Supreme Court allows appeal against lower court's failure to examine unjust enrichment claim despite no appeal reason.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the case solely on the primary claim of price reduction. The lower court had rejected the appellant's supplementary claim for unjust enrichment as inadmissible without examining it, despite the appellant arguing no specific reason for appeal existed regarding this issue. The Court ruled that the appellate court erred by failing to investigate the supplementary claim, thereby remanding the case for further trial while awarding costs to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495, 176, 178, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A court must examine all valid claims presented by the plaintiff, and a failure to investigate a supplementary claim constitutes a ground for appeal even if the plaintiff did not explicitly appeal that specific part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1254/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ... Α.Ε. (... Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κλειώ Βλαχοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3711/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6080/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O ενάγων και ήδη αναιρεσείων, Α. Ο., με την από 16.4.2013 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "...", εξέθετε ότι είχε ασκήσει κατά της ίδιας εναγομένης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 14.7.1997 αγωγή του, με την οποία επικαλέστηκε ότι μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας ..., που εδρεύει στα Σκόπια (μη διαδίκου) και της εναγομένης εταιρείας "...", είχε συμφωνηθεί ότι για την από την εναγομένη μεταφορά σιδηροδρομικώς από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στα Σκόπια εμπορευμάτων για λογαριασμό της εταιρίας ..., η εναγομένη θα παρείχε εκπτώσεις επί των κομίστρων που η άνω αλλοδαπή εταιρία θα της είχε καταβάλει κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995 για μεταφορές εμπορευμάτων της, οι οποίες (εκπτώσεις) ορίστηκαν αντιστοίχως σε ποσοστά 30%, 10% και 22%.
Ότι το σύνολο των κομίστρων που κατέβαλε η πιο άνω εταιρία ... στην εναγομένη για μεταφορές εμπορευμάτων της ανήλθαν για το έτος 1993 στο ποσό των 2.694.654.377 δρχ., για το έτος 1994 στο ποσό των 239.564.694 δρχ. και για το έτος 1995 σε ποσό 456.923.368 δρχ., έτσι δε η οφειλόμενη από την εναγομένη στην αλλοδαπή εταιρεία συμφωνημένη έκπτωση επί των κομίστρων αυτών ανήλθε αντιστοίχως στα ποσά των 808.396.313, 23.956.569 και 100.523.141 δρχ.
που ήταν καταβλητέα στο τέλος κάθε έτους. Ότι η παραπάνω δικαιούχος των εκπτώσεων αυτών εταιρία ... στις 19-11-1996 με σχετική σύμβαση εκχώρησε στον ίδιο την κατά της εναγομένης παραπάνω απαίτησή της, την εκχώρηση δε αυτή ανήγγειλε αυτός την ίδια ημέρα στην εναγομένη. Ότι με την άνω από 14.07.1997 αγωγή του είχε ζητήσει, ύστερα από περιορισμό κατά το ποσό των 160.747.794 δραχμών του αγωγικού του αιτήματος από το αρχικώς αιτούμενο ποσό, την καταδίκη του εκεί εναγομένου ...
να του καταβάλει το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, το οποίο αντιστοιχεί στην παραπάνω από 19.11.1996 σύμβαση εκχώρησης με την αλλοδαπή εταιρεία ... Σκοπίων (F/SK), δικαιούχο του ανωτέρω ποσού από συμβάσεις μεταφοράς πετρελαίου που κατήρτισε με τον εναγόμενο, εκτελεσθείσες τα έτη 1993, 1994 και 1995, αγωγή που έγινε αμετακλήτως δεκτή.
Ότι για το ποσό κατά το οποίο περιορίσθηκε η άνω αγωγή του, ήτοι για το ποσό των 160.747.794 δραχμών, η εναγομένη, μετά την επίδοση σε αυτήν της παραπάνω από 14.7.1997 αγωγής, εξέδωσε το υπ' αριθ. 7342/09-09-1997 πιστωτικό της σημείωμα, με το οποίο τον όριζε ως δικαιούχο της έκπτωσης των κομίστρων για τις διεθνείς μεταφορές εμπορευμάτων εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικού ποσού 160.747.794 δραχμών.
Ότι εν συνεχεία, με βάση το παραπάνω πιστωτικό σημείωμα, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 2601/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να του καταβάλει το παραπάνω επιδικασθέν σ' αυτόν ποσό, πλέον τόκων και εξόδων και συνολικά το ποσό των 184.648.231 δραχμών.
Ότι μετά άσκηση ανακοπής, κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, η εναγομένη πέτυχε την ακύρωση της παραπάνω διαταγής πληρωμής για το σύνολο του παραπάνω ποσού και δη αμετακλήτως, εκδοθείσας σχετικά της με αριθμό 2197/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ότι η εναγομένη, με την έκδοση του παραπάνω με αριθμό 7342/1997 πιστωτικού της σημειώματος, προέβη σε αναγνώριση του χρέους της από 160.747.794 δραχμές (ή 471.747 ευρώ), κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 του ΑΚ, η οποία δεν έχει παραγραφεί, γεγονός που αναγνωρίστηκε από την ίδια με την με αριθμό 1956/18.3.1997 ομόφωνη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου.
Ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος του, διότι αυτή εισέπραξε τα κόμιστρα για το μεταφορικό έργο που της ανατέθηκε από την εταιρεία "..." Σκοπίων, χωρίς να του καταβάλει το παραπάνω ποσό που συνιστά τις εκπτώσεις επί αυτών, τις οποίες δεν εδικαιούτο να παρακρατήσει. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το χρηματικό ποσό (σε ευρώ) των 471.747 ευρώ, κυρίως μεν με βάση τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 3711/2018 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή και δη κατά μεν την κύρια βάση της ως ουσία αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης χρέους, κατά δε την επικουρική της βάση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την από 13.5.2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 6080/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 2209/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν δε τούτου, λόγω του ότι, κατά την κρίση του, δεν ήταν δυνατή η αντικατάσταση των αιτιολογιών της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που εκκλήθηκε, ήτοι κατά την κύρια βάση της αγωγής, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ειδικός λόγος έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος για την απορριφθείσα επικουρική βάση της αγωγής και άρα κατά το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προς έρευνα, κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, την οποία και απέρριψε τελικά ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή με πρόταση κάποιου εκ των διαδίκων, της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, και παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (AΠ 944/2020).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 191/2020).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως, και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 1817/2023, ΑΠ 916/2021, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Ειδικότερα, έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 916/2021, ΑΠ 893/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.
Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β` του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).
Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.
Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ` αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 818/2018, ΑΠ 1402/2018, ΑΠ 634/2014).
Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη με αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν, στην περίπτωση αυτή, ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση (Ολ. ΑΠ 5/2016, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 1663/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 2209/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή (προσβαλλομένη), ζήτημα της ευθύνης της αναιρεσίβλητης με βάση τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα αυτό.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 14.07.1997 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, o ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος την από 19.11.1996 σύμβαση εκχωρήσεως με την αλλοδαπή εταιρεία ..., δικαιούχο των κατωτέρω ποσών από συμβάσεις μεταφοράς πετρελαίου που κατήρτισε με την εναγομένη, εκτελεσθείσες κατά τα έτη 1993-1995, ζήτησε να του καταβάλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, α) το ποσό των 647.648.519 δραχμών, που αφορά στο έτος 1993, μετά από περιορισμό του αγωγικού αιτήματος για το έτος αυτό, κατά το ποσό των 160.747.794 δραχμών, για το οποίο η εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή του ενάγοντος ως δικαιούχου επιστροφών το με αριθμό 7342/09.09.1997 πιστωτικό σημείωμα, β) το ποσό των 23.956.569 δραχμών, που αφορά στο έτος 1994 και γ) το ποσό των 100.523.141 δραχμών, που αφορά στο έτος 1995.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 93/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ενώ κατόπιν ασκηθείσας έφεσης επ' αυτής εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη με αριθμό 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή για το συνολικό ποσό των 772.128.229 δραχμών, στο οποίο περιλαμβάνεται μέρος εκ δραχμών 647.648.519, που αφορά στις εκπτώσεις του έτους 1993.
Καθόσον αφορά το υπόλοιπο ποσό των 160.747.794 δραχμών, που αφορούσε στις εκπτώσεις του έτους 1993, για το οποίο είχε εκδοθεί από την εναγομένη το με αριθμό 7342/9.9.1997 πιστωτικό σημείωμα με δικαιούχο τον ενάγοντα, ο τελευταίος με την από 20.1.1998 αίτησή του ζήτησε να εκδοθεί κατά της εναγομένης διαταγή πληρωμής με βάση το άνω έγγραφο, επικαλούμενος ότι από αυτό προέκυπτε ότι είναι δικαιούχος έκπτωσης κομίστρων ποσού 160.747.794 δραχμών.
Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και ως ουσία βάσιμη και διατάχθηκε η καθ' ης να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των 160.747.794 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την 10.9.1997. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής άσκησε η αναιρεσίβλητη, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20.3.1998 ανακοπή, ζητώντας την ακύρωσή της για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν λόγους.
Το άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθ. 1365/1999 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την ανακοπή. Κατόπιν εφέσεως της ανακόπτουσας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6731/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η ανακοπή αναρμόδια εισήχθη προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και, αφού εξαφάνισε για το λόγο αυτό τη με αριθμό 1365/1999 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ανέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο υλικά και τοπικά δικαστήριο και συγκεκριμένα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Το τελευταίο εξέδωσε την 8036/2001 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανακοπή και τους εν τω μεταξύ ασκηθέντες πρόσθετους αυτής λόγους, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ανακόπτουσα, με την από 16.7.2002 έφεσή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1891/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πλην όμως η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1488/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η ένδικη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν της από 12.10.2005 κλήσεως της ανακόπτουσας συζητήθηκε εκ νέου η άνω ανακοπή και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2209/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ανακοπή ασκήθηκε εμπροθέσμως, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, με την έρευνα των προβληθέντων αλλά μη ερευνηθέντων λόγων της ανακοπής.
Ακολούθως, έγινε δεκτή η ανακοπή και οι από 12.9.2000 πρόσθετοι λόγοι αυτής και ως ουσία βάσιμη και ακυρώθηκε η άνω διαταγή πληρωμής, αφού έγινε δεκτός και ως ουσία βάσιμος ο τρίτος λόγος της ανακοπής, όπως παραδεκτά αυτός συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη αξίωση, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη ως άνω διαταγή πληρωμής, έχει υποπέσει στην από τη διάταξη του άρθρου 58 της σύμβασης ...
ενιαύσια παραγραφή. Ειδικότερα, με την άνω τελεσίδικη απόφαση, η οποία κατέστη και αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 2197/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η αξίωση του καθ' ου η ανακοπή έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 58 της σύμβασης ..., με τις ακόλουθες, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα, παραδοχές: "Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών με διαδοχικές συμβάσεις, που κατάρτισε με την αλλοδαπή (Σκοπιανή) εταιρεία ...
κατά τα έτη 1993-1995, ανέλαβε, για λογαριασμό της τελευταίας, τη μεταφορά από το λιμένα της Θεσσαλονίκης στο διϋλιστήριο των Σκοπίων, αργού πετρελαίου και άλλων συναφών προϊόντων, αντί του συμφωνημένου για κάθε μεταφορά κομίστρου, μέρος του οποίου, ανάλογο με την ποσότητα των μεταφερομένων υγρών καυσίμων, ο ως άνω εκκαλών μεταφορέας είχε αναλάβει την υποχρέωση να επιστρέψει στην εν λόγω αποστολέα υπό τη μορφή εκπτώσεων επί των συνολικώς, κατ' έτος κομίστρων.
Έτσι, ενόψει του ότι το συνολικό ύψος των καταβληθέντων από την ως άνω εταιρεία [...] για το έτος 1993 κομίστρων ανήλθε στο ποσό των 2.694.654.377 δρχ., το οποίο, όπως δεν αμφισβητείται, πληρώθηκε ολόκληρο στις 23-10-94, η δε χορηγηθείσα έκπτωση καθορίστηκε από τον εκκαλούντα για το ίδιο έτος σε ποσοστό 30%, ο τελευταίος έπρεπε να επιστρέψει στην ως άνω εταιρεία το ποσό των 808.396.313 δρχ. (βλ.
σχ. 627529/97 έγγραφο εκκαλούντος στο οποίο βεβαιώνονται τα παραπάνω). Λόγω όμως της αρνήσεως του εκκαλούντος να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του αυτήν o εφεσίβλητος, προς τον οποίο η κατά τα άνω αλλοδαπή εταιρεία ... είχε εκχωρήσει με την από 19.11.96 σχετική σύμβαση, πλην άλλων, και την απαίτησή της, που αφορούσε στην επιστροφή του παραπάνω ποσού των 808.396.313 δρχ, άσκησε κατά του εκκαλούντος, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 14-7-97 και με αριθμ.
καταθ. 6615/97 αγωγή του, κατά τη συζήτηση της οποίας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αυτός (εφεσίβλητος) περιόρισε την εν λόγω απαίτησή του στο ποσό των 647.648.519 δρχ., ενόψει του ότι για το υπόλοιπο (808.396.316 - 647.648.519) των 160.747.794 δρχ, αυτός είχε προβεί στην έκδοση σε βάρος του εκκαλούντος της ανακοπτομένης (2601/98) διαταγής πληρωμής με βάση το 7342/9-9-97 πιστωτικό σημείωμα του τελευταίου, με το οποίο αυτός αναγνωριζόταν δικαιούχος του ποσού αυτού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 10288/99 απόφασή του Δικαστηρίου αυτού, η οποία υποχρέωσε τον εκκαλούντα να καταβάλει στον εφεσίβλητο, πλην άλλων και το παραπάνω ποσό των 647.648.519 δρχ, απορρίπτοντας ως αόριστη την από τον τότε εναγόμενο και νυν εκκαλούντα προβληθείσα ένσταση παραγραφής του άρθρου 58 της διεθνούς σύμβασης ....
Επομένως, από την 23.10.94, που έγινε η πληρωμή των κομίστρων του έτους 1993, η οποία αποτελεί και το αφετήριο σημείο της κατά άνω ενιαύσιας παραγραφής, μέχρι την προς τον εκκαλούντα επίδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής (4-3-98), η οποία αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός,... παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους με αποτέλεσμα την παραγραφή της αξίωσης για την οποία εχώρησε η έκδοση αυτής (διαταγής πληρωμής)".
Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος την από 19.5.2006 αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της επιστρέψει, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό των 184.648.231 δραχμών ή 541.887,69 ευρώ, που του είχε καταβάλει σε εκτέλεση της άνω διαταγής πληρωμής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 30723/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατ' αυτής άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1036/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4.7.2011 αίτηση του, η οποία απορρίφθηκε με την 1623/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την ένδικη από 16.4.2013 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενος ότι η εναγομένη, με την έκδοση του παραπάνω με αριθμό 7342/1997 πιστωτικού της σημειώματος, προέβη σε αναγνώριση του χρέους της των 160.747.794 δραχμές (ή 471.747 ευρώ), κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 873 του ΑΚ, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το χρηματικό ποσό των 471.747 ευρώ, κυρίως με βάση τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 3711/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε κατ' αρχάς ότι δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της αγωγής λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την άνω υπ' αριθ. 2209/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε εν τέλει η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, κατά την κύρια βάση της, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε από τον ενάγοντα ότι η αναγνώριση της εναγομένης προς αυτόν με το υπ' αριθ. 7342/9.9.1997 πιστωτικό σημείωμα έγινε με πρόθεση να δημιουργηθεί ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία της, ήτοι ανεξάρτητα από το κύρος της εκχωρηθείσας απαίτησης επιστροφής καταβληθέντων κομίστρων του έτους 1993.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 13.5.2019 έφεση, με την οποία παραπονέθηκε για την άνω ουσιαστική κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, μετά από αυτεπάγγελτο έλεγχο, ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά την κύρια βάση της, λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθ. 2209/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Περαιτέρω, ως προς το υπόλοιπο ποσό των 160.747.794 δραχμών για το οποίο είχε εκδοθεί από την εναγομένη το με αριθμό 7342/09.09.1997 πιστωτικό σημείωμα με δικαιούχο τον ενάγοντα, εκδόθηκε κατά της εναγομένης, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος η με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση το παραπάνω, και ήδη επίδικο, με αριθμό 7342/09.09.1997 πιστωτικό σημείωμα.
Προς ακύρωση αυτής ασκήθηκαν από την εναγομένη εταιρεία ..., η από 20.03.1998 ανακοπή και οι από 12.09.2000 πρόσθετοι λόγοι αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 2209/2006 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως με αριθμό 2197/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου. Όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο με την με αριθμό 2209/2006 απόφαση του, δέχθηκε ότι με την από 14.07.1997 με αρ.
κατ. 6615/1997 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών o εδώ ενάγων και εκεί αναιρεσείων, Α. Ο., ζήτησε ύστερα από περιορισμό του αγωγικού του αιτήματος, την καταψήφιση του εκεί εναγομένου και στην προκείμενη δίκη ομοίως εναγομένου ήδη εφεσιβλήτου, ... να του καταβάλει το ποσό των 647.648.519 δραχμών, επικαλούμενος την από 19.11.1996 σύμβαση εκχωρήσεως με την αλλοδαπή εταιρεία ..., δικαιούχο του ανωτέρω ποσού από σύμβαση μεταφοράς πετρελαίου που κατήρτισε με τον εναγόμενο, εκτελεσθείσα το έτος 1993, με την οποία είχε συμφωνηθεί, για το έτος αυτό, έκπτωση επί των καταβληθέντων κομίστρων κατά ποσοστό 30% και ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 10288/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η άνω αγωγή έγινε δεκτή για το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό.
Δέχθηκε επίσης το Εφετείο με την ίδια ως άνω με αριθμό 2209/2006 απόφαση του ότι για το υπόλοιπο ποσό της ίδιας απαιτήσεως, ήτοι για το ποσό των 160.747.794 δραχμών, για το οποίο εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος η με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής κατά της εναγομένης, με βάση το, και ήδη επίδικο, με αριθμό 7342/09.09.1997 πιστωτικό σημείωμα που εξέδωσε η τελευταία, ότι από την 23.10.1994 που έγινε η πληρωμή των κομίστρων του έτους 1993 μέχρι την προς τον ενάγοντα επίδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής (04.03.1998) παρήλθε o χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής που θεσπίζεται από το άρθρο 58 της Διεθνούς Συμβάσεως ...
όσον αφορά την άνω απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής. H παραπάνω δε, απόφαση με την οποία ακυρώθηκε με την ανωτέρω αιτιολογία η με αριθμό 2601/1998 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη μετά την απόρριψη της επ' αυτής ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης με την έκδοση της με αριθμό 2197/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, από τη με αριθμό 2209/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρρευσε δεδικασμένο ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε από τις παραπάνω αποφάσεις, δηλαδή την έννομη σχέση που συνδέει τα διάδικα μέρη, που είναι αυτή της σύμβασης εκχώρησης των απαιτήσεων από εκπτώσεις κομίστρων δικαιουμένων από την εκχωρήτρια εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, προς τον εκδοχέα ενάγοντα, επί τη βάσει συμβάσεων σιδηροδρομικής μεταφοράς, καθώς και ότι το εν λόγω, με αριθμό 7342/9.9.1997 πιστωτικό σημείωμα για το επίδικο, υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεως από 160.747.794 δραχμές δεν αποτελεί αναγνώριση χρέους όπως με την ένδικη αγωγή διατείνεται o ενάγων αλλά αποτελεί απλό πιστωτικό σημείωμα (δηλαδή απλό αποδεικτικό έγγραφο) που εκδόθηκε στα πλαίσια των παραπάνω συμβάσεων μεταφοράς, καθώς και ότι η εν λόγω τότε επίδικη απαίτηση έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 58 της Διεθνούς Συμβάσεως ...
η οποία διέπει τις άνω συμβάσεις. Ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 KΠολΔ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως προκύπτει από το κείμενο της άνω διαταγής πληρωμής και τις παραδοχές της προαναφερθείσας τελεσίδικης απόφασης, αντικείμενο της δίκης εκείνης ήταν η ύπαρξη της απαίτησης του ενάγοντος, ποσού 160.747.794 δρχ κατά της εναγομένης, θεμελιούμενης στην εκχώρηση σε αυτόν από την εταιρία ...
της αξίωσης της τελευταίας για την παροχή ισόποσης έκπτωσης από την εναγομένη επί των καταβληθέντων από την εκχωρήτρια κομίστρων σιδηροδρομικών μεταφορών του έτους 1993, κατά τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ και του ν. 1593/1986 "Κύρωση της Σύμβασης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (COTIF) και της τελικής Πράξης της όγδοης Αναθεωρητικής Διάσκεψης των διεθνών Συμβάσεων για τη μεταφορά εμπορευμάτων (CIM) και επιβατών και αποσκευών (CIV) με τον σιδηρόδρομο", όχι δε και η συνδρομή ή μη των ειδικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης από την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, η οποία αξίωση δεν είχε καταχθεί στη δίκη εκείνη, με συνέπεια να μη δημιουργείται δεδικασμένο για τη συγκεκριμένη αξίωση, αφού η ένδικη διαφορά δεν ταυτίζεται ούτε κατά τη νομική ούτε κατά την ιστορική αιτία με αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 2209/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Στη δίκη εκείνη δηλαδή κρίθηκε μεν η ίδια απαίτηση μεταξύ των ίδιων διαδίκων, πλην όμως με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία από την υπό κρίση αγωγή, η οποία θεμελιώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, κυρίως στην αφηρημένη αναγνώριση χρέους από την εναγομένη, ανεξάρτητα από το κύρος της προϋφιστάμενης οφειλής της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 361 και 873 ΑΚ, και επικουρικά στον πλουτισμό χωρίς νόμιμη αιτία της εναγομένης από τη μη επιστροφή του ποσού των εκπτώσεων ύψους 160.747.794 δρχ, που αναλογούσε στα καταβληθέντα κόμιστρα του έτους 1993, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, από τον αρ. 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς, αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της πρώτης κύριας βάσης της αγωγής του, πέραν του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς την κύρια βάση της αγωγής δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά κατά τη βάση αυτή η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, με συνέπεια να μη θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 156/2012).
Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο, καθώς και όταν δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 670/2016). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, όταν η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κύρια βάση και μία επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται υποβολή αυτοτελούς λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως από τον ενάγοντα (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 920/2011, ΑΠ 994/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του ίδιου άρθρου αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 468/2022, ΑΠ 350/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την από 11.1.2011 αγωγή του ο αναιρεσείων ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 471.747 ευρώ, κυρίως μεν βάσει της μεταξύ τους συμβάσεως αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερευνώντας και τις δυο βάσεις της αγωγής (κύρια και επικουρική), την μεν επικουρική (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) βάση απέρριψε ως μη νόμιμη, την δε κύρια (εκ της συμβάσεως) βάση απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων την από 13-5-2019 έφεση, με την οποία παραπονείτο μόνο για την απόρριψη της αγωγής του ως προς την παραπάνω κύρια βάση της και δη για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί ουσιαστικής αβασιμότητας της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής του, κανένα δε παράπονο δεν εξέφραζε για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του.
Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε την ασκηθείσα από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα έφεση και ως ουσία βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής, κράτησε και δίκασε κατά το μέρος αυτό την αγωγή, την οποία και απέρριψε τελικά, κατά την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, χωρίς να ερευνήσει την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, με τη σκέψη και παραδοχή ότι "Περαιτέρω και ως προς την πρωτοδίκως ερευνηθείσα και απορριφθείσα ως απαράδεκτη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, και δη αυτής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν υφίσταται ειδικός λόγος έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, ώστε κατά το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς έρευνα".
Με το να μη ερευνήσει τη βάση αυτή, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη αίτηση, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού ως προς τη σχετική απορριπτική της εν λόγω βάσης (επικουρικής) διάταξη της πρωτόδικης απόφασης δεν πλήττονταν με λόγο έφεσης η κρίση αυτή από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα και επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο είχε την εξουσία να εξετάσει την αγωγή μόνο ως προς το μέρος κατά το οποίο επλήττετο με την έφεση του αναιρεσείοντος, δηλαδή κατά την κύρια βάση της.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αφενός μεν την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής του για καταβολή του αιτούμενου ποσού με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αλλά θεώρησε και αυτήν ως απαράδεκτη, ενώ έπρεπε να την εξετάσει και χωρίς την ύπαρξη σχετικού λόγου έφεσης, και αφετέρου την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της αγωγής του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της εν μέρει ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο υποβληθέν αίτημα του τελευταίου, ανάλογα όμως με την έκταση της ήττας του (άρθρα 176, 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 6080/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα. Και ΚΑΤΑΝΕΜΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ