Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive contract law arguments regarding interest claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Third Instance Court's final decision. The appellants argued that the lower court incorrectly applied civil code provisions regarding interest and failed to consider specific defense arguments. The court found these claims baseless, noting that no debt existed prior to the specific claim determination and that the lower court properly addressed all defense points.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; Articles 371, 341, 345 of the Civil Code; Article 4 of Presidential Decree 166/2003; Article 101 of the Law on the Protection of Consumers and Users: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or participate as required, and the substantive claim for interest is dismissed if no prior obligation existed to generate the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1254/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου Κ. Κ., 2) Σ. Τ. του Δ., 3) Ε. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Κουτσούκη, που ανακάλεσε την από 10/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Δάφνη Κουτσούκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." (πρώην "...") και με το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198/2011 μη οριστική και 4253/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1944/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/7/2020 αίτησή τους και τους από 16/12/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 και 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος ή ο ομόδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6815/26-7-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Έ., την οποία προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης μετά της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση της αναιρεσίβλητης, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 7ης-2-2022, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Η τελευταία, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την παραπάνω δικάσιμο (7-2-2022), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με εκφώνησή της με τη σειρά του πινακίου και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρούσα.
Η υπό κρίση από 11-7-2020 (4442/540/14-7-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 1944/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Με το από 16-12-2021 (145/16-12-2021) δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ασκήθηκαν εμπρόθεσμα πρόσθετοι λόγοι και, επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. "αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του Α.Κ.), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση, ενώ, επίσης, είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται, μόνο, στις συμβατικές ενοχές. Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται, υπό την έννοια ότι, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ` έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ` άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι, όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση, με τη σύμβαση, της συμπληρώσεώς της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους. Επίσης, ο προσδιορισμός της παροχής δύναται να συμφωνηθεί ότι αφήνεται στην κρίση και των δύο μερών και είναι δυνατόν να ανατέθηκε με τη συμφωνία από κοινού στους συμβαλλομένους, Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του ως άνω άρθρου 371 του Α.Κ., αν ο προσδιορισμός της παροχής δεν έγινε από συμβαλλόμενο ή τρίτο κατά δίκαιη κρίση ή βραδύνει, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, γίνεται από το δικαστήριο.
Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ή των συμβαλλομένων, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό αυτό με κρίση άδικη ή αν βραδύνει ή αρνείται ή αδυνατεί προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δεν ελέγχει, απλώς, το δίκαιο ή άδικο της κρίσεως του συμβαλλομένου ή του τρίτου, που προέβη στον προσδιορισμό της παροχής, αλλά, αν κρίνει αυτήν άδικη, υπεισέρχεται στη θέση εκείνου, που είχε το δικαίωμα προσδιορισμού της παροχής, αντικαθιστώντας την άδικη κρίση με δίκαιη, όπως ακριβώς έπρεπε να πράξει ο δικαιούμενος από τη σύμβαση να προσδιορίσει την παροχή (Α.Π. 23/2022, Α.Π. 1118/2018, Α.Π. 1114/2018, Α.Π. 533/2016, Α.Π. 1354/ 2015, Α.Π. 110/2015).
Η απόφαση του δικαστηρίου είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη, υπό την έννοια ότι διαμορφώνει τη συμβατική σχέση, ανατρέχοντας, ως προς τον προσδιορισμό, με δίκαιη κρίση, της αόριστης παροχής, στο χρόνο ισχύος της. Το π.δ. 166/2003, που άρχισε να ισχύει από 05-06-2003 και ίσχυε, κατά τον κρίσιμο, στην προκειμένη περίπτωση, χρόνο δημιουργίας των επίδικων απαιτήσεων, με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, σκοπούσε στην καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, οι δε διατάξεις του εφαρμόζονται στις πληρωμές, που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή (άρθρ. 2) και στην περίπτωση "καθυστέρησης πληρωμής", δηλαδή της μη τήρησης της συμβατικής ή νόμιμης προθεσμίας πληρωμής.
Ως "εμπορική συναλλαγή", κατά την έννοια του ανωτέρω διατάγματος, νοείται κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά και κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής. Ως "επιχείρηση" νοείται κάθε οργάνωση, η οποία ενεργεί στα πλαίσια ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο (άρθ. 3 παρ. 1 β`).
Στο άρθρο 4 του ως άνω προεδρικού διατάγματος ορίζεται ότι: "1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους:
α) Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών, β) Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας, γ) Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου, δ) Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παρ. 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3.
Ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου ("επιτόκιο αναφοράς") προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες ("περιθώριο"), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση.
Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι για τις οφειλές από "εμπορική συναλλαγή", κατά την έννοια του ως άνω διατάγματος, ήτοι από συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων από παροχή αγαθών, που έλαβε χώρα μετά τις 5-6-2003, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του π.δ. 166/2003 και καθ` όσο χρονικό διάστημα αυτό ίσχυε (ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4152/ 2013, με τον οποίο καταργήθηκε το ως άνω άρθρο 4 παρ. 2), η επιχείρηση που οφείλει να καταβάλει την πληρωμή από την παροχή των αγαθών καθίσταται υπερήμερη και οφείλει τόκους υπερημερίας τριάντα (30) ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή υπηρεσιών ή την τυχόν προβλεπόμενη για την προμήθεια διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου και όχι από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής ή αγωγής, της οποίας το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα τράπηκε σε αναγνωριστικό, το δε οφειλόμενο ποσό τόκων υπερημερίας υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που προβλέπεται στο ίδιο παραπάνω προεδρικό διάταγμα (Ολ.
Α.Π. 10/2013, Α.Π. 142/2021, Α.Π. 730/2015, Α.Π. 766/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή, η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά άνευ άλλου και αδικοπραξία. Είναι, όμως, δυνατόν μία υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώνει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως ενέχουσα προσβολή δικαιώματος, το οποίο αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος και όφειλε αυτός να το σεβαστεί (Ολ.Α.Π. 967/1973, Α.Π. 14/2021, Α.Π. 1115/2015).
Οι αξιώσεις από τη σύμβαση και την αδικοπραξία είναι δυνατόν να συρρέουν και να ασκηθούν παράλληλα, δεν μπορούν, όμως, εφόσον αλληλοκαλύπτονται, να ικανοποιηθούν μαζί, αφού η ικανοποίηση της μιας καθιστά χωρίς αντικείμενο την άλλη, εκτός εάν από την τελευταία παρέχεται πρόσθετη έννομη προστασία, μη παρεχόμενη από τη συρρέουσα αντικειμενικά (Α.Π. 862/2020, Α.Π. 1354/2015, Α.Π. 737/2011).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 919 του Α.Κ., όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη), αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, προξενήσεως ζημίας, ήτοι δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημιάς στον άλλο και, παρά ταύτα, αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) να προκλήθηκε όντως ζημιά σε άλλον. 4) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημιάς.
Υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Ως προσβολή της προσωπικότητας θεωρείται κάθε διατάραξη από πράξεις τρίτων των επιμέρους εκφάνσεων αυτής, όπως είναι η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης επαγγελματικής, οικονομικής, επιστημονικής δραστηριότητας. Παράνομη είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική πράξη του τρίτου απαγορεύεται από διάταξη νόμου ή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή επιχειρείται κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας από πλευράς έννομης τάξεως, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 59 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει κατά του υπαιτίου αξίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που έπαθε, η οποία (ικανοποίηση) συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού ή σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις (Ολ.
Α.Π. 13/1999). Στο άρθρο 81 § 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2009, πριν δηλαδή την τροποποίησή του με το άρθρο 101 της συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία υπογράφηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:
α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής..". Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού 1/2003 του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 "για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ορίζεται ότι "Οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές, κατά την έννοια του άρθρου 81 παράγραφος 1 της συνθήκης, οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφαρμόζουν, επίσης, το άρθρο 81 της συνθήκης, στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές..".
Στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 703/1997 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν. 2000/1991, ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύονται πάσαι αι συμφωνίαι μεταξύ επιχειρήσεων, πάσαι αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής ενηρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον ή αποτέλεσμα την παρακώλυσιν, τον περιορισμόν ή την νόθευσιν του ανταγωνισμού ιδία δε αι συνιστάμενοι εις:
α) τον άμεσον ή έμμεσον καθορισμόν των τιμών αγοράς ή πωλήσεων ή άλλων όρων συναλλαγής, β) τον περιορισμόν ή τον έλεγχον της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) την κατανομήν των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) την εφαρμογήν άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές εις το εμπόριον, κατά τρόπον που να δυσχεραίνεται η λειτουργία του ανταγωνισμού, ιδίως δε εις την αδικαιολόγητην άρνησιν πωλήσεως, αγοράς ή συναλλαγής, ε) εις την εξάρτησιν συνάψεως συμβάσεως πωλήσεως από την αποδοχήν εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων προσθέτων παροχών που από τη φύσιν τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενον των συμβάσεων αυτών".
Η παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 703/1977 (η οποία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3784/2009) συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με αυτό το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 10/2011, Ολ.Α.Π. 29/1998, Α.Π. 156/2017).
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας ή λόγο έφεσης (ή αντέφεσης) (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 565/2021, Ολ.Α.Π. 294/1981, Α.Π. 489/2021, Α.Π. 194/2021, Α.Π. 782/2019, Α.Π. 104/2019, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 933/2018, Α.Π. 345/2017, Α.Π. 1326/2011). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 19/1991, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 38/2021).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., που αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ισχυρισμό σχετικά με αποδεικτικό μέσο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα νομίμως είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο και είχε επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (άρθρο 562 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1501/2014, Α.Π. 564/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, ως προς τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαια αυτής, τα ακόλουθα: "Οι 2ος, 3η και 4η ενάγοντες, ως προς τους οποίους και μόνο ερευνάται η αγωγή..., στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ως διατηρούντων μονάδες εκτροφής γαλακτοκομικών προϊόντων στην περιοχή της ..., κατά τα έτη 2003-2006 (ο 2ος), 2005-2006 (η 3η) και 2006 (η 4η), συνεργάστηκαν με την εταιρία με την επωνυμία "....", η οποία είχε ως κύριο αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, ακολούθως δε, μετά το Σεπτέμβριο του 2006, με την εναγομένη εταιρία, η οποία κατέστη καθολική διάδοχος της ως άνω εταιρίας με συγχώνευση, λόγω απορρόφησης αυτής...
Ειδικότερα, με άτυπες συμβάσεις που συνήφθησαν στην αρχή της συνεργασίας τους μεταξύ κάθε ενάγοντος και της εναγομένης συμφωνήθηκε η αποκλειστική προμήθεια της τελευταίας, για αόριστο χρόνο, με το παραγόμενο από τις γαλακτοπαραγωγικές μονάδες των εναγόντων αγελαδινό γάλα, το οποίο οι τελευταίοι πράγματι της πώλησαν και της παρέδωσαν...
Με την παραλαβή του γάλακτος ο οδηγός του οχήματος της εναγομένης εξέδιδε δελτίο αποστολής, ενώ το τίμημα της πώλησης η εναγομένη κατέβαλε εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μήνα για τη συνολική ποσότητα του πωληθέντος γάλακτος κατά τον προηγούμενο μήνα, εκδιδομένου του αντίστοιχου τιμολογίου πώλησης.
Αναφορικά με την τιμή του πωλούμενου γάλακτος, αυτή δεν καθορίστηκε εκ των προτέρων με σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, αλλά ο προσδιορισμός της ανατέθηκε στην εναγομένη...
Συνεπώς, η εναγομένη όφειλε να προβεί στον καθορισμό της τιμής του πωλούμενου σ' αυτήν γάλακτος κατά δίκαιη κρίση (άρθρο 371 ΑΚ), λαμβάνοντας προσθέτως υπόψη το σκοπό της σύμβασης, ο οποίος συνίστατο στην αποκομιδή κέρδους από κάθε συμβαλλόμενο μέρος..., εφόσον επρόκειτο για σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, κατά την οποία οι ενάγοντες στερούνταν του δικαιώματος να διοχετεύσουν το γάλα τους σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, ανταγωνίστρια ή μη της εναγομένης.
Συναφώς αποδείχθηκε ότι από το έτος 2001 η εναγομένη συμμετείχε σε συμφωνία με άλλες μεγάλες γαλακτοβιομηχανίες αναφορικά με τον καθορισμό των τιμών αγοράς του γάλακτος από τους γαλακτοπαραγωγούς και με τη μεταξύ τους κατανομή των γεωγραφικών περιοχών εφοδιασμού γάλακτος ανά την Ελλάδα, κατά τρόπο ώστε αφενός μεν να συμπιέσουν στο κατώτατο δυνατό επίπεδο την τιμή του παραγωγού, η οποία έτσι δεν αντιστοιχούσε σε εκείνη την τιμή που θα διαμορφωνόταν αν λειτουργούσαν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, αφετέρου δε να καταστήσουν αδύνατη τη μετακίνηση των κτηνοτρόφων-γαλακτοπαραγωγών από τη μία γαλακτοβιομηχανία στην άλλη, εφόσον επιθυμούσαν να αναζητήσουν καλύτερες τιμές...
Η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (Γ.Δ.Α.)... συγκροτηθείσα σε Ολομέλεια... εξέδωσε την υπ' αριθ. 369/V/2007 απόφασή της, με την οποία διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού, κατά παράβαση των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 81§1 ΣυνθΕΚ, αφενός μεν από το έτος 2004 οι γαλακτοβιομηχανίες ... είχαν προβεί σε συμφωνία καθορισμού των τιμών του αγελαδινού γάλακτος και κατανομής των πηγών εφοδιασμού του (γαλακτοπαραγωγών), αφετέρου δε από το έτος 2001 ο Σύνδεσμός Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (Σ.Ε.Β.Γ.Α.Π.), με απόφασή του, δεσμευτική για όλα τα μέλη του..., στα οποία συγκαταλεγόταν και η εναγομένη, είχε προβεί σε καθορισμό των ανώτατων και κατώτατων αγοράς του αγελαδινού γάλακτος, με την ανταλλαγή τιμοκαταλόγων μεταξύ ανταγωνιστριών επιχειρήσεων...
Με βάση τα παραπάνω... αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν καθόρισε την τιμή του αγελαδινού γάλακτος που αγόραζε από τους παραγωγούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, με 'δίκαιη κρίση'..., αλλά, αντιθέτως, εκμεταλλεύτηκε κατά τρόπο καταχρηστικό τη δεσπόζουσα θέση της στην εγχώρια αγορά γάλακτος...
και τη σχέση οικονομικής εξάρτησης προς αυτήν των γαλακτοπαραγωγών, οι οποίοι δεν διέθεταν ισοδύναμη λύση και ειδικότερα δεν μπορούσαν να επιδιώξουν υψηλότερη τιμή αγοράς μέσω συνεργασίας με άλλη γαλακτοβιομηχανία... Κατ' αυτό τον τρόπο, λόγω της διαμόρφωσης της τιμής του αγελαδινού γάλακτος σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με εκείνα που θα διαμορφώνονταν αν λειτουργούσε επαρκώς ο ανταγωνισμός, στην παρακώλυση, τον περιορισμό και τη νόθευση του οποίου απέβλεπαν οι εμπλεκόμενες στη 'συμφωνία της Λάρισας' γαλακτοβιομηχανίες, η εναγομένη ενήργησε πράξη ανταγωνισμού αντικείμενη στα χρηστά ήθη με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους ενάγοντες, η οποία συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις της αδικοπραξίας.
Υπό τις ανωτέρω συνθήκες..., η εναγομένη καθόρισε την τιμή γάλακτος που προμηθευόταν από αυτούς στα κάτωθι χαμηλά ποσά: α) για τον 2ο ενάγοντα... καθόρισε την τιμή ανά κιλό πωληθέντος γάλακτος, κατά μέσο όρο, κατά το έτος 2003 στο ποσό των € 0,34, κατά το έτος 2004 στο ποσό των € 0,33, κατά το έτος 2005 στο ποσό των € 0,33 και κατά το έτος 2006 στο ποσό των € 0,31, β) για την 3η ενάγουσα..., καθόρισε την τιμή ανά κιλό πωληθέντος γάλακτος, κατά μέσο όρο, κατά το έτος 2005 στο ποσό των € 0,29 και κατά το έτος 2006 στο ποσό των € 0,28 και γ) για την 4η ενάγουσα...
καθόρισε την τιμή ανά κιλό πωληθέντος γάλακτος, κατά μέσο όρο, κατά το έτος 2006 στο ποσό των € 0,28. Από τις ανωτέρω παρατιθέμενες τιμές προκύπτει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2006 η καθορισθείσα από την εναγομένη τιμή του αγελαδινού γάλακτος που προμηθευόταν από τους ενάγοντες είχε φθίνουσα πορεία, αν και δεν υπήρχαν αποκλίσεις στην ποιότητα και τη σύνθεση του παραχθέντος γάλακτος που να δικαιολογούν μείωση της τιμής...
ούτε υπήρχε μείωση στα ράφια των σημείων λιανικής πώλησης..., σε αντίθεση με το κόστος των ζωοτροφών που παρουσίασε σημαντικά αυξητική πορεία και που υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού θα επέφερε ανάλογη αύξηση στην τιμή του παραγωγού... Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά... κρίνεται ότι η μέση τιμή αγοράς του γάλακτος από τον παραγωγό για το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2003-2006, πρέπει να καθοριστεί, κατ' εύλογη κρίση (άρθρο 371 ΑΚ), στο ποσό των € 0,40/κιλό, που υπολείπεται του ποσού που εισέπρατταν οι ενάγοντες για το πωληθέν στην εναγομένη γάλα...
Κατά συνέπεια, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή αναφορικά με τις πωληθείσες στην εναγομένη ποσότητες γάλακτος, την τιμή πώλησής του κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και το συνολικώς εισπραχθέν τίμημα... προκύπτει ότι το δικαιούμενο από κάθε ενάγοντα ποσό διαφοράς μεταξύ της ως άνω καθορισθείσας εύλογης τιμής και της εισπραχθείσας τιμής ανά κιλό πωληθέντος αγελαδινού γάλακτος, που αποτελεί αντικείμενο της ενδοσυμβατικής αξίωσής του (υπόλοιπο τιμήματος), κατά τα άρθρο 513 και 371 Α.Κ....
ανέρχεται ι) για το 2ο ενάγοντα, ο οποίος κατά χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2003 έως και το Νοέμβριο 2006 πώλησε στην εναγομένη 761.650 κιλά γάλα και εισέπραξε ως τίμημα το ποσό των € 256.250,90, στο ποσό των € 48.409,10..., ιι) για την 3η ενάγουσα, η οποία κατά τους μήνες Ιούλιο 2005 έως Σεπτέμβριο 2006 πώλησε στην εναγομένη 7.935 κιλά γάλα και εισέπραξε ως τίμημα το ποσό των € 2.266,97, στο ποσό των € 907,03...
και ιιι) για την 4η ενάγουσα, η οποία κατά τους μήνες Ιανουάριο έως και Νοέμβριο 2006 πώλησε στην εναγομένη 36.428 κιλά γάλα και εισέπραξε ως τίμημα το ποσό των € 10.502,56, στο ποσό των € 4.068,64... Τα ποσά αυτά δικαιούνται οι ενάγοντες με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση (άρθρο 346 ΑΚ), καθόσον πριν τον κατ' άρθρο 371 εδ.
β' ΑΚ προσδιορισμό της εκπληρώσιμης παροχής από το δικαστήριο απόφασή του δεν υφίσταται προσδιορισμένη απαίτηση, την οποία είχε υποχρέωση να καταβάλει η εναγομένη στους ενάγοντες και επομένως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 345 ΑΚ για οφειλή τόκων υπερημερίας, απορριπτομένου ως εκ τούτου στην ουσία του οικείου σκέλους του 4ου λόγου της αντέφεσης, με το οποίο προβάλλεται παράπονο για την περιλαμβανόμενη στην εκκαλούμενη απόφαση όμοια κρίση και την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, άλλως από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους για το οφειλόμενο ποσό του προηγούμενου έτους, άλλως από τις 26-3-2008, που επιδόθηκε στην εναγομένη η από 20-3-2008 εξώδικη όχληση.
Επίσης με το οικείο σκέλος του 3ου λόγου της αντέφεσής του οι ενάγοντες-αντεκκαλούντες παραπονούνται ότι για τον υπολογισμό των πιο πάνω ποσών εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως εισπραχθείσα τιμή εκείνη που αναγράφεται στα τιμολόγια πώλησης, καθόσον αυτή δεν αποτελούσε την καθαρή τιμή του πωληθέντος γάλακτος, αλλά τη διαμορφωθείσα με το συνυπολογισμό του ΦΠΑ 8% και των κρατήσεως υπέρ ΕΛ.Ο.Γ. 0,33%..., κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί το εισπραχθέν από κάθε ενάγοντα συνολικό τίμημα, ώστε να αυξηθεί ανάλογα το δικαιούμενο από καθένα του ποσό...
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο τρόπος του υπολογισμού των ποσών που έπρεπε να λάβουν οι ενάγοντες με τιμή € 0,40/κιλό πωληθέντος γάλακτος είναι σύμφωνος με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ο ερευνώμενος λόγος αντέφεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή με αυτόν επιχειρείται ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 526 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ποσοτική αύξηση των αιτηθέντων και ήδη επιδικασθέντων...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης και την αντέφεση των εναγόντων-αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων, γαλακτοπαραγωγών ως ουσία βάσιμη.
Συγκεκριμένα, το ως άνω Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι το τίμημα, το οποίο κατέβαλε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, έχοντας το δικαίωμα του καθορισμού του, για τις υπό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων πωληθείσες και παραδοθείσες σ' αυτήν ποσότητες αγελαδινού γάλακτος, δυνάμει των αντίστοιχων συμβάσεων πωλήσεως, που είχαν καταρτίσει οι διάδικοι, δεν προσδιορίστηκε με δίκαιη κρίση, υπεισήλθε στη θέση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και προσδιόρισε, με δίκαιη κρίση, την παροχή (τίμημα) ανά μονάδα μέτρησης του πωληθέντος γάλακτος στο ποσό των 0,40 ευρώ και, εντεύθεν, καθόρισε τη διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του εκάστοτε καταβληθέντος από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα σχετικά παραστατικά, την οποία αυτή οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος περιέχεται στα ΑΙ, Α
ΙΙ και Α
ΙΙΙ κεφάλαια του αναιρετηρίου και τον αντίστοιχο πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο αφενός μεν, παρά το νόμο, απέρριψε ως απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της αντέφεσής τους, κατ' άρθρο 526 του Κ.Πολ.Δ., παρότι δεν αφορούσε σε ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά στον ποσοτικό προσδιορισμό της αξίωσης αποζημίωσής τους, κατ' άρθρο 298 του Α.Κ., αφετέρου δε ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 703/1977, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το ν. 3959/2011, το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), σύμφωνα με τις οποίες αποκαταστατέα είναι η πλήρης αποζημίωση του θιγομένου, η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, συνίσταται στην καθαρή τιμή του πωληθέντος γάλακτος, χωρίς το συνυπολογισμό του Φ.Π.Α.
και των κρατήσεων υπέρ ΕΛ.Ο.Γ., αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι οι κατά τα ως άνω αναγνωρισθείσες ως οφειλόμενες απαιτήσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αφορούν στην αποζημίωσή τους, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και, εντεύθεν, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 298 του Α.Κ., ενώ, όπως προεκτίθεται στις παραδοχές της προσβαλλομένης, αποτελούν το, κατ' άρθρο 371 του Α.Κ., καθορισθέν τίμημα εκ των συμβάσεων πωλήσεως, που κατήρτισαν οι διάδικοι και δη τη διαφορά μεταξύ του δικαστικώς καθορισθέντος και του καταβληθέντος υπό της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, κατά μερική παραδοχή του κυρίου αγωγικού αιτήματος.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις των εναγόντων-αντεκκαλούντων, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 526 του Κ.Πολ.Δ., προβλήθηκαν, το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, με τον τρίτο λόγο της αντέφεσής τους, ως αποτελούσες ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, τις απέρριψε (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.).
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, το οποίο επιδίκασε τόκους από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 371, 341 και 345 του Α.Κ. καθώς και αυτήν του άρθρου 4 του π.δ. 166/2003. Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες, καθόσον, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, πριν από τον, κατ' άρθρο 371 του Α.Κ., προσδιορισμό των απαιτήσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, δεν υπήρχε γεννημένη αξίωση τούτων προς παροχή και, συνεπώς, δεν συντρέχει υπερημερία της τελευταίας ούτε για οποιονδήποτε λόγο καθυστέρηση καταβολής της, αφού δεν υφίστατο προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας από την παρέλευση 30 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, άλλως από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους για το οφειλόμενο ποσό του προηγούμενου έτους, άλλως από της οχλήσεως της εναγομένης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλομένη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει το κύριο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου πώλησης, δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο αντέφεσης, με τον οποίο το εν λόγω αίτημα είναι νόμιμο, ερειδόμενο στη διάταξη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ (πρώην 8 της ΣυνθΕΚ), είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με τα άρθρα 341, 345 του Α.Κ., είτε σε συνδυασμό και με το άρθρο 371 του Α.Κ.
Από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτίθεται, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω λόγο αντέφεσης των ήδη αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ρητά. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει ν' απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.).
Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-7-2020 (4442/540/14-7-2020) αίτηση των 1) Ι. Σ., 2) Σ. Τ. και 3) Ε. Π. για αναίρεση της 1944/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που περιέχονται στο από 16-12-2021 (145/16-12-2021) δικόγραφο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ