Legislator Case Law & Legislation
1255/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract classification, upholding lower court's finding of private law employment relationships.

Case Number 1255/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Second Instance Court's decision regarding the nature of employment contracts with five women. The lower court found that the women were employed under private law contracts of indefinite duration, not public law contracts, based on specific criteria including continuous service and identical working conditions. The Court upheld this ruling, rejecting the municipality's arguments and ordering it to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 9 of Law 1406/1983; The Supreme Court holds that when specific criteria regarding continuous service, identical working conditions, and direct employer control are met, the employment relationship is classified as a private law contract of indefinite duration, excluding the application of public law provisions.

Keywords

AI generated
private law employment public law employment indefinite duration contract labor classification municipal liability legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Law 1406/1983
Article 1 of Law 1406/1983
669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Article 9 of Law 1406/1983
Article 11 of Presidential Decree 164/2004
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1255 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1255/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά-Κοντογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Κ., 2) Α. Κ. του Α., 3) Σ. Α. του Δ., 4) Σ. Π. του Ε., 5) Μ. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φραγκίσκο Κοτσώνη και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 6) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2004 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 238/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2567/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/8/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 15/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως προς την έκτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε.", η οποία όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.

Κατά το άρθρο 1 παρ.2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.

οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες (πλην της έκτης) εξέθεσαν ότι δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας που συνήπταν με τον αναιρεσείοντα Δήμο, παρείχαν τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν ως φύλακες σχολικών κτιρίων μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Ζήτησαν δε να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω συμβάσεις συνιστούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου για την κάθε μία απ' αυτές και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων Δήμος να τους καταβάλει το ποσό των 4261,29 ευρώ στην κάθε μία για αποδοχές αδείας και επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων-Πάσχα) και αδείας. Με το περιεχόμενο αυτό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε προς εκδίκαση, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ιδιωτική διαφορά, αφού εκτίθεται ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα συνέδεε τους διαδίκους σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητες (ενάγουσες) ζητούν τις ως άνω αποδοχές, χωρίς να υφίσταται σχέση δημόσιου δικαίου, δεν δημιουργείται διοικητική διαφορά ουσίας αλλά διαφορά από σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την οποία αποκλειστικά αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004). Με αυτά τα δεδομένα, το Εφετείο ορθώς έκρινε ότι πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά και απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και, συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ .

Κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με το είδος της εργασίας των αναιρεσιβλήτων και της παθητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος, αντίθετο εκείνου, που κατά τις απόψεις του τελευταίου προέκυπτε από τα αναφερόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, καθόσον πλήττουν την περί των πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το αρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87§ 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 § 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001, ΟλΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/7Ο/ΕΚ, (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου, ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και (3) των άρθρ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.

και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας σε σχέση με το προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999?70 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ορίζονται (μεταξύ άλλων) τα εξής:ι "1.

Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφ' όσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης ...

με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ...

γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, ... δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Εξάλλου, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης, ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του Π.Δ. 164/2004 απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει των από 1-3-2001, 19-1-2002, 1-7-2002, 17-7-2003, 1-4-2004, 2-8-2004 και 28-4-2005 "συμφωνητικών συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων" που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων.......

οι ενάγουσες εργάσθηκαν συνεχώς η μεν πρώτη από 1-3-2001, η δεύτερη από 9.4.2001 οι δε λοιπές από 1.5.2001 µέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής (15.3.2007) ως φύλακες σε σχολικά κτίρια, τα οποία λειτουργούν υπό την εποπτεία του Δήµου Αγίου Δηµητρίου στην περιφέρειά του. Τα ανωτέρω συµφωνητικά, παρά την ως άνω ονοµασία τους αποτελούν διαδοχικές συµβάσεις εξαρτηµένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, µε τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, δηλαδή η φύλαξη και προστασία των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους και των γύρω κοινόχρηστων χώρων, που εντάσσονται στις αρμοδιότητες του αναιρεσείοντος που είναι επιφορτισµένος µε τη λειτουργία των σχολικών µονάδων της περιφέρειάς του ... .

Σύµφωνα µε τα παραπάνω αποδειχθέντα συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που απαιτούνται αθροιστικώς από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1, 5 του Π.Δ. 164/2004 για να χαρακτηριστούν οι εν λόγω διαδοχικές συµβάσεις ως συµβάσεις αορίστου χρόνου, και τούτο γιατί οι ενάγουσες: 1) είχαν ενεργή σύµβαση εργασίας κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω Π.

Δ/τος στις 19.7.2004, 2) οι διαδοχικές συµβάσεις τους έχουν συνολική διάρκεια τουλάχιστον 24 µηνών έως στις 19.7.2004 (ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του Π.Δ), 3) µεταξύ των διαδοχικών συµβάσεων τους δεν έχει µεσολαβήσει διάστημα µεγαλύτερο του τριµήνου, 4) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας τους έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα-εργοδότη, 5) απασχολήθηκαν στην ίδια ειδικότητα µε τους ίδιους εργασιακούς όρους και κατά πλήρες ωράριο (οκτάωρο - πενθήµερο) σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης τους και 6) οι παρεχόµενες υπηρεσίες τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι μοναδικός εργοδότης των εναγoυσών (αναιρεσιβλήτων) ήταν ο αναιρεσείων, ο οποίος ωφελείτο άμεσα από την εργασία τους, είχε το διευθυντικό δικαίωμα, αφού ήλεγχε και επόπτευε την εργασία των εναγουσών, καθόριζε τον τόπο, χρόνο (ωράριο και βάρδιες) και τον τρόπο εργασίας τους.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου (εναγομένου) κατά της 171/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί την αγωγή και είχε αναγνωρίσει ότι κάθε μία από τις ενάγουσες συνδέεται με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και είχε επιδικάσει σ' αυτές το ποσό των 4.261,29 ευρώ για τις στην αγωγή αναφερόμενες αποδοχές τους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και επί πλέον περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα του χαρακτήρα και του είδους των άνω συμβάσεων και της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του Π.Δ. 164/2004.

Επομένως, ο αντίθετος πέμπτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 (και όχι και από τον αρ. 17) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος. Τέλος ο έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να δικάσει τις αιτούμενες αποδοχές..." είναι απαράδεκτος ως αόριστος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα τόσο των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, όσο και της έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ως προς την οποία η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, η οποία παρέστη με ξεχωριστό δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατ' άρθρ. 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-8-2010 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δήμος Αγίου Δημητρίου Αττικής", για αναίρεση της 2567/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για τις πέντε πρώτες αναιρεσίβλητες και στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ για την έκτη αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ