Legislator Case Law & Legislation
1254/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on dissolution of co-ownership of heritage building.

Case Number 1254/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by co-owners against the Athens Court of Appeal's decision to dissolve their co-ownership of a heritage building. The lower court ruled that the building's status as a protected heritage site made a horizontal division of ownership impossible, despite the co-owners' arguments regarding its physical structure and potential for sale. The Court upheld this decision, finding the lower court's reasoning sufficient to establish that the specific nature of the protected property precluded the requested division.

Legislator headnote

AI generated

Art. 795, 798, 799, 800A of the Civil Code; The dissolution of co-ownership is justified when the specific characteristics of a heritage building render the division of ownership impossible, thereby protecting the integrity of the protected structure.

Keywords

AI generated
dissolution of co-ownership horizontal division heritage building impossibility of division Civil Code provisions property law Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 795 of the Civil Code
Art. 798 of the Civil Code
Art. 799 of the Civil Code
Art. 800A of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1254 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1254/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ζαμπέτα Στράτα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 22 Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Μ. Κ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λαμπρόπουλο, 2.Γ. Κ. του Κ., ως καθολικού διαδόχου της αποβιωσάσης Ε. χήρας Δ. Κ., το γένος Ν. Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Σαρηβαλάση. Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Κανελλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2015 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4105/2015 μη οριστική, 497/2017 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 4543/2018 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2019 αίτησή τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Η κρινόμενη από 2/1/2019 (με αριθμό κατάθεσης 23/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4543/2018 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/2016.

Συνεπώς, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553 παράγραφος 1β, 556, 558 και 577 του ΚΠολΔ, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

2) Επειδή, κατά το άρθρο 798 ΑΚ, η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο 795 ΑΚ, κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή, κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ενώ κατά το άρθρο 800ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως αν το αντικείμενο που πρόκειται να διανεμηθεί είναι δυνατόν, χωρίς μείωση της αξίας του, να διαιρεθεί σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παράγραφος 1, 3 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 1, 5 και 13 ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ, κάθε συγκύριος οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων.

Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη η κατ' αυτήν αιτούμενη από κάποιον συγκύριο αυτούσια διανομή οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

Επομένως, αν κάποια από τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει, τότε ακολουθείται, εφόσον είναι εφικτός και συμφέρον, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 480 ΚΠολΔ και τις λοιπές συναφείς διατάξεις του ΚΠολΔ, τρόπος αυτούσιας διανομής και αν και αυτός είναι ανέφικτος ή ασύμφορος διατάσσεται κατά το άρθρο 484 παράγραφος 1 του ίδιου Κώδικα, η πώληση του διανεμητέου οικοπέδου με την οικοδομή δια πλειστηριασμού.

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 481 εδάφιο 1 ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του δυνατού, αδυνάτου ή του ασύμφορου της κατά τα άρθρα 480 και 480Α ΚΠολΔ αυτούσιας διανομής, τόσον όταν σχηματίζεται χωρίς αποδείξεις κατά το άρθρο 481 εδάφιο 1 αυτού, όσο και όταν σχηματίζεται κατόπιν διατάξεως αποδείξεων, ανάγεται σε πράγματα και, συνεπώς, δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ίδιου κώδικα στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αριθμ. 19 και 20 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παράγραφος 2α Γ.Ο.Κ. (Ν. 1577/1985), που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο α' του νόμου 4067/2012, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 533 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεταξύ άλλων, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα κτιρίων ή συγκροτήματα κτιρίων και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους.

Σύμφωνα δε με τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι η αυτούσια διανομή χαρακτηρισμένου νομίμως ως διατηρητέου ακινήτου που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων δεν είναι εφικτή, διότι η αυτούσια διανομή τέτοιου ακινήτου δεν συμβιβάζεται με τη φύση του, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο και όχι μόνον κατά ένα τμήμα του και η διατήρησή του μπορεί να επιτευχθεί αν αυτό περιέλθει σε ένα μόνο ιδιοκτήτη, καθόσον η ύπαρξη περισσότερων του ενός συγκυρίων είναι η κύρια αιτία για την εγκατάλειψη και τις αυθαίρετες επεμβάσεις που υφίσταται το διατηρητέο κτίριο.

Μοναδικός τρόπος διανομής του επικοίνου διατηρητέου ακινήτου είναι, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του δικαστηρίου τούτου, η πώληση του με πλειστηριασμό, ώστε καθένας από τους συγκυρίους να λάβει από το εκπλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί ποσό ανάλογο προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα του επί του επικοίνου ακινήτου (ΑΠ 585/2019, 1047/2003, 735/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής, σχετικά με την ένδικη αγωγή διανομής δύο κοινών ακινήτων των διαδίκων: "Οι τώρα αντίδικοι είναι συγκύριοι δύο ακινήτων που βρίσκονται (αμφότερα) στην … και συγκεκριμένα : 1) το μεν πρώτο επίκοινο ακίνητο βρίσκεται επί της οδού ...

εντός της ...), 2) το δε δεύτερο βρίσκεται επί της οδού ... και ... τα οποία θα περιγραφούν (αντιστοίχως) αναλυτικά στη συνέχεια κατωτέρω. Σε αμφότερα τα προαναφερόμενα ακίνητα οι τώρα αντίδικοι έχουν τα εξής ποσοστά συγκυριότητας : α) ο ενάγων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, είναι συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, σε καθένα από τα προαναφερόμενα ακίνητα β) ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών είναι συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 37,5 % εξ αδιαιρέτου, σε καθένα από τα προαναφερόμενα ακίνητα, και γ) ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εφεσίβλητος είναι συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου, σε καθένα από τα προαναφερόμενα ακίνητα....Το πρώτο επίδικο ακίνητο (του οποίου οι διάδικοι είναι συγκύριοι κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου) είναι μια διώροφη λιθόκτιστη οικοδομή με υπόγειο και δώμα, που βρίσκεται στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, επί της οδού ...

εντός της Νέας Αγοράς του ..., στην περιοχή της πλατείας ...). Το ανωτέρω ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή του "Ιστορικού Κέντρου των Αθηνών" της …, στο εμπορικό τρίγωνο που περικλείεται από τις οδούς ... πλησίον δύο σταθμών του μετρό ...), σε περιοχή που γειτνιάζει με την …, λοιπούς αρχαιολογικούς χώρους, καθώς και με το … και ως εκ τούτου τυγχάνει ιδιαίτερης προτίμησης σε τουρίστες (συνεπαγόμενης επισκεψιμότητα και εμπορικότητα της περιοχής), αλλά και σε αλλοδαπούς και Αθηναίους που αναζητούν ακίνητα με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.

Η ανωτέρω διώροφη οικοδομή είναι προϋφιστάμενη του 1955, έχει δε χαρακτηρισθεί διατηρητέα, με βάση την απόφαση 21495/729α/12-2-1990 του ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 102Δ Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) και που δεν έχει ανακληθεί (γεγονός που από ουδένα των διαδίκων αμφισβητήθηκε), έχει δε ανεγερθεί εντός οικοπέδου, έχοντος έκταση μέτρα τετραγωνικά διακόσια ογδόντα έξι και 0,70 (286,70) σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης ...αποτελείται δε από:

Α) υπόγειο όροφο, στον οποίο υπάρχει αποθηκευτικός χώρος, επιφάνειας 286,90 τ.μ., Β) ισόγειο όροφο, συνολικού εμβαδού 463,81 τ.μ., μετά παταριών και εμβαδού 286,90 τ.μ. άνευ παταριών, το οποίο (ισόγειο) περιλαμβάνει έξι καταστήματα-κρεοπωλεία, επιφάνειας α) 8,25 τ.μ. το πρώτο, β) 101,68 τ.μ. μετά παταριού έχοντος επιφάνεια 78,36 τ.μ.

το δεύτερο, γ) 44,42 τ.μ. το τρίτο, δ) 64,65 τ.μ. μετά παταριού έχοντος επιφάνεια 30,65 τ.μ. το τέταρτο, ε) 61,14 τ.μ. μετά παταριού έχοντος επιφάνεια 6,76 τ.μ. το πέμπτο και στ) 6,76 τ.μ. μετά παταριού έχοντος επιφάνεια 6,76 τ.μ. το έκτο, καθώς και ανεξάρτητη είσοδο επί της οδού ... Γ) από ημιόροφο που αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο επιφάνειας 44,42 τ.μ., πλέον των προαναφερόμενων παταριών 78,36 τ.μ., 30,65 τ.μ., 6,76 τ.μ.

και 6,76 τ.μ., των προαναφερόμενων ισογείων καταστημάτων, Δ) από πρώτο (Α') όροφο μετά τον ισόγειο όροφο, ο οποίος αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών διακοσίων είκοσι οκτώ και 0,61 (228,61) και Ε) από Δώμα επί του οποίου υπάρχει ένα δωμάτιο επιφανείας 7,35 τ.μ. ... Η εναπομένουσα δόμηση στο ανωτέρω ακίνητο είναι 460 τ.μ., ώστε μπορεί να εκδοθεί (σε σχέση με την εναπομείνασα δόμηση) τίτλος μεταφερόμενου συντελεστή δόμησης (εν όψει του ότι η ως άνω οικοδομή έχει χαρακτηριστεί διατηρητέα) ....

Το προπεριγραφέν ακίνητο, κείμενο επί της οδού ... (...), είναι χαρακτηρισμένο νομίμως ως διατηρητέο ακίνητο .... επομένως δεν είναι εφικτό να διανεμηθεί αυτουσίως μεταξύ των συγκυρίων αυτού (ήδη αντιδίκων) με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, γιατί αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση του εν λόγω ακινήτου, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο ...

II) το δεύτερο επίδικο ακίνητο είναι μια τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, αποτελείται δε από υπόγειο, ισόγειο και τρεις πάνω από το ισόγειο ορόφους, έχει αναγερθεί εντός οικοπέδου εκτάσεως 666 τ.μ. έχοντος προσόψεις επί της διασταυρώσεως των οδών ... (επί της οποίας φέρει τον οδικό αριθμό ... ... .

Συγκεκριμένα, η επί του ανωτέρω οικοπέδου κείμενη οικοδομή αποτελείται από : Α) υπόγειο όροφο, που αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, επιφανείας 280,00 τ.μ., Β) ισόγειο όροφο συνολικής επιφανείας 280,00 τ.μ. μετά της κεντρικής εισόδου και του κλιμακοστασίου, εκτάσεως 33,50 τ.μ. περίπου, πλέον μιας αποθήκης επιφανείας 27,60 τ.μ., κείμενης στην ακάλυπτη έκταση του εν λόγω οικοπέδου, ο οποίος ισόγειος όροφος περιλαμβάνει 1) τέσσερα καταστήματα επιφανείας α) 14,70 τ.μ.

το πρώτο, β) 30,80 τ.μ. το δεύτερο, γ) 13,90 τ.μ. το τρίτο, δ) 31,70 τ.μ. το τέταρτο, 2) ένα διαμέρισμα επιφανείας 155,30 τ.μ. και 3) μια (κείμενη στην ακάλυπτη έκταση του εν λόγω οικοπέδου) αποθήκη επιφανείας 27,60 τ.μ., Γ) πρώτο (Α') πάνω από το ισόγειο όροφο, συνολικής εκτάσεως μετά των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων περίπου 280,00 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από δύο διαμερίσματα επιφανείας 147,60 τ.μ.

το πρώτο και 83,10 τ.μ. το δεύτερο, πλέον του χώρο του κλιμακοστασίου, Δ) από δεύτερο (Β') πάνω από το ισόγειο όροφο, συνολικής εκτάσεως μετά των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων 280,00 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από δύο διαμερίσματα επιφανείας 154,00 τ.μ. το πρώτο και 108,90 τ.μ. το δεύτερο, πλέον του χώρου του κλιμακοστασίου, Ε) από τρίτο (Γ') πάνω από το ισόγειο όροφο συνολικής εκτάσεως μετά των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων 280,00 τ.μ., ο οποίος αποτελείται από δύο διαμερίσματα επιφανείας 154,00 τ.μ.

το πρώτο και 108,90 το δεύτερο, πλέον του χώρου του κλιμακοστασίου και ΣΤ) από δώμα επί του οποίου υπάρχουν έξι ανεξάρτητα δωμάτια επιφανείας 11,90 τ.μ. το πρώτο, 12,10 τ.μ. το δεύτερο, 10,40 τ.μ. το τρίτο, 12,10 τ.μ. το τέταρτο, 8,20 τ.μ. το πέμπτο και 13,00 τ.μ. το έκτο, πλέον της απόληξης του κλιμακοστασίου και του βατού χώρου ταράτσας....Επί της ανωτέρω διόροφης οικοδομής, η οποία δεν διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, με βάση τον ισχύοντα στην περιοχή συντελεστή δόμησης, υπάρχει μικρό υπόλοιπο δόμησης ...

Το ως άνω δεύτερο επίκοινο ακίνητο, δηλαδή η προπεριγραφείσα οικοδομή, έχει (και αυτή, όπως και το πρώτο ως άνω επίκοινο ακίνητο) νομίμως χαρακτηρισθεί διατηρητέα, με την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 9-11-2017 Απόφαση (αριθμ. οικ. ...) του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αρ.276/23 Νοεμβρίου 2017 ΦΕΚ, τεύχος ΑΑΠ ....

Συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, αφού το προπεριγραφέν δεύτερο επίκοινο ακίνητο είναι χαρακτηρισμένο (κατά τα προαναφερθέντα) ως διατηρητέο ακίνητο, επομένως, δεν είναι εφικτό να διανεμηθεί αυτουσίως μεταξύ των συγκυρίων αυτού (ήδη αντιδίκων) με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, γιατί αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση του εν λόγω ακινήτου, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο ανωτέρω αναφερθείς πραγματογνώμονας Α. Β. στην μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αρ. ...016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, απαντώντας στο συναφές κρίσιμο ερώτημα που του είχε τεθεί με την υπ' αρ. 4105/2015 μη οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέληξε (εκτός των άλλων) στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι το προπεριγραφέν, κείμενο επί της διασταυρώσεως των οδών ... (επί της οποίας φέρει τον οδικό αριθμό ...

ακίνητο ".. .έχει αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά αξιόλογα (τεχνοτροπία της δεκαετίας του 1920 όπως την πρόσοψη με τις εναλλασσόμενες αυλακώσεις στον φέροντα τοιχοποιία. Παρ' όλα αυτά τα στοιχεία αυτά δεν είναι αρκετά ώστε να χαρακτηριστεί διατηρητέο". Ενισχυτικό του γεγονότος ότι το προαναφερόμενο συμπέρασμα του πραγματογνώμονα Α.

Β. ήταν εσφαλμένο, είναι ιδιαίτερα η προαναφερθείσα από 9-11-2017 Απόφαση (αριθμ.οικ....) του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε συνδυασμό αφενός με την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 28.6.2017 θετική Εισήγηση της Εισηγήτριας της αρμόδιας Δ/σης της Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας προς το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (Κ.Ε.Σ.Α.) για έκδοση Υπουργικής Απόφασης περί χαρακτηρισμού ως διατηρητέου του κείμενου επί της διασταυρώσεως των οδών ... (επί της οποίας φέρει τον οδικό αριθμό ...

ακίνητου, αφετέρου με την με την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 28.06.2017 Γνωμοδότηση του αρμόδιου Κεντρικού Συμβούλιου Αρχιτεκτονικής (Κ.Ε.Σ.Α.) που γνωμοδότησε ομόφωνα ότι συμφωνεί με την πρόταση της Δ/νσης για έκδοση Υπουργικής Απόφασης περί χαρακτηρισμού ως διατηρητέου του προπεριγραφέντος κείμενου επί της διασταυρώσεως των οδών ... ...

ακίνητου, με την παρατήρηση (εκτός των άλλων, στην ως άνω Γνωμοδότηση αναφερόμενων) ότι "το κτήριο αποτελεί δείγμα πρόδρομης αστικής πολυκατοικίας στην πρώτη επέκταση του σχεδίου πόλης των Αθηνών...", που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο στοιχείο της δικογραφίας ... Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων αποδείχτηκε με πληρότητα από όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι η αυτούσια διανομή των δύο προπεριγραφέντων επικοίνων ακινήτων των διαδίκων είναι προδήλως ανέφικτη, α) ενόψει του αριθμού των διανεμητέων ακινήτων (δύο) και του αριθμού των διαδίκων κοινωνών (τρεις), β) ενόψει του γεγονότος ότι ουδείς εκ των τριών κοινωνών ζήτησε να λάβει κοινή μερίδα με κάποιον από τους λοιπούς, γ) ενόψει των προαναφερόμενων ποσοστών συγκυριότητας των διαδίκων στα προπεριγραφέντα δύο επίκοινα ακίνητα, και τα οποία ανέρχονται I) για τον ενάγοντα και ήδη πρώτο εφεσίβλητο σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για καθένα από τα προαναφερόμενα ακίνητα II) για τον πρώτο εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα σε ποσοστό 37,5 % εξ αδιαιρέτου για καθένα από τα προαναφερόμενα ακίνητα και III) για τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο σε ποσοστό 12,5 % εξ αδιαιρέτου για καθένα από τα δύο προπεριγραφέντα επίκοινα ακίνητα, δ) ενόψει ότι, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα και τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, ουδέν των προπεριγραφέντων δύο επικοίνων ακινήτων είναι δυνατόν να διανεμηθεί αυτουσίως με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών κατ' όροφο ή μέρη ορόφων, καθόσον καθένα από τα προπεριγραφέντα επίκοινα ακίνητα έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο, ώστε συνακόλουθα, ούτε 1) το προπεριγραφέν πρώτο επίκοινο ακίνητο, δηλαδή η διώροφη λιθόκτιστη οικοδομή με υπόγειο και δώμα, που βρίσκεται στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, επί της οδού ...

εντός της Νέας Αγοράς του ..., στην περιοχή της πλατείας ...), ούτε 2) το προπεριγραφέν δεύτερο επίκοινο ακίνητο, δηλαδή η προπεριγραφείσα τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, της διασταυρώσεως των οδών ... (επί της οποίας φέρει τον οδικό αριθμό ..., είναι εφικτό να διανεμηθούν αυτουσίως μεταξύ των συγκυρίων- κοινωνών αυτών (και ήδη αντιδίκων) με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας επ' αυτών, γιατί αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση των εν λόγω ακινήτων, έκαστο των οποίων έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο.

Αφού λοιπόν, κατά τα ανωτέρω αναλυτικά εκτεθέντα, αποδείχτηκε ότι είναι ανέφικτη και ασύμφορη η αυτούσια διανομή των προπεριγραφέντων δύο επικοίνων ακινήτων, επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, πρέπει να διαταχθεί η πώληση των προπεριγραφέντων επικοίνων διανεμητέων ακινήτων δια πλειστηριασμού, όπως ειδικότερα κατωτέρω και στο διατακτικό.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και διέταξε ... την αυτούσια διανομή των επιδίκων ακινήτων με απονέμηση και με σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών στο προπεριγραφέν δεύτερο επίκοινο ακίνητο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτών γενομένων των υποστηριζόντων τα ανωτέρω λόγων έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι είναι ανέφικτη και ασύμφορη η αυτούσια διανομή των δύο επίκοινων διατηρητέων ακινήτων με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επ' αυτών και, ακολούθως, έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος-ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και διέταξε την πώληση των πιο πάνω ακινήτων με πλειστηριασμό, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έχει εκφέρει αντίθετη κρίση και είχε διατάξει την αυτούσια διανομή των επίδικων ακινήτων με απονέμηση και με σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών στο δεύτερο από αυτά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ωσαύτως, το Εφετείο, το οποίο με τις άνω σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ανέφικτο της αυτούσιας διανομής (με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) του επί της οδού ...

… διατηρητέου (δεύτερου) ακινήτου, είναι αβάσιμοι.

Ένα, όμως, μέλος του δικαστηρίου και, συγκεκριμένα, η Εισηγήτρια Ζαμπέτα Στράτα είχε την ακόλουθη γνώμη : Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2 του νόμου 4067/2012 "Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να χαρακτηρίζονται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου, γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων, με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους...", ενώ κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3 στοιχείο α' του ίδιου νόμου "Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας και γνώμη του αρμόδιου Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα κτιρίων, ως και στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου αυτών, όπως επίσης και στοιχεία του φυσικού ή και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος χώρου, όπως αυλές, κήποι, θυρώματα και κρήνες, καθώς και μεμονωμένα στοιχεία πολεοδομικού (αστικού ή αγροτικού) εξοπλισμού ή δικτύων, όπως πλατείες, κρήνες, διαβατικά, λιθόστρωτα, γέφυρες που βρίσκονται εντός ή εκτός οικισμών, για το σκοπό που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.

Με όμοια απόφαση μπορεί να χαρακτηρίζεται ως διατηρητέα η χρήση ακινήτου με ή χωρίς κτίσματα εντός ή εκτός οικισμών επίσης και το τυχόν όνομα ή επωνυμία με την οποία η χρήση αυτή συνδέθηκε με το διατηρητέο χαρακτήρα της, ιστορικό, λαογραφικό ή άλλο". Από τις ως άνω διατάξεις (πού είναι όμοιες με αυτές των άρθρων 4 παράγραφοι 1 και 2 στοιχείο α' του προϊσχύσαντος νόμου 1577/ 1985) αβίαστα προκύπτει ότι δύναται να κηρύσσονται κτίρια ως διατηρητέα και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους.

Η ως άνω κήρυξη διατηρητέου και καθορισμού ειδικών όρων προστασίας και περιορισμών δόμησης και χρήσης συνεπάγεται επιβολή θεμιτών περιορισμών στο δικαίωμα της κυριότητας, ενόψει της συνταγματικής επιταγής για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς (ΣτΕ 3699/2011, 4543/2015, 4525/2013, 1819/2005), οι εν λόγω δε περιορισμοί είναι συγκεκριμένοι και έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, δηλαδή;

αποτελούν γενικούς και αφηρημένους κανόνες δικαίου (ΣτΕ 1510/2017,2108/ 2006). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 795, 798, 799, 800, 1002 και 1117ΑΚ και 1-5 και 13 του νόμου 3741/ 1929, η λύση της κοινωνίας, η αυτούσια διανομή και η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελούν εκ του νόμου παρεχόμενα δικαιώματα, που απορρέουν από το δικαίωμα κυριότητας.

Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. .../9/11/2017 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Α.Α.Π. 276/23/11/2017), η οποία εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτηση του αναιρεσιβλήτου, ενόψει της εκκρεμούσας επίδικης διαφοράς, χαρακτηρίστηκε το ακίνητο επί των οδών ... αριθμός ... του ... ως διατηρητέο και επιβλήθηκαν συγκεκριμένοι περιορισμοί κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 6 παράγραφος 3 του νόμου 4067/ 2012.

Μεταξύ των επιβληθέντων περιορισμών στο δικαίωμα κυριότητας , ουδόλως επιβλήθηκε και η απαγόρευση της αυτούσιας διανομής και της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (περιορισμός που ουδέποτε έχει επιβληθεί σε αποφάσεις κήρυξης κτιρίου ως διατηρητέου), ακριβώς διότι το δικαίωμα της αυτούσιας διανομής και της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ουδόλως επηρεάζει" τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας" των κηρυχθέντων ως διατηρητέων κτιρίων, ώστε να επιβάλλεται ( και αυτός) ως θεμιτός περιορισμός του δικαιώματος κυριότητας κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Περαιτέρω, ο δημόσιος πλειστηριασμός του χαρακτηρισμένου ως διατηρητέου κτιρίου δεν διασφαλίζει ότι τούτο θα περιέλθει σε ένα και μόνο ιδιοκτήτη, διότι από καμία διάταξη του ΚΠολΔ δεν εμποδίζονται κατά τον εκούσιο δημόσιο πλειστηριασμό που θα λάβει χώρα, να υπερθεματίσουν με κοινή προσφορά δύο ή και περισσότεροι υπερθεματιστές αποκτώντας το κοινά και αδιαίρετα, ούτε εμποδίζεται ο ένας και μόνος υπερθεματιστής στο μέλλον είτε να διαθέσει με σύμβαση ή με διάταξη τελευταίας βούλησης σε τρίτον αδιαίρετη μερίδα του διατηρητέου κτιρίου, είτε μονομερώς ή με σύμβαση ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως να το υπαγάγει στις διατάξεις του νόμου 3741/ 1929 και να συστήσει επ' αυτού χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες και στη συνέχεια να τις διαθέσει με σύμβαση ή διάταξη τελευταίας βούλησης σε τρίτους περισσότερους του ενός.

Ωσαύτως, επί ακινήτου, που έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο, είναι καθόλα νόμιμες κατά την κείμενη νομοθεσία, η εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα επ' αυτού, η μεταβίβαση τούτου σε δύο συγκυρίους καθώς και η εκουσία διανομή αυτού με σύσταση χωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών με συμβολαιογραφική πράξη. Τέλος, εγκατάλειψη και αυθαίρετες επεμβάσεις μπορεί να υποστεί το διατηρητέο ακίνητο και από τον ένα και μοναδικό ιδιοκτήτη του, ενώ, αντιθέτως, μπορεί και τυγχάνει φροντίδας και σωστής συντήρησης από τους περισσότερους του ενός ιδιοκτήτες του.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε, όπως αναμφίβολα προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, ότι η αυτούσια διανομή με τη σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας δεν είναι εφικτή λόγω της φύσης, καθ'εαυτής, του προαναφερθέντος ακινήτου ως διατηρητέου, ειδικότερα δε δέχθηκε ότι:" Η αυτούσια διανομή χαρακτηρισμένου νομίμως ως διατηρητέου ακινήτου που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή μέρη ορόφων δεν είναι εφικτή, διότι η αυτούσια διανομή τέτοιου ακινήτου δεν συμβιβάζεται με τη φύση του που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο και όχι μόνον κατά ένα τμήμα του και η διατήρηση του μπορεί να επιτευχθεί αν αυτό περιέλθει σε έναν μόνον ιδιοκτήτη καθόσον η ύπαρξη περισσότερων του ενός συγκυριών, διαφωνούντων, είναι η κύρια αιτία για την εγκατάλειψη και τις αυθαίρετες επεμβάσεις που υφίσταται το διατηρητέο κτίριο ...

Συνακόλουθα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, αφού το προπεριγραφέν δεύτερο επίκοινο ακίνητο είναι χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο ακίνητο, επομένως δεν είναι εφικτό να διανεμηθεί αυτουσίως μεταξύ των συγκυριών αυτού( ήδη αντιδίκων) με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, γιατί αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση του εν λόγω ακινήτου, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή το ακίνητο, πού ευρίσκεται επί της διασταυρώσεως των οδών ... αριθμός ..., δεν είναι εφικτό να διανεμηθεί αυτουσίως μεταξύ των συγκυριών αυτού με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας εξαιτίας του χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 3 στοιχείο α' του νόμου 4067/ 2012 (βλ.

και άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α' του προϊσχύσαντος νόμου 1577/1985, στο οποίο εσφαλμένως αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση) και της υπ' αριθμόν .../9/11/2017 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 795, 798, 799, 800 1002 και 1117ΑΚ και 1- 5 και 13 του νόμου 3741/ 1929, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 480, 480 Α και 484ΚΠολΔ και γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό την αποκρουσμένη εκδοχή ότι είναι νόμιμη η από το δικαστήριο προσθήκη και άλλων ιδιοκτησιακών περιορισμών εξαιτίας του χαρακτηρισμού ενός κτιρίου ως διατηρητέου, ήτοι πέραν όσων ορίζονται στην κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδίδεται κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του νόμου 4067/2012 και που ορίζει νομίμως τους συγκεκριμένους ιδιοκτησιακούς περιορισμούς-, δεν εξέτασε εάν, με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά, δομικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά του ως άνω διατηρητέου ακινήτου, είναι ανέφικτη η αυτούσια διανομή, αλλά δέχθηκε ότι η κήρυξη του ως διατηρητέου καθεαυτή καθιστά ανέφικτη την αυτούσια διανομή με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας:" γιατί αυτό δεν συμβιβάζεται με τη φύση του εν λόγω ακινήτου, που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο".

Έτσι, όμως, το Εφετείο ουδόλως εξέτασε και έκρινε εάν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του διατηρητέου ακινήτου καθιστούσαν ανέφικτη την αυτούσια διανομή και τη σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και, επομένως, σε κάθε περίπτωση στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δεν παραθέτει στην ελασσόνα πρόταση της προσβαλλόμενης τις πραγματικές ιδιότητες του διατηρητέου ακινήτου της οδού ...

αριθμ... που να καθιστούν ανέφικτη την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών. Το ζήτημα δε αυτό ήταν ουσιώδες, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη ανέλεγκτα δέχτηκε στο σκεπτικό της ότι το επίκοινο αυτό ακίνητο είναι από την κατασκευή του χωρισμένο σε ορόφους και τμήματα ορόφων με λειτουργική ανεξαρτησία και εκ κατασκευής, επίσης, υπάρχοντες κοινόχρηστους χώρους, που εξυπηρετούν όλους τους ορόφους και διακεκριμένα τμήματα αυτών.

Ωσαύτως, η προσβαλλόμενη απόφαση στην ελάσσονα πρότασή της δεν περιέχει καμία απολύτως αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα, αν στην κριθείσα περίπτωση το επίκοινο διατηρητέο κτίριο της οδού ... αριθμ..., είναι πράγματι εγκαταλελειμμένο και αν έχει υποστεί αυθαίρετες επεμβάσεις λόγω διαφωνιών των διαδίκων και συγκυρίων του, ώστε για την προστασία του να πρέπει να λυθεί η κοινωνία με την πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό, ώστε να περιέλθει σε έναν μόνο ιδιοκτήτη Έτσι κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης του αριθμού 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ και γι' αυτό οι από την εν λόγω διάταξη απορρέοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, πρέπει να γίνουν δεκτοί, γιατί είναι βάσιμοι.

Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί κατ άρθρο 495 παράγραφος 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού ( ΚΠολΔ 176, 183, 191 παράγραφος 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2/1/2019 αίτηση για αναίρεση της 4543/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ