Legislator Case Law & Legislation
1255/2017 AI generated

1255/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1255/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1255/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 402/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1255 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1255/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τσιάτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1495/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 402/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δευτέρου, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 402/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 595 εδ. α’ του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες "με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα", "ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ’ όλη τη διάρκεια της μίσθωσης", "το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες" και "αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους" και "ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιεί το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο", προκύπτει ότι από του χρόνου της πραγματικής παραδόσεως από μέρους του εκμισθωτή και της πραγματικής παραλαβής από μέρους του μισθωτή της χρήσεως του πράγματος αρχίζει η μίσθωση του πράγματος και ο μισθωτής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εκμισθωτή το μίσθωμα που συμφωνήθηκε καθώς και ότι ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε από την παράδοση σ’ αυτόν της χρήσεως του πράγματος, εφόσον έχει τη δυνατότητα χρήσεως αυτού, ανεξαρτήτως αν πράγματι το χρησιμοποιεί.

Περαιτέρω, στις μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3130/2003 ορίζεται ότι "η σύμβαση μίσθωσης περιλαμβάνει όλους τους όρους της σχετικής διακήρυξης και της αντίστοιχης απόφασης έγκρισης των πρακτικών της δημοπρασίας και υπογράφεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου ή τον νόμιμο πληρεξούσιό του.

Η αναγραφή στη σύμβαση μίσθωσης όρων που δεν περιλαμβάνονται στη διακήρυξη της δημοπρασίας ή στην απόφαση έγκρισης των πρακτικών αυτής δεν συνεπάγεται καμία δέσμευση ή υποχρέωση για το Δημόσιο. Αντίθετα η παράλειψη αναγραφής στη σύμβαση οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους όρους δεν απαλλάσσει τον εκμισθωτή από την υποχρέωση τήρησης αυτών".

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση με την έναρξη της μίσθωσης, όπως αναφέρεται στη σύμβαση, να παραδώσει το μίσθιο στη χρήση του Δημοσίου κατάλληλο και σύμφωνο προς τους όρους της διακήρυξης, της απόφασης έγκρισης και της σύμβασης της μίσθωσης".

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 εδ. α’ , β’ και γ’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για την παραλαβή του μισθωμένου ακινήτου από το Δημόσιο συντάσσεται πρωτόκολλο, από επιτροπή που αποτελείται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας που πρόκειται να εγκατασταθεί ή είναι ήδη εγκατεστημένη και από έναν μηχανικό της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9.

Με το πρωτόκολλο αυτό διαπιστώνεται η γενική και ειδική κατάσταση του μισθωμένου ακινήτου, όπως ορίζεται στους όρους της σχετικής διακήρυξης δημοπρασίας, του πρακτικού καταλληλότητας και της σύμβασης μίσθωσης. Το πρωτόκολλο αυτό υπογράφεται και από τον εκμισθωτή του ακινήτου, ο οποίος προσκαλείται εγγράφως από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας να παραστεί στην παράδοση και παραλαβή".

Και με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. α’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η πληρωμή του μισθώματος αρχίζει από την ημερομηνία εγκατάστασης της υπηρεσίας στο μίσθιο, που αποδεικνύεται από το πρωτόκολλο παραλαβής του ακινήτου και καταβάλλεται ανά τρίμηνο και στο τέλος κάθε τριμηνίας. Από όλες τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση συνάψεως συμβάσεως μισθώσεως για τη στέγαση δημόσιας υπηρεσίας, η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασής του στο μίσθιο, δηλαδή από την ημέρα της πραγματικής από μέρους του εκμισθωτή παραδόσεως της χρήσεως και της πραγματικής από μέρους του Δημοσίου παραλαβής της χρήσεως του μισθίου, χωρίς άλλη διατύπωση, ανεξάρτητα αν συντάχθηκε κατά την ημερομηνία αυτή το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις και ότι τυχόν καθυστερημένη σύνταξη του πρωτοκόλλου αυτού ή ακόμη και μη σύνταξη αυτού, για γραφειοκρατικούς ή άλλους λόγους, δεν επηρεάζει τη συμβατική υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, που αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασής του στο μίσθιο, δηλαδή από τότε που έγινε η πραγματική παράδοση από μέρους του εκμισθωτή και η πραγματική παραλαβή από μέρους του Δημοσίου της χρήσεως του μισθίου.

Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο να απαλλάσσεται το Δημόσιο από τη βασική συμβατική υποχρέωσή του για πληρωμή του μισθώματος, με μεθοδευμένη καθυστέρηση στη σύνταξη του απαιτούμενου πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκατάστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί α) αρχικά ότι η αίτηση της αναιρεσίβλητης περί παρατάσεως της προθεσμίας είχε γίνει δεκτή σιωπηρά συνεπεία της μη συγκρότησης του οργάνου (Επιτροπής Στέγασης του άρθρ. 24 παρ.1 περ.

γ’ ) που θα εισηγούταν την έκδοση της οικείας απόφασης στο αρμόδιο αποφασίζον όργανο και ότι, κατά συνέπεια, το επίδικο μίσθιο είχε εμπροθέσμως προσφερθεί στο Δημόσιο από την αναιρεσίβλητη αρχικά με την από 06-6-2011 και ακολούθως με την από 10-8-2011 αίτησή της, β) ακολούθως, ότι η σύμβαση κατέστη ενεργής από την 17-7-2011 (οπότε η αναιρεσίβλητη προσέφερε στο Δημόσιο το μίσθιο), και γ) τέλος, ότι το μίσθιο προσφέρθηκε στο Δημόσιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, χωρίς να υπάρχει σχετική με την καταλληλότητά του απόφαση από τη μόνη αρμόδια να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση Επιτροπή Στέγασης του άρθρ. 9 του ν. 3130/2003 (ανεξαρτήτως της εμπρόθεσμης ή μη παράδοσής του), με συνέπεια να κρίνει ότι το εναγόμενο Δημόσιο οφείλει τα αιτούμενα από την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια μισθώματα για το επίδικο χρονικό διάστημα και να απορρίψει την έφεσή της, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 2 και 3, 21 και 24 παρ. 1 περίπτωση γ’ του ν. 3130/2003, από τις οποίες προβλέπεται ρητώς η έκδοση αποφάσεως από αρμόδιο όργανο του Δημοσίου για την αποδοχή του αιτήματος του εκμισθωτή περί παράτασης της προθεσμίας παραδόσεως του προοριζόμενου για στέγαση δημόσιας υπηρεσίας μισθίου στο Ελληνικό Δημόσιο, ως μισθωτή αυτού και όχι η σιωπηρή αποδοχή της αιτήσεως αυτής από το αποφασίζον όργανο, σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης προθεσμίας ταχθείσας προς το σκοπό αυτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταλληλότητας ή όχι του μισθίου για τη χρήση που προοριζόταν κατά την 17-7-2011, οπότε κατά τις παραδοχές της κατέστη η ένδικη μίσθωση ενεργής, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 2 και 3, 21 και 24 του ν. 3130/2003.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δικάζοντας, την από 17-10-2013 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχτεί την από 18-11-2011 αγωγή καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων της υπεισελθούσας στην ένδικη μίσθωση, ως εκμισθώτριας, αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως μισθωτή του προοριζόμενου για στέγαση δημόσιας υπηρεσίας μισθίου ακινήτου, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν της από 23-3-2009 μειοδοτικής δημοπρασίας που προκήρυξε και διενήργησε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για τη μίσθωση ακινήτου κατάλληλου για τη στέγαση του ..., με το με αριθμό ...-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας εταιρείας (Β.

Κ. Ε. Κ.) ως κυρίων - εκμισθωτών και του νόμιμου εκπροσώπου του εναγομένου, το τελευταίο μίσθωσε το υπό ανέγερση κτίριο που βρίσκεται στο ... και επί των οδών ... και Η. Μ., που αποτελείται από τμήμα Α’ ορόφου επιφάνειας 58 τ.μ., από ολόκληρο τον επιφάνειας 302 τ.μ. Β’ όροφο, από αποθήκη 40 τ.μ. του Α’ υπογείου, δηλαδή συνολικής επιφάνειας χώρων γραφείου 360 τ.μ.

και συμπεριλαμβανομένης και της αποθήκης 400 τ.μ., καθώς και θέσεις στάθμευσης 5 αυτοκινήτων και 2 μοτοσικλετών στο Β’ υπόγειο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση του .... Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε 12 έτη, με έναρξη την ημέρα που θα παραλάμβαναν το μίσθιο για λογαριασμό του μισθωτή - Δημοσίου τα μέλη τής αρμόδιας Επιτροπής Στέγασης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3130/2003, συντασσόμενου σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής του, αφού προηγουμένως διαπίστωναν την εκ μέρους των εκμισθωτών εκτέλεση όλων των εργασιών, διαρρυθμίσεων, βελτιώσεων και συμπληρώσεων που περιγράφονταν στο από 12-5-2009 Πρακτικό Καταλληλότητας και τις οποίες είχαν αναλάβει την υποχρέωση (με τον 6 όρο του μισθωτηρίου) οι εκμισθωτές να εκτελέσουν με φροντίδα και δαπάνες τους εντός 15 μηνών από την κατάρτιση της μισθωτήριας σύμβασης.

Από το ως άνω Πρακτικό Καταλληλότητας προκύπτει ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης το μίσθιο ήταν υπό κατασκευή, αφού οι περιγραφόμενες σ’ αυτό εργασίες αφορούσαν στην ανέγερση και αποπεράτωσή του σύμφωνα με την οικοδομική άδεια, προσδιόριζαν το είδος κατασκευής των εσωτερικών χωρισμάτων, καθώς και τη δημιουργία βοηθητικών χώρων εύχρηστων σε ΑΜΕΑ.

Το μηνιαίο μίσθωμα που αρχικά είχε οριστεί σε 6.000 ευρώ και ήταν καταβλητέο στο τέλος κάθε τριμηνίας, μειώθηκε με τη με αριθμό ...-6-2010 τροποποιητική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων ως άνω συμβαλλομένων μερών κατά 20% και διαμορφώθηκε σε 4.800 ευρώ. Κατόπιν του με αριθμ. πρωτ. .../04-8-2010 αιτήματος των αρχικών εκμισθωτών, ο Γενικός Γραμματέας της Δ/νσης Περιφέρειας Αττικής με τη με αριθμό .../09-9-2010 απόφασή του ενέκρινε την παράταση της προθεσμίας παράδοσης του μισθίου μέχρι τις 10-3-2011, όπως είχε θετικά γνωμοδοτήσει με το από 01-9-2010 Πρακτικό της η Επιτροπή Στέγασης.

Ακολούθως, δυνάμει του μεταγραμμένου με αριθμό ...21-10-2010 συμβολαίου της Συμβ/φου Νέας Ιωνίας Δ. Χ. (όπως επαναλήφθηκε με το ...19-11-2010 συμβόλαιο της ίδιας συμβ/φου), οι ως άνω εκμισθωτές μεταβίβασαν λόγω πώλησης το μίσθιο στην ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Η τελευταία, με την από 23-11-2010 εξώδικη δήλωσή της προς την Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, αφενός γνωστοποίησε την προς αυτήν μεταβίβαση του μισθίου και την υπεισέλευσή της στη μισθωτική σύμβαση, αφετέρου ζήτησε παράταση του χρόνου παράδοσής του μέχρι 31-5-2011.

Το ίδιο αίτημα επανέλαβε η εκμισθώτρια εταιρεία και με το από 16-02-2011 έγγραφό της προς την ίδια ως άνω Υπηρεσία, την οποία συνάμα ενημέρωνε ότι η αιτούμενη παράταση είναι αναγκαία προκειμένου να αναθεωρηθεί η οικοδομική άδεια του μισθίου, όπως της ζητήθηκε από τη Κτηματική Υπηρεσία. Τη σχετική αίτηση (αναθεώρησης της οικ.

άδειας) υπέβαλε μαζί με τις αναγκαίες μελέτες την 01-3-2011 (αρ. πρωτ. .../01-3-2011) στο αρμόδιο Τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου .... Με την με αριθμό .../08-3-2011 απόφασή του ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, αφού έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω και την εκ νέου θετική εισήγηση της Επιτροπής Στέγασης ενέκρινε την παράταση παράδοσης του μισθίου μέχρι 10-5-2011.

Όμως, επειδή μέχρι 05-5-2011 δεν είχε ακόμη εκδοθεί η αναθεώρηση της άδειας, η εκμισθώτρια με τη με αρ. πρωτ. ...5-5-2011 αίτησή της προς την Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής, αφού γνωστοποίησε την ολοκλήρωση όλων των εργασιών που αναφέρονταν στο Πρακτικό Καταλληλότητας, πλην της ηλεκτροδότησης του μισθίου εκ του λόγου ότι δεν είχε ακόμη εκδοθεί η αναθεώρηση της άδειας, ζήτησε ένα μήνα προθεσμία για την παράδοσή του, δηλαδή μέχρι 10-6-2011.

Επί του αιτήματος αυτού δεν εκδόθηκε έγγραφη απόφαση του Γ.Γ. Στις προφορικές οχλήσεις των εκπροσώπων της εκμισθώτριας, οι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ένορκα εξετασθείς ενώπιον της αναφερόμενης Συμβ/φου μάρτυρας της εφεσίβλητης εταιρείας, Η. Κ., ο οποίος υπήρξε και μέλος αντίστοιχης Επιτροπής Στέγασης, τους ενημέρωσαν ότι η αιτηθείσα προθεσμία ενός μηνός θεωρείται ότι τους έχει χορηγηθεί σιωπηρά και τούτο διότι, επειδή δεν υφίστατο η Επιτροπή Στέγασης δεν υπήρχε η κατά νόμον αναγκαία γνωμοδότηση - εισήγησή της προκειμένου να εκδοθεί η απόφαση παράτασης από το Γ.Γ.

Πράγματι, από το με αριθμό πρωτ. ...07-6-2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αν. Αττικής προς τη Γενική Δ/νση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, προκύπτει ότι: α) από 01-4-2011 δεν υφίστατο η Επιτροπή Στέγασης Δημοσίων Υπηρεσιών του άρθρου 9 του Ν. 3130/2003, μετά την ισχύ του Ν. 3852/2010 -Πρόγραμμα Καλλικράτης- επειδή δεν είχε εκδοθεί απόφαση του Γενικού Γραμματέα της τελευταίας (Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής) για τη συγκρότηση της ως άνω Επιτροπής;

β) το ως άνω εμπρόθεσμα υποβληθέν αίτημα της εκμισθώτριας για χορήγηση προθεσμίας μέχρι 10-6-2011 δεν εξετάσθηκε καν, λόγω έλλειψης της αναγκαίας (κατ’ άρθρα 24 παρ. 1γ’ & 17 παρ. 2 τελευτ. εδ. Ν. 3130/2003) γνωμοδότησης από τη μη συγκροτηθείσα ως άνω Επιτροπή, και γ) ότι η εκμισθώτρια είχε ήδη δηλώσει ότι το κτίριο ήταν έτοιμο προς παράδοση από 05-5-2011 (πλην της ηλεκτροδότησής του).

Τελικώς στις 02-6-2011 εκδόθηκε αναθεωρημένη η οικοδομική άδεια γεγονός που η εκμισθώτρια γνωστοποίησε έγγραφα στις 06-6-2011 τόσο στην Κτηματική Υπηρεσία όσο και στο ... και ζήτησε την παραλαβή του μισθίου δηλώνοντας συγχρόνως ότι προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταστέγαση του Δασαρχείου αποδέχεται να οριστεί, ως έναρξη της μίσθωσης μεταγενέστερη ημερομηνία και συγκεκριμένα, η 11-7-2011.

Το αίτημα για παραλαβή του μισθίου επανέλαβε η εκμισθώτρια και με τη με αριθμ. πρωτ. .../10-8-2011 αίτησή της προς την Κτηματική Υπηρεσία Αν. Αττικής. Επί του αιτήματος αυτού η εκμισθώτρια έλαβε την με αρ. πρωτ. .../...-8-2011 απάντηση του Προϊσταμένου τής ως άνω Υπηρεσίας, με την οποία το Δημόσιο δεν αρνούνταν την παραλαβή του μισθίου, αλλά της γνωστοποιούσε ότι μέχρι και τότε (11-8-2011) δεν είχε οριστεί από το Γενικό Γραμ/τέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής μηχανικός και αναπληρωτής του για τη στελέχωση της Επιτροπής Στέγασης και ως εκ τούτου δεν δύναται αυτή να συγκληθεί για να γνωμοδοτήσει για την παράδοση - παραλαβή των μισθωμένων ακινήτων.

Σημειωτέον ότι η υπ’ αριθμ. .../05-8-2011 απόφαση του Γ.Γ. για τη συγκρότηση της ως άνω Επιτροπής εκδόθηκε μόλις στις 05-8-2011, πλην όμως μέχρι και 11-8-2011 δεν είχαν οριστεί ως μέλη της οι προβλεπόμενοι από το νόμο μηχανικοί. Τελικώς, μετά την ολοκλήρωση της συγκρότησής της, κλήθηκε να γνωμοδοτήσει: 1°) επί της προαναφερόμενης - εκκρεμούσας - από 05-5-2011 αίτησης της εκμισθώτριας για παράταση της παράδοσης του μισθίου μέχρι 10-6-2011 και 2°) επί του με αριθμό ... 23-5-2011 εγγράφου του Γ.Γ.

της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με το οποίο αυτός ζητούσε τη λύση της επίμαχης μίσθωσης, λόγω παρέλευσης της προθεσμίας (στις 10-5-2011) παράδοσης του μισθίου στο Δημόσιο. Επ’ αυτών η Επιτροπή Στέγασης με το από 28-9-2011 Πρακτικό της γνωμοδότησε αντίστοιχα, ότι: 1°) "κρίνει ως άνευ αντικειμένου το από 5-5-2011 αίτημα της ιδιοκτήτριας εταιρείας, λόγω του ότι σιωπηρώς η παράταση αυτή έχει δοθεί λόγω μη συγκρότησης της Επιτροπής Στέγασης εξ αιτίας του Ν. 3852/2010" και ότι 2°) "η καθυστέρηση παράδοσης του μισθίου οφείλεται σε υπαιτιότητα του Δημοσίου για τους προαναφερόμενους λόγους και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3130/ 2010 για τη λύση της μίσθωσης".

Επί της ως άνω γνωμοδότησης - εισήγησης της Επιτροπής δεν εκδόθηκε άμεσα απόφαση του Γ.Γ., είτε για λύση της επίμαχης μίσθωσης, είτε για παραλαβή του μισθίου. Όμως, ο Γενικός Δ/ντής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με το από 21-11-2011 (με αριθμό πρωτ. .../21-11-2011) έγγραφό του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ζήτησε την αύξηση της πίστωσης για το οικονομικό έτος 2011 κατά 4.800 ευρώ (μηνιαίως) και την εξασφάλιση της ίδιας πίστωσης για το έτος 2012 και εφεξής "προκειμένου να προβούν στην παραλαβή του επίμαχου ακινήτου για τη στέγαση του ..., για τη μίσθωση του οποίου είχε δοθεί σχετική έγκριση".

Παρόλα αυτά, το μίσθιο ούτε τότε παραλήφθηκε από το Δημόσιο. Μετά παρέλευση διετίας από το ως άνω έγγραφό του, ο Γ.Γ. της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με την με αρ. πρωτ. ...15-11-2013 απόφασή του, δηλαδή, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης, αποφάσισε τη λύση της επίμαχης μίσθωσης λόγω μη εμπρόθεσμης παράδοσης του ακινήτου και την κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου της κατατεθείσας από τους εκμισθωτές εγγυητικής επιστολής.

Από τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές και από όσα αναφέρονται πιο πάνω στη μείζονα πρόταση της παρούσας, καθίσταται σαφές ότι, κατά τη διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης η εκμισθώτρια εταιρεία με τις προαναφερόμενες ενέργειές της, ήτοι, αρχικά με την από 06-6-2011 και ακολούθως την από 10-8-2011 αίτησή της, προσέφερε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο Δημόσιο το μίσθιο ακίνητο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, έχοντας δηλαδή ολοκληρώσει όλες τις εργασίες που είχε αναλάβει να εκτελέσει σ’ αυτό και ότι η εν λόγω προσφορά του στη διάθεση του μισθωτή - Δημοσίου ήταν εμπρόθεσμη, αφού η παράδοσή του μέχρι 10-6-2011 είχε παραταθεί σιωπηρά.

Το ότι δεν εκδόθηκε έγγραφη απόφαση παράτασης δεν σημαίνει ότι δεν είχε αυτή χορηγηθεί, αφού η μη έκδοσή της οφείλονταν στην αδυναμία της Διοίκησης να συγκληθεί η Επιτροπή Στέγασης, η εισήγηση της οποίας είναι αναγκαία (κατ’ άρθρο 17 παρ. 2 εδ. γ’ Ν. 3130/2003) για την έκδοσή της. Το ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν παρέλαβε το μίσθιο και δεν συντάχθηκε το, προβλεπόμενο από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 17 του ως άνω νόμου, πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, οφείλεται όχι στην αβάσιμα επικαλούμενη από το εναγόμενο εκπρόθεσμη παράδοσή του, αλλά, (οφείλεται) πρωταρχικά στο μη διορισμό μηχανικού για τη συγκρότηση της επιτροπής της ίδιας ως άνω διάταξης, προκειμένου αυτή να διαπιστώσει τη γενική και ειδική κατάσταση του υπό παραλαβή μισθωμένου ακινήτου και να συντάξει το πρωτόκολλο παραλαβής του, και δευτερευόντως, σε άλλους λόγους της Διοίκησης (οικονομικούς), οι οποίοι όμως δεν βαρύνουν την εκμισθώτρια.

Επομένως, η επίδικη μίσθωση που καταρτίστηκε με το με αρ. ...-6-2009 μισθωτήριο και ήταν ενεργός κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα άρχισε από 17-7-2011, (ημερομηνία που έθεσε η εκμισθώτρια με το από 6-6-2011 έγγραφό της) χρονικό σημείο από το οποίο και οφείλεται το συμφωνηθέν μίσθωμα, ανεξάρτητα της μη σύνταξης του πρωτοκόλλου και της μη χρησιμοποίησης του μισθίου από το μισθωτή, αφού, η μη εγκατάσταση σ’ αυτό του ...

οφείλεται σε λόγους που αφορούν το Δημόσιο και δεν αναιρείται η συμβατική του υποχρέωση για καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια με τα παραπάνω και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην εκμισθώτρια εταιρεία τα οφειλόμενα μισθώματα του 3μηνου διαστήματος από 17-7-2011 έως 17-10-2011, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της υπό κρίση έφεσης, καθώς και αυτή στο σύνολό της, πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας επιβαρύνουν το ηττηθέν εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και θα επιβληθούν σε βάρος του, όπως θα καθοριστούν στο διατακτικό της παρούσας μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 & 3 του Ν. 3693/ 1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/ 1987, 2 της υπ’ αριθμ. ...1992 Υ.Α.

και 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 40/2013, ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1809/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)". Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου, από τις οποίες προκύπτει: α) ότι ως έναρξη της δωδεκαετούς διάρκειας της μίσθωσης ορίστηκε η ημέρα που θα παραλαμβανόταν το μίσθιο για λογαριασμό του μισθωτή-Δημοσίου από τα μέλη τής αρμόδιας Επιτροπής Στέγασης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3130/2003, συντασσόμενου σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής του, μετά από προηγούμενη διαπίστωση εκ μέρους των εκμισθωτών της εκτέλεσης όλων των εργασιών, διαρρυθμίσεων κ.λπ., β) ότι η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια δεν παρέδωσε το μίσθιο κατά τον ορισθέντα, μετά από νομίμως χορηγηθείσα σ’ αυτήν παράταση με την με αριθμό .../08-3-2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, του αρχικά και μετά από προηγούμενη παράταση ορισθέντος προς τούτο χρόνου, δηλ.

μέχρι τις 10-5-2011, ενόψει του ότι αυτό δεν ήταν έτοιμο προς χρήση, δεδομένου ότι εκκρεμούσε η αναθεώρηση της οικοδομικής του άδειας και δεν είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες ηλεκτροδότησής του, γ) ότι το Δημόσιο δεν απάντησε στην υποβληθείσα από την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια πριν από την πάροδο του ως άνω χρόνου και συγκεκριμένα στις 5-5-2011 αίτηση για εκ νέου παράταση του χρόνου παραδόσεως του μισθίου και συνεπώς δεν χορηγήθηκε η αιτηθείσα απ’ αυτήν παράταση, με απόφαση του αρμόδιου προς τούτο Γενικού Γραμματέα, και δ) ότι το επίδικο μίσθιο δεν παραλήφθηκε από το Δημόσιο, και συνεπώς δεν είχε αρχίσει η διάρκεια της μίσθωσης και συνακόλουθα η υποχρέωση του μισθωτή για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, ανεξαρτήτως της σύνταξης ή μη του προβλεπόμενου από το άρθρο 17 του ν. 3130/2003 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, η αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, δεν είχε αξίωση κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή των αιτηθέντων απ’ αυτή μισθωμάτων.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως, ως άνω, παραβίασε τις επικαλούμενες από το αναιρεσείον ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι κατ’ ουσίαν βάσιμος. Εξάλλου, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω, δεν χορηγήθηκε στην αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια η αιτηθείσα απ’ αυτήν νέα παράταση του χρόνου παραδόσεως του μισθίου στο αναιρεσείον, ούτε και παραλήφθηκε τούτο από το τελευταίο, η κρίση περί καταλληλότητας ή μη τούτου, κατά την 17-7-2011, που ορίστηκε μονομερώς από την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια για την έναρξη της μισθώσεως δεν ασκεί έννομη επιρροή, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παρεπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνηση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατ’ άρθρο 22 Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 402/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ