1254/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1254/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπερεσιακής εξαρτήσεως.
Full text
Απόφαση 1254 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1254/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Ρ. - Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μπουτσικάρη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.1060/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Έ. Π. του Β., 2)Ε. Π. του Β. και 3)Θ. Π. του Β., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Δάτσικα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται αντικειμενικώς α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους - επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου τη θέληση καταθέσεως ψευδών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α` του παραπάνω Κώδικα, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές, με παρακίνηση ή παρόρμηση ή ενθάρρυνση και με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές κλπ), με πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό, λόγω υπερεσιακής εξαρτήσεως.
Υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με θέληση και γνώση η αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτή, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα η καταδικαστική απόφαση.
Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, και της ψευδορκίας μάρτυρα, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών (Γ’ Τριμελές Πλημμελημάτων), με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 1060/2015 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. " Κατόπιν σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου, με τα υπ’ αριθμ. 5730/26.10.2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δημοσιεύθηκε η από 10.1.1989 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ.
Μ. του Α. (παππού του κατηγορουμένου), που απεβίωσε στις 25.3.1989, ενώ με την αριθμ. 2296/26.10.2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου η διαθήκη αυτή κηρύχθηκε κυρία. Ως μάρτυρας κατά τη συνεδρίαση του ως άνω Δικαστηρίου στην παραπάνω δικάσιμο εξετάστηκε η Ε. Α. του Γ., η οποία κατέθεσε ενόρκως " με το διαθέτη ήμασταν φίλοι και γείτονες για πολλά χρόνια και από δική μου αντίληψη γνωρίζω και το γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του.
Στη διαθήκη που μου δείχνετε βεβαιώνω πράγματι τη γνησιότητα τους ". Τα όσα όμως κατέθεσε ενόρκως η προαναφερόμενη ήσαν ψευδή, η ίδια δε τα κατέθεσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών, αφού η διαθήκη αυτή (η οποία εμφανίστηκε προς δημοσίευση 18 έτη μετά το θάνατο του Γ. Μ.) δεν είχε συνταχθεί από το φερόμενο ως διαθέτη και είναι καθ’ ολοκληρία πλαστή, όλα δε τα ακίνητα που αναφέρονται σ’ αυτή, ως δήθεν ιδιοκτησίες του διαθέτη, είναι ακίνητα που κατά τα οικεία Κτηματολογικά Γραφεία φέρονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και για κανένα από αυτά ο διαθέτης δεν διέθετε τίτλο κτήσεως, μεταγεγραμμένο στα οικεία υποθηκοφυλακεία.
Την απόφαση στην Ε. Α. να τελέσει το ως άνω αδίκημα της ψευδορκίας προκάλεσε ο (μόνος ωφελούμενος από τη διαθήκη και αιτηθείς την κήρυξη αυτής ως κυρίας) κατηγορούμενος, ο οποίος με πειθώ και φορτικότητα έπεισε αυτήν να καταθέσει τα όσα ψευδή κατέθεσε.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται, όπως αυτή εξειδικεύεται στο διατακτικό... ". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το ότι " στην Αθήνα στις 26.10.2007, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που αυτός διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον άνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και φορτικότητα έπεισε την Ε.
Α., να εκτελέσει το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα. Ειδικότερα, η τελευταία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενη ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση αιτήσεως του δευτέρου κατηγορουμένου Σ.
Ρ.-Μ., προκειμένου να κηρυχθεί κυρία η από 10-1-1989 διαθήκη του Γ. Μ., κατέθεσε εν γνώσει της ψευδώς ότι: "Με τον διαθέτη ήμασταν φίλοι και γείτονες για πολλά χρόνια και από δίκη μου αντίληψη γνωρίζω και το γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του. Στη διαθήκη που μου δείχνετε βεβαιώνω πράγματι τη γνησιότητα τους".
Όμως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε η κατηγορούμενη ήταν εν γνώσει της εξολοκλήρου ψευδή, καθώς η εν λόγω διαθήκη ήταν εξολοκλήρου πλαστή και δεν είχε συνταχθεί από τον ανωτέρω διαθέτη ". Με όλα αυτά τα οποία δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρα και για τα οποία έχει καταδικασθεί ο αναιρεσείων, τις αιτιολογίες από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με βάση τις οποίες υπήγαγε στις ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 46 παρ.1 , 224 παρ.1 του ΠΚ και όπως αυτές ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε πλαγίως, με ελλειπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα αναφέρεται στο αιτιολογικό ο τρόπος και τα μέσα που ο κατηγορούμενος ως ηθικός αυτουργός χρησιμοποίησε και ηθελημένα προκάλεσε στη μάρτυρα την απόφαση να προβεί στη ψευδή κατάθεση (με πειθώ και φορτικότητα) κατά τη συζήτηση της αιτήσεως του, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί κυρία η διαθήκη του Σ.
Ρ. - Μ., από την οποία μόνος ωφελούμενος απ’ αυτήν ήταν ο ίδιος ο αιτών. Αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη προκύπτει η γνώση αυτού για τα ψευδή γεγονότα που η συγκατηγορουμένη του κατέθεσε ενόρκως, αφού αυτός, ως μόνος ωφελούμενος από τη διαθήκη, προσεκόμισε αυτήν στο δικαστήριο και ζήτησε την κήρυξή της ως κυρίας, οπότε θεωρείται αυτονόητη η γνώση του για την πλαστότητα και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών.
Τέλος, αναφέρεται ότι η διαθήκη που προσκόμισε προς δημοσίευση στο δικαστήριο ο αιτών, 18 έτη μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία όλα τα ακίνητα που αναφέρονται σ’ αυτήν ως δήθεν ιδιοκτησίες του διαθέτη είναι ακίνητα που κατά τα οικεία κτηματολογικά γραφεία φέρονται "ως αγνώστου" και για κανένα δεν διέθετε τίτλο ο διαθέτης, δεν είχε συνταχθεί από το φερόμενο ως διαθέτη και είναι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, πλαστή, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται από ποιο αποδεικτικό μέσο προκύπτει η πλαστότητα αυτής.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, ως προς την ειδικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα ροσκομιζόμενα και αναγνωσθέντα από το Δικαστήριο αυτό έγγραφα που αναφέρονται στην προσωπική κατάσταση της υγείας του και που γιαυτόν συνιστούν έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη βεβαίωση στο προοίμιο του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, προκύπτει ότι αυτά συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο και δεν χρειάζεται ούτε είναι υποχρεωμένο αυτό για την πληρότητα της αιτιολογίας του να απαντήσει στο περιεχόμενο τους, ούτε να κάνει μνεία του περιεχομένου τους και της ταυτότητάς τους και συνεπώς δεν υπέπεσε εξ αυτού του λόγου στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 περ.
Δ’ του ΚΠΔ γιαυτό και η αιτίαση αυτή καθώς και ο ερειδόμενος σ’ αυτήν λόγος περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα κρίνεται ως αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω δε και κατά το μέρος που με το λόγο αυτό εισάγεται αιτίαση ότι από τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτει ότι αυτός αντιμετωπίζει προβλήματα διανοητικής υγείας τα οποία του στερούν τη δυνατότητα πλήρους και επαρκούς αντίληψης και τη δυνατότητα ομαλής κοινωνικής προσαρμογής και έτσι τον καθιστούν μη ικανό να τελέσει την παραπάνω πράξη, για την οποία κατηγορείται, από την επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτά (πρακτικά) κατά τούτο δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν και συνεπώς από αυτά προκύπτει ότι δεν υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τέτοιος ισχυρισμός και ως εκ τούτου τα ως άνω πρακτικά παρέχουν πλήρη απόδειξη των όσων συνέβησαν στο ακροατήριο και το Δικαστήριο δεν όφειλε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό κατά το μέρος που προσβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Παρόντος Δικαστηρίου καθόσον αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθία των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα κατ’ άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (αρθρ.176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 297 από 23.6.2015 αίτηση του Σ. Ρ.-Μ. του Ν., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1060/2015 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ