Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored specific prior decisions regarding evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by three companies against a Third Instance Court decision. The appellants argued that the lower court erred by failing to consider specific prior judgments when evaluating evidence under Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure. The court found that the lower court had indeed taken these documents into account alongside other evidence to form its conclusion, rendering the appeal groundless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3), 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging that a lower court failed to consider specific prior decisions when forming its evidentiary assessment is inadmissible if the record demonstrates the lower court did examine and weigh those documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1254/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Βογιατζή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Π. του Δ., κατοίκου …, 3) Π. Π. του Κ., 4) Β. Π. του Κ., 5) Α. Κ. του Χ., κατοίκων …, 6) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βογιατζή και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Φ. Τ., χήρας Χ. Τ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Τόλη και Δημήτριο Μπριάνη και κατέθεσε προτάσεις, 8) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Α. - Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Φ. - Ά. Μ., η οποία λόγω της ανηλικότητάς της εκπροσωπείται από τους γονείς της Ι. Μ. και Α. - Β. Τ., κατοίκους ..., που από κοινού ασκούν την γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης κόρης τους, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεωργίας Τόλη και Δημητρίου Μπριάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Ο. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Α. Β. Κ. Ε. Ε. Π.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κλουδά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Βογιατζή και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Π. του Δ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 3) Π. Π. του Κ., 4) Β. Π. του Κ., 5) Α. Κ. του Χ., κατοίκων ..., 6) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βογιατζή και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Φ. Τ., χήρας Χ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Τόλη και Δημήτριο Μπριάνη και κατέθεσε προτάσεις, 8) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Α. - Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Ι. Μ. και Αγνής - Βασιλείας Τερλιξή ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Φ. - Ά. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεωργίας Τόλη και Δημητρίου Μπριάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Γ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Ε., Τ. Α. Κ. Ε. Δ., Π. Κ. Π." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσακανίκα, που ανακάλεσε την από 4/12/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Τ., χήρας Χ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεωργία Τόλη και Δημήτριο Μπριάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Α. - Β. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Ι. Μ. και Αγνής - Βασιλείας Τερλιξή ως ασκούντων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Φ. - Ά. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Γεωργίας Τόλη και Δημητρίου Μπριάνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποίηση της υπό στοιχείο Β αιτήσεως: 1) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Ε., Τ. Α. Κ. Ε. Δ., Π. Κ. Π." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο ως προς την αίτηση αυτή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2012 αγωγή των υπό στοιχεία Α1-Α6 και Β1-Β6 και Γ1-Γ4 ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 18/6/2012 αγωγή των υπό στοιχεία Α7-Α10 και Β7-Β10 και Γ1-Γ4 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6250/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 22/3/2019 αίτησή της, η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 18/3/2019 αίτησή της και η υπό στοιχείο Γ αναιρεσείουσα με την από 22/3/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεών του, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εισάγονται προς συζήτηση οι από: α) 22-3-2019, β) 18-3-2019 και γ) 22-3-2019 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 6250/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι τέσσερεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων στις ως άνω δύο πρώτες αιτήσεις αναίρεσης, ο ήδη αποβιώσας Κ.
Π. (μη διάδικος σ' αυτές), οι πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων στις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης και ο Χ. Κ. (μη διάδικος σ' αυτές), με την από 24-5-2012 αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθούν, εκτός της άλλης, και οι αναιρεσείουσες στις ως άνω δύο πρώτες αιτήσεις αναίρεσης ανώνυμες εταιρείες να καταβάλουν σε καθένα απ' αυτούς (ενάγοντες), εις ολόκληρον η καθεμία, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης που υπέστησαν, συνεπεία της τελεσθείσας σε βάρος των αποθανόντων και τραυματισθέντων συγγενικών τους προσώπων αναφερόμενης αδικοπραξίας των πιο πάνω εναγομένων.
Επίσης, οι έβδομη, όγδοος, ένατη και δέκατοι των αναιρεσιβλήτων στις ως άνω δύο πρώτες αιτήσεις αναίρεσης-αναιρεσίβλητοι στην τρίτη πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, με την από 18-6-2012 αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθούν, εκτός των άλλων, και οι τρεις αναιρεσείουσες στις ως άνω τρεις αιτήσεις αναίρεσης ανώνυμες εταιρείες να καταβάλουν σε καθένα απ' αυτούς (ενάγοντες), εις ολόκληρον η καθεμία, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, συνεπεία της τελεσθείσας αδικοπραξίας σε βάρος του αποθανόντος συγγενικού τους προσώπου, συζύγου για την πρώτη, πατέρα για τους δεύτερο και τρίτη και παππού για την τέταρτη αυτών.
Επί των παραπάνω αγωγών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 83/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν αυτές εν μέρει δεκτές ως προς τις αναφερόμενες εναγόμενες (αναιρεσείουσες) και για τα εκτιθέμενα ποσά. Κατά της εν λόγω απόφασης άσκησαν εφέσεις, εκτός από τις έβδομη, όγδοο, ένατη και δέκατους των αναιρεσιβλήτων στις ως άνω δύο πρώτες αιτήσεις αναίρεσης-αναιρεσίβλητους στην τρίτη πιο πάνω αίτηση αναίρεσης, και οι τρεις αναιρεσείουσες στις πιο πάνω αιτήσεις αναίρεσης (ξεχωριστά η καθεμία).
Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η πιο πάνω προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας στην ως άνω τρίτη αίτηση αναίρεσης, ενώ ως προς τις λοιπές δύο εφέσεις των ήδη αναιρεσειουσών, εκτός των άλλων, αυτές έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν μόνο ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εφεσιβλήτων (Π.
Π. και Β. Π.), ως προς τους οποίους εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και ακολούθως απορρίφθηκε η αγωγή καθ' όσον αφορά στο αιτούμενο ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του πατέρα τους Κωνσταντίνου Π. και επιπλέον απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτές ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους.
Α) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "Α. Κ. Ο.Ε.".
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 4 στοιχείο α', 6 παρ. 1, 5 και 6, 7 παρ. 1 και 2 του ν. 2251/1994 συνάγεται ότι ο νόμος για την προστασία των καταναλωτών δεν σκοπεί να υποκαταστήσει το πλέγμα των νομικών διατάξεων, το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες από την πώληση ελαττωματικού πράγματος, αλλά θεσμοθετεί την ευθύνη του παραγωγού που διέθεσε στην αγορά προϊόντα μη ασφαλή, από τη χρήση των οποίων προέκυψε ζημία στον καταναλωτή.
Ειδικότερα: 1) κατά το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' του ν. 2251/1994 "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους", 2) κατά την ίδια ως άνω διάταξη του εδ.
β', προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή και 3) κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου παραγωγός θεωρείται ο κατασκευαστής τελικού προϊόντος, πρώτης ύλης ή συστατικού, καθώς και κάθε πρόσωπο που εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος επιθέτοντας σε αυτό την επωνυμία, το σήμα ή άλλο διακριτικό του γνώρισμα.
Προϊόντα με την έννοια αυτού του άρθρου θεωρούνται και τα κινητά πράγματα που ενσωματώθηκαν ως συστατικά σε άλλα πράγματα κινητά ή ακίνητα. Προϊόντα θεωρούνται επίσης οι φυσικές δυνάμεις, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο. Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν η ταυτότητα του παραγωγού είναι άγνωστη, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται για την εφαρμογή του νόμου αυτού παραγωγός, εκτός αν μέσα σε εύλογο χρόνο ενημερώσει τον καταναλωτή για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν.
Το ίδιο ισχύει και για τον προμηθευτή προϊόντων εισαγωγής, όταν η ταυτότητα του εισαγωγέα είναι άγνωστη, έστω και αν η ταυτότητα του παραγωγού είναι γνωστή. Περαιτέρω, η ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων ρυθμίζεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2251/1994, που έχει ενσωματώσει την υπ' αριθ. 85/374/25.7.1985 Οδηγία της ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών-μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων.
Η ρύθμιση αποτελεί στην ουσία ειδική ρύθμιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων, ενώ οι κοινές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στον καταναλωτή (άρθρ. 14 § 5 ν. 2251/1994) ή πρόκειται για θέματα τα οποία δεν καλύπτονται από την ειδική ρύθμιση.
Στο πλαίσιο της ειδικής αυτής ρύθμισης του άρθρ. 6 του ν. 2251/1994, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία, στην οποία περιλαμβάνεται η βλάβη ή καταστροφή, εξαιτίας του ελαττωματικού προϊόντος, κάθε περιουσιακού στοιχείου του καταναλωτή καθώς και η ζημία λόγω θανάτου ή σωματικής βλάβης (§ 6), που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του (§ 1).
Η ικανοποίηση όμως της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, πριν τις 10-7-2007, δεν καλυπτόταν από τις διατάξεις του νόμου αυτού, αλλά από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, οι οποίες ρυθμίζουν και την ευθύνη του προμηθευτή ελαττωματικού προϊόντος (άρθ. 1 § 4 εδάφιο β' του ν. 2251/1994), όταν αυτός δεν εξομοιώνεται με τον παραγωγό.
Ήδη όμως με το ν. 3587/2007 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 6 του προηγούμενου νομοθετήματος και ορίζεται πλέον ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης οφείλεται και σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Η διάταξη αυτή ισχύει από 10-7-2007 (ΦΕΚ Α'152/10-7-2007) και εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ελαττωματικών προϊόντων που έλαβαν χώρα μετά ταύτα.
Η ειδική, ως άνω, ρύθμιση της ευθύνης του παραγωγού αποσκοπεί στη διαφύλαξη της σωματικής και περιουσιακής ακεραιότητας των καταναλωτών (διαφέρον ακεραιότητας) από προσβολές εξαιτίας ελαττωματικών προϊόντων. Αντίστοιχα προς το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθ. 6 § 5 εδ. α' του ν. 2251/1994 ως ελαττωματικό το προϊόν εκείνο που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια, ενόψει όλων των ειδικών συνθηκών και ιδίως της εξωτερικής εμφάνισής του, της εύλογα αναμενόμενης χρησιμοποίησής του και του χρόνου, κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.
Ελαττωματικό, συνεπώς, είναι το επικίνδυνο προϊόν, που αντιδιαστέλλεται από το ασφαλές και με την έννοια αυτή η ελαττωματικότητα του προϊόντος συνδέεται κατά τρόπο άμεσο με τη θεμελίωση της ειδικής αδικοπρακτικής ευθύνης του παραγωγού. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του κατά τις κοινές διατάξεις απαιτείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, με την οποία να συνδέεται η (αντικειμενική) βλαπτική ελαττωματικότητα του προϊόντος.
Η συμπεριφορά είναι παράνομη, όχι μόνο όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ. Σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τη γενική επιταγή δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).
Τα κατάλληλα μέτρα μπορεί να προκύπτουν άμεσα από διάταξη ουσιαστικού νόμου, διαφορετικά προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων. Διαμορφώνονται έτσι οι ειδικότερες συναλλακτικές υποχρεώσεις, που συνδέονται με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα και καθορίζουν το αναγκαίο επίπεδο ασφάλειάς της.
Δραστηριότητα, που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, αποτελεί και εκείνη του παραγωγού (ή ανάλογα του προμηθευτή) προϊόντων, ο οποίος με τη διαφήμιση και την προβολή των προϊόντων του εμπεδώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και δημιουργεί δεσμό πίστης, από τον οποίο απορρέουν αντίστοιχες συναλλακτικές υποχρεώσεις του.
Κοινή συνισταμένη των υποχρεώσεων του παραγωγού είναι η οργάνωση της παραγωγής με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου του προϊόντος και της πληροφόρησης του καταναλωτικού κοινού. Η παράβαση με οποιοδήποτε τρόπο της υποχρέωσης αυτής, που έχει ως συνέπεια την παραγωγή και διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που θέτουν σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, αποτελεί συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης του παραγωγού και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας του προϊόντος.
Αναμφίβολα αποτελεί παράνομη και κατ' αρχήν και υπαίτια (άρθ. 330 εδ. β' ΑΚ) συμπεριφορά που δικαιολογεί, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης, αποζημίωση για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. Με την παράγραφο 1 του άρθ. 7 του ν. 2251/1994, που ενσωμάτωσε την υπ' αριθμό 92/59 Οδηγία της ΕΟΚ για την ασφάλεια των προϊόντων, ορίζεται ότι οι προμηθευτές (άρθ. 1 § 4 εδ.
β' ν. 2251/1994) υποχρεούνται να διαθέτουν στην αγορά μόνο ασφαλή προϊόντα, ενώ με τις §§2 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται πότε ένα προϊόν είναι ασφαλές και πότε οι προμηθευτές θεωρούνται ότι συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων. Συνάγεται έτσι άμεσα από το νόμο συγκεκριμένη συναλλακτική υποχρέωση, η παράβαση της οποίας αποτελεί παράβαση επιτακτικού κανόνα δικαίου, που επισύρει αυτόνομα την αδικοπρακτική ευθύνη των προμηθευτών.
Ενόψει όλων αυτών, το ελάττωμα και η ταυτότητα του προϊόντος, η ζημία από τη συνηθισμένη (την κατά προορισμό) χρήση του και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ελαττώματος και ζημίας είναι στοιχεία που έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων καταναλωτής (ή ο ζημιούμενος τρίτος) για να θεμελιώσει και κατά τις κοινές διατάξεις αδικοπρακτική ευθύνη του παραγωγού ή ανάλογα των προμηθευτών του (άρθ. 338 § 1 ΚΠολΔ).
Το αίτιο όμως της βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος με τη μορφή της υπαίτιας παράβασης συγκεκριμένης συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού ή των προμηθευτών του προϊόντος, ο καταναλωτής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να το προσδιορίσει και να το αποδείξει, αφού αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος, δηλαδή προς τη σφαίρα επιρροής άλλων προσώπων, και συνεπώς δεν μπορεί να γνωρίζει τις πράξεις ή παραλείψεις καθώς και ποιου προσώπου, από εκείνα που αναμείχθηκαν στη διαδικασία διάθεσης, οδήγησαν στην κυκλοφορία ελαττωματικού προϊόντος.
Γίνεται έτσι δεκτό, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 925 ΑΚ, που απηχεί τη λεγόμενη θεωρία των σφαιρών επιρροής ή προέλευσης των κινδύνων, ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από το σχετικό βάρος και αντίθετα έχει το βάρος ο παραγωγός ή ο προμηθευτής του προϊόντος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι κατά το χρόνο που το προϊόν ήταν στη σφαίρα επιρροής του, δεν υπήρξε πλημμέλεια στην παραγωγή ή ανάλογα στη συντήρηση και διάθεση του προϊόντος ή ότι η τυχόν πλημμέλεια δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του ή σε υπαιτιότητα προσώπων για τα οποία ευθύνεται.
Έτσι με αντιστροφή του βάρους απόδειξης, η αδικοπρακτική ευθύνη των προσώπων αυτών διαμορφώνεται, κατά τις κοινές διατάξεις σε νόθο αντικειμενική (ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1149/2014, ΑΠ 891/2013, ΑΠ 1375/2010). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 47014/1971 ΥΑ περί "καθιερώσεως ως Εθνικής Προδιαγραφής της υπ' αριθμ.
NHS 12/1971 τοιαύτης επί φιαλών αερίου" ορίζονταν, μεταξύ άλλων, τα τεχνικά χαρακτηριστικά, η σήμανση, η δειγματοληψία, ο βαθμός πλήρωσης και ο περιοδικός έλεγχος "φιαλών υγραερίου κατασκευαζόμενων εκ χαλυβδοελάσματος δια συγκολλήσεως και χρησιμοποιούμενων δια την διανομή εμπορικού υγραερίου, ήτοι προπανίου και μειγμάτων βουτανίου προπανίου".
Σύμφωνα με τις διατάξεις των αριθμ. 4.11.5, 7.1, 7.2 και 7.5 αυτής της ΥΑ : "Αι εισαγόμενοι εκ του εξωτερικού φιάλαι δέον όπως συνοδεύονται υπό πιστοποιητικών του κατασκευαστού, τα οποία περιλαμβάνουν τα μηχανικά και χημικά χαρακτηριστικά του χρησιμοποιηθέντος δια την κατασκευή των εισαγομένων φιαλών χαλυβδοελάσματος...Επί του χαλυβδοελάσματος των εισαγομένων φιαλών δύναται ωσαύτως να γίνη εξέτασις χημικής συνθέσεως...Εισαγόμεναι εκ του εξωτερικού φιάλαι μη πληρώσαι τας τεχνικάς απαιτήσεις ασφαλείας της παρούσης προδιαγραφής, επιστρέφονται εις τον ξένον κατασκευαστή τη ευθύνη του εισαγωγέως άλλως καταστρέφονται ...
Άπασαι αι φιάλαι υγραερίου υποβάλλονται ανά 10ετία εις περιοδικόν έλεγχον, τη ευθύνη και μερίμνη της ιδιοκτήτριας τούτων επιχειρήσεως. Ο έλεγχος ούτος περιλαμβάνει: α) εξωτερικήν (μακροσκοπικήν) εξέτασιν της φιάλης προς διαπίστωσιν φθορών, κακώσεων ή επεμβάσεων επ' αυτής, β) Υδραυλικήν δοκιμασίαν εις 32 bar/Kgf/cm2 (4.5), γ) έλεγχο απόβαρου (5.1 περ. 7), δ) έλεγχον στοιχείων σημάνσεως (που είναι κατ' αριθμ. 5.1:
ο εμπορικός τίτλος του κατασκευαστή, το έτος κατασκευής, ο αριθμός μητρώου, η χωρητικότητα της φιάλης σε λίτρα, η πίεση της πρώτης υδραυλικής δοκιμασίας - π.χ ΠΔ 32, το απόβαρο της κενής φιάλης, η λέξη υγραέριο, η πίεση λειτουργίας της φιάλης ήτοι η ανώτατη ταύτη βάσει της οποίας εγένετο υπό του κατασκευαστού ο υπολογισμός του πάχους του ελάσματος της φιάλης, ο εμπορικός τίτλος της εταιρίας εμπορίας υγραερίου και το καθαρό βάρος του περιεχομένου υγραερίου εις χιλιόγραμμα -πχ KB 10ΧΓΜ-), ε) έλεγχο χωρητικότητας εφόσον αυτό ήθελε απαιτηθεί (7.3.α)...Αι μέχρι της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της παρούσης προδιαγραφής υπάρχουσαι εν τη χώρα φιάλαι υγραερίου (εγχωρίως κατασκευασθείσαι ή εισαχθείσαι τοιαύται) δύνανται να χρησιμοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι θα υποστούν τους εν τω παρόντι Κεφ. 7 αναφερόμενους ελέγχους.
Ο επανέλεγχος ούτος δέον όπως έχει περατωθεί το αργότερο εντός δεκαετίας, ήτοι μέχρι και του έτους 1980. Μετά το έτος 1980 απαγορεύεται η υπό της ιδιοκτήτριας επιχειρήσεως εξαγωγή εκ του αποθηκευτικού χώρου ταύτης πλήρων φιαλών, εάν δεν έχωσι υποστεί τον προβλεπόμενο επανέλεγχο. Γενικώς δε απαγορεύεται η κυκλοφορία πλήρων φιαλών, εάν ο τελευταίος έλεγχος αυτών εγένετο προ χρόνου μεγαλύτερου της 10ετίας".
Εξάλλου, σύμφωνα με την Οδηγία 76/767/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27 Ιουλίου 1976 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των Κρατών μελών των αναφερομένων στις κοινές διατάξεις περί των συσκευών πιέσεως και των μεθόδων ελέγχου αυτών των συσκευών", η οποία τέθηκε σε ισχύ το έτος 1976 (όταν η Ελλάδα δεν ήταν μέλος της ΕΟΚ), ορίζονταν ότι θα πρέπει να κατασκευάζονται και να πιστοποιούνται "συσκευές πιέσεως τύπου ΕΟΚ".
Το έτος 1984, όταν η Ελλάδα ήταν μέλος της ΕΟΚ, τέθηκε σε ισχύ η ειδική για τις φιάλες αερίου Οδηγία 84/527/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1984 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις συγκολλητές φιάλες αερίου από μη κεκραμένο χάλυβα. Με την υπ' αριθμ. Β. 19340/1946/87 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας "Συγκολλητές φιάλες αερίου από μη κεκραμένο χάλυβα σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 84/527/ΕΟΚ" (ΦΕΚ 639, τ.
Β/27-11-87), ενσωματώθηκε (υποχρεωτικά) η Οδηγία 84/527/ΕΟΚ στο ελληνικό εθνικό δίκαιο. Στη συνέχεια, το έτος 1993, για την ασφαλή κατασκευή και κυκλοφορία των δοχείων πίεσης και συσκευών αερίου, με την υπ' αριθμ. 14.165/Φ17.4/373/1993 απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας για τη "Θέσπιση κανονισμού για την ασφαλή κατασκευή και κυκλοφορία των δοχείων πίεσης και συσκευών αερίου" (ΦΕΚ 673 τ.
Β/2-9-1993), θεσπίσθηκε ο περιοδικός έλεγχος φιαλών και εγκρίθηκαν οι Κανονισμοί Λειτουργίας των Κέντρων Επανελέγχου συγκολλητών φιαλών υγραερίου, με την ίδια δε απόφαση καθορίστηκαν οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται κατά τον περιοδικό επανέλεγχο όλων των φιαλών υγραερίου, καθώς και οι εργασίες που πρέπει να εκτελούνται κατά την περιοδικότητα των επανελέγχων (άρθρο 6, Παράρτημα 4 αυτής).
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τον επανέλεγχο των φιαλών που ήδη κυκλοφορούσαν κατά την έκδοση της παραπάνω υπουργικής απόφασης (28-7-1993), στο Παράρτημα 4, παρ. 2.2.2 αυτής ορίζεται ότι "οι κυκλοφορούσες στην αγορά φιάλες, κατά την έκδοση της παρούσης αποφάσεως, οφείλουν να υποβληθούν σε επανέλεγχο το αργότερο εντός εννέα (9) ετών από την έκδοση του παρόντος κανονισμού.
Η περιοδικότητα ελέγχου των φιαλών αυτών ορίζεται στα δέκα (10) έτη". Εξάλλου, το έτος 1999, τέθηκε σε ισχύ η Οδηγία 1999/36/ΕΚ του Συμβουλίου της 29 Απριλίου 1999 σχετικά με το μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση, η οποία και ενσωματώθηκε στο ελληνικό εθνικό δίκαιο με την υπ' αριθμ. 14132/618/20-11-2001 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 1626 τ.
Β/6-12-2001) "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/36 του Συμβουλίου της 29 Απριλίου 1999 σχετικά με το μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση, όπως αυτή τροποποιήθηκε με νεώτερη Οδηγία 2001/12/ΕΚ της Επιτροπής της 4ης Ιανουαρίου 2001 (παράρτημα V) για προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της Οδηγίας 1999/36/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με το μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση".
Ήδη, πλέον, τα των εγκαταστάσεων υγραερίου στα κτίρια, πλην βιομηχανιών βιοτεχνιών, ρυθμίζονται με τον εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση "Τεχνικό Κανονισμό εγκαταστάσεων υγραερίου στα κτίρια (πλην βιομηχανιών-βιοτεχνιών)" (ΦΕΚ 1257, τ. Β/3-9-2003), σύμφωνα με τον οποίο, οι φιάλες οι υφιστάμενες πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 99/36/ΕΚ, πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της υπ' αριθμ.
Β 19340/1946/87 ΚΥΑ των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, δεδομένου ότι αυτή αποτελούσε το μοναδικό ελληνικό νομοθέτημα που είχε εναρμονιστεί με την κοινοτική νομοθεσία (Οδηγία/84/527/ΕΚ, ΦΕΚ 639, τ. Β, 1987). Σύμφωνα δε με το άρθρο 2.1 της ανωτέρω υπ' αριθμ. Β 19340/1946/87 ΚΥΑ "Το υλικό που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του περιβλήματος αντοχής των φιαλών, πρέπει να είναι ο χάλυβας που ορίζεται στην EURONORM 120-83, ...2.1.4 Ο κατασκευαστής φιαλών πρέπει να λαμβάνει και να παρέχει πιστοποιητικά χημικής ανάλυσης χυτεύσεως του χάλυβα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των μερών που υπόκεινται σε πίεση, ...2.1.6 Ο κατασκευαστής πρέπει να τηρεί στη διάθεση του οργανισμού ελέγχου τα αποτελέσματα των δοκιμών και των μεταλλουργικών και μηχανικών εξετάσεων των συγκολλήσεων και να περιγράφει τις μεθόδους και τις διαδικασίες συγκολλήσεως που υιοθετεί, οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως αντιπροσωπευτικές των συγκολλήσεων που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της παραγωγής", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 2.2 αυτής "οι φιάλες πρέπει να παραδίδονται είτε σε τυποποιημένη κατάσταση (σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στην παράγραφο 68 του ευρωπαϊκού προτύπου EURONORM 120-83, αριθμ. 1.3), είτε αφού έχουν υποστεί κατεργασία επαναφοράς.
Ο κατασκευαστής των φιαλών πρέπει να πιστοποιεί ότι οι έτοιμες φιάλες έχουν υποστεί θερμική κατεργασία μετά την πραγματοποίηση όλων των συγκολλήσεων και πρέπει να βεβαιώνει την εφαρμοσθείσα θερμική κατεργασία. Η τοπική θερμική κατεργασία απαγορεύεται", κατά δε το άρθρο 1.4 της ανωτέρω ΚΥΑ "Ο όρος "ανόπτηση επαναφοράς" αναφέρεται στη θερμική κατεργασία στην οποία υπόκειται μια φιάλη, κατά τη διάρκεια της οποίας η φιάλη επαναφέρεται σε θερμοκρασία μικρότερη από το κατώτατο σημείο μετασχηματισμού (Acl) του χάλυβα, προκειμένου να μειωθούν οι παραμένουσες τάσεις", ενώ σύμφωνα με τα άρθρα 2.4.2.1 και 3.2.3.1, αντίστοιχα της ίδιας ΚΥΑ "ο κατασκευαστής οφείλει να περιγράφει τις μεθόδους και τις διαδικασίες συγκολλήσεως που χρησιμοποιεί και να αναφέρει τους ελέγχους που γίνονται κατά τη διαδικασία παραγωγής" και "η μετρούμενη πίεση θραύσεως (Ρ) δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερη των 9/4 της πιέσεως δοκιμής".
Τέλος, με την υπ' αριθμ. Β 11492/1590/1988 ΥΑ, η οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων και στις συγκολλητές φιάλες αερίου από μη κεκραμένο χάλυβα της ΚΥΑ Β 19340/1946/87 (βλ. άρθρο 1 περ. γ' αυτής), προβλέπεται στα άρθρα 3 και 6, αντίστοιχα ότι "Απαγορεύεται η κυκλοφορία, εισαγωγή, διακίνηση και εμπορία των εν λόγω φιαλών, εφόσον δεν πληρούν τις προδιαγραφές και τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στην ανωτέρω γενική απόφαση μας και στις ειδικότερες διατάξεις των υπό στοιχ.
α', β' και γ' (ΚΥΑ Β 19340/1946/87) αποφάσεών μας που τις αφορούν και δεν συνοδεύονται από τις κατά περίπτωση εγκρίσεις τύπου ΕΟΚ. Συσκευές πίεσης και φιάλες των ανωτέρω περιπτώσεων με άλλες προδιαγραφές και απαιτήσεις που παρέχουν τουλάχιστον ίση ασφάλεια προς τις διασφαλιζόμενες με τις ανωτέρω αποφάσεις μας, επιτρέπεται να κυκλοφορούν, να εισάγονται, να διακινούνται και να τίθενται στο εμπόριο, μόνο εφόσον συνοδεύονται από τα σχετικά πιστοποιητικά ενός αναγνωρισμένου Οργανισμού ελέγχου που θα πιστοποιεί αυτό" και "Συσκευές πίεσης και φιάλες που υπάγονται στην παρούσα απόφαση και παράγονται σε κράτος μέλος EE., στο οποίο ισχύει ένα σύστημα πιστοποίησης της ποιότητας αναγνωρισμένο από δημόσια αρχή του κράτους αυτού, εξαιρούνται από τους ελέγχους στο Τελωνείο Εισαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι το σύστημα πιστοποίησης της ποιότητας που ισχύει στη χώρα παραγωγής έχει αναγνωριστεί ως ισότιμο εκείνου της χώρας μας και υπάρχουν πιστοποιητικά που αποδεικνύουν ότι τα προϊόντα ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές ασφαλείας που απαιτούνται για την έγκριση προτύπου ΕΟΚ".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 4.2.1 του ΕΛΟΤ ΕΝ 1440, που από τις 7-2-1997 αποτελεί το Ελληνικό Πρότυπο επανελέγχου "οι φιάλες πρέπει να είναι σχεδιασμένες, να έχουν κατασκευασθεί και δοκιμασθεί κατά το prEN 1442, με εθνικό πρότυπο ή με ισοδύναμό του". Επίσης, αποδείχθηκε ότι στη …, στη συμβολή των οδών .. .. και .., λειτουργούσε μέχρι και την 20-6-2007, επιχείρηση εστίασης (οβελιστήριο-ψησταριά), την οποία εκμεταλλεύονταν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Β.
Π. - Μ. Π. Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Η. Ρ.". Διαχειρίστρια, διευθύντρια και ταμίας της εταιρίας αυτής, ήταν η Π. Β., σύζυγος Δημ. Π., ενώ απλό ομόρρυθμο μέλος της, μαζί με την ως άνω διαχειρίστρια, ήταν η αδερφή της τελευταίας, Π. Μ., σύζ. Κων/νου Π.. Η επιχείρηση αυτή στεγαζόταν σε ισόγειο κατάστημα τριώροφης οικοδομής μικτής χρήσης (κατοικιών - καταστημάτων), συνιδιοκτησίας οικογένειας Τσολακίδη, και είχε συνολική επιφάνεια 65 τμ, ενώ διέθετε πατάρι επιφάνειας 14 τ.μ., το οποίο ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και επικοινωνούσε με το ισόγειο μέσω μεταλλικής κλίμακας.
Το οβελιστήριο είχε μια και μοναδική είσοδο από την οδό Αγχιάλου, ενώ η πρόσοψή του ήταν καλυμμένη από υαλοπίνακα (τζαμαρία). Εντός και εκτός αυτού υπήρχαν τραπεζοκαθίσματα, ενώ στο εσωτερικό του και, συγκεκριμένα, στο δεξιό τμήμα του ισογείου, βρίσκονταν ο χώρος παρασκευής και πώλησης εδεσμάτων, ο οποίος διαχωριζόταν από την κυρίως αίθουσα με μεταλλικό πάγκο και, πίσω από αυτόν, ήταν τοποθετημένες, σε έτερο μεταλλικό πάγκο, πέντε συσκευές ψησίματος, ήτοι:
δύο ντόνερ (γύρος), μια ψησταριά, μια φριτέζα και μια πλάκα ψησίματος, που λειτουργούσαν με υγραέριο και ήταν συνδεδεμένες μέσω ελαστικών σωληνώσεων, με τρεις (3) συνολικά φιάλες προπανίου των 25 κιλών, οι οποίες ήταν τοποθετημένες σε μεταλλικό ερμάριο κάτω από τις προαναφερθείσες συσκευές. Οι δύο απ' αυτές διέθεταν στο στόμιό τους σύστημα αποτελούμενο από δύο μειωτήρες πίεσης η κάθε μια, και εξυπηρετούσαν τις τέσσερις από τις πέντε συσκευές ψησίματος, ενώ η τρίτη φιάλη διέθετε μόνο έναν μειωτήρα πίεσης και εξυπηρετούσε μόνο μια συσκευή.
Πάνω από τις συσκευές ψησίματος, υπήρχε εγκατεστημένο σύστημα απαγωγής καπνών, το οποίο αποτελούνταν από μεταλλική χοάνη και απαγωγό σωλήνα (που διερχόταν εφαπτόμενα στην τοιχοποιία), διέσχιζε το πατάρι και, μέσω αυτού, έβγαινε στον ακάλυπτο χώρο του κτιρίου και κατέληγε στην ταράτσα αυτού. Το δε τμήμα του απαγωγού σωλήνα που διερχόταν από το πατάρι, στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το μοτέρ απαγωγής καπνών, καλυπτόταν με νοβοπάν.
Περαιτέρω, στον ισόγειο χώρο, βρισκόταν τοποθετημένο ένα ψυγείο αναψυκτικών, ενώ στο βάθος υπήρχε έτερος μεταλλικός βοηθητικός πάγκος και πίσω από αυτόν οι λοιποί βοηθητικοί χώροι του οβελιστηρίου (W.C. και μία μικρή κουζίνα), ενώ, αριστερά αυτών, υπήρχε μεταλλική κλίμακα που οδηγούσε στο πατάρι. Στο πατάρι του οβελιστηρίου ήταν εγκατεστημένες τρεις συνολικά ηλεκτρικές συσκευές (θερμοσίφωνας, μοτέρ ψυγείου και το μοτέρ απαγωγής των καπνών), ενώ υπήρχε, επίσης, και ένα έπιπλο γραφείο, μια ταμειακή μηχανή, έγγραφα και ντοσιέ, αποδείξεις ταμειακής μηχανής ("Ζ") και μια σόμπα υγραερίου.
Το πατάρι διέθετε ένα συρόμενο παράθυρο προς τον ακάλυπτο χώρο του κτιρίου, ενώ στην πρόσοψή του προς το εσωτερικό του οβελιστηρίου καλυπτόταν από νοβοπάν, εμποδίζοντας την ορατότητα, στο εσωτερικό του από το ισόγειο του καταστήματος. Την 20-6-2007 και περί ώρα 23:36 μμ, εκδηλώθηκε έκρηξη - πυρκαγιά στο πατάρι του οβελιστηρίου, κατά το χρόνο που λειτουργούσε και εξυπηρετούσε πελάτες.
Ειδικότερα, αποδείχτηκε από καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων ότι κατά τον ως άνω χρόνο, αρχικά ακούστηκε ένας δυνατός συριγμός εντός του καταστήματος, προερχόμενος από τον χώρο του παταριού, ο οποίος ήταν τόσο έντονος, ώστε έγινε αντιληπτός και από περίοικους της περιοχής, και ο οποίος συνοδεύτηκε από δυνατό τριγμό των υαλοπινάκων (τζαμιών) τόσο του καταστήματος, όσο και παρακείμενων σπιτιών και καταστημάτων, ορισμένα εκ των οποίων μάλιστα έσπασαν.
Μια εκ των αδελφών ομορρύθμων εταίρων, χωρίς να είναι εφικτό να διευκρινισθεί ποια ακριβώς εκ των δύο, ανέβηκε στο πατάρι, όπου αφού άναψε το φως και διαπίστωσε ότι η επίδικη φιάλη είχε διαρραγεί, κατήλθε εκ του παταριού και ζήτησε από τους παρισταμένους εντός του καταστήματος, πελάτες και μη, να εξέλθουν από αυτό.
Πλην όμως, κατά την προσπάθεια των τελευταίων να απομακρυνθούν, επακολούθησε μια πολύ ισχυρή έκρηξη, συνοδευόμενη από ένα σύννεφο μαύρου καπνού που κατέκλυσε τον χώρο τον παταριού, και ακαριαία ανάφλεξη του υγραερίου. Ο χρόνος δε που μεσολάβησε από τον αρχικό κρότο και συριγμό, μέχρι την έκρηξη και την συνεπεία αυτής πρόκληση πυρκαγιάς, προσδιορίζεται από το σύνολο των μαρτύρων, σε 2-5 λεπτά της ώρας.
Από την έκρηξη-πυρκαγιά υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα οκτώ (8) συνολικά άτομα που βρίσκονταν στον χώρο του οβελιστηρίου, τα οποία αρχικά διακομίστηκαν μέσω του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός, και συγκεκριμένα: 1) η Β. Π. του Π. και της Μ., το γένος Σ., 60 ετών, η οποία υπέστη θερμικά εγκαύματα στο 95% της επιφάνειας του σώματός της και απεβίωσε εξαιτίας τους στις 29-6-2007, 2) η Μ.
Π. του Π. και της Μ., 52 ετών, η οποία υπέστη θερμικά εγκαύματα στο 80% της επιφάνειας του σώματος της και απεβίωσε εξαιτίας τους στις 27-6-2007, 3) ο Δ. Π. του Σ. και της Γ., 63 ετών, σύζυγος της διαχειρίστριας της εταιρίας, ο οποίος υπέστη θερμικά εγκαύματα στο 70% της επιφάνειας του σώματός του και απεβίωσε στις 29-6-2007, 4) ο Κ.
Π. του Σ. και της Β., 52 ετών, σύζυγος της Π. Μ., ο οποίος υπέστη θερμικά εγκαύματα στο 90% της επιφάνειας του σώματός του, παρέμεινε στη μονάδα εγκαυμάτων του ΓΝΑ Γεννηματάς έως την 4-3-2008, οπότε και εξήλθε έχοντας μόνο αντίληψη φωτός και μόνο από τον αριστερό οφθαλμό και δυνάμενος να βαδίσει μόνο με τη βοήθεια ετέρου προσώπου, 5) η Ε.
Κ. του Π. και της Μ., 57 ετών, αδερφή των δύο πρώτων, η οποία υπέστη θερμικά εγκαύματα και υπέκυψε στα τραύματα της κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, 6) η Μ. Σ. του Ν. και της Ε., 91 ετών, μητέρα των τριών αδερφών, η οποία υπέστη θερμικό έγκαυμα στο 40% της επιφάνειας του σώματός της, πολλαπλά θλαστικά τραύματα σώματος, βαθύ θλαστικό τραύμα αριστερού γόνατος και υπογνάθιας χώρας, απεβίωσε δε στις 27-6-2007 με πιθανή αιτία καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, 7) ο Χ.
Τ. του Α. και της Β., 68 ετών, πελάτης του καταστήματος, ο οποίος βρισκόταν εντός του καταστήματος και ο οποίος υπέστη θερμικό έγκαυμα στο 90% της επιφάνειας του σώματός του εκ του οποίου και απεβίωσε στις 27-6-2007 και 8) ο Λ. Α. του Β. και της Λ., 47 ετών, πελάτης του καταστήματος, ο οποίος καθόταν σε τραπέζι επί του πεζοδρομίου, έμπροσθεν της τζαμαρίας του καταστήματος και πλησίον της εισόδου αυτού, μαζί με την σύζυγο του, Α.
Σ., τον υιό τους και δύο ακόμη ανηλίκους (ανίψια τους), ηλικίας από 8 έως 13 ετών, ο οποίος τραυματίστηκε αλλά επέζησε. Παράλληλα, από την έκρηξη, καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς το πατάρι του οβελιστηρίου, ηλεκτροκίνητα μηχανήματα που υπήρχαν εντός αυτού (μοτέρ απαγωγού σωλήνα ψησταριάς, μοτέρ ψυγείου, θερμοσίφωνας), έπιπλα, έγγραφα, τιμολόγια, "Ζ" ταμειακής μηχανής, μια σόμπα υγραερίου, επιφανειακά το ξύλινο πάτωμα του παταριού, καθώς και μία ταμειακή μηχανή που υπήρχε αποθηκευμένη στο χώρο, ενώ αποκολλήθηκαν γυψοσανίδες που περιέκλειαν το πατάρι και τον απαγωγό σωλήνα της ψησταριάς, η τζαμαρία του καταστήματος μαζί με τα κουφώματά της, καθώς και τα παράθυρα του παταριού.
Προξενήθηκαν, επίσης, ζημιές σε υπερκείμενα διαμερίσματα του κτιρίου, καθώς και σε παρακείμενα καταστήματα, οικίες και αυτοκίνητα, που ήταν σταθμευμένα επί του οδοστρώματος. Στον χώρο του παταριού, όπου εκδηλώθηκε η έκρηξη πυρκαγιά, βρέθηκε, κατά την κατάσβεση αυτής από τους άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, μια φιάλη υγραερίου (μίγματος προπανίου-βουτανίου) των δέκα 10 κιλών, διαρρηγμένη κάθετα στον κορμό της, πεσμένη οριζόντια στο ξύλινο δάπεδο αυτού, πλησίον ενός επίπλου γραφείου που υπήρχε στο χώρο.
Κατά δε τον έλεγχο που έγινε στη φιάλη αυτή, προέκυψε ότι η στρόφιγγα παροχής υγραερίου αυτής ήταν κλειστή και δεν έφερε μειωτήρα πίεσης, ενδείξεις μη συνδεσμολογίας αυτής με κάποια συσκευή ή παροχή. Στο σώμα της φιάλης υπήρχε ανάγλυφο το λογότυπο της εταιρείας E. και στην κορυφή της στρόφιγγας το λογότυπο της εταιρείας Ε., στη δε βάση της στρόφιγγας αναγραφόταν ο αριθμός 167657, ενώ στη χειρολαβή της υπήρχαν τυπωμένοι, σε ανάγλυφη μορφή, δύο φορές ο αριθμός 98 και 03 σε μικρότερο μέγεθος (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. 26375/Φ. 706.6/14-11-2007 έγγραφο υποβολής προανακριτικής δικογραφίας του ανακριτικού γραφείου της Δ/νσης Πυρ/κών Υπηρεσιών Αθηνών). Η διαρραγείσα φιάλη, που ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρία Ε. ABEE, όπως και η ίδια συνομολογεί, ήταν τριμερής, χωρητικότητας 10kg, με απόβαρο 13,1 kg και όγκο 23,9 lt, κατασκευάσθηκε, όπως προκύπτει από τη χάραξη στο σώμα αυτής, το έτος 1967 από την εταιρία με το διακριτικό τίτλο "C.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, εισήχθη δε και έκτοτε διατίθεται στην ελληνική αγορά δια μεικτών συμβάσεων χρησιδανείου της φιάλης και πώλησης του περιεχομένου σε αυτή υγραερίου, από την ανωτέρω ιδιοκτήτρια αυτής εταιρία Ε.
Α.. Ο ισχυρισμός των εναγομένων των ως άνω αγωγών ότι η επίδικη φιάλη κατασκευάστηκε σε ευρωπαϊκή χώρα και δη στην Ιταλία, σύμφωνα με το ισχύον τότε ιταλικό πρότυπο κατασκευής, δεν αποδείχθηκε, μη αρκούσης της κατάθεσης του μάρτυρα της Ε. Α. ότι από τα αρχεία της εταιρίας και προηγούμενους συναδέλφους του γνωρίζει ότι η E. (στη θέση της οποίας έχει σήμερα υπεισέλθει η Ε.
Α.) αγόραζε φιάλες μόνον από ευρωπαϊκές xώρες, κατάθεση η οποία δεν κρίνεται πειστική, διότι δεν προσκομίστηκαν τα επικαλούμενα σχετικά αρχεία της Ε. Α., ενώ δεν προέκυψε από κανένα έγγραφο η πλήρης επωνυμία, η έδρα και η δραστηριότητα της εταιρίας "C." (η οποία είναι αμφίβολο, αν υφίσταται σήμερα, διότι η Ε.
Α. έπαψε, κατά τους ισχυρισμούς της, να εισάγει φιάλες της κατασκευής αυτής περίπου προ εικοσαετίας), η χώρα κατασκευής των προϊόντων που παρήγαγε, άρα και της επίδικης φιάλης, ούτε και προσκομίστηκε από την ιδιοκτήτρια της επίδικης φιάλης και εισαγωγέα στην ελληνική αγορά ανώνυμη εταιρία Ε. Α., πιστοποιητικό αρχικής αξιολόγησης και φάκελος με τα τεχνικά χαρακτηριστικά της επίδικης φιάλης ή έστω φιαλών της ίδιας κατασκευάστριας εταιρίας, ομοίων τεχνικών χαρακτηριστικών και έτους κατασκευής με την επίδικη, ώστε να προκύπτει το πρότυπο κατασκευής που ακολουθήθηκε, η τεχνική και το υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της επίδικης φιάλης και των ομοίων αυτής, παρότι μάλιστα, όπως κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας και δεν αμφισβητείται, είναι δεκάδες χιλιάδες στον αριθμό οι φιάλες της ανωτέρω κατασκευάστριας εταιρίας ("C.") έτους κατασκευής 1967, οι οποίες εξακολουθούν να διατίθεται μέχρι σήμερα στην ελληνική αγορά από την Ε.
Α.. Οι δε καταθέσεις των μαρτύρων Β. Τ. (υπαλλήλου της Ε.) και Κ. Π. (μάρτυρα υπεράσπισης των εκπροσώπων της Ε. Α.) ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, περί της χώρας κατασκευής της επίδικης φιάλης, κρίνονται επίσης ασαφείς, διότι βασίζονται σε υποθέσεις και δεν ενισχύονται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι όταν η επιληφθείσα του ατυχήματος αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία ζήτησε εγγράφως στις 25-6-2007 από την ως άνω εταιρεία "Ε. Α." ιδιοκτήτρια της ως άνω φιάλης φωτοαντίγραφα του τεχνικού φακέλου της, ο τρίτος εναγόμενος της από 18-6-2012 αγωγής απέστειλε με φαξ μόνον το πιστοποιητικό δοκιμής, άνευ λοιπών στοιχείων, πράγμα που αποδεικνύει ότι η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρεία δεν κατείχε το πρότυπο κατασκευής της φιάλης.
Περαιτέρω, από τους χρόνους εκτέλεσης των προβλεπόμενων από την ΥΑ 14165/Φ17.4/373/1993 ελέγχων αντοχής της επίδικης φιάλης που είναι χαραγμένοι πάνω στο σώμα της, αποδεικνύεται ότι η διαρραγείσα φιάλη ελέγχθηκε για πρώτη φορά το έτος 1998 και ακολούθως επανελέγχθηκε το έτος 2003. Για δε το έτος 2003 ο επανέλεγχος πιστοποιείται επιπρόσθετα και με βάση το πιστοποιημένο αρχείο που τηρείται στο κέντρο επανελέγχου συγκολλητών φιαλών υγραερίου της δεύτερης και έκτης εναγομένης στις ένδικες αγωγές της εταιρίας "Α.
Κ. ΟΕ". Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι από το έτος 1967 μέχρι και το έτος 1998 η επίδικη φιάλη δεν είχε ελεγχθεί και συντηρηθεί κατά παράβαση της υπ' αρ. 47014/1971 Υπουργικής Απόφασης περί "καθιερώσεως ως Εθνικής Προδιαγραφής της υπ' αρ. NHS 12/1971 τοιαύτης επί φιαλών αερίου", η οποία απαγόρευε τη διάθεση ομοίων φιαλών στην αγορά, εφόσον μέχρι το έτος 1980 δεν είχαν υποβληθεί στους εκεί αναφερόμενους επανέλεγχους, κατά τα αναλυτικώς προαναφερθέντα, καθώς και κατά παράβαση, σε κάθε περίπτωση, των άρθρων 3 και 6 της ΥΑ 11492/1590/1988, δεδομένου ότι η επίδικη φιάλη δεν συνοδευόταν από τα σχετικά πιστοποιητικά ενός αναγνωρισμένου Οργανισμού ελέγχου, που να πιστοποιεί ότι παρείχε τουλάχιστον ίση ασφάλεια προς τις διασφαλιζόμενες με την υπ' αριθμ.
ΥΑ Β 19340/1946/87 προδιαγραφές και προϋποθέσεις, ώστε να επιτρέπεται να κυκλοφορεί, να εισάγεται, να διακινείται και να τίθεται στο εμπόριο, καθόσον δεν αποδεικνύεται η κατασκευή της βάσει κάποιου αναγνωρισμένου ευρωπαϊκού προτύπου, ήτοι κράτους μέλους της EE, στο οποίο να ισχύει ένα σύστημα πιστοποίησης της ποιότητας αναγνωρισμένο από δημόσια αρχή του κράτους αυτού.
Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι η επίδικη φιάλη είχε υποβληθεί σε τέτοιους ελέγχους, παρά την απουσία εγχάρακτης αποτύπωσης στο σώμα της, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ.
Β 19340/1946/87 ΚΥΑ και την 84/527/ΕΚ Οδηγία δεν προβλέπεται ότι οι φιάλες, οι οποίες νομίμως κυκλοφορούσαν πριν από τη θέση σε ισχύ της ανωτέρω ΚΥΑ, αποσύρονται από την κυκλοφορία αμέσως ή εντός κάποιου χρονικού διαστήματος, δεδομένου ότι η επίδικη φιάλη δεν κυκλοφορούσε νομίμως κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ της ανωτέρω ΚΥΑ κατά τα προεκτεθέντα.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το έτος 1971 δεν είχαν εγκριθεί οι κανονισμοί λειτουργίας των κέντρων ελέγχου φιαλών, η επίδικη φιάλη διατίθετο νομίμως στην αγορά, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, αφενός μεν δεν προβλέπονταν με την ανωτέρω ΥΑ 47014/1971 η θεσμοθέτηση κέντρων επανελέγχου φιαλών, αφετέρου δε ο προβλεπόμενος σε αυτήν έλεγχος γίνεται "τη ευθύνη και μερίμνη της ιδιοκτήτριας αυτών επιχειρήσεως".
Η μη θεσμοθέτηση κατά το χρόνο εκείνο των εν λόγω κέντρων ελέγχου και πιστοποίησης δεν αίρει την σε προηγούμενο χρόνο απαγόρευση διάθεσης στην αγορά φιαλών, που δεν είχαν υποστεί τον προβλεπόμενο έλεγχο, και οι οποίες δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές που έθετε η ανωτέρω ΥΑ. Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται στις προτάσεις του ο τρίτος εναγόμενος της από 18-6-2012 αγωγής, υποδιευθυντής εγκαταστάσεων υγραερίου Ν.
Ελλάδος της Ε., εκείνη την εποχή οι εταιρίες εμπορίας υγραερίου πραγματοποιούσαν τους ελέγχους με ίδια μέσα και ιδιωτικά συνεργεία. Τέτοιος, όμως, έλεγχος δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι έγινε στην επίδικη φιάλη, παρότι μάλιστα ήταν οφθαλμοφανής, αφού δεν αναγραφόταν στο σώμα της η πίεση λειτουργίας της, ήτοι της ανώτατης τοιαύτης, βάσει της οποίας έγινε από τον κατασκευαστή ο υπολογισμός του πάχους του ελάσματος της φιάλης, καθώς και της πίεσης της πρώτης υδραυλικής δοκιμασίας αυτής, κατά παράβαση των προβλεπόμενων στο άρθρο 5.1 της ΥΑ 47614/1971 ως προς τη σήμανση των φιαλών υγραερίου.
Περαιτέρω, ως προς την αιτία διάρρηξης της εν λόγω φιάλης, αποδείχτηκε, με βάση και τις προαναφερθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου μηχανικού Α. Δ. και Ν. Σ., ότι στο εσωτερικό της φιάλης σημειώθηκε αύξηση της εσωτερικής της πίεσης, η οποία οδήγησε σε διάρρηξη αυτής και απελευθέρωση αερίου στο χώρο, το οποίο, κατά την επαφή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα δημιούργησε εκρηκτικό μείγμα που, με τη σειρά του προκάλεσε έκρηξη, με μέσο έναυσης φλόγα ή σπινθήρα.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, εφόσον, όπως αποδείχτηκε, η διαρραγείσα φιάλη είχε ελεγχθεί σε υδραυλική πίεση 32 bar, το έτος 2003, από το κέντρο επανελέγχου συγκολλητών φιαλών υγραερίου της εταιρίας "Α. Κ. ΟΕ", δεν θα ήταν δυνατόν αυτή να διαρρηχθεί υπ' αυτές τις συνθήκες, εκτός αν υπήρχε πρόβλημα στο υλικό της (αστοχία υλικού, πρόβλημα με την ηλεκτροσυγκόλληση) ή αν υπήρχε υπερπλήρωση αυτής.
Από δε το συνδυασμό των πορισμάτων της πραγματογνωμοσύνης του Χρ. Ν. Π., την από 9-4-2009 έκθεση του Γ. Π. και την από 12-5-2010 έκθεση του Δ. Παντελή, σε συνδυασμό με την κατάθεση του τελευταίου ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προέκυψε ότι η διάρρηξη της επίδικης φιάλης οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, με κυριότερο αυτών το ελαττωματικό υλικό κατασκευής (κακής ποιότητας χάλυβας) και την κακή ποιότητα της συγκόλλησης αυτής.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη φιάλη δεν παραδόθηκε στην Ε. Α., είτε σε τυποποιημένη κατάσταση, σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στην παράγραφο 68 του ευρωπαϊκού προτύπου EURONORM 120-83, αρ. 1.3 (δεν προσκομίστηκε σχετικά κανένα αποδεικτικό στοιχείο), είτε αφού είχε υποστεί κατεργασία επαναφοράς (αποδείχθηκε ότι δεν είχε υποστεί τέτοια θερμική κατεργασία σύμφωνα με τη σαφή περί αυτού κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα των εναγόντων), ούτε βεβαιώθηκε αρμοδίως η εφαρμοσθείσα επ' αυτής θερμική κατεργασία (βλ.
άρθρο 2.2 ΥΑ Β 19340/1946/87). Συγκεκριμένα, η επίδικη φιάλη διερράγη υπό πίεση κατώτερη από το όριο διαρροής αυτής που είναι μεταξύ 4,70 MPa ή 47 bar και 5,26 MPa ή 52,6 bar με βάση την υπ' αριθμ. 419 έκθεση του τομέα μηχανικής εργαστηρίου αντοχής υλικών ΕΜΠ με υπεύθυνο τον Σ. Κ., στοιχείο το οποίο προκύπτει από το γεγονός της μη μόνιμης πλαστικής παραμόρφωσης (βαρελοποίησης) της φιάλης πριν από τη διάρρηξή της.
Συνάγεται, επομένως, ότι η αντοχή του υλικού και η συγκόλληση της επίδικης φιάλης ήταν ελαττωματικά, διότι, υπό άλλες συνθήκες, θα έπρεπε να έχει υποστεί μόνιμη πλαστική παραμόρφωση (βαρελοποίηση) πριν από τη διάρρηξη της, σημειώνεται δε ότι η πίεση θραύσης της φιάλης ήταν μεταξύ 6,63 και 6,83MPa ή 66,3 και 68,3 Bar, ήτοι κατώτερη από την επιτρεπόμενη και προβλεπόμενη στην ΥΑ Β19340/1946/87 ελάχιστη τιμή ορίου θραύσης των (32Χ 9/4)= 72 bar.
Τα πιο πάνω περί της κακής ποιότητας του υλικού (χάλυβα) της επίδικης φιάλης και της αστοχίας στη συγκόλληση αυτής επιρρωνύονται από τα πορίσματα της από 20-2-2012 πραγματογνωμοσύνης του Διευθυντή του Εργαστηρίου Μεταλλογνωσίας του Ε.Μ.Π Χρ. Ν. Π., σύμφωνα με την οποία "...η δοκιμή του υλικού φέρει μεγάλο κλάσμα όγκου εγκλεισμάτων θειούχου μαγγανίου (Mns), τα οποία αποτελούν προϊόντα της χύτευσης, παρασκευής του υλικού...
στη Θερμικά Επηρεασμένη Ζώνη εντοπίζεται πλήθος εγκλεισμάτων θειούχου μαγγανίου (Mns). Η μικρή αύξηση των κόκκων του υλικού δείχνει μικρή μείωση της μηχανικής αντοχής του υλικού ... Η μεταλλογραφία της Ζώνης Τήξης του υλικού δείχνει δομή από κόκκους φερίτη με δενδρική ανάπτυξη. Επίσης στην ίδια ζώνη εντοπίζεται πλήθος εγκλεισμάτων θειούχου μαγγανίου (Mns).
Θεωρείται ότι τα εγκλείσματα αυτά αποδομούν την αντοχή της ζώνης τήξης...Ο μεταλλογραφικός έλεγχος της συγκόλλησης και του μετάλλου της φιάλης αποκαλύπτει αύξηση του μεγέθους των κόκκων του χάλυβα στην περιοχή της Θερμικά Επηρεασμένης Ζώνης της συγκόλλησης, γεγονός που μπορεί να δικαιολογήσει την έναρξη και διάδοση της ρωγμής στη ζώνη αυτή".
Σύμφωνα δε και με την κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα των εναγόντων, η παρουσία των ανωτέρω ποσοτήτων θειούχου μαγγανίου υποβαθμίζει τις μηχανικές ιδιότητες του χάλυβα. Επιπλέον, η διάρρηξη της επίδικης φιάλης έγινε εντός της θερμικά επηρρεασμένης ζώνης της συγκόλλησης, η δε μεταλλογραφία της ζώνης τήξης δείχνει δομή αποτελούμενη από κόκκους φερίτη με δενδρική ανάπτυξη, στοιχείο που υποδηλώνει ότι μετά τη συγκόλληση δεν ακολούθησε ανόπτιση εξομάλυνσης.
Περαιτέρω, στη διάρρηξη της επίδικης φιάλης συντέλεσαν, εκτός των ανωτέρω παραγόντων, και η κόπωση του υλικού αυτής λόγω παλαιότητας της κατασκευής της (το πάχος των τοιχωμάτων του υλικού της είχε μειωθεί λόγω της κόπωσης σε 2,93 χιλιοστά), η αύξηση της πίεσης της φιάλης (λόγω αύξησης της θερμοκρασίας στο χώρο αποθήκευσης της, η οποία όμως δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς), καθώς και η πιθανή υπερπλήρωση αυτής, η οποία όμως (υπερπλήρωση) στη συγκεκριμένη φιάλη υπό τις ανωτέρω συνθήκες, δεν θα μπορούσε να είναι η μόνη και κύρια αιτία που οδήγησε στο επελθόν αποτέλεσμα της διάρρηξης, διότι κάτι τέτοιο αποκλείεται από το γεγονός της ψαθυρής θραύσης της (χωρίς "βαρελοποίση" αυτής) σε συνδυασμό με τις ανωτέρω αστοχίες του υλικού αυτής.
Τόσον ο μηχανικός Α. Δ., όσον και ο Κ. Σ., κατά το χρόνο σύνταξης των ανωτέρω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης τους (26-10-2007 και 23-2-2009 αντίστοιχα), αναφέρονται σε υπερπλήρωση της φιάλης (χωρίς πάντως να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το ακριβές το ποσοστό αυτής) ως αίτιο της διάρρηξής της, με την επισήμανση όμως (στην πραγματογνωμοσύνη Α.
Δ.) ότι η υπερπλήρωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κύριο αίτιο της διάρρηξης, μόνον εφόσον αποκλειστεί περίπτωση αστοχίας υλικού. Ωστόσο, οι ανωτέρω δεν είχαν στη διάθεση τους για την τεκμηρίωση της επιστημονικής τους άποψης, τα πορίσματα της προαναφερθείσας μεταλλογραφικής και θραυστογραφικής μελέτης - πραγματογνωμοσύνης του Χρ.
Π., η οποία πραγματοποιήθηκε σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο (20-2-2012). Εξάλλου, οι ίδιοι οι ως άνω πραγματογνώμονες συμπεραίνουν ότι η επίδικη φιάλη ήταν υπερπληρωμένη, θέτοντας όμως ως βάση των υπολογισμών τους το διαπιστωθέν από τους εργαστηριακούς ελέγχους όριο αντοχής - θραύσης της επίδικης ελαττωματικής φιάλης, ήτοι αυτό των 66,5 Bar, και όχι αυτό των 72 Bar που είναι το κατώτερο επιτρεπόμενο από το νόμο όριο θραύσης μιας υγιούς φιάλης (η μικρότερη δηλ.
τιμή πίεσης που θα προκαλούσε ρήγμα στην επίδικη φιάλη βάσει και της έκθεσης του εργαστηρίου αντοχής υλικών ΕΜΠ, κατώτερη από την προβλεπόμενη στην ισχύουσα νομοθεσία). Ο Α. Δ., μάλιστα, αναφέρει στην πραγματογνωμοσύνη του και τους ελέγχους που απαιτούνταν να γίνουν, ώστε να διαπιστωθεί καθεαυτή η αντοχή της φιάλης από πλευράς αντοχής ελάσματος (failure analysis), σε ειδικό εργαστήριο του ΕΜΠ, για τον έλεγχο κόπωσης του υλικού, φαινόμενο ερπυσμού, υπέρβαση ορίου ροής, απώλεια υλικού, έλεγχος ατελειών συγκόλλησης, έλεγχος θερμικά επηρεασμένης ζώνης από την ηλεκτροσυγκόλληση και ειδικότερα:
α) έλεγχος αντοχής σε εφελκυσμό, β) χημική ανάλυση, γ) μεταλλογραφίες, δ) έλεγχος πλαστικής παραμόρφωσης, ε) έλεγχος συγκόλλησης. Από τους ανωτέρω ελέγχους, κατά το χρόνο σύνταξης των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των Α. Δ. και Κ. Σ., είχε διενεργηθεί μόνον ο προαναφερόμενος έλεγχος του εργαστηρίου αντοχής υλικών ΕΜΠ με υπεύθυνο τον Σ.
Κ. (Δοκιμές Εφελκυσμού), όχι όμως και οι λοιποί έλεγχοι και δη η μεταλλογραφική και θραυστογραφική ανάλυση. Σύμφωνα μάλιστα με την πραγματογνωμοσύνη του Α. Δ., όταν οι εργαστηριακές εξετάσεις δείξουν ότι υπήρχε ελάττωμα στην ηλεκτροσυγκόλληση ή ότι η διάρρηξη έγινε λόγω αστοχίας υλικού σε συνθήκες κάτω από τις επιτρεπόμενες, όπως ορίζονται από το ΕΛΟΤ 1440 (εν προκειμένω το όριο θραύσης της φιάλης ήταν αποδεδειγμένα κατώτερο των επιτρεπόμενων σύμφωνα με την ΥΑ Β 19340/1946/87), τότε υφίσταται πρόβλημα με αυτή καθεαυτή τη φιάλη.
Τέλος, η ύπαρξη των ως άνω αιτιών διάρρηξης της φιάλης ενισχύεται από το ότι παρά την ανάπτυξη ιδιαίτερα υψηλών θερμοκρασιών στο επίδικο κατάστημα κατά το χρόνο της εκδήλωσης σημαντικής έκρηξης - πυρκαγιάς (ήτοι θερμοκρασιών προφανώς υψηλότερων από αυτές που επικρατούσαν στο πατάρι του καταστήματος κατά το χρόνο πριν από τη διάρρηξη της επίδικης φιάλης), δεν διαρρήχθηκαν οι λοιπές φιάλες που βρίσκονταν εντός του καταστήματος, μεταξύ των οποίων μάλιστα ήταν και μια φιάλη της εταιρίας Πετρογκάζ χωρητικότητας 10 Kg, όμοια με την επίδικη, η οποία βρέθηκε υπερπληρωμένη κατά 1 Kg και ωστόσο δεν διερράγη.
Συνεπώς, μόνη η τυχόν υπερπλήρωση της επίδικης φιάλης και ή αύξηση της θερμοκρασίας στο χώρο αποθήκευσης της δεν θα οδηγούσαν στο αποτέλεσμα της διάρρηξής της, αν δεν υφίστατο η διαπιστωθείσα κατά τα ανωτέρω κόπωση και αστοχία του υλικού κατασκευής και ποιότητας της συγκόλλησής της. Έτσι, ως προς την διάγνωση της αντικειμενικής ευθύνης για την ελαττωματικότητα της επίδικης φιάλης της εισαγωγέα και ιδιοκτήτριας αυτής (Ε.
Α.) δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω, να διαπιστωθεί κατά πόσο προέβη σε τυχόν υπερπλήρωσή της η ίδια η Ε. Α., ή άλλο απροσδιόριστο παράνομο εμφιαλωτήριο, όπως η ίδια ισχυρίζεται (στοιχείο που όμως δεν αποδείχθηκε), παρότι, πάντως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πραγματογνωμοσύνη Α. Δ., ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος εμφιάλωσης κατά την πλήρωση των φιαλών στα εμφιαλωτήρια της Ε.
Α. δεν αποκλείει την υπερπλήρωσή αυτών, διότι αν ρυθμιστεί εκ λάθους του χειριστή μικρότερο απόβαρο από το αναγραφόμενο, τότε η φιάλη θα βγει υπερπληρωμένη και δεν υπάρχει διαδικασία, ώστε να ελεγχθεί η υπερπλήρωση, διότι δεν γίνεται ακολούθως άλλη ζύγιση, ώστε να ελεγχθεί αυτό, κατά παράβαση των οριζόμενων στο άρθρο 5.1.3.4 της ΥΑ 14165/Φ17.4/373/1993.
Επομένως, οι ενάγοντες των ένδικων αγωγών, απέδειξαν την αντικειμενική βλαπτική ελαττωματικότητα της επίδικης φιάλης κατά το χρόνο χρήσης της κατά τον προορισμό της, τη ζημία που επήλθε, καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας (πρόκληση έκρηξης και πυρκαγιάς λόγω της διάρρηξης της φιάλης εκ της οποίας προκλήθηκε ο τραυματισμός και ο θάνατος των προαναφερθέντων προσώπων).
Αντιθέτως η πρώτη των εναγομένων των ενδίκων αγωγών εταιρία Ε. Α., η οποία ως εισαγωγέας αλλά και ιδιοκτήτρια της επίδικης φιάλης, που τη διέθετε στην ελληνική αγορά επί μακρά σειρά ετών φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απέδειξε, προς απαλλαγή της, τον κατ' ένσταση προβαλλόμενο ισχυρισμό της ότι δεν την βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής της υποχρέωσης από την οποία προήλθε η ζημία και η ηθική βλάβη των εναγόντων, ήτοι την έλλειψη αντικειμενικής αθέτησης των γενικών υποχρεώσεων προνοίας που την βαρύνουν, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι με όλες τις προαναφερθείσες πράξεις και παραλείψεις της παρέβη αυτή της την υποχρέωση, με αποτέλεσμα τη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό μη ασφαλούς προϊόντος, ήτοι της ως άνω φιάλης, προϊόν το οποίο ενέχει, λόγω της φύσης του, σημαντική επικινδυνότητα.
Επιπλέον, δεν απέδειξε ότι η κατά τον παραπάνω χρόνο ελαττωματικότητα του προϊόντος (φιάλης) δεν οφείλεται σε ελαττωματική κατασκευή ή πλημμελή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση του παραγωγού ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα του παραγωγού της επίδικης φιάλης ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής, ως δε προς τη συντήρηση ότι δεν οφείλεται σε πταίσμα της Ε.
Α. κατά το χρόνο που βρισκόταν στην κυριότητά της ή των προσώπων για τα οποία αυτή ευθύνεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε τόσον η ελλιπής συντήρηση της επίδικης φιάλης (απουσία ελέγχου μεταξύ των ετών 1967 και 1998) όσον και κατασκευαστική αστοχία του υλικού και της συγκόλλησής της κατά τα προαναφερθέντα. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την έβδομη των εναγομένων στην υπό 18-6-2012 αγωγή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.
ΑΕ" αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 1737/Φ. 17/32/1994 απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας, αναγνωρίστηκε αυτή ως φορέας ικανός για την εκτέλεση των εργασιών ελέγχου που προβλέπονται στην ΥΑ 14165/Φ17.4/373/1993, σε προϊόντα, μεταξύ των οποίων και οι συγκολλητές φιάλες από μη κεκραμένο χάλυβα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΥΑ Β/19340/1946/87 σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 84/527/ΕΟΚ, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια περιοδικών επανελέγχων σε μεγάλα δοχεία, και εποπτεία των περιοδικών επανελέγχων στις αντίστοιχες εγκαταστάσεις για τα μικρά δοχεία και εισήγηση προς το Υπουργείο Βιομηχανίας για έγκριση του κανονισμού λειτουργίας των κέντρων επανελέγχου των μικρών δοχείων πίεσης.
Σύμφωνα δε με τον Γενικό Κανονισμό Διενέργειας Ελέγχων της Ε. ΑΕ που προσκομίζει η ίδια (άρθρα 2.1 και 2.4 αυτού): "... οι προς έλεγχο εγκαταστάσεις και προϊόντα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ικανοποιούν πλήρως της απαιτήσεις της σχετικής εθνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς νομοθεσίας ή/και κανονισμών, προτύπων και διατάξεων που σχετίζονται με το ελεγχόμενο αντικείμενο...
Εάν η Ε. θελήσει να χρησιμοποιήσει υπεργολάβο για μέρος των ελέγχων που της έχουν ανατεθεί, ενημερώνει τον πελάτη εκ των προτέρων και εξασφαλίζει την ικανότητα του υπεργολάβου που θα επιλέξει να καλύπτει τις απαιτήσεις των σχετικών κανονισμών/προτύπων. Η Ε. κατά τη διάρκεια του ελέγχου δεν θα χρησιμοποιήσει πληροφόρηση προερχόμενη από τρίτο μέρος, εάν πρώτα δεν επαληθεύσει την ακεραιότητα της ...".
Στο πλαίσιο αυτό η Ε. ΑΕ ανέθεσε στην εταιρία "Α. Κ. ΟΕ", έκτη εναγόμενη της από 18-6-2012 αγωγής και δεύτερη εναγόμενη της από 24-5-2012 αγωγής, την πραγματοποίηση των επανελέγχων φιαλών υγραερίου ομοίων με την επίδικη, υπό την εποπτεία αυτής. Η ως άνω Ε. ΑΕ είναι και ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση της αντίστοιχης Βεβαίωσης Περιοδικού Ελέγχου Δοχείου, στην οποία (βεβαίωση), θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται:
το πρότυπο κατασκευής της φιάλης, το πρότυπο επανελέγχου, η χώρα προέλευσης, ο κατασκευαστής, η μέγιστη επιτρεπόμενη πίεση λειτουργίας και η ελάχιστη και μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας αυτής. Στα πλαίσια της προαναφερθείσας υποχρέωσης πρόνοιας, τόσον η "Ε. Α.", όσο και οι εταιρίες ελέγχου και πιστοποίησης των φιαλών ("Α.
Κ. ΟΕ" και "Ε. ΑΕ") όφειλαν, η μεν πρώτη ως εισαγωγέας και ιδιοκτήτρια να μην διαθέτει στο καταναλωτικό κοινό το επίδικο επικίνδυνο προϊόν (φιάλη) και τα όμοια αυτού, οι δε δεύτερες ελεγκτικές εταιρίες να μην πιστοποιήσουν την καταλληλότητά του, διότι θα έπρεπε να είχαν κρίνει, λόγω της θέσης και της επαγγελματικής τους πείρας (μάλιστα η ίδια η Ε.
ΑΕ ισχυρίζεται στις προτάσεις της ότι σκοπός λειτουργίας της είναι διασφάλιση της ασφαλούς κυκλοφορίας των φιαλών υγραερίου στην αγορά), ότι το προϊόν αυτό δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του ως ασφαλούς, διότι ήταν παλαιάς κατασκευής (1967), στερούνταν αρχικής αξιολόγησης, δεν διέθετε κανένα στοιχείο ως προς το πρότυπο και τις προδιαγραφές κατασκευής του, τα μηχανικά και χημικά χαρακτηριστικά του υλικού κατασκευής και την κατεργασία της συγκόλλησης αυτού, ώστε να προκύπτει, αν πληρούνται τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια ασφαλείας, ή τουλάχιστον ότι παρέχει ίση ασφάλεια προς τη διασφαλιζόμενη με την ΥΑ 19340/1946/29-10-1987 (αντίθετα αποδείχθηκε ότι πράγματι δεν ανταποκρινόταν στην αντοχή ορίου θραύσης που αυτή θέτει), δεν έπρεπε να διατίθεται στην αγορά ήδη από το έτος 1980 και πάντως το έτος 1988, διότι κατά τους χρόνους εκείνους δεν είχε επανελεγχθεί μετά την παρέλευση δεκαετίας, όπως ο νόμος επιτάσσει, δεν συνοδεύονταν από τα σχετικά πιστοποιητικά ενός αναγνωρισμένου Οργανισμού ελέγχου που να πιστοποιεί αυτό (αρ. 3 ΥΑ Β 11492/1590/1988), δεν παραδόθηκε στην Ε.
Α. είτε σε τυποποιημένη κατάσταση (σύμφωνα με τον ορισμό που παρατίθεται στην παράγραφο 68 του ευρωπαϊκού προτύπου EURONORM 120-83, αρ. 1.3), είτε αφού είχε υποστεί κατεργασία επαναφοράς, ούτε βεβαιώθηκε αρμοδίως η εφαρμοσθείσα επ' αυτού θερμική κατεργασία (άρθρο 2.2 ΥΑ Β 19340/1946/87), ούτε αποδεικνύεται από οποιοδήποτε συνοδευτικό αυτού έγγραφο ή τηρούμενο αρχείο η κατασκευή του βάσει κάποιου αναγνωρισμένου ευρωπαϊκού προτύπου, ήτοι κράτους μέλους της Ε.Ε.
στο οποίο να ισχύει ένα σύστημα πιστοποίησης της ποιότητας αναγνωρισμένο από δημόσια αρχή του κράτους αυτού. Όλα τα ανωτέρω ήταν και όφειλαν να είναι σε γνώση των ως άνω εναγομένων εταιριών που ως πιστοποιημένοι Οργανισμοί ελέγχου φιαλών υγραερίου, ομοίων με την επίδικη, έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν τη μη διάθεση στο καταναλωτικό κοινό επικίνδυνων και μη πληρούντων τον ορισμό τους ως ασφαλών προϊόντων, η δε ανωτέρω ευθύνη τους δεν εξαντλείται στην πραγματοποίηση καθαρισμού των φιαλών, την εξωτερική εξέταση τους για διαπίστωση φθορών, κακώσεων ή επεμβάσεων, την εξέταση της σήμανσης αυτών (που εν προκειμένω ήταν και ελλιπής) και την υποβολή τους σε υδραυλική δοκιμασία πίεσης 32 bar, βάσει της ΥΑ 14165/ Φ 17.4/373/1993, όπως ισχυρίζονται.
Αυτό διότι η ανωτέρω συμπεριφορά τους είναι παράνομη, όχι μόνον όταν προσκρούει σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και όταν εξέρχεται από τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, όπως τα όρια αυτά προκύπτουν από τα άρθρα 5 παρ. 1 Σ, 200, 281, 288 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία χρηστά συναλλακτικά ήθη, δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλ.
λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητάς τους (αρχή της εμπιστοσύνης), και μάλιστα ανεξάρτητα από την ύπαρξη συμβατικής τους σχέσης με τους ενάγοντες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Η δε παράβαση της υποχρέωσής τους αυτής είχε ως συνέπεια τη διάθεση στην αγορά ελαττωματικού προϊόντος, δηλ.
προϊόντος που θέτει σε κίνδυνο έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών. Ειδικά σε ότι αφορά την εταιρία "Αφοί Κ. ΟΕ", που διενέργησε αποδεδειγμένα τον έλεγχο στην επίδικη φιάλη το έτος 2003, αποδείχθηκε ότι κατά τη διενέργεια του προβλεπόμενου ελέγχου της φιάλης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ΥΑ 14165/Φ17.4/373/1993, προέβη σε καθαρισμό αυτής, εξωτερική εξέταση της για διαπίστωση φθορών, κακώσεων ή επεμβάσεων, καθώς και υποβολή αυτής σε υδραυλική δοκιμασία πιέσεως 32 bar.
Η ανωτέρω πραγματοποιούσα τον έλεγχο εταιρία πράγματι δεν υποχρεούνταν να προβεί σε δοκιμασία θραύσης της φιάλης (72 bar), έλεγχο στον οποίο υποχρεούται να προβεί δειγματοληπτικά μόνον ο κατασκευαστής των φιαλών, διότι ο έλεγχος αυτός συνεπάγεται τη θραύση τους, στοιχείο που πάντως δεν αναιρεί το ότι η αντοχή του υλικού της επίδικης φιάλης ήταν κατώτερη των επιτρεπομένων από το νόμο ορίων (στην υποθετική δηλ.
περίπτωση που υφίστατο δοκιμασία θραύσης θα κρίνονταν ακατάλληλη). Ωστόσο, η ανωτέρω εταιρία ελέγχου, υπεργολάβος και προστηθείσα της εταιρίας Ε. ΑΕ, κατά τα προεκτιθέμενα, παρέλειψε να επισημάνει την ελλιπή σήμανση της επίδικης φιάλης και ειδικότερα τη μη αναγραφή στο σώμα αυτής της πίεσης λειτουργίας της, ήτοι της ανώτατης βάσει της οποίας έγινε από τον κατασκευαστή ο υπολογισμός του πάχους του ελάσματος της φιάλης, καθώς και της πίεσης της πρώτης υδραυλικής δοκιμασίας αυτής (αναγράφονταν μόνο σειριακός αριθμός 167657 και E., C., 23,8 It, 13,1 kg, 10 kg propano και 1967), γεγονός που σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ελλείψεις ως προς το πρότυπο κατασκευής της (δεν προέκυπτε από κανένα στοιχείο το πρότυπο και η χώρα κατασκευής αυτής όπως και η ίδια η εποπτεύουσα αυτήν εταιρία Ε.
ΑΕ ισχυρίζεται), καθώς και την απουσία συντήρησης και ελέγχου της από το έτος 1967 έως το έτος 1998, ήταν ικανά ώστε να κριθεί ακατάλληλη και να μην της χορηγηθεί πιστοποιητικό επανελέγχου, σύμφωνα με τη γενική υποχρέωση πρόνοιας που υπέχουν οι εταιρίες ελέγχου του επίδικου από τη φύση του επικίνδυνου προϊόντος στα πλαίσια της πληροφόρησης και προστασίας του καταναλωτικού κοινού.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στον κανονισμό λειτουργίας της ως άνω εταιρείας "Αφοί Κ. ΟΕ", που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 20130/433 απόφαση της γενικής γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, ύστερα μάλιστα και από θετική εισήγηση της έβδομης εναγομένης της από 18-6-2012 αγωγής, αναφέρεται ως αιτία απόρριψης για καταστροφή των υπό έλεγχο φιαλών η μη επαρκής ή η αλλοίωση της σήμανσης και ότι θα μπορούσε να διορθωθεί μία τέτοια σήμανση με βάση τις απαιτήσεις του αντίστοιχου κατασκευαστικού προτύπου, επομένως, αν η αναζήτηση αυτή του προτύπου, η οποία θα προέκυπτε μόνον από τα έγγραφα που συνόδευαν τη κάθε φιάλη, δεν ήθελε πραγματοποιηθεί, τούτο αποτελούσε αιτία όχι απλώς μη επανελέγχου αλλά κατ' ευθείαν απόσυρσης της φιάλης και καταστροφής της, σύμφωνα με τη σχετική υποχρέωσή της, που οριζόταν στην προαναφερθείσα απόφαση, συντασσομένου σχετικού πρωτοκόλλου.
Επί πλέον, οι ανωτέρω εταιρίες ελέγχου φαίνεται ότι ακολουθούσαν γενικότερα την προπεριγραφείσα πρακτική, διότι από την επισυναπτόμενη στην υπ' αριθμ. Α02520/04/12/1/2004 βεβαίωση της "Ε. ΑΕ", περί εποπτείας λειτουργίας κέντρου επανελέγχου φιαλών "Αφοί Κ. ΟΕ", κατάσταση φιαλών, οι οποίες ελέγχθηκαν και κρίθηκαν κατάλληλες από τις ως άνω εταιρίες, προκύπτει ότι μεταξύ άλλων ελέγχθηκαν και κρίθηκαν κατάλληλες από αυτές αρκετές φιάλες, οι οποίες ήταν άγνωστου κατασκευαστή ή δεν έφεραν σήμανση ως προς το έτος κατασκευής τους, στοιχεία που οδηγούν στη θέση ότι, εν όψει και του αριθμού των φιαλών (π.χ. 16162 φιάλες μεταξύ των οποίων και η ως άνω διαρραγείσα στην από 12-1-2004 βεβαίωση εποπτείας λειτουργίας κέντρου επανελέγχου φιαλών της Ε.
ΑΕ που υπογράφει η προαναφερθείσα μάρτυς των εναγομένων εταιρειών), ο έλεγχος ενδεχομένως ήταν συνοπτικός και όχι ενδελεχής και σύμφωνος με τις διατάξεις του νόμου. Επισημαίνεται δε ιδιαιτέρως στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των Α. Δ. και Κ. Σ. ο υπέρμετρος εφησυχασμός από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στα θέματα πρόληψης παρόμοιων ατυχημάτων και την εφαρμογή της σχετικής κείμενης νομοθεσίας, καθώς και η ύπαρξη σωρείας παραλείψεων και αμελειών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς μεταξύ των οποίων οι προμηθευτές και το ελεγκτικό σύστημα".
Περαιτέρω, ως προς τον 3° εναγόμενο της από 18-6-2012 αγωγής που κατά το χρόνο του προαναφερθέντος ατυχήματος ήταν υπεύθυνος λειτουργίας των εγκαταστάσεων Νοτίου Ελλάδος της Ε. Α., δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από τους ενάγοντες παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ίδιου ατομικά που να οδήγησε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι η υποκειμενική του υπαιτιότητα ως προς τη διάθεση στην αγορά της επίδικης φιάλης, ούτε και αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ενέκρινε ως επαρκή τον ακολουθούμενο από την Ε.
ABEE τρόπο ελέγχου της πλήρωσης των φιαλών (μεταξύ των οποίων και η επίδικη) παρότι ήταν ανεπαρκής, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η ανεπάρκεια του ελέγχου του τρόπου πλήρωσης των φιαλών στις εγκαταστάσεις της Ε. Α. οδήγησε αιτιωδώς στο επελθόν αποτέλεσμα της διάρρηξης της επίδικης φιάλης. Άλλωστε ο ως άνω τρίτος εναγόμενος με την υπ' αριθμ. 47208, 49075, 53097, 56279, 56634, 58312/2013 αμετάκλητη απόφαση του I' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή.
Τέλος, ...εφόσον δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική ευθύνη της εταιρίας "Γ. και I. Λ. Ο.Ε.", ούτε και του ομορρύθμου εταίρου αυτής Γ. Λ., πρέπει να απορριφθεί η από 18-6-2012 αγωγή ως προς τους τέταρτη και πέμπτο εναγομένους, η δε από 24-5-2012 αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία. Τα ίδια δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 47208, 49075, 53097, 56279, 56634, 58312/2013 αμετάκλητη απόφαση του I' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή ο ομόρρυθμος εταίρος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας πέμπτος εναγόμενος της από 18-6-2012 αγωγής.
Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι λόγω της προαναφερθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων στις ένδικες αγωγές εταιριών "Ε. Α." και "ΑΦΟΙ Κ. ΟΕ", καθώς και της έβδομης εναγόμενης της από 18-6-2012 αγωγής εταιρίας "Ε. ΑΕ", προήλθε ο θάνατος των προαναφερθέντων συγγενικών προσώπων των εκεί εναγόντων, υπό τις τραγικές συνθήκες, με συνέπεια αυτοί να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν...".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 200, 281, 288, 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά στην εκτιθέμενη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας κατά το έλεγχο της επίδικης φιάλης υγραερίου (μείγματος προπανίου-βουτανίου) των 10 κιλών, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησε στην επίδικη φιάλη το έτος 2003 στο κέντρο επανελέγχου φιαλών υγραερίου που διατηρούσε, ήτοι η παράνομη συμπεριφορά αυτής, η ζημία που επήλθε, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της χρήσης αυτής (φιάλης) και της ζημίας (πρόκληση έκρηξης και πυρκαγιάς λόγω της διάρρηξης αυτής από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός και ο θάνατος των αναφερομένων προσώπων).
Συγκεκριμένα, ως προς την παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εκτίθεται ότι αυτή παρέλειψε να επισημάνει την ελλιπή σήμανση της φιάλης και ειδικότερα τη μη αναγραφή στο σώμα αυτής της πίεσης λειτουργίας της, ήτοι της ανώτατης με βάση την οποία έγινε από τον κατασκευαστή ο υπολογισμός του πάχους του ελάσματος της φιάλης, καθώς και της πίεσης της πρώτης υδραυλικής δοκιμασίας αυτής, γεγονός που σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες ελλείψεις ως προς το πρότυπο κατασκευής της, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε το πρότυπο και η χώρα κατασκευής της, καθώς και την απουσία συντήρησης και ελέγχου της από το έτος 1967 έως το έτος 1998, ήταν ικανά, ώστε να κριθεί ακατάλληλη και να μην της χορηγηθεί πιστοποιητικό επανελέγχου.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας υπερβαίνει τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τα οποία δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, στο πλαίσιο της πληροφόρησης και προστασίας του καταναλωτικού κοινού, υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητάς τους (αρχή της εμπιστοσύνης).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κατά τα ως άνω ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση όχι σε παραβίαση συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και συγκεκριμένα σχετικών υπουργικών αποφάσεων, αλλά της κατά τα ως άνω δημιουργούμενης για αυτήν κατά την άσκηση της πιο πάνω δραστηριότητάς της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και του γενικότερου πνεύματος του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης.
Η αναφορά δε απ' αυτήν (απόφαση) όλων των ως άνω σχετικών διατάξεων των Υ.Α. γίνεται για την πληρότητα του ιστορικού του νομικού πλαισίου του εν λόγω ζητήματος ως προς τον έλεγχο των φιαλών υγραερίου και όχι για τη θεμελίωση του παρανόμου της συμπεριφοράς αυτής. Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι με την πιο πάνω αναφερόμενη Υ.Α. 14165/1993 δεν καταργήθηκαν οι προηγούμενες ως άνω Υ.Α., μεταξύ των οποίων και η 47014/1971, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευρύνθηκε υπέρμετρα και ανεπίτρεπτα η έννοια της υποχρέωσης πρόνοιας, αλλά γίνεται δεκτό ότι έλαβε χώρα εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης των αναφερόμενων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας στα έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙV. Με το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι " 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε. Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 ΚΠοινΔ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.
Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξης δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ένωσης.
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 ΠΚ). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Περαιτέρω, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες αρχές και εγγυήσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α..
Έτσι το τεκμήριο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν τούτο για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Ειδικότερα, το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής-δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Επομένως, η εφαρμογή του τεκμηρίου αυτού συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.
Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας-ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑK, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα-ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντίθετα δε προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 93-96 αυτού. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες.
Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διάκρισης των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα 321 επ.
ΚΠολΔ, 57 ΚΠοινΔ, 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι κατ' αρχήν δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).
Άλλωστε η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' επέκταση να απορρίψει την αγωγή αποζημίωσης του παθόντος - ενάγοντος, καθόσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξης.
Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διατάραξης της ενιαίας έννομης τάξης) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δέσμευσης και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου και ειδικότερα όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, δηλαδή αναγνωρίζεται η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης, πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει, καθόσον η εν λόγω απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής απόδειξης, αλλά και κατά το άρθρο 62 ΚΠοινΔ, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξης δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μια κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω, η μη ύπαρξη ενιαίας έννομης τάξης ενισχύεται και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης. Γενικότερα η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης.
Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και ως εκ τούτου και σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Μια τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δέσμευσης", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις.
Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται με βάση την αρχή ne bis in idem.
Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημίωσης των ζημιωθέντων, τα οποία προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος απόδειξης". Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και πρόσβασης στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.
Επίσης, το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).
Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης.
Το πολιτικό δικαστήριο αφ' ενός μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, αφ' ετέρου δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δύο φορές για την ίδια πράξη.
Έτσι το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη.
Τελικά δε παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται ως εκ τούτου θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020).
Ήδη με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου περί των Ανθρωπίνων και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, και παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας, δέχθηκε την ύπαρξη αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής, η οποία στοιχειοθετείται στην ελαττωματικότητα της φιάλης και στην υποχρέωσή της και να την αποσύρει και να μην την επανελέγξει, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την απαλλαγή του Ν.
Κ. λόγω παραγραφής με την αναφερόμενη απαλλακτική εισαγγελική διάταξη, αλλά και την αθώωση των αναφερομένων κατηγορουμένων από το ποινικό δικαστήριο την υπ' αριθ. 47208, 49075, 53097, 56279, 56634, 58312/2013 αμετάκλητη απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά του τότε νομίμου εκπροσώπου της Ν.
Κ. υποβλήθηκε η από 21-4-2011 έγκληση των έβδομης, όγδοου και ένατης των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στηρίζοντας την επικαλούμενη ποινική του ευθύνη στους ίδιους λόγους που θεμελιώνουν και την αστική αδικοπρακτική ευθύνη της με την ένδικη αγωγή τους.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, παρά το ότι η πιο πάνω έγκληση απορρίφθηκε με την υπ' ΕΓ 17-11/364/8Δ/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, λόγω παραγραφής, η προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικά αποδίδει αμέλεια και αποφαίνεται επί της ενοχής του απαλλαγέντος εκπροσώπου αυτής και των αθωωθέντων υπαλλήλων της συνεναγομένης εταιρείας Ε.
Α. και κατά συνέπεια δέχεται τη συνδρομή ποινικής ευθύνης (ενοχής) τους, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την απαλλακτική ως άνω διάταξη και την αθωωτική ποινική απόφαση. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω απαλλακτική διάταξη και αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεχόμενο απλώς ότι δεν παράγεται απ' αυτές δεδικασμένο για το πολιτικό δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία τους ως προς τους λόγους απαλλαγής των αναφερομένων εγκαλουμένου και των κατηγορουμένων, ούτε να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος αυτής.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Β) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "Ε. Κ. Ο. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.".
V. Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αυτής αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου περί των Ανθρωπίνων και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, και παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας, δέχθηκε την ύπαρξη αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής, η οποία στοιχειοθετείται στο μη έλεγχο και συντήρηση της επίδικης φιάλης κατά παράβαση των αναφερομένων διατάξεων, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση των Γ.
Γ., χημικού μηχανικού και νομίμου εκπροσώπου, ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής, καθώς και του Χ. Ρ., μηχανολόγου μηχανικού και υποδιευθυντή λειτουργίας των εγκαταστάσεων … αυτής, από το ποινικό δικαστήριο με την υπ' αριθ. 47208, 49075, 53097, 56279, 56634 και 58312/2013 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου κατά συρροή.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, παρά την έκδοση της ως άνω απαλλακτικής απόφασης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά ουσιαστικά αποδίδει αμέλεια και αποφαίνεται επί της ενοχής αθωωθέντων οργάνων αυτής (αναιρεσείουσας) και κατά συνέπεια δέχεται τη συνδρομή ποινικής ευθύνης (ενοχής) τους για το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκαν, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την απαλλακτική ως άνω διάταξη και την αθωωτική ποινική απόφαση.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεχόμενο απλώς ότι δεν παράγεται απ' αυτήν δεδικασμένο για το πολιτικό δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής των αναφερομένων κατηγορουμένων, ούτε να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκαν οι ως άνω νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Γ) ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "Α. Ε. Β. Ε. Τ. Α. Κ. Ε. Δ., Π. Κ. Π." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.". VΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 εδ. γ' (Ολ ΑΠ 20/2008, ΑΠ 1493/2017, ΑΠ 210/2016). Εξάλλου, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην μεν παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, στη δε παράγραφο 2 ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω, το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά.
Επίσης, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε προς εφαρμογή της παραπάνω συνταγματικής διάταξης, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται, κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (περ.
η'). Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 104 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα", ενώ στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Aκόμη, στο άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, διοικητικές διαφορές ουσίας, που η εκδίκαση τους υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι κατά κύριο λόγο, εκείνες που πηγάζουν από πράξεις των οργάνων του δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, με προέχον δηλαδή στοιχείο την επιβολή της υπέρτερης μονομερούς βούλησης αυτών, χωρίς να αποκλείονται και εκείνες, που προκύπτουν από υλικές ενέργειες των ιδίων οργάνων, όταν αυτές απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (ΑΠ 542/1996) ή τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που έχει ενεργήσει, εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του.
Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, όπως όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις, που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ή τελέστηκαν εξ αιτίας αυτής και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας των πιο πάνω προσώπων, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια, πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια που εκδηλώθηκε στο πλαίσιο εννόμου σχέσης του ιδιωτικού δικαίου ή συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο τέτοια σύμβαση, όπως μια σύμβαση έργου, η ευθύνη για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας και καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θεμελιώνεται στα άρθρα 104 και 105 ΕισΝΑΚ και οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 7/2014, ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 475/2018, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 2111/2013).
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα συνεστήθη με τη μορφή του εμπορικού δικαίου της ανώνυμης εταιρείας με το π.δ. 482/1985 (ΦΕΚ Α'174/14-10-1985) και σκοπό την εφαρμογή και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας με την παροχή επιστημονικών και τεχνολογικών υπηρεσιών στους τομείς της μεταλλουργίας, μεταλλοτεχνίας, συγκολλήσεων και θερμικών κατεργασιών, το δε Ελληνικό Δημόσιο είναι κύριος μέτοχος αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 18-6-2012 αγωγής προκύπτει, ότι σ' αυτήν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί, εκτός των άλλων, και η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συζύγου για την πρώτη, πατέρα για το δεύτερο και τρίτη και παππού για την τέταρτη αυτών Χαράλαμπο Τερλιξή, που απεβίωσε από το ένδικο ατύχημα, συνεπεία των αναφερόμενων παραλείψεων των οργάνων αυτής (αναιρεσείουσας), ως φορέα ελέγχου και εποπτείας της ελέγκτριας εταιρείας "Αφοί Κ.
Ο.Ε.". Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι σαφές ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον η αναιρεσείουσα (εναγομένη) δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά έχει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας και υπάγεται στις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια του ν. 3429/2005.
Επομένως, οι πράξεις των οργάνων αυτής, έστω και αν ενέχουν την άσκηση δημόσιας εξουσίας, δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 104 επ. ΕισΝΑΚ και δεν συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
V
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την αναιρεσείουσα ("Ε. Α.Ε.") ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 200, 281, 288, 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά στην εκτιθέμενη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ως προς τον έλεγχο της επίδικης φιάλης υγραερίου (μείγματος προπανίου-βουτανίου) των 10 κιλών, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής ως φορέα για τη διαπίστευση και υπεύθυνη για την άσκηση εποπτείας των κέντρων επανελέγχου φιαλών υγραερίου, μεταξύ των οποίων και αυτού της αναιρεσείουσας στην πρώτη ως άνω αίτηση αναίρεσης ("Α.
Κ. Ο.Ε."), η οποία πραγματοποίησε έλεγχο στην επίδικη φιάλη το έτος 2003 στο κέντρο επανελέγχου φιαλών υγραερίου που διατηρούσε, ήτοι εκτίθεται η παράνομη συμπεριφορά αυτής (αναιρεσείουσας), η ζημία που επήλθε, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεων αυτής, της χρήσης αυτής (φιάλης) και της ζημίας (πρόκληση έκρηξης και πυρκαγιάς λόγω της διάρρηξης αυτής από την οποία προκλήθηκε ο τραυματισμός και ο θάνατος των αναφερομένων προσώπων), υπό τη έννοια ότι οι αναφερόμενες παραλείψεις της αναιρεσείουσας ήσαν ικανές και μπορούσαν αντικειμενικά να επιφέρουν, κατά την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το πιο πάνω επιζήμιο αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα, ως προς την παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ("Ε. ΑΕ") εκτίθεται ότι αυτή ως εποπτεύουσα δυνάμει των αναφερομένων σχετικών διατάξεων την εταιρεία "Α. Κ. Ο.Ε." στο συγκεκριμένο έργο του επανελέγχου των φιαλών, προέβη σε σωρεία παραλείψεων ως προς την εποπτεία αυτής και του κέντρου επανελέγχου φιαλών που διατηρούσε, με αποτέλεσμα ο έλεγχος αυτός να είναι συνοπτικός και όχι ενδελεχής και σύμφωνος με τις διατάξεις του νόμου.
Aποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων της αναιρεσείουσας ήταν η εν λόγω εταιρεία ("Α. Κ. Ο.Ε.") να μην επισημάνει την ελλιπή σήμανση της επίδικης φιάλης και ειδικότερα τη μη αναγραφή στο σώμα αυτής της πίεσης λειτουργίας της, ήτοι της ανώτατης με βάση την οποία έγινε από τον κατασκευαστή ο υπολογισμός του πάχους του ελάσματος της φιάλης, καθώς και της πίεσης της πρώτης υδραυλικής δοκιμασίας αυτής, γεγονός που σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες ελλείψεις ως προς το πρότυπο κατασκευής της, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε το πρότυπο και η χώρα κατασκευής της, καθώς και την απουσία συντήρησης και ελέγχου της από το έτος 1967 έως το έτος 1998, ήταν ικανά, ώστε να κριθεί ακατάλληλη και να μην της χορηγηθεί πιστοποιητικό επανελέγχου.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας υπερβαίνει τα όρια των χρηστών συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τα οποία δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, στο πλαίσιο της πληροφόρησης και προστασίας του καταναλωτικού κοινού, υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητάς τους (αρχή της εμπιστοσύνης).
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κατά τα ως άνω ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση όχι σε παραβίαση συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και συγκεκριμένα σχετικών υπουργικών αποφάσεων, αλλά της κατά τα ως άνω δημιουργούμενης για αυτήν κατά την άσκηση της πιο πάνω δραστηριότητάς της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και του γενικότερου πνεύματος του δικαίου και της επιταγές της έννομης τάξης.
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευρύνθηκε υπέρμετρα και ανεπίτρεπτα η έννοια της υποχρέωσης πρόνοιας, αλλά γίνεται δεκτό ότι έλαβε χώρα εκ μέρους της παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης των αναφερόμενων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας στα έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι συντρέχουν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, ενώ ουδεμία ασάφεια ούτε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
V
ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αυτής αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου περί των Ανθρωπίνων και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, και παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας, δέχθηκε την ύπαρξη αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτής, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωση των Α.
Τ., μεταλλειολόγου μεταλλουργού, νομίμου εκπροσώπου αυτής και της προστηθείσας υπαλλήλου της Β Τ., παρά το ότι τόσο τα πραγματικά περιστατικά όσο και η καταλογισθείσα σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) συμπεριφορά ταυτίζονται με το αντικείμενο της ποινικής δικογραφίας. Ειδικότερα, η τελευταία ισχυρίζεται ότι κατά των ως άνω προσώπων υποβλήθηκε η από 21-4-2011 έγκληση των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, στηρίζοντας την επικαλούμενη ποινική τους ευθύνη στους ίδιους λόγους που θεμελιώνουν και την αστική αδικοπρακτική ευθύνη της με την ένδικη αγωγή τους.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι η ως άνω έγκληση απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. ΕΓ 17-11/364/8Δ/10-5-2012 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, καθόσον τα καταγγελλόμενα είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των πλημμελημάτων, ενώ η υπόθεση, πριν την έκδοση της εν λόγω διάταξης, είχε ήδη τεθεί δύο φορές στο αρχείο, το έτος 2009 και το έτος 2010.
Ακόμη, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, παρά την έκδοση της ως άνω εισαγγελικής διάταξης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά ουσιαστικά αποδίδει αμέλεια και αποφαίνεται επί της ενοχής των αθωωθέντων οργάνων αυτής (αναιρεσείουσας) και κατά συνέπεια δέχεται τη συνδρομή ποινικής ευθύνης (ενοχής) τους για το αδίκημα για το οποίο αθωώθηκαν, ενώ έπρεπε να την αποκλείσει και να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την απαλλακτική ως άνω διάταξη.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεχόμενο απλώς ότι δεν παράγεται απ' αυτήν δεδικασμένο για το πολιτικό δικαστήριο, χωρίς περαιτέρω να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής των αναφερομένων εγκαλουμένων, ούτε να αποφανθεί άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας της αναιρεσείουσας για την πράξη για την οποία υποβλήθηκε η έγκληση κατά των ως άνω νομίμων εκπροσώπων αυτής.
ΙX. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης.
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1162/2020, ΑΠ 719/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης.
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του προαναφερόμενου άρθρου (ΑΠ 266/2019, ΑΠ 1679/2018, ΑΠ 75/2018, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 921/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφερθείσα στο Εφετείο με την έφεσή της ισχυρισμό (ένσταση) αυτής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της ίδιας στην παρούσα δίκης, δεδομένου ότι η ίδια, ως μια εταιρεία δημοσίου συμφέροντος μεικτού χαρακτήρα, είναι αρμόδια μόνο για τη χορήγηση και ανάκληση των πιστοποιητικών επανελέγχου των κέντρων ελέγχου φιαλών υγραερίου και θα έπρεπε εναγόμενο να είναι το Υπουργείο Ανάπτυξης, αφού σε κάθε περίπτωση η γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του ως άνω Υπουργείου είναι αρμόδια για τη θέσπιση των όρων και των προϋποθέσεων σχετικά με τις φιάλες υγραερίου και την ανάκληση αυτών.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τρίτος) είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ειδικότερα της διαδικαστικής προϋπόθεσης της παθητικής νομιμοποίησης αυτής (αναιρεσείουσας-εναγομένης), δηλαδή ότι αυτή είναι το παθητικό υποκείμενο του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος.
X. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 47208, 49075, 53097, 56279, 56634, 58312/2013 απόφαση του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων εγγράφων, και τις ποινικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά, καθώς και τις ειδικές αναφορές της στην εν λόγω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πιο πάνω λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ : α) την από 22-3-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Κ. Ο.Ε.", β) την από 18-3-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Ο. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α." και γ) την από 22-3-2019 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Έ., Τ. Α. και Ε. Δ., Π. και Π." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6250/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις αυτές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει καθεμία από τις αναιρεσείουσες στις πιο πάνω αιτήσεις. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Α. Κ. Ο.Ε." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Κ. Ο. Α. Β. Κ. Ε. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Έ., Τ. Α. και Ε. Δ., Π. και Π." και το διακριτικό τίτλο "Ε. Α.Ε." στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ