Legislator Case Law & Legislation
1254/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguments for inadmissibility as they were not properly raised in lower courts.

Case Number 1254/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents and documents submitted during proceedings, claiming violations of Article 6 of the ECHR. The court ruled these arguments inadmissible because they were not legally proposed in the lower courts and do not constitute errors of law or public order issues requiring Supreme Court review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 § 2 KPolD; Art. 559 KPolD; The Supreme Court may only admit appeal arguments that were legally proposed in the court of first instance, excluding claims based on unraised issues or mere errors of fact unless they constitute a violation of public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal arguments properly raised in lower court Article 562 KPolD Article 559 KPolD Article 6 ECHR violation property dispute appeal legal proposal requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 § 2 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 6 para. 1 ECHR
Law 53/1974
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1254 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1254/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Χ1, κατοίκου ... και 2. ΠΧ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μυλωνά.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ χήρας Ζ, το γένος ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Πουλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 672/2005 του Εφετείου Πατρών. Ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1496/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την τελευταία απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το εφετείο Πατρών εξέδωσε την 444/2008 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-8-2008 αίτησή τους και τους από 15-12-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο ' 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.... Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες", κατά τη διάταξη δε του άρθρου 1401 ΑΚ "Η αξίωση του προηγουμένου άρθρου δεν γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε.

Επίσης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή...". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτουν τα εξής: Προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι α) λύση η ακύρωση του υφισταμένου μεταξύ των συζύγων νομίμου γάμου ή η συμπλήρωση τριετούς διάστασης, β) αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφ' ότου τελέστηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιοδήποτε τρόπο, του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου.

Για την τελευταία είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται στην αγωγή αλλά και στην απόφαση το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή από τον δικαιούχο στον υπόχρεο κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών που αποτιμώνται σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών για τη συντήρηση και λειτουργία του κοινού οίκου και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, κατά το μέτρο που αυτές υπερβαίνουν την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση για συνεισφορά προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι αποτιμητά σε χρήμα, όχι όμως και υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία της αρχικής περιουσίας του υποχρέου ή τέτοια που αποκτήθηκαν από αυτόν μετά το γάμο, με δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία, ούτε επίσης περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από τον υπόχρεο με διάθεση είτε αρχικής περιουσίας είτε περιουσίας που αποκτήθηκε από αυτόν με δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία.

Η ύπαρξη τέτοιων περιουσιακών στοιχείων αποτελεί ένσταση του εναγομένου υποχρέου προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής του δικαιούχου. Προς διαπίστωση του εάν υπήρξε αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής αυτού κατάστασης, κατά τον κρίσιμο χρόνο (τελική περιουσία) και εκείνης που υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία), η τυχόν δε προκύπτουσα, μετ' αναγωγή της αξίας αυτών στο χρόνο γέννησης της αξίωσης, διαφορά συνιστά την αύξηση της περιουσίας, για την απόκτηση της οποίας τεκμαίρεται μαχητώς ότι ο δικαιούχος συνέβαλε κατά ποσοστό 1/3, ή κατά το αιτούμενο με την αγωγή και αποδεικνυόμενο από αυτόν μεγαλύτερο ποσοστό.

Ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος ή οι κληρονόμοι αυτού, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, μπορεί να προβάλουν, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Ακ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ αν με τη αγωγή ζητείται ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3, ως προς το επί πλέον αυτού ποσοστό ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν είχε καμία συμβολή συνιστά άρνηση.

Τα ίδια ισχύουν ως προς το βάρος της απόδειξης και όταν ο εναγόμενος σύζυγος, προς απόκρουση της εναντίον του σχετικής αγωγής του άλλου, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατ'εκείνου, από τη συμβολή του στα αποκτήματα του ενάγοντος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, που, όμως, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο με το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση ήταν μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού (εναγομένου).

Η αξίωση του συζύγου για τη συμβολή του στα αποκτήματα, σε περίπτωση θανάτου αυτού, δεν κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωρισθεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί σχετική αγωγή του στον υπόχρεο, η αντίστοιχη όμως υποχρέωση του θανόντος κληρονομείται και οι κληρονόμοι του ενέχονται ο καθένας κατ' αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας.

Επομένως, οι εναγόμενοι από τον επιζώντα δικαιούχο σύζυγο κληρονόμοι του θανόντος υποχρέου, δεν έχουν, κατ' αρχήν, σχετική ανταπαίτηση κατά του ενάγοντος για τη συμβολή του κληρονομηθέντος από αυτούς στα αποκτήματα εκείνου, την οποία μπορούν να προβάλουν σε συμψηφισμό με την επίδικη απαίτηση του ενάγοντος, εκτός αν επικαλούνται ότι η ανταπαίτηση του κληρονομηθέντος είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί από αυτόν όταν ζούσε σχετική αγωγή εναντίον του άλλου, ο δε πλουτισμός του δικαιούχου από τη συμβολή του θανόντος στην αύξηση της περιουσίας του δεν είναι αδικαιολόγητος .

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονται στο Εφετείο, που μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά παραδοχή της έφεσης των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε εν μέρει την από το άρθρο 1400 ΑΚ αγωγή της αναιρεσίβλητης, οι εξής αιτιάσεις: α) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκομίστηκαν, και από τα οποία αποδεικνύεται πως δύο ακίνητα του αποβιώσαντος συζύγου της ενάγουσας, που κληρονομήθηκε από αυτή και τους εναγομένους, και τα οποία, όπως δέχεται το Εφετείο αποκτήθηκαν από τον θανόντα και εκποιήθηκαν από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου, αποτελούσαν αρχική περιουσία του θανόντος, διότι περιήλθαν σ' αυτόν από τη διανομή κοινών ακινήτων αυτού με τους λοιπούς συγκυρίους, η επί των οποίων συγκυριότητα είχε αποκτηθεί πριν την τέλεση του γάμου (1ος λόγος του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο), β) ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο πως ο θανών σύζυγος της ενάγουσας δεν είχε αρχική περιουσία, και ειδικότερα τα άνω δύο ακίνητα, κατά το ανήκον σ' αυτόν εξ αδιαιρέτου ποσοστό, παραβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του 1400 ΑΚ (1ος λόγος , κατά το δεύτερο σκέλος του).

Οι λόγοι αυτοί , ως πλημμέλειες από τον αριθμό 11 περ. γ' ο πρώτος και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο δεύτερος, είναι αόριστοι, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο και επανέφεραν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό (ένσταση) περί υπάρξεως αρχικής περιουσίας του συζύγου, στην οποία περιλαμβάνονταν και τα προαναφερόμενα ακίνητα, και για την αντιμετώπιση του οποίου το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο έγγραφα και παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ.

Από τα άρθρα 455 , 457 παρ. 2 και 3, 458 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. 'Όταν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (άρθρο 463 Κ.Πολ.Δ.).

Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της γνησιότητας της υπογραφής σ' αυτό που αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια. Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο, η μη γνησιότητα της επ' αυτού υπογραφής, τούτο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι η υπογραφή είναι γνήσια, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη.

Αν όμως το δικαστήριο, στην περίπτωση που αμφισβητηθεί η γνησιότητα της υπογραφής, λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11α του Κ.Πολ.Δ., αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα.

Η άρνηση της γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις και να γίνει κατά τη συζήτηση κατά την οποία προσκομίζεται το έγγραφο, εάν δε αυτό δεν γίνει, θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρώς η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση της γνησιότητας αυτού σε μεταγενέστερη συζήτηση είναι απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση των αριθμών 11 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του επί του ουσιώδους για την έκβαση ζητήματος των αποκτηθέντων από την ενάγουσα εισοδημάτων από την εργασία της, κατά την παραμονή της στον ..., με τα οποία η ενάγουσα συνέβαλε στην απόκτηση από τον σύζυγό της, κατά τη διάρκεια του γάμου, περιουσίας (καταστήματος στην ...

και αγροτεμαχίου στη ...), παρά το νόμο έλαβε υπόψη επικυρωμένα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας, που υπέβαλε στον ..., μολονότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες), με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσκομίστηκαν το πρώτον τα έγγραφα αυτά από την ενάγουσα, αμφισβήτησαν τη γνησιότητα των εγγράφων αυτών, ισχυρισμό που επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, χωρίς αυτό να τον ερευνήσει.

Από τις έγραφες προτάσεις των εναγομένων ενώπιον του Πρωτοδικείου προκύπτει, ότι με την προσθήκη και αντίκρουση αυτών προέβαλαν τον εξής επί λέξει ισχυρισμό: " σχετικά τώρα με τα εισοδήματα της ενάγουσας. Οι δηλώσεις που προσάγει (η ενάγουσα) και απευθύνονται όπως ισχυρίζεται στην εφορία του ... δεν είναι αξιόπιστες και γνήσιες, γιατί από κανένα στοιχείο, γιατί από κανένα επίσημο στοιχείο, σφραγίδα της δημόσιας αυτής υπηρεσίας, υπογραφή και λοιπά προκύπτει ότι κατατέθηκαν στην εφορία, αφού λείπουν παντελώς επίσημα στοιχεία της υπηρεσίας και όπως είναι φυσικό πολλές τέτοιες δηλώσεις μπορούν να γίνουν..".

Ο ισχυρισμός αυτός, που επανεγέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, δεν συνιστά ρητή, σαφή και ειδική αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής της ενάγουσας επί των φορολογικών αυτών δηλώσεων, αλλά αμφισβήτηση του ότι αυτές κατατέθηκαν από την ενάγουσα στην αρμοδία εφορία. Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει αν η επ' αυτών υπογραφή της ενάγουσας είναι η γνήσια αυτής υπογραφή ή όχι, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως με τον άνω λόγο (δεύτερο) πράγματι από τον αριθμό 11 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους αποδείξεως των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτονται στο Εφετείο οι εξής αιτιάσεις: α) ότι με το να δεχθεί πως ο κληρονομηθείς από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) δεν είχε συμβάλει στην αποκτηθείσα από αυτή, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, περιουσία, απορρίπτοντας ακολούθως τον ισχυρισμό τους (ένσταση) για συμψηφισμό της ανταπαίτησης αυτού, περί συμβολής του θανόντος συζύγου της, στην αποκτηθείσα από την ενάγου περιουσία, την οποία προέβαλαν επικουρικώς, υπέπεσε στην από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης ( λόγος αναίρεσης υπό στοιχείο

ΙΙΧ κατά το οικείο μέρος του), β) ότι υπέπεσε στην αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, δεχόμενο πως την ύπαρξη αρχικής περιουσίας υποχρεούνται να επικαλεσθούν κατ'ένσταση αυτοί (εναγόμενοι) και όχι η ενάγουσα (δεύτερος πρόσθετος λόγος) και γ) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ύψους της προταθείσας, ως άνω σε συμψηφισμό, ανταπαίτησης του αποβιώσαντος συζύγου της ενάγουσας, ούτε ομολογία αυτής, που περιέχεται στην αγωγή της, ότι ο αποβιώσας σύζυγός της είχε συμβάλει στην αποκτηθείσα από αυτή περιουσία, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (κύριος λόγος υπό στοιχείο

ΙΙΧ). Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι στηρίζουν ισχυρισμό μη νόμιμο (ανταπαίτηση του κληρονομηθέντος από τους εναγομένους για τη συμβολή του στην αποκτηθείσα από την ενάγουσα περιουσία), αφού όπως οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο, δεν επικαλέστηκαν για το νόμιμο του εν λόγω ισχυρισμού ότι η ανταπαίτηση αυτή του θανόντος είχε αναγνωρισθεί συμβατικά ή είχε επιδοθεί σχετική αγωγή αυτού στην ενάγουσα. Ο υπό στοιχείο

ΙV λόγος του κυρίου δικογράφου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, με το να δεχθεί πως η ενάγουσα συνέβαλε με τα εισοδήματά και τις υπηρεσίες της για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών κατά 50% στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά τα δύο ως άνω ακίνητα, παρεβίασε ευθέως αλλά και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, είναι απαράδεκτος ως προβαλλόμενος χωρίς έννομο συμφέρον, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο αυτό δεν δέχθηκε, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την αγωγή της, πως αυτή συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με παροχή υπηρεσιών πέραν του αναλογούντος σ' αυτή μέτρου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4 ,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην πληττομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη τέλεσε νόμιμο στον γάμο στον ... με τον Ζ την 7.2.1970, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα και ο οποίος γάμος λύθηκε με τον θάνατο του συζύγου της ενάγουσας την 3.10.1997, ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος και κληρονομήθηκε από αυτή και τους εναγομένους.

Από την τέλεση του γάμου τους μέχρι και τη λύση αυτού, ο σύζυγος της ενάγουσας, ο οποίος κατά την τέλεση του γάμου δεν είχε περιουσία, δύο έτη μετά την τέλεση του γάμου τους, απέκτησε τα εξής περιουσιακά στοιχεία α) Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Οικονόμου αγόρασε, αντί τιμήματος 200.000 δρχ., που καταβλήθηκε μετρητοίς από τον αγοραστή, ένα κατάστημα με αποθήκη επί της οδού ...

αξίας κατά το χρόνο λύσεως του γάμου 20.000.000 δρχ. και β) με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ι. Ζαμπάτη αγόρασε, αντί τιμήματος 120.000 δρχ., αγροτεμάχιο με 115 ελαιόδεντρα, εμβαδού 7.392 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "... ..., υποσχέθηκε δε να αποστείλει το άνω συμφωνηθέν τίμημα από τον ... στην πωλήτρια ατόκως μέχρι 31.12.1973, αξίας κατά το χρόνο λύσεως του γάμου 18.000.000 δρχ.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αντιμετωπίζοντας τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας περί συμβολής της στην αποκτηθείσα από τον σύζυγό της, κατά τη διάρκεια του γάμου, ως άνω περιουσία, κατά ποσοστό 50%, και τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων ότι αυτή δεν είχε καμία συμβολή στην απόκτηση των άνω δύο ακινήτων, δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνέβαλε για την απόκτηση των άνω δύο ακινήτων από τον σύζυγό της, κατά 50% με παροχή προς αυτόν κεφαλαίου, από τα εισοδήματά της, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα εξής:

Ότι οι σύζυγοι από της τελέσεως του γάμου διέμεναν στον ... μέχρι το έτος 1977,το δε επόμενο έτος επέστρεψαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα Ο σύζυγος της ενάγουσας, πριν το γάμο τους, διατηρούσε στον ..., όπου διέμενε, επιχείρηση εστιατορίου, η οποία όμως έπαυσε να λειτουργεί το έτος 1969 και αυτός κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, έκτοτε δε και μέχρι το έτος 1977 δεν εργάζονταν και ελάμβανε επίδομα ανεργίας, καθώς και τα μισθώματα από την εκμίσθωση του άνω επί της οδού ...

καταστήματος, ανερχόμενα στο ποσό των 3.000 δρχ. το έτος 1972. Η ενάγουσα, κατά την διαμονή των συζύγων στον ... (μέχρι το έτος 1977 που επέστρεψαν στην Ελλάδα), κατά το πρώτο έτος του γάμου τους (1970) παρακολουθούσε μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας και δεν εργάζονταν, έλαβε δε επί ένα έτος επίδομα συνολικώς 75.600 δρχ., ήτοι 6.300 δρχ.

το μήνα, ,κατά τα επόμενα δε έτη (1971-1977), που αυτή εργάζονταν, τις μεν εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας σε εργοστάσιο παιδικών ειδών και δερμάτων τα δε Σαββατοκύριακα ως κομμώτρια, από τις εργασίες της δε αυτές αποκόμισε συνολικά, εντός των ετών 1972 μέχρι και 1977, εισόδημα 2.309.545 δρχ., ήτοι μηνιαίως 32.077 δρχ. Εκτός των εισοδημάτων αυτών, η ενάγουσα εισέπραττε από το έτος 1973 μίσθωμα ανερχόμενο τότε στο ποσό των 3.000 δρχ.

το μήνα, από την εκμίσθωση καταστήματος της, επί οδού ... στην περιοχή ..., καθώς και μίσθωμα από την εκμίσθωση άλλου καταστήματος της, επί της οδού ..., που είχε αγοράσει το έτος 1975, από την εκμίσθωση δε και των δύο αυτών καταστημάτων η ενάγουσα είχε εισπράξει μέχρι του θανάτου του συζύγου της (1997) το συνολικό ποσό των 14.000.000 δρχ.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι η ενάγουσα συνέβαλε, με τα εισοδήματα από την εργασία της κατά τη διαμονή των συζύγων στον ..., καθώς και με τα εισοδήματα από την εκμίσθωση των άνω καταστημάτων της, στην απόκτηση από τον σύζυγό της, κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου, των άνω δυο ακινήτων (καταστήματος στην ...

και αγροτεμαχίου στη ...) κατά ποσοστό 50% με την παροχή κεφαλαίου στον σύζυγό της του ημίσεως του τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά των ακινήτων αυτών. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται α)ότι την 20.9.1972, πέντε δηλαδή ημέρες πριν την κατάρτιση του συμβολαίου, με το οποίο ο σύζυγός της αγόρασε το άνω επί της οδού ...

κατάστημα, η ενάγουσα ανέλαβε από το υπ' αριθμ. ... βιβλιάριό της καταθέσεων Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου το ποσό των 152.000 δρχ. και την 2.7.1973 δραχμοποίησε δολάρια .... αξίας 87.500 δρχ. από τα οποία ποσά αυτή διέθεσε στο σύζυγό της, με την προς αυτόν παροχή κεφαλαίου, το ποσό των 100.000 δρχ. για την αγορά του καταστήματος επί της οδού ...

στην περιοχή ..., και ποσό 60.000 δρχ. για την για την αποπληρωμή από τον σύζυγό της του τιμήματος των 120.000 δρχ. , για την αγορά από αυτόν του αγροτεμαχίου στη ...., η καταβολή του οποίου είχε συμφωνηθεί να γίνει μέχρι την 31.12.1973. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας και αφού αναγνώρισε ότι αυτή συνέβαλε με την παροχή κεφαλαίου προς το σύζυγό της, κατά ποσοστό 50% για την απόκτηση από αυτόν των άνω δύο ακινήτων, υποχρέωσε τους εναγομένους, συγκληρονόμους με αυτή του θανόντος συζύγου της, να της καταβάλουν ο καθένας το αναλογούν στη μερίδα του ποσοστό της συμβολής της, ανερχόμενο σε 13.939,84 δρχ. 'Ετσι που έκρινε, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο ως προς την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας να συμβάλει, με την παροχή κεφαλαίου στην απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων από τον σύζυγό της, όσο και ως προς τη συμβολή αυτής κατά ποσοστό 50%, με την παροχή κεφαλαίου προς τον σύζυγό της για την αγορά από αυτόν του επί της οδού ...

καταστήματος, και του αγροτεμαχίου στη ..., ορθώς εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ. Ειδικότερα: α)σαφώς δέχεται το Εφετείο ότι μέχρι τον μήνα Σεπτέμβριο 1972, που ο σύζυγός της ενάγουσας αγόρασε, αντί τιμήματος 200.000 δρχ. το επί της οδού ... κατάστημα, η ενάγουσα είχε αποκτήσει εισοδήματα από την εργασία της στον ...

και επιδότηση ανεργίας κατά το πρώτο έτος, το συνολικό ποσό των 749 217 δραχμών (21 μήνες Χ 32.077= 673.617 + 75.600 επιδότηση =749.217), από δε του έτους 1973 αποκτούσε και εισόδημα 3.000 δρχ. μηνιαίως από εκμίσθωση καταστήματος της επί της οδού ... στην .... και β)σαφώς επίσης δέχεται το Εφετείο, ότι από τα άνω εισοδήματά της αυτή συνέβαλε με την παροχή κεφαλαίου προς τον σύζυγό της με ποσό 100.000 δρχ, για την αγορά από τον τελευταίο του καταστήματος επί της οδού ..., αναλαβάνοντας από τον αποταμιευτικό της λογαριασμό το ποσό των 152.000 δραχμών, πέντε ημέρες πριν την αγορά από τον σύζυγό της του καταστήματος επί της οδού ...

και με την καταβολή σ' αυτόν ποσού 60.000 δρχ. την 2.7.1973 από τη δραχμοποίηση δολαρίων ... ποσού 87.500 δρχ. για την καταβολή του τιμήματος αγοράς του αγροτεμαχίου στη ..... Επομένως, οι λόγοι, πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, όπως συμπληρώθηκε με τον 2ο πρόσθετο, υπό στοιχείο

ΙΙΙ και υπό στοιχείο IX του αναιρετηρίου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις, πως με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με την οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας να συμβάλει στην απόκτηση των άνω περιουσιακών στοιχείων από τον σύζυγό της με τα εισοδήματά της και ως προς το ότι πράγματι αυτή συνέβαλε στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων, με την παροχή κεφαλαίου κατά ποσοστό 50%, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, είναι αβάσιμοι. Ο υπό στοιχείο VI λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχθηκε πως ενάγουσα με δικά της χρήματα από τα εισοδήματά της συνέβαλε κατά ποσοστό 50% στην ανέγερση δύο ορόφων επί κοινού με τον σύζυγό της ακινήτου στη ..., είναι αλυσιτελής, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβολή στην απόκτηση και αξιοποίηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου από τον σύζυγό της.

Από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι αυτό έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθμ. .... πράξεις εξοφλήσεως, την από 27.8.99 αγωγή της ενάγουσας, την υπ' αριθμ. 654718/1969 απόφαση του δικαστηρίου του ..., την υπ' αριθμ. 68/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και το υπ' αριθμ. ... βιβλιάριο καταθέσεων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου της ενάγουσας. Επομένως, οι υπό στοιχεία V και VII λόγοι του αναιρετηρίου και ο συναφής 5ος πρόσθετος λόγοι από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται η πλημμέλεια στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα άνω έγγραφα τα οποία οι εναγόμενοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο ΙΧ λόγο του αναιρετηρίου και τον συναφή 6ο πρόσθετο λόγο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι, με το να δεχθεί με ανεπαρκείς αιτιολογίες πως η ενάγουσα συνέβαλε στην απόκτηση της περιουσίας του συζύγου της κατά ποσοστό 50%, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια ελέγχεται από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-8-2008 αίτηση και τους από 15-12-2009 προσθέτους λόγους των α)Χ1 και β)Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 444/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών . Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ