1255/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1255/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο χαρακτήρας μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δε δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Για την κρίση του περί του χαρακτήρα της σύμβασης θα λάβει υπόψη του το όλο περιεχόμενο της, ερμηνευόμενο, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει συναφθεί και λειτούργησε η σύμβαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1255/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Λιμάνι Κέρκυρας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Στατήρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. - Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 229/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/5/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 27/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι "πράγματα" είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως αντενστάσεως ή κάθε άλλης αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας.
Επομένως δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από την ως άνω διάταξη αιτίαση της λήψεως υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή και ειδικότερα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας αυτού με την αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) εξέθεσε ότι προσελήφθη από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ως διευθύνων σύμβουλος αυτής με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ότι ελάμβανε μηνιαίο μισθό και επιδόματα εορτών και αδείας και ότι εργαζόταν καθημερινά υπό τις ειδικότερες συνθήκες ουσιαστικής εξαρτήσεως που αναφέρει και συνεπώς, το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και όχι που δεν προτάθηκαν, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ιστορικής βάσεως της αγωγής που στηρίζει το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του και της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας (εναγομένης) για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και μισθών υπερημερίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 και 681 Α.Κ. και 6 Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο εργοδότης καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό, σύμφωνα με τους συμβατικούς ή νόμιμους όρους, τον τόπο, τρόπο, χρόνο και έκταση της εργασίας που θα παρέχει ο μισθωτός, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη.
Αντίθετα στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και οι διατάξεις των άρθρων 663 επομ. του Κ.Πολ.Δ. που αφορούν την επίλυση των διαφορών με την καθοριζόμενη απ' αυτές ειδική διαδικασία, υπάρχουν μεν πολλά κοινά στοιχεία με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως τρόπος κατάρτισης, διάρκεια, υποχρέωση αυτοπρόσωπης παροχής, καταβολής μισθού κ.λ.π., πλην όμως υφίστανται και ουσιώδεις απ' αυτήν διαφορές.
Διαφέρει δηλαδή η σύμβαση αυτή από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως προς το κύριο στοιχείο, ήτοι της έλλειψης νομικής και προσωπικής εξάρτησης. Έτσι, στην σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ο εργοδότης δεν ασκεί τις παρεχόμενες από το διευθυντικό δικαίωμα εξουσίες, και ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και τις εντολές του για τον τρόπο, χρόνο και τόπο της εκτέλεσης της εργασίας, ούτε υπόκειται στον έλεγχό του, το πότε δεν συντρέχει ή όχι το στοιχείο αυτό αποτελεί πραγματικό γεγονός που κρίνεται τόσο από τους όρους της συμβάσεως, όσο και από τις συνθήκες παροχής της εργασίας.
Ο χαρακτήρας μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δε δεσμεύεται από το χαρακτηρισμό που έχουν προσδώσει σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Για την κρίση του περί του χαρακτήρα της σύμβασης θα λάβει υπόψη του το όλο περιεχόμενο της, ερμηνευόμενο, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και τις περιστάσεις υπό τις οποίες έχει συναφθεί και λειτούργησε η σύμβαση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της.
Με τη σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό της εργοδότριας επιχείρησης μπορούν να προσδιοριστούν και ειδικοί λόγοι, εφόσον από τις περιστάσεις και τη φύση της εργασίας δικαιολογούνται ως "σπουδαίοι" για την καταγγελία της σύμβασης. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180, 349 παρ. 1, 350, 655, 656 εδ.
α' και 672 του ΑΚ και του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α' και 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καταγγέλθηκε προώρως από τον εργοδότη χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος και σοβαρός ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της σύµβασης, καθιστά την καταγγελία της σύµβασης ορισµένου χρόνου άκυρη και ο µισθωτός, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής, έχει δικαίωµα να απαιτήσει µισθούς υπερηµερίας για το µετά την καταγγελία και έως τη συµφωνηµένη λήξη της συµβάσεως χρονικό διάστηµα.
Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του εγκριθέντος με το Ν. 2932/2001 καταστατικού της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Κέρκυρας" και ύστερα από νομότυπη δημόσια προκήρυξη, επελέγη ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) µε την 5118.12/14/2001/9-10-2001 απόφαση του Υπουργού Εµπορικής Ναυτιλίας για τη θέση του Διευθύνοντος συµβούλου, υπεγράφη δε µεταξύ αυτού και του πιο πάνω Υπουργού η από 19-10-2001 σύµβαση µε την οποία η διάρκεια αυτής ορίστηκε σε πέντε (5) έτη, δηλαδή για το χρονικό διάστηµα από 9-10-2001 έως 8-10-2006.
Με την 5212/84/01/18-10-2001 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονοµικών και Εµπορικής Ναυτιλίας, καθορίστηκαν δε οι ακαθάριστες αποδοχές του στο ποσό του 1.600.000 δρχ ή 4.695,52 ευρώ µηνιαίως, πλέον δύο µισθών για επιδόµατα εορτών και αδείας. Σε εκτέλεση της συµβάσεως αυτής ο ενάγων άρχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του απασχολούµενος µε πλήρες ωράριο εργασίας, καθ' όλες τις εργάσιµες ηµέρες για λογαριασµό της εναγόµενης εταιρείας (ήδη αναιρεσείουσας), χορηγούνταν δε σε αυτόν από την τελευταία οι επί συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας διδόµενες παροχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόµατα αδείας.
Τα καθήκοντα του περιελάµβαναν εκτός από την εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συµβουλίου, την ενασχόληση µε τη διοικητική, οικονοµική και τεχνική λειτουργία και οργάνωση της εναγόµενης εταιρείας καθώς και µε την πρόσληψη και διοίκηση του προσωπικού και την επίβλεψη των έργων που πραγµατοποιούνταν στον Λιµένα Κέρκυρας, δεδοµένου ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος εργαζόµενος και συγκεκριµένα διοικητικός ή οικονοµικός διευθυντής που θα µπορούσε να αναλάβει τα καθήκοντα αυτά.
Στην ως άνω σύµβαση που συνήφθη µεταξύ των διαδίκων αναφέρεται ότι προσλαµβάνεται "µε σύµβαση ιδιωτικού δικαίου διάρκειας πέντε (5) ετών". Στην δε υπ' αριθµ. 5111.12/2012005, από 21 Μαρτίου 2005 διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Εµπορικής Ναυτιλίας, µε την οποία διαπιστώνεται η αυτοδίκαιη λύση της σύµβασης του ενάγοντος, αναφέρεται ως θέµα "Αυτοδίκαιη λύση σύµβασης εργασίας Διευθυνόντων Συµβούλων του Οργανισµών Λιµένος Α.Ε., µεταξύ άλλων και της Κέρκυρας (ΦΕΚ 432/5-4-2005 τεύχος Β).
Υπό τα ως άνω προκύψαντα πραγµατικά περιστατικά, συνεχίζει το Εφετείο, αναµφιβόλως η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα µε την εναγοµένη ήταν η της σχέσεως εξαρτηµένης εργασίας και ουχί ανεξαρτήτων υπηρεσιών .... . Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση είχε το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εργασίας πενταετούς διάρκειας με ακαθάριστες αποδοχές 1.600.000 δρχ ή 4.695,52 ευρώ µηνιαίως, πλέον δύο µισθών για επιδόµατα εορτών και αδείας, ότι ο αναιρεσίβλητος σε εκτέλεση της συµβάσεως αυτής παρείχε τις υπηρεσίες του απασχολούµενος µε πλήρες ωράριο εργασίας καθ' όλες τις εργάσιµες ηµέρες, ότι σε αυτόν χορηγούνταν από την τελευταία τα επί συµβάσεως εξαρτηµένης εργασίας επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόµατα αδείας, ότι στα καθήκοντά του ήταν η εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας και η ενασχόληση µε τη διοικητική, οικονοµική και τεχνική λειτουργία και οργάνωση της τελευταίας, καθώς και την πρόσληψη και διοίκηση του προσωπικού και την επίβλεψη των έργων που πραγµατοποιούνταν στον Λιµένα Κέρκυρας, υπό τον αυτονόητο έλεγχο και εξάρτηση της αναιρεσείουσας εργοδότιδας εταιρείας, αποτελούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την φύση της συμβάσεως του αναιρεσίβλητου ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραθέτει τις απόψεις της σε σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Με το λόγο όμως αυτό, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, και ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων, επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων (ανέλεγκτη) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-5-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Κερκύρας Α.Ε." για αναίρεση της 29/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ