Legislator Case Law & Legislation
1255/2007 AI generated

1255/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1255/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2001 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2002 μη οριστική και 682/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαϊου 2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1255/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. α' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου και δη της με αριθμό 416/10-9-2001 ένορκης βεβαίωσης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1255 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1255/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..... και 2. ....., οι οποίες ενεργούν ατομικά και ως κληρονόμοι του μεταποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος ....., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γουλιέλμο Κατσούνη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Ιουνίου 2001 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2002 μη οριστική και 682/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Μαϊου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν (άρθρ. 559 αριθ. 11 εδ. α, β ΚΠολΔ) πρέπει να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη παρανόμως ή λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προσκομισθούν, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση και δη των απαριθμουμένων εγγράφων και ενόρκων βεβαιώσεων. Όμως δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητά τους και δη παρά η ενώπιον ποίου συνετάγησαν αυτά και δεν καθορίζεται το περιεχόμενό τους, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης.

Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. α' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου και δη της με αριθμό 416/10-9-2001 ένορκης βεβαίωσης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.

Όμως δεν αναφέρεται ενώπιον τίνος συνετάγη, ποιό το περιεχόμενό της και ποιός ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη. Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.

α' ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και δη τις διασαφήσεις αυτού στο ακροατήριο. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, τις κατ' άρθρο 245 παρ. 1 ΚΠολΔ, διασαφήσεις, που δόθηκαν από αυτόν (αναιρεσείοντα) στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατόπιν της υπ' αριθ. 131/2002 απόφασης αυτού, με την οποία διετάσσετο η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του, απλώς συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν αξιολόγησε αυτές ως ίδιο αποδεικτικό μέσο.

Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.

ΑΠ 3/1997 ΝοΒ 1998.23), όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 8 εδ.

α' ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, γιατί ενώ οι αναιρεσίβλητες διελάμβαναν στην αγωγή τους ότι το όχημα, που οδηγούσε ο αναιρεσείων, εκινείτο "με μεγάλη ταχύτητα" και σε άλλο σημείο αυτής ότι εκινείτο με "υπερβολική ταχύτητα" χωρίς να την προσδιορίζουν, το άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι εκινείτο με 120 χλμ την ώρα.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο προσδιορισμός της ταχύτητος κατ' αριθμό χιλιομέτρων ανά ώρα δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΙΙΙ. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, προσάπτεται αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. α' και 19 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο ήχθη στο συμπέρασμα ότι οδηγός του οχήματος, με το οποίο προκλήθηκε το ατύχημα, ήταν ο αναιρεσείων και ότι οδηγούσε αυτό με 120 χιλιομ. την ώρα, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αποτέλεσαν αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ότι το αποδεικτικό του πόρισμα είναι "ενδοιαστικό, αντιφατικό και συμπερασματικό" και έτσι στερείται η προσβαλλομένη νομίμου βάσεως.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί κατά μεν το πρώτο μέρος του ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, αυτή δεν δέχθηκε ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελούν αποδεικτικό μέσο ούτε συμπεριέλαβε αυτά, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη της, προς έκδοση του δικανικού της πορίσματος, η αναφορά της δε σε "διδάγματα κοινής πείρας και λογικής" γίνεται προς εκτίμηση της αξίας (αποδεικτικής) των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, κατά δε το δεύτερο μέρος του ως αόριστος διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

IV. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στη οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών φυσικών προσώπων και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής εάν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη η ψυχική οδύνη.

Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της Α.Κ. 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού. Και ορίζεται μεν από το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος ότι: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... .

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Όμως η αρχή της αναλογικότητας οριοθετεί τον περιοριστικό του δικαιώματος νόμο.

Ακολουθεί εντεύθεν ότι η τήρησή της εναπόκειται στο νομοθέτη. Η διοίκηση και ο δικαστής μπορούν και οφείλουν να ελέγχουν απλώς, αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και σε αρνητική περίπτωση να αρνούνται την εφαρμογή νόμου που ενέχει δυσανάλογη περιορισμό του ατομικού δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απ' ευθείας από τα δικαστήρια παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου.

Αυτό σημαίνει, ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να προβεί σε προσδιορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στα πλαίσια της Α.Κ. 932, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Επομένως δικαστική απόφαση που δεν προβαίνει σε καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν.

Αλλά όπως στην αρχή της παρούσας σκέψεως εκτέθηκε το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση απ' αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για τη θανάτωση, σε αυτοκινητικό ατύχημα κατά την 3-3-2000, από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, του συνεπιβαίνοντος στο υπ' αριθ.

κυκλ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο αυτού, του ..... ευρώ 58.694 σε καθένα από τους δύο πρώτους αυτών, γονείς του και ευρώ 29.347 στη τρίτη τούτων αδελφή του, αφού έλαβε υπόψη την ηλικία του θανόντος, των εναγόντων, τον βαθμό συγγενείας και τον ψυχικό δεσμό αυτών με τον θανόντα καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών και του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου α) τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αμέσως ανωτέρω φυσικών προσώπων και β) την αρχή της αναλογικότητας, που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος για το άρθρο 932 ΑΚ, αλλά και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας που χαράσσονται από τη διάταξη του αμέσως πιο πάνω άρθρου 932 ΑΚ αφού θα αρκούσε, κατ' αντικειμενική κρίση να επιδικαστεί για την αιτία αυτή στον καθένα από αυτούς το μισό του ποσού που επιδικάστηκε.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο μέρος του (υπό στοιχ. α') διότι δεν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας, αλλά με αυτόν πλήττεται αληθώς η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς, κατά δε το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχ.

β) διότι, κατ' ακολουθία των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, τα καθορισθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, που δεν υπερβαίνουν τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν υπόκεινται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 23-5-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 318/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ