Legislator Case Law & Legislation
1255/2020 AI generated

1255/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1255/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1255/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα ακυρότητα των προσβαλλόμενων με την ανακοπή ως άνω πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού κατά τις μη ελεγχόμενες παραδοχές του δεν έγινε νόμιμη επίδοση της εκθέσεως κατασχέσεως και της περιλήψεως αυτής στην καθής η κατάσχεση ανακόπτουσα, οπότε κατά τα άρθρα 995 § 1, 999 ΚΠολΔ η άνω παράλειψη συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων αυτών.

Keywords

AI generated
lack of shareholder standing lack of prosecutorial standing standing against building permit failure to state reasons statutory requirement fulfillment standing of victims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1255 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1255/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., που τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Σ. Μ.. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Κουλούρη, Κωνσταντίνο Καλαβρό και Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Θηβών και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) σωματείου εργαζομένων στα λιγνιτωρυχεία Βορείου Ελλάδος Γ.Μ.Μ.Α.Ε. ΛΑΡΚΟ, που εδρεύει στα Σέρβια Κοζάνης και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στη Λάρυμνα Φθιώτιδος και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Συνδικαλιστικό Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 6) συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "Ένωση εργαζομένων στη ΛΑΡΚΟ - Μεταλλεία Ευβοίας", που εδρεύει στη Χαλκίδα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2013 ανακοπή και τους από 9-4-2013 και 9-8-2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 43/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/3-5-2020 (ΦΕΚ Α'104) "σε περίπτωση που η συζήτηση υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων...". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος διάδικος, κατά την οίκοθεν ορισθείσα νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο δικάσιμο, είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση από τις εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών: 1) υπ' αριθμ. 572 Ε'/30-5-2019 και 2219 Ε'/23-12-2019 του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ., 2) υπ' αριθμ. 7834 Δ'/23-12-2019 και 7833 Δ'/23 - 12-2019 του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ν. Α., 3) υπ' αριθμ. 9169 Γ'/24- 12-2019 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Α. Π. και 4) υπ' αριθμ. 4810 Ε'/23-12-2019 της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Ι.

Α., τις οποίες προσκομίζει μετ' επικλήσεως η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προκύπτει ότι με επιμέλειά της επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, πέμπτο, δεύτερο, έκτο, τρίτο και τέταρτο αναιρεσίβλητους αντιστοίχως, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (16-3-2020).

Κατά την ως άνω δικάσιμο η υπόθεση αποσύρθηκε από το πινάκιο, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων (αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.18176 ΚΥΑ Υπουργών ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ - ΥΓΕΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΦΕΚ 864 Β715-3-2020). Ακολούθως, με την από 1-9-2020 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε οίκοθεν (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020) ως νέα ημέρα και ώρα συζήτησης της υποθέσεως η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (28-9-2020 και ώρα 09:30'), παράλληλα δε, με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο πινάκιο με αριθμό 51 και προς ενημέρωση των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων (solon.gov.gr), στο site του Αρείου Πάγου (www.areiospagos.gr), στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων (portal.olomeleia.gr) και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/2020) και δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 741/2013).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης , άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 569/2013). Επομένως, η ένδικη αίτηση, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των απολιπόμενων δευτέρου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου των αναιρεσίβλητων σωματείων, με τις επωνυμίες "Σωματείο Εργαζομένων ΜΕΤΑΛΛΩΡΥΧΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ"," Σωματείο Εργαζομένων στα Λιγνιτωρυχεία Βορείου Ελλάδος ΓΜΜΑΕ ΛΑΡΚΟ", "Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ", "Συνδικαλιστικό Σωματείο Εργαζομένων ΛΑΡΚΟ" και Ένωση Εργαζομένων στη ΛΑΡΚΟ-Μεταλλεία Ευβοίας", που κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην πρωτοβάθμια δίκη άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των οποίων ως εφεσίβλητων είχε στραφεί η έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας, είναι μεν απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, οι δε λόγοι αυτής δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, πλην όμως, εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο ως κλήτευση αυτών για το παραδεκτό της συζήτησης (ΑΠ 868/2018).

Η πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 4-4-2013 προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας ανακοπή της και τους προσθέτους λόγους αυτής, την οποία είχε απευθύνει κατά της αναιρεσείουσας, ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθμ. 1184/21-3- 2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της υπ' αριθμ. 1185/27-3-2013 περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Ε. Π.. Επ' αυτών και των προσθέτων παρεμβάσεων, που ασκήθηκαν υπέρ της ανακόπτουσας από τα ήδη αναιρεσίβλητα σωματεία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 287/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτός ο δεύτερος λόγος ανακοπής, ενώ η συζήτηση των λοιπών λόγων ανεβλήθη, οι δε πρόσθετες παρεμβάσεις απορρίφθηκαν. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 43/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 995 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αντίγραφο ή περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τον εκτελεστό τίτλο, αναφορά του κατασχεμένου ακινήτου και των παραρτημάτων που τυχόν κατασχέθηκαν, την εκτίμηση της αξίας τους, την τιμή της πρώτης προσφοράς, καθώς και την ημέρα, τον τόπο του πλειστηριασμού και το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, επιδίδεται μόλις τελειώσει η κατάσχεση σ' εκείνον κατά του οποίου στρέφεται αν είναι παρών, και αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση.

Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατό να καταρτισθεί αμέσως το αντίγραφο ή η περίληψη, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου ή της κοινότητας, όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε οκτώ ημέρες από την κατάσχεση.

Η παράλειψη των παραπάνω επιφέρει ακυρότητα". Εξάλλου, κατά το άρθρο 159 ΚΠολΔ "Η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο 1) αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας, 2) αν για την παράβαση αυτή επιτρέπεται αναίρεση ή αναψηλάφηση, 3) σε κάθε άλλη περίπτωση, αν ο δικαστής κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ακυρότητα της κατάσχεσης, ρητώς προβλεπόμενη από το νόμο, επάγεται μόνο η παράλειψη ή το εκπρόθεσμο των διατυπώσεων, που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 995 (καθώς και στις παραγράφους 2-3 του ιδίου άρθρου), περιλαμβανόμενης και τη μη επιδόσεως ή της εκπρόθεσμης επιδόσεως του αντιγράφου ή της περίληψης της κατάσχεσης, ενώ, αντιθέτως, οι παραλείψεις και αταξίες της εμπροθέσμως γενόμενης επιδόσεως επιφέρουν ακυρότητα μόνο με τη συνδρομή δικονομικής βλάβης, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται ειδικώς στην απόφαση που ακυρώνει την κατάσχεση (ΑΠ 1198/1994).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ', 127 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 εδ. δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό εκπρόσωπό του και να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμό του στην έκθεση, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο.

Αν, όμως, αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται σε κάποιο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή εργαστηρίου ή σε κάποιο συνεταίρο, συνεργάτη, υπάλληλο ή υπηρέτη, ως υπαλλήλων ή υπηρετών νοουμένων των υπαλλήλων ή υπηρετών του νομικού προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση (ΑΠ 1232/2012), του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επιδόσεως, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί, αν είναι από εκείνα τα πρόσωπα που ορίζονται από το άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1153/2005), ενώ εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των ως άνω αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπων, αφού η διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν απαιτεί τούτο, όπως αντίθετα το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου (ΑΠ 700/2008).

Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπησης αυτού δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κ.λπ., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 2137/2007, ΑΠ 1153/2006), χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση.

Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου (ΑΠ 1024/2019, ΑΠ 139/2018, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 122/2019, ΑΠ 1508/2018, ΑΠ 2111/2017, ΑΠ 640/2011). Τον λόγο αυτό μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ 1016/22018, ΑΠ 1543/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... η ανακόπτουσα- εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με τον δεύτερο λόγο ... της ανακοπής της προβάλλει ως λόγο ακύρωσης α) της ...

έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... και β) της ... περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω Δικαστικού Επιμελητή, τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε έλαβε χώρα επίδοση των ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων στην ίδια και δη στον νόμιμο εκπρόσωπό της ...

κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων (995 παρ. 1 και 999 παρ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός ανακοπής, που αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα παραδεκτά και εμπρόθεσμα (934 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ) προβάλλεται ... δεδομένου ότι δεν απαιτείται η επίκληση δικονομικής βλάβης, αφού, η έλλειψη επιδόσεως, τάσσεται από τα άρθρα 995 § 1, 999 ΚΠολΔ με ποινή ακυρότητας και επομένως δεν απαιτείται η επίκληση και απόδειξη από τον καθ' ου η εκτέλεση συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης, κατά το άρθρο 159 αρ. 3 ΚΠολΔ, παρά μόνο όταν πρόκειται για ατέλειες ή αταξίες της επιδόσεως .

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι από κανένα εκ των προσαγόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους εγγράφων δεν προκύπτει η επίδοση των ανωτέρω προσβαλλόμενων πράξεων στο νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας, ... Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η καθ' ης η ανακοπή - οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής (ήδη εκκαλούσα) (ήδη αναιρεσείουσα) ουδέν αναφέρει επί του συγκεκριμένου λόγου ανακοπής στις προτάσεις της, πολύ δε περισσότερο δεν επικαλείται ότι έλαβαν χώρα οι σχετικές επιδόσεις, ώστε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 227 ΚΠολΔ, ενώ ουδόλως η καθ' ης ανακοπή (εννοεί:

η ανακόπτουσα) ομολογεί νόμιμη επίδοση των ως άνω εγγράφων, αφού, άλλωστε, την έλλειψη αυτή προβάλλει ως λόγο ανακοπής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος της ανακοπής της πρώτης εφεσίβλητης έπρεπε να γίνει δεκτός και κατ' ουσίαν και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και περίληψη κατασχετήριας έκθεσης και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά όμως που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά κήρυξε ακυρότητα και συγκεκριμένα ακυρότητα των προσβαλλόμενων με την ανακοπή ως άνω πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, αφού κατά τις μη ελεγχόμενες παραδοχές του δεν έγινε νόμιμη επίδοση της εκθέσεως κατασχέσεως και της περιλήψεως αυτής στην καθής η κατάσχεση ανακόπτουσα, οπότε κατά τα άρθρα 995 § 1, 999 ΚΠολΔ η άνω παράλειψη συνεπάγεται ακυρότητα των πράξεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 59/2020). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 2081/2017, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 403/2009).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.8 περ. β' ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν από αυτήν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, ότι η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και η περίληψη κατασχετήριας έκθεσης επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην έδρα της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, όπου τα γραφεία της, με παραλαβή αυτών από υπαλλήλους της και δικαστική ομολογία της τελευταίας, η οποία προέκυπτε από το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, αναφορικά με τη γενομένη επίδοση των εν λόγω εγγράφων στην έδρα της στις 26-3-2013 και 2-4-2013, αντιστοίχως.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο της ουσίας τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ότι "...από κανένα εκ των προσαγόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους εγγράφων δεν προκύπτει η επίδοση των ανωτέρω προσβαλλόμενων πράξεων στο νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας ...

η καθ' ης η ανακοπή - οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής (ήδη εκκαλούσα) ... δεν επικαλείται ότι έλαβαν χώρα οι σχετικές επιδόσεις ... ενώ ουδόλως η καθ' ης ανακοπή (εννοεί η ανακόπτουσα) ομολογεί νόμιμη επίδοση των ως άνω εγγράφων...".? Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 163/2014, ΑΠ 609/2013).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε επικαλεστεί με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις και είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί νομίμου επιδόσεως των προσβαλλόμενων πράξεων και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 2246 Γ726-3-2013 και 2369Γ72-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Κ.

Κ., στις οποίες αυτός βεβαιώνει ότι μετέβη στην έδρα της πρώτης αναιρεσίβλητης, επί της ..., στο ... και δεν βρήκε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, επέδωσε τις υπ' αριθμ. 1184/21-3-2013 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και 1185/27-3-2013 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας Ε.Π., στους αρμοδίους και εξουσιοδοτημένους για την παραλαβή δικογράφων και εγγράφων, όπως του δήλωσαν, Α.

Γ. και Δ. Γ., δικηγόρο, υπάλληλο και συνεργάτη αυτής, αντιστοίχως, και δικαστική ομολογία της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία προέκυπτε από το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής (σελίδες 4-5), αναφορικά με τη γενομένη επίδοση των ως άνω πράξεων εκτέλεσης στην έδρα της πρώτης αναιρεσίβλητης, στις 26-3-2013 και 2-4-2013, αντιστοίχως, αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, αφού αποδείκνυαν έγκυρη επίδοση των ως άνω πράξεων.

Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση περί ακυρότητας της επιδόσεως με την παραδοχή ότι "...από κανένα εκ των προσαγόμεων και επικαλούμενων από τους διαδίκους εγγράφων δεν προκύπτει η επίδοση των ανωτέρω προσβαλλόμενων πράξεων στο νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας ... ενώ ουδόλως η καθ' ης ανακοπή (εννοεί:

η ανακόπτουσα) ομολογεί νόμιμη επίδοση των ως άνω εγγράφων...". Όμως, ουδόλως μνημονεύει και αξιολογεί το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (εκθέσεων επιδόσεως), με αποτέλεσμα να καταλείπεται αμφιβολία αν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σαφώς κρίσιμα για τον έλεγχο του ζητήματος της επιδόσεως ως προϋποθέσεως για τον έλεγχο της ακυρότητας των πράξεων εκτελέσεως.

Επομένως, είναι βάσιμος ο προβαλλόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά στο δεύτερο λόγο της ανακοπής. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 43/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας κατά το κεφάλαιο που αφορά στον δεύτερο λόγο της ανακοπής.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ