Supreme Court dismisses appeal on procedural defects and evidence admissibility in civil dispute between two video production companies.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Polyvideo against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellant argued the lower court erred by failing to consider specific evidence and by admitting proof not submitted by the parties. The court found these claims baseless because the lower court correctly excluded evidence regarding force majeure and only considered documents legally presented during the trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on vague pleadings or improper evidence admission is inadmissible if the lower court strictly followed procedural rules and only considered evidence lawfully submitted by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1255/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "POLYVIDEO ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές της Πέτρο Κωνσταντινίδη και Χρήστο Κερασιώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παναγιώτη Λυμπερόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμιο Νικολακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 941/2001 μη οριστική, 7292/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5356/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη γέννηση θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των προτάσεων της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι αυτή, όπως παραδεκτώς περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) εκθέτει ότι με σύμβαση έργου, (υπεργολαβίας) που καταρτίστηκε εγγράφως με το από ...
ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της εναγομένης, ανέλαβε όπως με δικές της δαπάνες ( αμοιβές ηθοποιών, τεχνιτών, σεναριογράφου, σκηνοθέτη, σκηνικών, τεχνικών μέσων κλπ) εκτελέσει το έργο της παραγωγής μιάς τηλεοπτικής σειράς με τον τίτλο "ΕΛΑ ΣΤΟΝ Κ", αποτελούμενης από 52 επεισόδια διαρκείας 26 λεπτών το καθένα, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 6.608.000 δρχ. (συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ), ανά επεισόδιο, καταβλητέας μετά 90 ημέρες από της εκδόσεως του σχετικού τιμολογίου, για κάθε επεισόδιο, δυνάμει δε όρου της μεταξύ τους σύμβασης συμφωνήθηκε πως στην περίπτωση που ο τηλεοπτικός σταθμός ..., για λογαριασμό του οποίου παράγονταν η άνω τηλεοπτική σειρά και την παραγωγή της είχε αναλάβει, με σύμβαση με τον εν λόγω σταθμό η εναγομένη, υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, λόγω θεαματικότητας μικρότερης του μέσου όρου, η εναγομένη θα υποχρεούται να εξοφλήσει την ενάγουσα υπεργολάβο με καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής για όλα τα μέχρι της υπαναχωρήσεως παραχθέντα και παραληφθέντα επεισόδια, καθώς και με την καταβολή όλων των σταθερών δαπανών παραγωγής της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του ηθοποιού Κ για τη συμμετοχή του σε 25 επεισόδια η οποία δεν θα επιστρέφονταν.
Περαιτέρω, εκτίθεται στην αγωγή ότι μέχρι 17.12.1996, οπότε ο άνω τηλεοπτικός σταθμός, όπως είχε δικαίωμα, υπαναχώρησε από τη μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβαση έργου, η ενάγουσα υπεργολάβος είχε εκτελέσει με δικά της έξοδα το έργο που ανέλαβε με τη σύμβαση υπεργολαβίας, με την παραγωγή και παράδοση στην εναγομένη 15 επεισοδίων της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς, τα οποία και προεβλήθησαν από τον προαναφερόμενο τηλεοπτικό σταθμό.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 62.730.000 δρχ., αναλυόμενο ως εξής: α) ποσό 45.323.435 δρχ. που αποτελεί αναλογία σταθερών δαπανών που κατέβαλε και υποχρεούται να καταβάλει σε συντελεστές της παραγωγής, προμήθεια υλικών και μέσων καθώς και για χρήση μηχανολογικού εξοπλισμού κλπ (αμοιβή ηθοποιού Κ, αμοιβή σεναριογράφου, σκηνοθέτη, δαπάνες για σκηνικά και κουστούμια, δαπάνες για προμήθεια υλικών για πρόσθετο μακιγιάζ και περούκες, δαπάνη διαφόρων τρίκ, δαπάνη για χρήση μηχανολογικού εξοπλισμού, δαπάνη προετοιμασίας της παραγωγής), όπως κατά ποσό και αιτία αναλύονται στην αγωγή και β)ποσό 13.216.000 δρχ ως αμοιβή της για τα παραδοθέντα στην ενάγουσα υπ' αριθμ.14 και 15 επεισόδια, καθώς και ποσό 4.190.640 δρχ ως υπόλοιπο της αμοιβής της για το υπ' αριθμ. 13 επεισόδιο.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, η αγωγή, όπως δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας ως αβάσιμο σχετικό περί αοριστίας αυτής λόγο έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, περιλαμβάνει όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία που παράγουν την ασκούμενη αξίωση της ενάγουσας εις βάρος της εναγομένης και δικαιολογούν κατά νόμο την άσκησή της, μη απαιτουμένης ειδικότερης αναφοράς σ' αυτή των επί μέρους ειδικότερων αιτιών κάθε μιάς των άνω σταθερών δαπανών, με προσδιορισμό των προσώπων στα οποία αυτές καταβλήθηκαν ή έναντι των οποίων συμβατικώς υποχρεούται η ενάγουσα στην καταβολή τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει τον περί αοριστίας της αγωγής λόγο έφεσης, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 341, 395, 397, 398 και 401-409 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 14 παρ.4 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ιδίου νόμου, ως εκ του χρόνου που προσδιορίστηκε η πρώτη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής (5.2.2000) επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι επί υποθέσεως που εκδικάζεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έχουν ληφθεί πριν από τη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων επί θεμάτων για τα οποία επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες, εκτός εάν κατά την κυριαρχική και γι' αυτό ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου οι βεβαιώσεις αυτές δόθηκαν επίτηδες για να χρησιμεύσουν ως μαρτυρίες στη δίκη για τα θέματα που πρέπει να αποδειχθούν.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέκρουσε ως απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο για τη συναγωγή έμμεσης απόδειξης την υπ' αριθμ.21.025/2.6.2008 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντάφυλλης Μπολιώτη, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), με επιμέλεια της οποίας και ελήφθη η ένορκη αυτή βεβαίωση, με την αιτιολογία ότι δόθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει προς ανταπόδειξη των θεμάτων της αγωγής επί των οποίων διατάχθηκε απόδειξη με μάρτυρες.
Με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στο σφάλμα, για το οποίο ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου και ο σχετικός 4ος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως, (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση απόσβεσης της επίδικης απαίτησης για τους αναφερόμενους στα άρθρα 416 επ.
ΑΚ λόγους, (εξόφληση και συμψηφισμός), όταν, εκτός των άλλων, η εξόφληση της απαίτησης ή προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση του ενισταμένου αποδεικνύεται αμέσως και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο και πρέπει να επικαλείται εκείνος που προβάλλει τον ισχυρισμό. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι σε όλες τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας.
Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του κατ' άρθ. 269 παρ.2 εδ. γ' του ΚΠολΔ ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της εναγομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή, προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής προέβαλε απαραδέκτως (αορίστως) ισχυρισμό (ένσταση) εξόφλησης της επίδικης αξίωσης της ενάγουσας, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση.
Η εναγομένη με την έφεσή της κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού ιστορεί τα της συνεργασίας της για την παραγωγή τηλεοπτικών σειρών με την ενάγουσα, της οποίας, όπως εκθέτει, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν μέχρι του θανάτου του την 24.1.1997 ο Ξ, ο οποίος ήταν επίσης διευθύνων σύμβουλος της ιδίας (εναγομένης), εκθέτει περαιτέρω ότι, εκτός από την αναφερομένη στην αγωγή σύμβαση υπεργολαβίας, με δύο προγενέστερες, από 27.10.1995 και 16.4.1996 συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ τους, η ενάγουσα ανέλαβε υπεργολαβικώς την παραγωγή δύο τηλεοπτικών σειρών, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 71.508.000 και 35.400.000 δρχ.
αντιστοίχως, συμφωνήθηκαν δε μεταξύ τους, με τις συμβάσεις αυτές, εκτός των άλλων και τα εξής: α) 'Οτι η εξόφληση της οφειλομένης στην ενάγουσα υπεργολάβο αμοιβής, τόσο για τις παραπάνω συμβάσεις, όσο και για κάθε μελλοντική τους συνεργασία, για την παραγωγή τηλεοπτικών σειρών, θα γίνει εν μέρει συμψηφιστικώς με τη μεταβίβαση (πώληση) από την εναγομένη στην ενάγουσα, έναντι τιμήματος 42.480.000 δρχ., μηχανολογικού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών μέσων παραγωγής τηλεοπτικών επεισοδίων, τα οποία αυτή μεταβίβασε και παρέδωσε στην ενάγουσα με τα υπ' αριθμ....
τιμολόγια συνοδευόμενα από τα υπ' αρθμ.... δελτία αποστολής, καθώς και με την ταμειακή διευκόλυνση της ενάγουσας, με προς τούτο καταβολές στον Ξ, το ποσό των οποίων ανήλθε σε 10.041.831 δρχ. και β)ότι η εναγομένη θα παραχωρήσει στην ενάγουσα τη χρήση του υπομισθίου χώρου (STUDIO),προκειμένου να διευκολυνθεί η ενάγουσα υπεργολάβος να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο καθώς επίσης και την χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, δύο μηχανημάτων, ενός WIDOWALL και ενός GRAFIC DISPLEY, αξίας 25.960.000 δρχ., τα οποία και παρέδωσε στην ενάγουσα, η οποία όμως μετά τη λήξη της συνεργασίας τους δεν τα επέστρεψε.
Περαιτέρω εκθέτει ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, βάσει των άνω συμβάσεων υπεργολαβίας, εκτός των άνω συμψηφιστικώς καταβληθέντων στην ενάγουσα ποσών, καθώς και ποσού 7.000.000 δρχ. που κατέβαλε επίσης συμψηφιστικώς για εγγυήσεις των μισθωτικών συμβάσεων των χώρων παραγωγής, κατέβαλε επίσης στην ενάγουσα με επιταγές οι οποίες πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους στην πληρώτρια τράπεζα, ποσό 7.700.000 δρχ.
το έτος 1995 και ποσό 134.517.360 δρχ. το έτος 1996. Με βάση τα περιστατικά αυτά και ισχυριζόμενη ότι έναντι του οφειλομένου συνολικού ποσού αμοιβής και για τις τρείς συμβάσεις υπεργολαβίας, ανερχομένου στο ποσό των 206.028.000 δρχ., κατέβαλε στην ενάγουσα, κατά μερικό συμβατικό συμψηφισμό, και με καταβολές προς την ιδία την ενάγουσα και προς τρίτους για λογαριασμό της, καθώς και με την παραχώρηση , χωρίς αντάλλαγμα, μη επιστραφέντων μηχανημάτων, το συνολικό ποσό 228.469.412 δρχ., προέβαλε ένσταση μερικής εξόφλησης του αιτουμένου με την αγωγή κονδυλίου ποσού 17.406.640 δρχ., που αφορούσε υπόλοιπο αμοιβής της ενάγουσας για τα 13ο,14ο και 15ο επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς "ΕΛΑ ΣΤΟΝ Κ", την καταβολή του οποίου ζητεί με την αγωγή της η ενάγουσα, καθώς και ένσταση συμψηφισμού για το ποσό των 23.642.112 δρχ., επικαλούμενη, για το παραδεκτό της προβολής των ενστάσεων αυτών το πρώτο ενώπιον του Εφετείου, ότι τόσο η εξόφληση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας ως προς το άνω ποσό της υπόλοιπης αμοιβής της για τα 13ο,14ο και 15ο επεισόδια, όσο και η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτηση της αποδεικνύονται εγγράφως αμέσως από τις σχετικές εγγραφές της στα τηρούμενα από την ίδια εμπορικά της βιβλία (αναλυτικό καθολικό τριτοβάθμιων λογαριασμών), στα οποία έχουν καταχωρηθεί εγγραφές περί των άνω καταβολών ή δόσης αντί καταβολής, τα οποία εμπορικά βιβλία της και προσκόμισε με της προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου η εκκαλούσα, κατά η συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της εναγομένης, απορρίπτοντας τόσο την άνω ένσταση μερικής εξόφλησης όσο και την ένσταση συμψηφισμού, αφού έλαβε υπόψη και τα εν λόγω εμπορικά βιβλία της εναγομένης, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η εναγομένη μεταβίβασε και παρέδωσε στην ενάγουσα μηχανολογικό και άλλο εξοπλισμό, παραχώρηση της χρήσης των χώρων παραγωγής και κατέβαλε κοινόχρηστες δαπάνες για τη λειτουργία τους.
Από τις αιτιολογίες αυτές του Εφετείου σαφώς προκύπτει ότι απέρριψε ως απαράδεκτες τις άνω ενστάσεις της εναγομένης, που προβλήθηκαν το πρώτον ενώπιόν του, δεχόμενο ανελέγκτως πως τα θεμελιωτικά αυτών περιστατικά δεν αποδεικνύονται αμέσως από τα βιβλία της εναγομένης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση των αριθμών 1,8,11, και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι με το να απορρίψει ως απαραδέκτως το πρώτον ενώπιόν του προβληθείσα την ως άνω ένσταση εξόφλησης, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ενάγουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και ακολούθως παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, είναι απαράδεκτος.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 152 παρ.1, 153, 154, 155 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξ αιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Η σχετική αίτηση πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου, που συνιστούσε την ανωτέρα βία ή της γνώσεως του δόλου, πρέπει δε να αναφέρονται σ'αυτή οι λόγοι απώλειας της προθεσμίας και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αληθείας τους και να περιέχει την παραληφθείσα πράξη ή να αναφέρει ότι αυτή έχει ήδη ενεργηθεί.
Η αναφορά των εν λόγω στοιχείων στην αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) με την από 8.10.2003 αίτησή της προς τον εισηγητή δικαστή, που διορίστηκε με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για την διεξαγωγή των αποδείξεων, επικαλούμενη ότι λόγω άκυρης προς αυτήν επίδοσης της κλήσης για διεξαγωγή των αποδείξεων ενώπιον του εισηγητή δικαστή, εξ αιτίας της οποίας δεν έλαβε γνώση του χρόνου έναρξης εξέτασης των μαρτύρων και δεν παρέστη, με συνέπεια να απωλέσει το δικαίωμα γνωστοποίησης μαρτύρων, ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκειμένου να γνωστοποιήσει και εξετάσει μάρτυρες επί των θεμάτων απόδειξης που τάχθηκαν με την προδικαστική απόφαση.
Την αίτηση αυτή, που απορρίφθηκε με απόφαση του εισηγητή δικαστή, επανέφερε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την μετ'απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, ζητώντας την ανάκληση της απόφασης του εισηγητή και την παραδοχή της αίτησής της, το δικαστήριο δε εκείνο με την οριστική του απόφαση απέρριψε την εν λόγω αίτηση.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης η εναγομένη ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμμένης και ως προς την άνω απορριπτική της αίτησης για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση διάταξή της. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό έφεσης, με την επάλληλη αιτιολογία ότι η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι απαράδεκτη (αόριστη), διότι αφ' ενός μεν δεν περιέχεται σ' αυτή η παραλειφθείσα εξ αιτίας της επικαλουμένης ανωτέρας βίας πράξη (γνωστοποίηση μαρτύρων),ούτε αναφέρεται σ' αυτή ότι η παραλειφθείσα πράξη είχε διενεργηθεί προηγουμένως, αφ' ετέρου δε δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των επικαλουμένων λόγων ανωτέρας βίας.
Από την επισκόπηση της εν λόγω αίτησης προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι σ' αυτή δεν περιέχεται η παραλειφθείσα πράξη της γνωστοποίησης των μαρτύρων, ούτε αναφέρεται ότι η γνωστοποίηση έγινε προηγουμένως, ούτε τέλος αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των επικαλουμένων λόγων ανωτέρας βίας (ακυρότητας της επίδοσης της κλήσης για διεξαγωγή των αποδείξεων ενώπιον του εισηγητή δικαστή).
Επομένως, το Εφετείο δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως με τον τρίτο λόγο, πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. V. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, η επίκληση των αποδείξεων μπορεί να γίνει νομίμως, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η εναγομένη και τότε εφεσίβλητη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε και 48 τιμολόγια και αποδείξεις καταβολών (σχ.14).
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως σ'αυτή αναφέρεται, έλαβε υπόψη τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, όπως με τον πέμπτο λόγο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται η αναιρεσείουσα και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.11.2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "POLYVIDEO ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.5356/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ