1255/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΌπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 1-7-2008 (και με αριθμό κατάθεσης ...2008) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά των εκεί εναγομένων, ισχυρίστηκε ότι το Φεβρουάριο 2006 είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να προσφέρει υπηρεσίες ως εργάτης - καθαριστής χώρων στην επιχείρησή του, με την επωνυμία "Ι.
Legislator headnote
AI generated1255/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1255/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μηλίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Μακρή, η οποία ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και επί της οποίας εκδόθηκε η 175/2013 οριστική απόφαση που παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Κατόπιν, εκδόθηκαν η 21/ 2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 286/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 1-7-2008 (και με αριθμό κατάθεσης ...2008) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κατά των εκεί εναγομένων, ισχυρίστηκε ότι το Φεβρουάριο 2006 είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για να προσφέρει υπηρεσίες ως εργάτης - καθαριστής χώρων στην επιχείρησή του, με την επωνυμία "Ι.
Γ. - Εισαγωγή και Εμπορία Αυτοκινήτων". Ότι την 3-4-2006, στο πλαίσιο της εργασίας του, διενεργούσε την κοπή χόρτων για τον καθαρισμό του εξωτερικού χώρου της επιχείρησης και χρησιμοποιούσε το αναλυτικά περιγραφόμενο στην αγωγή χορτοκοπτικό μηχάνημα, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος είχε προμηθευθεί από τη δεύτερη εναγομένη, ανώνυμη εταιρία "..." και με το οποίο τον είχε εφοδιάσει για το σκοπό αυτό.
Ότι, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, επήλθε ατύχημα που είχε ως αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του αριστερού άκρου του ενάγοντος στο ύψος της κνήμης. Ότι υπαίτιοι για το εν λόγω εργατικό ατύχημα ήσαν αμφότεροι οι εναγόμενοι κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αρχικού αιτήματος, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, α) το ποσό των 99.900 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη εκ του ακρωτηριασμού, β) το ποσό των 100.000 ευρώ, ως ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη και γ) να αναγνωρισθεί, επιπλέον, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρο το ποσό των 36.121,40 ευρώ ως αποζημίωση για υλική ζημία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 175/20Ί3 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία παρέπεμψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο - εργοδότη στο καθ' ύλη αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, για να δικαστεί κατά την αρμόζουσα διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ ως προς τη δεύτερη εναγόμενη κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά την τακτική διαδικασία και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 106.840 ευρώ, νομιμότοκα.
Στη συνέχεια, ο ενάγων με την από 15- 5-2014 κλήση επανέφερε την αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου απέρριψε το αίτημα της αγωγής για αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ ως μη νόμιμο και, κατά τα λοιπά, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο αποκλειστικά υπαίτιο τον παθόντα.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με αυτήν το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια και δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε απλή συνυπαιτιότητα του παθόντος και επιδίκασε σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 60.000 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ο πρώτος εναγόμενος.
2. Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Αυτά τα αποδεικτικά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη αν η επίκληση και προσαγωγή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβαλλόμενες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 315/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αν έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Συνεπώς, κατά τη διαδικασία αυτή είναι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προσκομίζονται προσηκόντως στο εφετείο, κατά μείζονα λόγο μάλιστα, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 692/2017, AΠ 1114/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 και 19, αληθώς, όμως, από τον αρ.11 εδ. α' του ίδιου άρθρου και συγκεκριμένα ότι το εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι την ...2016 ένορκη βεβαίωση του Ι. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αλμυρού, η οποία λήφθηκε μεν με νομότυπη κλήτευση του ίδιου, πλην όμως προσκομίσθηκε με επίκληση από τον ενάγοντα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι το πρώτον ενώπιον του εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψης, η ως άνω ένορκη βεβαίωση επιτρεπτώς προσκομίσθηκε το πρώτον ενώπιον του εφετείου, το οποίο, όπως από την απόφαση του προκύπτει, δεν διέγνωσε περίπτωση στρεψοδικίας ή βαριάς αμέλειας του ενάγοντος ως προς την επίκληση και προσαγωγή της.
3. Από τα άρθρ. 914, 932 ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι' αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915.
Ειδικότερα, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων (ΑΚ 662).
Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες, καθορίζονται με το ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων" (βλ. και ν. 3850/ 2010 "περί κώδικος νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων"), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες (πλην των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ.2 αυτού εξαιρέσεων) του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του ν. 1568/1985.
Ακόμη, με το π.δ. 17/1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές κλπ, άρθρο 1 παρ.3), ορίζεται στο άρθρο 7 (πρβλ.
και άρθρα 4 και 12 του π.δ. 377/1993, που πλέον καταργήθηκε με το άρθρο 20 του π.δ. 57/2010) ότι "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων (άρθρο 7 παρ.1 και 5).
Επιπροσθέτως, ο εργοδότης οφείλει να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, καθώς και να μεριμνά για την επιμόρφωση των εργαζομένων (άρθρο 7 παρ.6). Μάλιστα, όταν ο εργοδότης αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, πρέπει αφενός να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητές του σε θέματα ασφάλειας και υγείας και αφετέρου να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνον οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες (άρθρο 7 παρ.8 β', δ').
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 395/1994 για τις "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ", ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση, να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του (άρθρο 3 παρ.1).
Κατά δε την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας (άρθρο 3 παρ.2), ενώ, όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο (άρθρο 3 παρ.3).
Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 395/1994 ορίζουν ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας, ο οποίος, εάν τίθεται για πρώτη φορά στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση, πρέπει να ανταποκρίνεται στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο εν λόγω π.δ., πρέπει δε να λαμβάνονται από τον εργοδότη τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται ανάλογα με την περίπτωση στις διατάξεις της νομοθεσίας καθ' όλη τη διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του και να επιτυγχάνεται ο επιβαλλόμενος βαθμός ασφάλειας.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 396/1994 για τις "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζομένους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ", ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων προλήψεως κινδύνων, ενημερώσεως και καταρτίσεως, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργανώσεως και της παροχής των αναγκαίων μέσων (άρθρο 7 παρ.1), οι δε εργαζόμενοι στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού πρέπει να εκπαιδεύονται επαρκώς στη σωστή χρήση του (άρθρο 7 παρ.3).
Εξάλλου, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, εκτός από τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία (συνθήκες ατυχήματος, έκταση της προκληθείσας σωματικής βλάβης και συνέπειες αυτής, οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, το οποίο συνεκτιμάται με τα ως άνω στοιχεία, γι' αυτό και δεν επιτρέπεται μετά τον τελικό καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως να μειωθεί εκ νέου τούτο ανάλογα με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας.
Κατά το άρθρο 300 παρ.1α ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Για να καταλήξει το δικαστήριο στη σχετική κρίση, εκτιμά ελεύθερα τα περιστατικά της εκάστοτε περίπτωσης, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως αναγομένη στην εκτίμηση της ουσίας.
Έτσι, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος, δηλαδή η έκταση και ο βαθμός αυτού, καθώς και το ποσοστό στο οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Αλλά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 547/2010).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: Ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων διατηρεί και εκμεταλλεύεται στο 2° χιλιόμετρο της παλαιάς εθνικής οδού ... ατομική επιχείρηση με την επωνυμία "Ι. Γ. - Εισαγωγή και Εμπορία Αυτοκινήτων". Ότι το Φεβρουάριο 2006 προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως εργάτη στην επιχείρησή του για να καθαρίζει τους χώρους αυτής.
Ότι την 3-4-2006, στο πλαίσιο της ως άνω εργασίας, ο ενάγων βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και του δόθηκε η εντολή να προβεί στην κοπή αγριόχορτων, που βρίσκονταν κατά μήκος του νοτιοδυτικού τοίχου της περίφραξης των εγκαταστάσεων. Ότι προς εκτέλεση της ως άνω εργασίας ο εναγόμενος εργοδότης του παρέσχε ένα βενζινοκίνητο χορτοκοπτικό μηχάνημα, τύπου Do it CG 260B, που είχε αγοράσει από το υποκατάστημα της αρχικά δεύτερης εναγομένης εταιρίας "...", που βρίσκεται στο …, η οποία το εμπορεύεται και το διαθέτει στην ελληνική αγορά.
Ότι περί ώρα 15:30 και ενώ ο ενάγων προς εκτέλεση της ως άνω εντολής έκοβε χόρτα, ακούμπησε το δίσκο του χορτοκοπτικού μηχανήματος σε τοιχίο της περίφραξης, με αποτέλεσμα οι λεπίδες της κεφαλής του μηχανήματος να σπάσουν και μία από αυτές να εκτιναχθεί και να καρφωθεί στην κνήμη του αριστερού του ποδιού, προκαλώντας το σοβαρό τραυματισμό του με περαιτέρω συνέπεια τον ακρωτηριασμό του.
Ότι το ως άνω χορτοκοπτικό μηχάνημα κατασκευάζεται στην Κίνα και εισάγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την ελβετική εταιρία ... ενώ η ... το εμπορεύεται και το διαθέτει στην ελληνική αγορά. Ότι το χορτοκοπτικό μηχάνημα κατά το χρόνο του ατυχήματος έφερε στρογγυλό δίσκο κοπής, στον οποίο ήταν βιδωμένες τρεις λεπίδες, η θραύση των οποίων προκάλεσε το ατύχημα.
Ότι, ωστόσο, το εν λόγω εξάρτημα κοπής δεν περιλαμβανόταν στον εξοπλισμό, με τον οποίο το χορτοκοπτικό μηχάνημα διατίθεται στην ελληνική αγορά βάσει του τεχνικού φακέλου του και του εγχειριδίου λειτουργίας, δεδομένου ότι το εξάρτημα κοπής που απεικονίζεται εκεί είναι ένα τριγωνικό αντικείμενο σε σχήμα Δ, ενιαίο και συμπαγές, χωρίς αποσπώμενες απολήξεις που θα μπορούσαν να αποχωρισθούν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του, υπό τις συνθήκες που προοριζόταν να λειτουργεί και ότι πουθενά δεν διαπιστώθηκε να αναφέρεται ο συγκεκριμένος τύπος λεπίδας, με τον οποίο το χορτοκοπτικό διακινείται στην αγορά.
Ότι αντιθέτως από τη μελέτη του εγχειριδίου λειτουργίας που συνόδευε το ανωτέρω χορτοκοπτικό διαπιστώθηκε ότι ο τύπος λεπίδας που διέθετε το χορτοκοπτικό, ουδεμία σχέση έχει με αυτή που απεικονίζεται στο εγχειρίδιο λειτουργίας, γεγονός που, μετά το σχετικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της Επιθεώρησης Εργασίας στο κατάστημα της "...", βεβαιώθηκε από τον υπεύθυνο του καταστήματος αυτού ότι δηλαδή το συγκεκριμένο χορτοκοπτικό όντως διατίθεται στην αγορά με τη λεπίδα που έφερε κατά την ημέρα του ατυχήματος.
Ότι το χορτοκοπτικό μηχάνημα που πωλήθηκε στον εναγόμενο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ασφάλειας και καλής λειτουργίας βάσει του τεχνικού του φακέλου και ήδη, με απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδόθηκε μετά το ατύχημα, επιβλήθηκε πρόστιμο 20.000 ευρώ στην ως άνω εταιρία και απαγορεύθηκε η κυκλοφορία του.
Ότι, περαιτέρω, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια τόσο του ενάγοντος όσο και του εναγομένου εργοδότη. Ότι, ειδικότερα, η ευθύνη του εναγομένου έγκειται στο ότι παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 17/1996 κατά το οποίο ως εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και να παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες στους εργαζόμενους.
Ότι ο εναγόμενος εργοδότης δεν είχε ελέγξει με βάση τις αρχές τις γενικής πρόληψης, ως όφειλε για την ασφάλεια του εργαζομένου και πριν παραδώσει σ' αυτόν το ως άνω μηχάνημα, ότι η κεφαλή που προβλεπόταν στο εγχειρίδιο χρήσης και στον τεχνικό φάκελο του μηχανήματος με πλαστικό νήμα (μεσηνέζα) αντικαταστάθηκε από τη μεταλλική κεφαλή του χορτοκοπτικού μηχανήματος με τρεις λεπίδες, που υπήρχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθιστώντας το εν λόγω μηχάνημα μη ασφαλές κατά τη χρήση του.
Ότι αν το μηχάνημα που χρησιμοποιούσε ο ενάγων για την κοπή των χόρτων ήταν εφοδιασμένο με την πλαστική κεφαλή (μεσηνέζα), που περιγράφεται στο εγχειρίδιο χρήσης, θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα καθόσον κατά την πρόσκρουση του στο τοιχίο πιθανόν να λύγιζε ο συμπαγής δίσκος, δεν θα υπήρχε όμως κίνδυνος θραύσης της μεταλλικής κεφαλής.
Ότι, επίσης, δεν είχε ενημερώσει ούτε εκπαιδεύσει τον εργαζόμενο για τους κινδύνους που διέτρεχε κατά την εργασία κοπής χόρτων με χρήση του χορτοκοπτικού με λεπίδα. Ότι, επίσης, δεν παρείχε τον κατάλληλο εξοπλισμό, ήτοι πέρα από τα γυαλιά και τον ιμάντα ώμου που είχαν δοθεί, δεν είχε παρασχεθεί εξοπλισμός για την προστασία του σώματος και των ποδιών.
Ότι οι ως άνω παραλείψεις του εναγομένου, που οφείλονται σε έλλειψη εκ μέρους του της απαιτούμενης επιμέλειας που επιβάλλεται κατά τη συναλλακτική και καλή πίστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, καθώς και ότι ο συνεπεία αυτού τραυματισμός του ενάγοντος, αν ο εναγόμενος του παρείχε τον κατάλληλο εξοπλισμό για την προστασία του σώματος και των ποδιών, θα απέτρεπε η θα μείωνε το μέγεθος της ζημίας.
Ότι, παράλληλα, ευθύνεται και ο ίδιος ο παθών ενάγων, καθόσον δεν κατέβαλε τη σύνεση και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία στη θέση του θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός εργαζόμενος. Ότι, ειδικότερα, ενόψει της προηγούμενης εμπειρίας του στη χρήση χορτοκοπτικού μηχανήματος και της προϋπηρεσίας του ως καθαριστή, αφού εργαζόταν πριν το ατύχημα για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών με την ίδια ιδιότητα στην τεχνική εταιρεία - κοινοπραξία "..." σε έργα κατασκευής και βελτίωσης της ΝΕΟ Αθήνας - Θεσσαλονίκης, γνώριζε ότι κατά τον χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος δεν έπρεπε να πλησιάσει σε τοιχίο, γιατί υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού, ωστόσο επιχείρησε να κόψει τα χόρτα που βρίσκονταν πλησίον του τοιχίου της επιχείρησης με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του μηχανήματος σε αυτό (τοιχίο) και τη θραύση της κεφαλής του.
Ότι επίσης ενώ γνώριζε ότι απαγορευόταν ρητώς η χρήση του εν λόγω μηχανήματος υπό συνθήκες βροχής, εξακολούθησε την κοπή των χόρτων με ψιλόβροχο, παρά την προτροπή τόσο εκ μέρους του κουνιάδου του εργοδότη του Κ. Ν., όσο και της συζύγου του εργοδότη του να σταματήσει. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι πρόκειται περί εργατικού ατυχήματος για την επέλευση του οποίου, πέραν της ευθύνης της (μη διαδίκου πλέον) πωλήτριας εταιρίας, ευθύνεται ο εναγόμενος εργοδότης σε ποσοστό 60% και, παραλλήλως προς αυτόν, ο παθών εργαζόμενος σε ποσοστό 40%.
Κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την κρίση αυτή το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα αφ' ενός της υπαιτιότητας του εναγομένου εργοδότη και αφ' ετέρου του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος εργαζόμενου στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 300 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας εντοπίζει τη συνυπαιτιότητα του παθόντος στο ότι, ενόψει της προηγούμενης εμπειρίας του στην χρήση χορτοκοπτικού μηχανήματος και της προϋπηρεσίας του ως καθαριστή, γνώριζε ότι κατά το χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος δεν έπρεπε να πλησιάσει σε τοιχίο, διότι υπήρχε κίνδυνος θραύσεως του μηχανήματος και εντεύθεν τραυματισμού του, ωστόσο επιχείρησε να κόψει τα χόρτα που βρίσκονταν πλησίον του τοιχίου της επιχείρησης με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του μηχανήματος σε αυτό (τοιχίο) και τη θραύση της κεφαλής του.
Και επίσης, στο ότι ενώ γνώριζε ότι απαγορευόταν ρητώς η χρήση του εν λόγω μηχανήματος υπό συνθήκες βροχής, εξακολούθησε την κοπή των χόρτων με ψιλόβροχο. Οι παραδοχές δε αυτές δεν ενέχουν αντίφαση με εκείνες που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εναγομένου εργοδότη, σύμφωνα με τις οποίες αυτός ήταν υπεύθυνος για τη λήψη και τήρηση των ως άνω μέτρων για την ασφάλεια του ενάγοντος στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Ο κατ' άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ επιμερισμός των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας εκάστου εξ αυτών, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, αποτελεί κρίση περί πραγμάτων και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1515/2007, ΑΠ 689/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο επέβαλε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος εις βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας ενός εκάστου στη δίκη, το οποίο προσδιόρισε και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσό των 3.000 ευρώ (ΚΠολΔ 178, 183, 191 παρ.2). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας θα έπρεπε να επιβληθούν εξ ολοκλήρου στον ενάγοντα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 286/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ