Supreme Court dismisses appeal on foreign court judgment as res judicata, rejecting distortion claims as fact-finding errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a foreign court judgment, ruling it constitutes res judicata under Greek law. The appellant argued the lower court distorted official translations of US court documents and birth certificates. The court rejected these claims, stating that factual assessments of document content and evidence evaluation are non-appealable matters of fact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 323, 905 para. 1, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure; A foreign court judgment on personal status is res judicata in Greece if it meets specific criteria, and an appeal based on alleged distortion of documents fails when the lower court reaches a different evidentiary finding through proper evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1255 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1255/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: x1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κορίννα Ρεπούση και Κωνσταντίνο Καταβάτη.
Της αναιρεσιβλήτου: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Νοεμβρίου 1998 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 11 Ιανουαρίου 1999 παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1895/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3882/2000 μη οριστική και 7368/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 7724/2004 απόφασή του. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Απριλίου 2005 αίτησή της και τους από 3 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου ανέγνωσε την από 29 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από το συνδυασμό των άρθρων 323, 905 παρ.1, 3 και 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου που αφορά την προσωπική κατάσταση, ασχέτως αν εκδόθηκε πριν ή μετά την έναρξη εφαρμογής του ΚΠολΔ, ισχύει και αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, το οποίο, όταν προβάλλεται σε άλλη δίκη, ερευνάται και παρεμπιπτόντως από το ημεδαπό δικαστήριο, εφόσον: 1) αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου που εκδόθηκε 2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση 3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικά της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση 4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και 5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη (ΑΠ 108/2001, ΑΠ 1314/1994).
Εξάλλου, σύμφωνα με την σε νόμιμη μετάφραση προσκομιζόμενη υπ'αριθ.πρωτ.497/00/24-9-2001 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, στην παράγραφο 12 του κεφαλαίου 273 των Γενικών Νόμων της Μασσαχουσέτης (μέρος τέταρτο «περί εγκλημάτων και ποινών») ορίζεται ότι «Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ένοχος ή δεν απαντήσει στην κατηγορία, ή αν κηρυχθεί ένοχος, το δικαστήριο θα εκδώσει απόφαση που θα τον καταδικάζει ως πατέρα του παιδιού….
Αν η καταδίκη γίνει από τοπικό δικαστήριο, ο κατηγορούμενος μπορεί, αν είχε δηλώσει ότι είναι αθώος, να προσβάλλει την απόφαση στο ανώτερο δικαστήριο, όπως και σε άλλες ποινικές υποθέσεις. Η απόφαση, είτε επιβληθεί ποινή είτε όχι, θα είναι οριστική και τελεσίδικη, εκτός εάν ασκηθεί έφεση όπως προβλέπεται παραπάνω…».
Περαιτέρω, ως αρνητική προϋπόθεση αναγνώρισης δεδικασμένου αλλοδαπής απόφασης, απαιτείται η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου να μη είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την ελληνική δημόσια τάξη. Η αντίθεση προς τη δημόσια τάξη υπό τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 33 ΑΚ έννοια της διεθνούς δημόσιας τάξης, κρίνεται όχι από την εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων διαφορετικών από τις διατάξεις του ημεδαπού ουσιαστικού δικαίου, έστω και αν οι τελευταίες αφορούν στην εσωτερική δημόσια τάξη και αποτελούν κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά από το αν και κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση η λύση που έδωσε η αλλοδαπή απόφαση αναπτύσσει στην ελληνική επικράτεια έννομες συνέπειες που προσκρούουν σε θεμελιώδεις αρχές που κρατούν στην Ελλάδα σε ορισμένο χρόνο και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδειγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στον Ελλαδικό χώρο και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα.
Μόνο, δε το γεγονός ότι το ελληνικό δίκαιο αγνοεί ορισμένο θεσμό ή ορισμένη ρύθμιση, που προβλέπεται στο αλλοδαπό δίκαιο και εφαρμόστηκε από την απόφαση ή ότι στο ελληνικό δίκαιο κρατεί αντίθετος κανόνας, δεν σημαίνει ότι η απόφαση αντίκειται στην εγχώρια δημόσια τάξη (Ολ.ΑΠ 17/1999). Παράλληλα οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που περιέχονται στα άρθρα 4-33 του ΑΚ καθορίζουν το στοιχείο το οποίο δημιουργεί το σύνδεσμο ενός προσώπου ή μιας βιοτικής σχέσης με ορισμένη Πολιτεία και λόγω του συνδέσμου τούτου, η σχέση ή η κατάσταση του προσώπου υποβάλλεται στη ρύθμιση του δικαίου της Πολιτείας αυτής.
Οι εν λόγω κανόνες αποτελούν μέρος του εγχώριου ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1145/2003). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 323 αριθ.3 και 905 παρ.4 ΚΠολΔ, που είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 687/2003), απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση του δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση που αφορά την προσωπική κατάσταση, είναι και το ότι ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε του δικαιώματος της υπεράσπισης με τη συμμετοχή του στη δίκη ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με τη διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το αλλοδαπό αυτό δικαστήριο.
Η κρίση, όμως του δικαστηρίου της ουσίας, που δικάζει αίτηση για αναγνώριση δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση, ότι ο διάδικος δεν στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 672/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Δυνάμει της υπ'αριθμ. 1839/12-1-1966 αποφάσεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Πολιτείας της Μασσαχουσέτης των Η.Π.Α., που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, ο Γ1, κατόπιν προσφυγής της Ζ1, και άσκησης ποινικής δίωξης κατ΄αυτού από την Κοινοπολιτεία της Μασσαχουσέτης, μέσω του περιφερειακού Εισαγγελέα (αριθ.πολ.αγωγής Α 1839/1965) βρέθηκε ένοχος, τέθηκε υπό δοκιμασία (ποινή με αναστολή) και «κατακυρώθηκε δικαστικώς» ότι είναι πατέρας της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ψ1.
Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση εκδόθηκε με βάση το ισχύον τότε δίκαιο στην εν λόγω Πολιτεία και ειδικότερα, με βάση τις παραγράφους 12 επ. του κεφαλαίου 273 των Γενικών Νόμων της Μασσαχουσέτης (μέρος τέταρτο «περί εγκλημάτων και ποινών»). Μάλιστα η μόνη υπάρχουσα διαδικασία στην εν λόγω Πολιτεία των ΗΠΑ από το 1913 μέχρι και το 1986 για την κήρυξη της πατρότητας ήταν αυτή που ακολουθήθηκε στην παρούσα υπόθεση κυρίως ποινική μεν, αλλά με συνέπειες ποινικές και αστικές.
Το εν λόγω δικαστήριο, στο οποίο μετείχαν ένορκοι, εξέταζε ποινικές και αστικές υποθέσεις, οι δε αποφάσεις του είχαν «μικτό» χαρακτήρα, ήτοι ποινικό και αστικό. Στην προαναφερθείσα παράγραφο 12 ορίζεται ότι «αν ο κατηγορούμενος αποδέχεται την ενοχή του (pleads guilty) ή δεν την αρνείται (nolo contendere) ή κρίθηκε ένοχος, το δικαστήριο εκδίδει απόφαση, η οποία τον κηρύσσει πατέρα του παιδιού… Κατά τη συνεδρίαση, όταν η κήρυξη της πατρότητας έγινε από περιφερειακό δικαστήριο (district court) και ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί την ενοχή, μπορεί να ασκήσει έφεση στο ανώτερο δικαστήριο (superior court), όπως σε κάθε άλλη ποινική υπόθεση.
Η κρίση της πατρότητας (adjudication), ανεξάρτητα αν επιβλήθηκε ποινή, είναι οριστική και τελεσίδικη (final and conclusive), εκτός αν ασκηθεί έφεση, όπως προβλέπεται ανωτέρω…». Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι στη δίκη εκείνη, εκτός από το ποινικό ζήτημα της ενοχής του Γ1 για την αξιόποινη, κατά το δίκαιο της Πολιτείας της Μασσαχουσέτης, πράξη του ότι κατέστησε μητέρα γυναίκα, με την οποία δεν είχε συνάψει γάμο, κρίθηκε ως κύριο και το αστικής φύσης ζήτημα της σχέσης γονέα και τέκνου και ειδικότερα, αναγνωρίστηκε ότι ο προαναφερόμενος είναι πατέρας της αναιρεσίβλητης.
Επί πλέον, με την ίδια απόφαση υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στην Ζ1, που όπως έχει λεχθεί προσέφυγε στο δικαστήριο, διατροφή για λογαριασμό του τέκνου του. Και είναι αλήθεια ότι η ανωτέρω απόφαση δε προσκομίζεται σε επικυρωμένο αντίγραφο. Προσκομίζεται όμως η από 16-1-1998 έγγραφη βεβαίωση του αρμόδιου δικαστικού γραμματέα, με την οποία πιστοποιείται η έκδοση της αποφάσεως και το περιεχόμενό της κατά τα ουσιώδη του μέρη.
Σημειώνεται εδώ ότι στις ποινικές υποθέσεις τηρούνται συνοπτικά πρακτικά, όπως αναφέρεται στην από ................ επιστολή-γνωμοδότηση του Δημητρίου Ιωαννίδη, που, όπως ειπώθηκε, ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα στη συγκεκριμένη πολιτεία. Σε κάθε όμως περίπτωση η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο της αποφάσεως και πρέπει ο σχετικός τέταρτος λόγος της εφέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με την πιο πάνω βεβαίωση πιστοποιείται ότι την 13-9-1968 σε δημόσια συνεδρίαση του εν λόγω Δικαστηρίου, ενώπιον του δικαστή VIOLA, έληξε η επιτήρηση στην οποία είχε τεθεί με την ίδια απόφαση ο Γ1 και η υπόθεσή του αρχειοθετήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι ο Γ1 ήταν παρών στη δίκη αυτή και ότι εκουσίως και αβιάστως απεδέχθη την δικαστική απόφαση με όλους τους όρους της, με αποτέλεσμα να καταστεί αμετάκλητη και να αρχειοθετηθεί ο φάκελος με σημείωση στο πινάκιο, πράγμα που σημαίνει ότι και, ο Γ1 αποδέχθηκε το κλείσιμο του φακέλου (βλ.
και γνωμοδότηση Δημητρίου Ιωαννίδη). Από το περιστατικό λοιπόν αυτό συνάγεται ότι ο τελευταίος αποδέχθηκε την απόφαση και δεν άσκησε κατ΄αυτής έφεση. Ενόψει όλων αυτών, είναι προφανές ότι από την απόφαση αυτή απορρέει, σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου εκδόσεώς της δεδικασμένο. Η άποψη αυτή συμπορεύεται προς το γράμμα της διατάξεως του αλλοδαπού δικαίου που εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία «η κρίση περί της πατρότητας, ανεξάρτητα αν επιβλήθηκε ή όχι ποινή, είναι οριστική και τελεσίδικη … εκτός αν ασκηθεί έφεση…», σε συνδυασμό με το ότι ο Γ1 αποδέχτηκε ότι είναι ο πατέρας της αναιρεσίβλητης δέχτηκε όλους τους όρους της άνω απόφασης καθώς και την αρχειοθέτηση της υπόθεσης και ουδέποτε άσκησε έφεση μέχρι του θανάτου του (1998).
Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι η οριστικότητα και τελεσιδικία της σχετικής με την πατρότητα δικαστικής κρίσης αποσυνδέεται από το ζήτημα της επιβολής ή μη ποινής στον κατηγορούμενο. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από ............. γνωμοδότηση στην οποία μάλιστα αναφέρεται ότι υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το αν η αναγνώριση της πατρότητας στα πλαίσια μιας τέτοιας δίκης δημιουργεί δεδικασμένο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επικαλούμενες από τους γνωμοδοτούντες δύο αποφάσεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι στην περίπτωση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο, εκδόθηκαν από δικαστήρια άλλων πολιτειών και συγκεκριμένα της Μινεσσότα η μία και της Βόρειας Καρολίνας η άλλη, κατ΄εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου συμπορεύεται και προς την άνω νομική πληροφορία (497/00/24-9-01), από το περιεχόμενο της οποίας συνάγεται σαφώς ότι η ανωτέρω απόφαση «είναι απρόσβλητη έναντι όλων των ενδιαφερομένων και αποτελεί δεδικασμένο» με τη σημείωση ότι κατά το αμερικανικό δίκαιο οι οριστικές αποφάσεις κατ΄αρχήν είναι εκτελεστές και έχουν ισχύ δεδικασμένου, ομοιάζουσες προς της ημέτερες τελεσίδικες ή αμετάκλητες.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός, ότι η αναιρεσίβλητη έχει πιστοποιητικό γεννήσεως του Ληξιαρχείου της Βοστώνης (...............) που αναφέρει τον Γ1 ως πατέρα της. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους σκοπούς του δικαίου των ΗΠΑ και το δίκαιο της Μασσαχουσέτης η αναιρεσίβλητη είναι θυγατέρα του Γ1 (βλ. γνωμ.Δημ.Ιωαννίδη).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, η ως άνω απόφαση δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη κατά την έννοια των άρθρων 323 αριθμ. 5 ΚΠολΔ και 33 ΑΚ, όπως αυτή ορίζεται στη νομική σκέψη της παρούσας. Είναι βέβαια γεγονός ότι κατά το ελληνικό δίκαιο α) οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, κατ΄απόκλιση από τα ισχύοντα υπό το καθεστώς της παλαιάς Πολιτικής Δικονομίας, δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια και β) η αναγνώριση της υπάρξεως ή μη σχέσης γονέα και τέκνου μπορεί να επιδιωχθεί μόνο με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή (ΚΠολΔ 620). 'Όμως, οι συγκεκριμένες αρχές αποτελούν επιλογές του έλληνα νομοθέτη, που δεν έχουν τόσο θεμελιώδη σημασία για την Ελληνική έννομη τάξη και έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες κοινώς παραδεδεγμένες αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν και ρυθμίζουν κατά τρόπο πάγιο τις βιοτικές σχέσεις στην Ελλάδα και συνεπώς, η αναγνώριση του δεδικασμένου που απορρέει από την πιο πάνω απόφαση, η οποία στηρίχθηκε σε εντελώς διαφορετικούς κανόνες δικαίου δεν προξενεί διαταραχή του βιοτικού ρυθμού που κυριαρχεί στην χώρα. 'Αλλωστε υπό την Πολιτική Δικονομία γινόταν δεκτό ότι η καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου παρήγε δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια ενώ κατά τον ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από προδικαστικά ζητήματα αποτελεί τον κανόνα (331).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι η ανωτέρω απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Μασσαχουσέτης (Δικαστήριο εκδικάσεων στο Καίμπριτζ) εκδόθηκε με βάση διάταξη νόμου (παρ.12 επ. του κεφαλαίου 273 των Γενικών Νόμων της Πολιτείας αυτής), με την οποία εισάγεται διάκριση με βάση το φύλο-αξιόποινη κατά το δίκαιο του τόπου εκδόσεως της αποφάσεως ήταν η γέννηση τέκνου εκτός γάμου μόνο για τον άνδρα- και η οποία το έτος 1986 καταργήθηκε, δεν μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν προσκρούει στη δημόσια τάξη κατά την προαναφερθείσα έννοια.
Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση του δεδικασμένου έταμε διαφορά δημοσίου δικαίου και ειδικότερα, την αξίωση της πολιτείας έναντι του φερομένου ως πατέρα για την καταβολή τροφείων. 'Ομως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στην προκειμένη περίπτωση ζητείται η αναγνώριση του δεδικασμένου περί του κριθέντος ζητήματος της σχέσης γονέα και τέκνου, το οποίο σε κάθε περίπτωση ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν αυτό κρίθηκε ως κύριο ή ως προδικαστικό.
Από δε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η κρίσιμη 1839/1966 απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Μασσαχουσέτης έταμε το ζήτημα της σχέσεως γονέα και τέκνου που αντιμετώπισε και ως πολιτικό δικαστήριο, αναμφίβολα δε και ως διαφορά ιδιωτικού δικαίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, περί συνδρομής δηλαδή των νόμιμων προϋποθέσεων αναγνώρισης δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, το Εφετείο, απέρριψε κατ΄ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την κύρια παρέμβασή της και δέχθηκε την αίτηση της αναιρεσίβλητης. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις της παραγράφου 12 του κεφαλαίου 273 του αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου και του άρθρου 33 ΑΚ καθώς και το άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας των φύλων ούτε κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπάρχει δεδικασμένο και συνεπώς οι υπό στοιχ.
Ι και
ΙΙΙ λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και οι υπό στοιχ.
ΙΙ λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τέταρτος λόγος αναίρεσης του εμπροθέσμως ασκηθέντος δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 16 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ.Ο πέμπτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ότι στην ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου δίκη ο διάδικος Γ1 ήταν παρών και δεν στερήθηκε του δικαιώματος υπεράσπισης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πιο πάνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το δε παρατιθέμενο πόρισμα παρίσταται σαφές.
ΙΙΙ.Ο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου αποδεικτικού κατά την έννοια, των άρθρων 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ δηλαδή υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωση του εγγράφου με το να αποδώσει σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ'αυτό και μόνο ή κυρίως σ'αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 921/2002).
Ο λόγος όμως, αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, αξιολογώντας απλώς το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου με τις άλλες αποδείξεις καταλήγει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 417/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των σε επίσημη μετάφραση προσκομιζόμενων εγγράφων και συγκεκριμένα της από 16-1-1998 βεβαίωσης του δικαστικού γραμματέα του Περιφερειακού Δικαστηρίου Καίμπριτζ Μασαχουσέττης των ΗΠΑ και του υπ'αριθ.........
πιστοποιητικού γέννησης του Ληξιαρχείου της Βοστώνης, καθόσον, όσον αφορά μεν το πρώτο έγγραφο, ενώ διαλαμβάνονται σ'αυτό τα εξής «Από τις 12 Ιανουαρίου 1966 ο Γ1 βρέθηκε ένοχος και κατακυρώθηκε δικαστικώς ότι είναι πατέρας της Ψ1 κατόπιν προσφυγής αιτήσεως της ενάγουσας Ζ1 όπως σημειώνεται στη σελίδα του πινακίου, απόφασις επιδικάσεως δολλαρίων ΗΠΑ 15.00 για διατροφή του τέκνου είχε εκδοθεί στις 13 Σεπτεμβρίου 1968 ενώπιον του δικαστή VIOLA.
Η επιτήρησις του Κου Γ1 έληξε και η υπόθεσίς του αρχειοθετήθηκε, η δε διεξαγωγή της δίκης, κατά του εναγομένου έλαβε χώρα στο ακροατήριο» δέχθηκε «ότι ο Γ1 ήταν παρών στη δίκη αυτή και ότι εκουσίως και αβιάστως απεδέχθη τη δικαστική απόφαση με όλους τους όρους της, με αποτέλεσμα να καταστεί αμετάκλητη και να αρχειοθετηθεί ο φάκελος με σημείωση στο πινάκιο, πράγμα που σημαίνει ότι και ο Γ1 αποδέχθηκε το κλείσιμο του φακέλου» όσον αφορά δε το δεύτερο έγγραφο, παρέλειψε να λάβει υπόψη την υπό του δηλώσαντος τη γέννηση του τέκνου ιατρού ...............
ημερομηνία καταχώρησης που ήταν η ............... δηλαδή προγενέστερη της υπ'αριθ.1839/12-1-1966 απόφασης του αλλοδαπού δικαστηρίου, με την οποία ο Γ1 αναγνωρίστηκε πατέρας της εκτός γάμου γεννηθείσας αναιρεσίβλητης θυγατέρας του. Και οι δύο αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι το δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης του περιεχομένου των εγγράφων και συνεκτίμησης των άλλων αποδείξεων, κατέληξε στο μη ορθό, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, αποδεικτικό πόρισμα.
Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-4-2005 αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της χ1,για αναίρεση της 7368/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 7724/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ