσσοντας αυτήν), ενώ η ενημέρωση, τουλάχιστον ως προς την ίδια, συνέβη την 8/12/2011, χωρίς δηλαδή να μεσολαβήσουν μέχρι την καταγγελία τριάντα εργάσιμες μέρες, με συνέπεια, χωρίς έγκυρη και έγκαιρη καταγγελία, να μην έχει καταστεί απαιτητή η οφειλή από την επίδικη δανειακή σύμβαση και επομένως, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη η υποβληθείσα αίτηση της αντιδίκου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αόριστα, γιατί η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι είχε προβάλει νόμιμα στο Εφετείο τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς, επί των οποίων αυτοί στηρίζονται και δεν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον δεν πρόκειται για σφάλματα, τα οποία προκύπτουν από την ίδια την απόφαση, ούτε για ισχυρισμούς που αφορούν τη δημόσια τάξη, ούτε για παραβάσεις, μη δυνάμενες να προβληθούν στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 361, 847, 851 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με την παρεπόμενη και ετεροβαρή σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή και αντισυμβαλλόμενο του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σε εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο.
Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους, καθώς επίσης και να αφορά μελλοντική απαίτηση ή απαίτηση υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η εγγύηση θα λειτουργήσει με την πλήρωση της αίρεσης. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.
Η απαίτηση του δανειστή εις βάρος του εγγυητή, από τη μεταξύ τους σύμβαση εγγύησης, καθίσταται απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, από την υπερημερία του πρωτοφειλέτη, η οποία επέρχεται και με την παρέλευση της συμφωνηθείσης δήλης ημέρας για την εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 843/2011, ΑΠ 976/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το Εφετείο που την εξέδωσε, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι υπήρξε εγγυήτρια αναφορικώς με την λήψη δανείου την 20-9-2010 εκ μέρους της Κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία "FINEGLINO TRADING LIMITED" από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τις περαιτέρω παραδοχές του ότι στην έννοια της εγγυηθείσας "οφειλής" περιλαμβάνεται, (οπότε επομένως υφίσταται σχετική ευθύνη της ως εγγυήτριας) και η τήρηση της υποχρεώσεως που ανέλαβε με την δανειακή σύμβαση η δανειολήπτρια, ήτοι α) η υπόσχεση αυτής ότι με το προϊόν του δανείου να εξαγοράσει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της NIKASTERO TRADING LIMITED αποκτώντας έτσι τον έμμεσο έλεγχό της ίδιας (αναιρεσείουσας), β)να μεριμνήσει ώστε εντός δύο (2) μηνών από την υπογραφή της δανειακής συμβάσεως οι εταιρείες "GOLDEN LAMDA CAPITAL", "SAPPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." και η ίδια (αναιρεσείουσα) να έχουν λάβει αποφάσεις δια των αρμοδίων οργάνων τους, για την έναρξη των διαδικασιών δι'απορροφήσεως των "GOLDEN LAMDA CAPITAL" και "SAPPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από αυτή (αναιρεσείουσα) και εντός έξι (6) μηνών να έχει ολοκληρωθεί η ως άνω συγχώνευση δι'απορροφήσεως, γ) καθόλη την διάρκεια της δανειακής συμβάσεως να διατηρήσει η δανειολήπτρια τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ίδιας (αναιρεσείουσας), μέχρι δηλαδή την ολοσχερή αποπληρωμή του δανείου, ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 847 ΑΚ και ειδικότερα, την έννοια του όρου οφειλή, αφού οι πιο πάνω συμβατικές υποχρεώσεις αποτελούν INTER ALLIOS ACTA και αντικειμενικώς δεν είναι δυνατόν να αποτελούν περιεχόμενο συμβάσεως εγγυήσεως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναφορικά με την επίδικη σύμβαση εγγύησης και τις απορρέουσες από αυτή υποχρεώσεις, το Εφετείο, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, δέχτηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: "Τέλος, από το σύνολο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύονται και τα εξής:
Λόγω μη εκπλήρωσης από τη δανειολήπτρια εταιρία και την εκκαλούσα - ανακόπτουσα εγγυήτρια των υποχρεώσεων.......και συγκεκριμένα επειδή δεν είχε ακόμη καταβληθεί η οφειλή δανειολήπτριας εταιρίας από τόκους περιόδου 20-9-2010 έως 20-9- 2011, σύμφωνα με το αρθρ. 2.1 και το Παράρτημα 1 της σύμβασης, και ότι ένα έτος μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν είχε ακόμη υλοποιηθεί η αναληφθείσα υποχρέωση περί συγχώνευσης με απορρόφηση των εταιριών "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A." και "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα, η οποία έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί εντός έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρ. 8.2 της σύμβασης δανείου, η "PROTON Τράπεζα Α.Ε." απέστειλε στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα στις 28-9-2011, την υπ' αριθ.
πρωτ. …/…-9-2011 επιστολή της, με την οποία α)της επισήμανε ότι καθυστερούσε ακόμη την εξόφληση της οφειλής της από τόκους περιόδου 20-9-2010 έως 20-9-2011, συνολικού ποσού δύο εκατομμυρίων επτακοσίων εβδομήντα δύο χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (2.772.859,38 ευρώ), με επιτόκιο υπερημερίας από 20-9-2011, β) ότι δεν είχε ακόμη προχωρήσει σε συγχώνευση με απορρόφηση των εταιριών "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A." και "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την ίδια, γ)την καλούσε, όπως φροντίσει εντός δέκα (10) ημερών από τη λήψη της επιστολής αυτής για την τακτοποίηση της οφειλής της, καθώς και για την υλοποίηση της συγχώνευσης ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου επαρκούς εξασφάλισης των απαιτήσεών της, και δ) την καλούσε όπως στο ίδιο διάστημα την ενημερώσει εγγράφως για τους λόγους αδυναμίας της να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της και για τις υπάρχουσες δυνατότητες και προοπτικές αντιμετώπισης της οφειλής της.
Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα ουδέν απάντησε σε αυτήν την επιστολή ούτε διαμαρτυρήθηκε για τα αναγραφόμενα σε αυτήν. Εν συνεχεία, μετά τη θέση της χορηγήσασας το δάνειο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." σε ειδική εκκαθάριση, το συσταθέν μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", στο οποίο μεταβιβάστηκαν - μεταξύ άλλων - και οι επίμαχες συμβατικές σχέσεις, διενήργησε έλεγχο των δανειακών συμβάσεων που της μεταβιβάστηκαν, προκειμένου να εξετάσει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης κάθε δανείου.
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου διαπίστωσε, ως προς τις επίμαχες συμβάσεις δανείου και εγγύησης, ότι τόσο η δανειολήπτρια εταιρία όσο και οι εγγυήτριες συνέχισαν να μην εκπληρώνουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Για το λόγο αυτό απέστειλε στην δανειολήπτρια εταιρία, στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα και στην έτερη εγγυήτρια - εταιρία την υπ' αριθ.
πρωτ. …/…-12-2011 επιστολή της, διά της οποίας τους εξέθεσε τους προβληματισμούς της αναφορικά με τη δυνατότητα της πιστούχου εταιρίας να ανταποκριθεί στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων προς την Τράπεζα. Τους επισήμανε ότι συνεχίζουν να παραβαίνουν την εκ του άρθρ. 8.2 της σύμβασης υποχρέωσή τους περί ολοκλήρωσης της συγχώνευσης δι' απορροφήσεως των εταιριών "GOLDEN LAMDA CAPITA S.A." και "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα και μάλιστα εντός έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, τονίζοντάς τους ότι η συγχώνευση αυτή ήταν ο απώτερος στόχος της χορήγησης του δανείου και ότι για το λόγο αυτό ελήφθησαν υπόψη τα ενοποιημένα οικονομικά στοιχεία των υπό συγχώνευση εταιριών και ότι επιπροσθέτως δεν υπήρχε καμία ενημέρωση - δέσμευση από την πλευρά τους για άμεση ολοκλήρωση της εν λόγω συγχώνευσης.
Περαιτέρω, ενόψει των συνεπειών τους έθετε το αίτημα περί παροχής πρόσθετων καλύψεων και εξασφαλίσεων από τις εταιρίες του Ομίλου και πιο συγκεκριμένα α)τη σύσταση ενεχύρου επί του 100% των μετοχών της εγγυήτριας εκκαλούσας - ανακόπτουσας, και β)την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αξίας τουλάχιστον ογδόντα εκατομμυρίων (80.000.000) ευρώ, επί ακινήτων και μηχανολογικού εξοπλισμού της ιδίας (εκκαλούσας - ανακόπτουσας).
Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα απάντησε με την από 8-12-2011 επιστολή της, στην οποία ανέφερε ότι θα ενημέρωνε σχετικώς την Τράπεζα, αμέσως μόλις ολοκληρώνονταν οι διαδικασίες ενημέρωσης του νέου μετόχου, όμως έκτοτε δεν ήλθε σε επαφή ξανά με αυτήν. Ενόψει της ανωτέρω άρνησης της δανειολήπτριας εταιρίας και των εγγυητριών να συμμορφωθούν προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως και πιο πάνω εκτίθεται, κοινοποίησε την 21-12-2011 στη δανειολήπτρια εταιρία και στις εγγυήτριες εταιρίες την από 19-12-2011 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση, διά της οποίας κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου, επικαλούμενη ως λόγους της καταγγελίας αυτής τη μη υλοποίηση του σκοπού χορήγησης του ως άνω δανείου, την αποδυνάμωση των υφιστάμενων εξασφαλίσεων, τη μη συμμόρφωσή τους στην πρόσκληση της Τράπεζας για την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων.
Επιπλέον, τους κάλεσε να εξοφλήσουν και το άληκτο μέρος του κεφαλαίου, το οποίο κατέστη, διά της καταγγελίας, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό στο σύνολο του, δυνάμει του σχετικού όρου της δανειακής σύμβασης. Η δανειολήπτρια και οι εγγυήτριες εταιρίες απάντησαν με την από 5-1-2012 εξώδικη απάντησή τους, η οποία κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα στις 10-1-2012 και με την οποία ισχυρίστηκαν ότι η επιδοθείσα καταγγελία έπασχε αοριστίας.
Κατόπιν των ανωτέρω εξελίξεων και όσων πιο πάνω, στην οικεία θέση, ήδη αναφέρονται, κατόπιν της 20-1-2012 αίτησης της Τράπεζας "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 6859/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα - ανακόπτουσα διατάχθηκε να καταβάλει όσα επίσης παραπάνω εκτίθενται.
Με βάση και τις παραπάνω παραδοχές, ωστόσο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της ανακοπής στο σύνολο του. Σε ό,τι αφορά το κύριο σκέλος του λόγου αυτού της ανακοπής, ειδικότερα, λεκτέα τα εξής: Από τα πλήρως ως άνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο βασικός λόγος της καταγγελίας του δανείου ήταν ότι η δανειολήπτρια και οι εγγυήτριες εταιρίες αθέτησαν τον συμφωνηθέντα με το άρθρ. 8.2 περ.
θ' όρο της σύμβασης του δανείου, ο οποίος ήταν και ο απώτερος στόχος της σύναψής του, ήτοι δεν υλοποίησαν ποτέ τη συγχώνευση δι' απορροφήσεως των εταιριών "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A." και "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα, παρότι με τον ανωτέρω όρο της σύμβασης είχαν αναλάβει την υποχρέωση να μεριμνήσουν, ώστε εντός δύο (2) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι έως τις 20-11-2010, οι ανωτέρω εταιρίες να έχουν λάβει διά των αρμοδίων οργάνων τους αποφάσεις για την έναρξη των διαδικασιών της συγχώνευσης δι' απορροφήσεως και εντός έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης, ήτοι έως τις 20-3-2011, να έχει ολοκληρωθεί η συγχώνευση αυτή.
Επιπλέον, τόσο η δανειολήπτρια όσο και οι εγγυήτριες εταιρίες δεν εξήγησαν ποτέ στην Τράπεζα για ποιο λόγο δεν προχώρησαν στη συγχώνευση αυτή. Ακόμη και όταν τόσο η "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όσο και η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", τους επισήμαναν διό των από 28-9-2011 και 6-12-2011 επιστολών τους αντίστοιχα, ότι δεν έχουν υλοποιήσει τον ανωτέρω όρο του δανείου, τον οποίο η Τράπεζα εξακολουθούσε να θεωρεί απώτερο στόχο του δανείου, η δανειολήπτρια, η εκκαλούσα - ανακόπτουσα και η έτερη εγγυήτρια εταιρία ουδέν περί αυτού απάντησαν ούτε βέβαια προχώρησαν στην έναρξη της διαδικασίας συγχώνευσης.
Το γεγονός αυτό, το οποίο ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την Τράπεζα, και με βάση τα άρθρ. 12 περ. γ' και 8.2 περ. θ' της σύμβασης, αποτελούσε από μόνο του λόγο καταγγελίας της σύμβασης δανείου, οδήγησε την Τράπεζα στην επανεκτίμηση της κατάστασης και στην απόφαση, σαν μία έσχατη λύση, και προκειμένου να αποφύγει το επαχθέστερο μέτρο της καταγγελίας της σύμβασης, να ζητήσει τη λήψη επιεικέστερων μέτρων, ήτοι να ζητήσει πρόσθετες εξασφαλίσεις από τη δανειολήπτρια και τις εγγυήτριες εταιρίες, όπως εξάλλου είχε δικαίωμα με βάση τα άρθρ. 6.1 και 12 περ.
ε' της σύμβασης. Όμως και αυτή η πρότασή της ουσιαστικά απορρίφθηκε σιωπηρά από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα, τη δανειολήπτρια και την έτερη εγγυήτρια εταιρία. Για το λόγο αυτό και μη διακρίνοντας προοπτικές βελτίωσης της κατάστασης, η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου. Κατά συνέπεια, προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω καταγγελία έλαβε χώρα αποκλειστικά και μόνο λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρίας, της εκκαλούσας - ανακόπτουσας και της έτερης εγγυήτριας εταιρίας.....Απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός και ως προς όσα επικουρικώς ισχυρίζεται η εκκαλούσα - ανακόπτουσα.
Ειδικότερα, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, στο άρθρ. 6.1 της σύμβασης δανείου προβλέφθηκε ότι η Τράπεζα δικαιούτο να αξιώνει από τον δανειζόμενο, για εξασφάλιση κάθε απαίτησής της από τη σύμβαση δανείου, να της παράσχει οποιαδήποτε ασφάλεια αξιώνει κάθε φορά αυτή (Τράπεζα) κατόπιν συμφωνίας με τον δανειζόμενο, ενώ στο άρθρ. 12 περ.
ε' προβλέφθηκε ότι η Τράπεζα δικαιούτο να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου και να το κηρύξει αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, αξιώνοντας την εξόφληση ολόκληρου του ανεξόφλητου ποσού κεφαλαίου σε περίπτωση ακυρότητας ή ουσιώδους μείωσης ή απώλειας των εξασφαλίσεων, εφόσον ο δανειζόμενος ή οι εγγυητές εντός τριάντα (30) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία που η Τράπεζα τους ενημέρωσε, δεν θα παρείχαν νεότερη, ισοδύναμη προς την αντικαθιστάμενη ασφάλιση.
Επομένως, τόσο η δανειολήπτρια όσο και οι εγγυήτριες είχαν συμβατική υποχρέωση παροχής πρόσθετων εξασφαλίσεων, κατά τους ανωτέρω όρους, τις οποίες αρνήθηκαν να παράσχουν. Σε σχέση με το ετι επικουρικότερο σκέλος του ιδίου ισχυρισμού, εξάλλου, όπως πιο πάνω ήδη αναφέρεται, με την υπ' αριθ. …/….-9-2011 επιστολή της η "Proton Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρία" ενημέρωσε την εκκαλούσα - ανακόπτουσα για τη συμβατική της παράβαση, ήτοι τη μη υλοποίηση της συγχώνευσης με απορρόφηση κατά τα ανωτέρω, και την καλούσε είτε να προχωρήσει στην υλοποίηση της συγχώνευσης είτε να παράσχει πρόσθετες επαρκείς εξασφαλίσεις για την απαίτησή της.
Η Τράπεζα σε συμμόρφωση με το άρθρ. 12 περ. γ' και ε' της δανειακής σύμβασης ανέμεινε περισσότερο από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες και μετά τη μη συμμόρφωση της εκκαλούσας - ανακόπτουσας της απέστειλε την από 6-12-2011 νέα επιστολή της και ακόμη αργότερα, ήτοι την 21- 12-2011, κοινοποίησε την καταγγελία της δανειακής σύμβασης στις αντισυμβαλλόμενές της.
Επομένως, δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 12 περ. γ' και ε' εκ μέρους της Τράπεζας. Aπό όλα τα εκτιθέμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται σαφές ότι η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή άσκησε το δικαίωμά της προς καταγγελία της ως άνω σύμβασης πίστωσης δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και προς έκδοση διαταγής πληρωμής νομίμως και όχι καταχρηστικά ούτε καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν τα χρηστά ήθη, η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον αποδείχθηκε ότι δεν κατήγγειλε αμέσως την εν λόγω σύμβαση πίστωσης, αλλά μετά από εννέα (9) μήνες από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έπρεπε, σύμφωνα με τη σύμβαση, να είχε ολοκληρωθεί η ανωτέρω αναφερόμενη συγχώνευση δι' απορροφήσεως, και αφού ενημέρωσε επανειλημμένως τη δανειολήπτρια, την εκκαλούσα - ανακόπτουσα και την έτερη εγγυήτρια εταιρία περί της συμβατικής παράβασης, στην οποία υπέπεσαν και ενώ τους είχε δώσει και την επιλογή προσφυγής σε επιεικέστερες λύσεις, όπως την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων, λύσεις τις οποίες η δανειολήπτρια και οι εγγυήτριες εταιρίες σιωπηρά αρνήθηκαν.
Το γεγονός, δε, ότι στις 30-9-2011 καταβλήθηκε συνολικό ποσό, ύψους δεκαεπτά εκατομμυρίων διακοσίων δεκαεπτά χιλιάδων επτακοσίων είκοσι ενός ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (17.217.721,22 ευρώ), δεν καθιστά καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης, διότι η παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης περί συγχώνευσης δι' απορροφήσεως των εταιριών "GOLDEN LAMDA CAPITAL S.A." και "SAPHIRE LAMDA CAPITAL S.A." από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα, ήταν τόσο κεφαλαιώδους σημασίας που δικαιολογούσε αφ' εαυτής την καταγγελία της σύμβασης, χωρίς τη συνδρομή και ετέρου λόγου, αφού η συγχώνευση αυτή αποτελούσε τον απώτερο στόχο της δανειακής σύμβασης.
Το ότι δε η δανειολήπτρια και οι εγγυήτριες εταιρίες δεν συνεργάστηκαν με την Τράπεζα, μετά την επισήμανση της παράβασης, προκειμένου να άρουν αυτή ή να οδηγηθούν συναινετικά σε μία άλλη λύση παροχής πρόσθετων εξασφαλίσεων επιτείνει την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη καταχρηστικότητας της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης εκ μέρους της Τράπεζας.
Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι η "Νέα PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος κατέστη η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή, είχε συμφέρον τόσο από οικονομικής όσο και από νομικής άποψης να αποφασίσει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση και περιφρουρώντας τα περιουσιακά της στοιχεία, να εισπράξει την απαίτησή της, γεγονός το οποίο αποτελεί δικαίωμά της συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας και μόνον αυτή μπορεί ν' αποφασίσει, έστω και αν η άσκηση του δικαιώματος της αυτού επιφέρει βλάβη στην ανακόπτουσα και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη συναλλακτική πρακτική και δεν μπορεί ν' αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και ο τρίτος λόγος της υπό κρίση ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος τόσο κατά το κύριο όσο και κατά τα επικουρικά σκέλη του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε στο σύνολο του τον λόγο αυτό της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε, όσα δε περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα - ανακόπτουσα με την έφεσή της, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει vα απορριφθούν".
Έτσι που έκρινε, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές στο σύνολό τους, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 847 ΑΚ, αφού τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, δικαιολογούν την εφαρμογή τους κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και ο περί του αντιθέτου εξεταζόμενος τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, από 1-1-2002, κατ' άρθρ. 15 ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ,356/2002, ΑΠ 1864/2017).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή, παρά το νόμο, δέχτηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα, ισχυριζόμενη η αναιρεσείουσα ότι για να απαιτήσει η δανείστρια Τράπεζα το δικαίωμα καταγγελίας της επίδικης δανειακής σύμβασης, έπρεπε προηγουμένως, τουλάχιστον πριν από τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, να ενημέρωνε, τόσο τη δανειολήπτρια, όσο και την ίδια και ότι, κατά παράβαση του ουσιώδους αυτού όρου της δανειακής συμβάσεως, η δανείστρια Τράπεζα κατήγγειλε αυτή την 19η ή 21η/12/2011, ενώ η ενημέρωση προς την ίδια (αναιρεσείουσα) συνέβη την 8-12-2011, χωρίς δηλαδή να μεσολαβήσουν μέχρι την καταγγελία τριάντα εργάσιμες ημέρες, υποστηρίζει στη συνέχεια, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προς διάσωση της ακυρότητας της πρόωρης καταγγελίας, δέχτηκε χωρίς απόδειξη, ότι τέτοια ενημέρωση έγινε και την 28-9-2011.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος καθόσον, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο παραπάνω άρθρο (559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ), πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.
Σε κάθε όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκη κατάθεση μάρτυρα ανακόπτουσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα), τα οποία μνημονεύονται σε αυτή και συνεπώς, δεν δέχτηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ωσαύτως, με βάση τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, αβάσιμη είναι και η περιεχόμενη στον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε χωρίς απόδειξη την ιδιότητά της ως εγγυήτριας, αναφορικά με τη λήψη δανείου την 20-9-2010 εκ μέρους της Κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία "FINEGLINO TRADING LIMITED" από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PROTON Τράπεζα Ανώνυμη Εταιρεία", αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με την αιτίαση αυτή, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, το οποίο όμως δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, (ΟλΑΠ 32/1996), αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γατί, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συγκροτούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1340/2015, ΑΠ 1296/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και για τη θεμελίωσή της η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα εξής: "Η αντίδικος είναι οιονεί καθολική διάδοχος της Α.Ε. ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ - αν βεβαίως γίνει δεκτό ότι η τελευταία αυτή νομίμως συστάθηκε.
Με την Α.Ε PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ουδέν ευθέως την συνδέει. Θα πρέπει επομένως να ερευνηθεί και τεκμηριωθεί επαρκώς η διαδρομή της αποκτήσεως της αξιώσεως εκ μέρους της αντιδίκου, άλλως η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως. Η ύπαρξη της επίδικης δανειακής συμβάσεως είναι αναμφισβήτητη. Αμφισβητείται όμως η ύπαρξη, άλλως το κύρος της καταρτίσεως έγκυρης συμβάσεως εγγυήσεως μεταξύ της δανείστριας και εμού.
Εφόσον κριθεί το κύρος της εγγυήσεως, αναγκαίο καθίσταται να ερευνηθεί η διαδρομή και η νόμιμη περιέλευση της κατ' εμού αξιώσεως, που πηγάζει από την εγγυητική μου ευθύνη στην αντίδικο, ώστε να νομιμοποιείται αυτή στην κατάθεση της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής. Η αναιρεσιβαλλομένη δέχεται κατά νομικό νεολογισμό, μη απαντώμενο στο ισχύον δικαστικό μας πλαίσιο, ότι η Α.Ε.
ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ υπήρξε EX LEGE ειδικός διάδοχος και μάλιστα, κατά τα προεκτεθέντα σε χρόνο που ήτο ανύπαρκτη, με βάση την υπ' αριθ. 9250/9-10-2011 ιδιόρρυθμη απόφαση του τότε Υπουργού Οικονομικών. Ανεξαρτήτως της ανυπαρξίας διαδοχής ως της ως άνω αξιώσεως η αναιρεσιβαλλομένη όλως αορίστως θεωρεί ότι στην πιο πάνω απόφαση περιλαμβάνεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και η κατ' εμού επίδικη αξίωση.
Η απλή αναφορά και παραπομπή στην ως άνω υπουργική απόφαση, χωρίς ειδική αναφορά δεν αποτελεί αιτιολογία, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσεως. Κατ' ακολουθίαν αν δεν αιτιολογείται και κατ' επέκτασην δεν αποδεικνύεται, η απόκτηση της αξιώσεως υπό της Α.Ε. ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ, αυτομάτως είναι εξ' αντικειμένου ανύπαρκτη η περιέλευση της στην αντίδικο λόγω της απορροφήσεώς της.
Αφού λοιπόν δεν αιτιολογείται η περιέλευση, δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς η αντίδικος. Έτσι όμως η προσβαλλομένη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και είναι αναιρετέα, εμπίπτουσα στην περιπ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ".
Περαιτέρω με τον έκτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενη η αναιρεσείουσα ότι "Το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που ανοίχθηκε με την ανακοπή των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ οριοθετείται και καθορίζεται από τους λόγους της ανακοπής και των δικογράφων των προσθέτων λόγων σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής και των δικογράφων των προσθέτων λόγων και πάντοτε με βάση την αίτηση, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής κατά το χρόνο εκδόσεώς της.", μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι "δεν περιορίσθηκε στην έρευνα του κύρους της διαταγής πληρωμής, αλλά επεκτάθηκε απαραδέκτως στη διερεύνηση της ουσίας και της βασιμότητας της όλης διαφοράς και των όρων, που διέπουν την δανειακή σύμβαση και την εν γένει αξίωση", υποστηρίζοντας ότι "το απαράδεκτο αυτό πρέπει να κηρυχθεί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εφαρμογή της περ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι προεχόντως ως αόριστοι, γιατί δεν αναφέρονται σε αυτούς, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, οι αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, καθώς και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, υπό τις οποίες συντελέστηκαν, ώστε να είναι εφικτή η υπαγωγή τους στα επικαλούμενα με αυτούς αναιρετικά σφάλματα.
Επιπρόσθετα, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της, επί των οποίων επιχειρεί να στηρίξει τους συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, είχαν νομίμως προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, ενώ, όσον αφορά τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέραν των ανωτέρω, δεν αναφέρει τη νόμιμη βάση, ήτοι τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και μάλιστα ενάριθμα, ούτε εξειδικεύει το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας σε τι συνίσταται αυτή ή αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και σε κάθε περίπτωση, δεν εκθέτει, ότι υποβλήθηκαν στο Εφετείο ισχυρισμοί, για την αντιμετώπιση των οποίων εσφαλμένα εφαρμόστηκαν ή δεν εφαρμόστηκαν οι εκ πλαγίου παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσδιορίζει η αναιρεσείουσα, αλλά, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η τελευταία πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των αρθρ.339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. (ΑΠ 333/2011).
Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σε τούτο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφύεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ως παραμορφωθέν, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις περιεχόμενες σε αυτό υπό στοιχ.
α'- γ' εξαιρέσεις, κατά τα ανωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα. Επιπλέον από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, 2)ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο, που φέρεται ότι δέχτηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος, 3) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της επικαλούμενης παραμόρφωσης του συγκεκριμένου εγγράφου (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 909/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε "ανέγνωσε όντως την υπ' αριθ. 9250/9-10-2011 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 2246/11 Β τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, αλλά έκανε λάθος κατά την ανάγνωση αυτή του εν λόγω εγγράφου, αφού απέδωσε σε αυτό διαφορετικό από το αληθινό, ήτοι ότι με μόνη την εν λόγω απόφαση μεταβιβάσθηκε η δανειακή σύμβαση στην (ανύπαρκτη) ΑΕ ΝΕΑ PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ άνευ άλλου τινός, ενώ από το εν λόγω περιεχόμενο δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, αφού η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοιου
είδους μεταβιβάσεις". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον η αναιρεσείουσα, για την πληρότητα του, δεν επικαλείται τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας αναγκαία στοιχεία θεμελίωσής του. ? Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους αυτής να απορριφθούν στο σύνολο τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 824/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερο στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 13-9-2016 αίτηση με τους από 11/9/2017 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 5598/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 13/9/2016 αίτηση με τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 5598/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ