Supreme Court allows appeal against labor termination compensation, ruling lower court's calculation insufficiently reasoned.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the plaintiff's termination compensation. The lower court had dismissed the claim for underpayment based on a calculation that excluded specific insurance benefits, citing a minor discrepancy. The court found this reasoning insufficiently motivated and failed to reference the relevant collective agreements, thereby violating procedural requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3 §§ 1 and 2 of Law 2112/1920; Article 5 § 1 of Law 3918/1955; Article 3 of Law 3198/1955; Article 361 of the Civil Code: Termination compensation must be calculated based on regular wages and stable benefits excluding those below contractual limits, and lower court decisions must be sufficiently reasoned regarding the application of collective agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1254 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1254/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Κοσσυβάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΧΑΡΤΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 955/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2516/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσας με την από 10-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 7-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η ομοιόμορφη και μακροχρόνια πρακτική της επιχειρήσεως, δεν αποτελεί μεν καθ' εαυτή λόγο γενέσεως αξιώσεως, μπορεί όμως κατά το άρθρο 361 ΑΚ, που κατοχυρώνει την αρχή της ελευθερία των συμβάσεων, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας που υφίσταται και όταν ο εργοδότης χορηγεί συνεχώς ορισμένες παροχές στους μισθωτούς, οι οποίοι και τις αποδέχονται, έτσι ώστε παράγεται σιωπηρώς συμβατική δέσμευση, αποκλείουσα τη μονομερή από τον εργοδότη ανάκληση των παροχών αυτών.
Αυτονόητο όμως είναι ότι, λόγω της ίδιας αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων οι συμφωνίες αυτές να τροποποιούνται ή να καταργούνται από τα μέρη με μεταγενέστερη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία, αρκεί να μη θίγονται με αυτή τα νόμιμα κατώτατα όρια των αποδοχών. Ωσαύτως, από το συνδυασμό των άρθρων 3§§1 και 2 του ν. 2112/1920 και 5§1 του ν. 3918/1955 προκύπτει ότι η αποζημίωση λόγω καταγγελίας από τον εργοδότη της σύμβασης εργασίας υπαλλήλου καθορίζεται με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές αυτού, δηλαδή το μισθό και κάθε άλλη σταθερή και μόνιμη ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, χορηγούμενη παροχή κατά τον τελευταίο προ της απολύσεως μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι οι παροχές αυτές δεν υπολείπονται των συμβατικών ή νόμιμων.
Εξάλλου κατά την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα επέρχεται και στην περίπτωση καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, εκτός αν η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως αν, π.χ.
αυτή οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία για το ακριβές ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και απλώς ο μισθωτός έχει αξίωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης. Η συνδρομή του προαναφερθέντος λόγου δηλ. του δικαιολογημένου της καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό προτεινόμενο από τον εργοδότη, που τείνει στην κατάλυση τη ακυρότητας της καταγγελίας και της αξίωσης του μισθωτού για καταβολή μισθών υπερημερίας.
Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "Η ήδη αναιρεσείουσα, που είχε αποφοιτήσει από επαγγελματική σχολή λογιστών, από την αρχή ασχολήθηκε στο λογιστήριο της αναιρεσίβλητης ως βοηθός λογιστή. Στη συνέχεια, κατόπιν επιθυμίας της και λόγω σχετικών γνώσεων τις οποίες ανέπτυξε αργότερα με παρακολούθηση μαθημάτων, απασχολήθηκε ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή, λαμβάνοντας αποδοχές με βάση τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις, καθώς και το επίδομα.
Από το 2000 παραλλήλως ασχολήθηκε με λογιστικές εργασίες στο τμήμα εκτοκισμού αξιών-παρακολούθησης-είσπραξης απαιτήσεων. Από την αρχή της εργασίας της η αναιρεσείουσα πληρωνόταν επιπλέον του βασικού μισθού και με ποσά που αναγράφονταν στις μισθολογικές καταστάσεις ως "πλέον των συλλογικών συμβάσεων" ή "ΠΛ.ΣΣ".
Το ποσό αυτό κυμαινόταν και κάθε φορά που άλλαζε, συμφωνείτο από την αναιρεσείουσας, η οποία υπέγραφε σχετικό έντυπο. Από αυτά (έγγραφα), καθώς και τις αποδείξεις πληρωμής - μισθοδοσίας που προσκομίζονται, προκύπτει ότι τον ... Μάρτιο του 1999 η αναιρεσείουσα έλαβε βασικό μισθό 226.918 δρχ., 34.038 δρχ. επίδομα και 150.936 δρχ. "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 411.892 δρχ.
Το Δεκέμβριο του 1999 η αναιρεσείουσα έλαβε βασικό μισθό 235.391 δρχ., επίδομα 35.309 δρχ. και 159.896 δρχ. ως "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 447.027 δρχ. Το Δεκέμβριο του 2000 η αναιρεσείουσα έλαβε βασικό μισθό 245.856 δρχ., 33.928 δρχ. επίδομα και 142.829 δρχ. ως "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 487.938 δρχ. Τον Οκτώβριο του 2001 η αναιρεσείουσα έλαβε βασικό μισθό 255.287 δρχ., 38.292 δρχ.
επίδομα και 155.249 δρχ. "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 448.829 δρχ. Το Οκτώβριο του 2002 η αναιρεσείουσα έλαβε 794,18 ευρώ βασικό μισθό, 119,13 ευρώ επίδομα και 455,61 ευρώ ως "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 1368,92 ευρώ. Το Μάρτιο 2003 η αναιρεσείουσα έλαβε 809,64 ευρώ βασικό μισθό, 121,45 ευρώ επίδομα και 455,61 ευρώ "ΠΛ.ΣΣ", συνολικά δε 1386,70 ευρώ. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι "ουδέποτε υπήρχε σταθερή αναλογία σε αναφορά με τις βασικές αποδοχές του κρίσιμου ποσού των "ΠΛ.ΣΣ", ότι αυτό δεν υπολογιζόταν σε συγκεκριμένη αποδεκτή βάση, αλλά πάντοτε άλλαζε προς τα πάνω, ώστε οι συνολικές αποδοχές να αυξάνουν και ότι κάθε φορά αυτό συμφωνείτο από την αναιρεσείουσα".
Επίσης δέχεται "ότι στη βάση τους αυτή οι πρόσθετες αυτές παροχές κατά το ένδικο διάστημα των ετών 1999-2004 δεν μειώθηκαν, ούτε διακόπηκαν, αντίθετα η αναιρεσίβλητη συνέχιζε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα επί πλέον παροχές, οι οποίες μάλιστα, υπολογιζόμενες συνολικά, υπερέβαιναν το προβλεπόμενο από τις συλλογικές συμβάσεις των λογιστών ύψος των μισθών, εφόσον η αναιρεσείουσα απασχολούμενη και με λογιστικές εργασίες εδικαιούτο το νόμιμο βασικό μισθό του λογιστή, πλην όμως από δική της βούληση υπήχθη στο καθεστώς των χειριστών Η/Υ, προκειμένου να λαμβάνει σχετικό επίδομα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναφερόμενες ως "ΠΛ.ΣΣ" χρηματικές παροχές "δεν έχουν χαρακτήρα συγκεκριμένο και ομοιόμορφο" και ότι είναι αυθαίρετος και δεν ανταποκρίνεται στην πρακτική που ακολούθησε η αναιρεσίβλητη" ο υπολογισμός τους από την αναιρεσείουσα στο 65% επί του νόμιμου μισθού του λογιστού, ώστε αυτές να προσδιοριστούν κατά ποσό και να αναζητούν ως μισθολογικές διαφορές, με συνέπεια να απορρίψει αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και να επικυρώσει κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμο το πρώτο κεφάλαιο της αγωγής της αναιρεσείουσας, με το οποίο ζητούσε αυτή να της επιδικασθούν "συνολικά για τις χρηματικές διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των νομίμων και των καταβαλλομένων αποδοχών της (βασικός μισθός πλέον "ΠΛ.ΣΣ", πλέον επίδομα Η/Υ 15%) κατά την χρονική περίοδο από 1-6-1999 μέχρι της 31-5-2004 το ποσό των 24.343,37 ευρώ, συνολικώς" Η κρίση, όμως, αυτή του Εφετείου είναι ανεπαρκώς και ασαφώς αιτιολογημένη, διότι από το ανωτέρω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διαιτητικές συμφωνίες) και έτσι είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η αναιρεσείουσα "απασχολούμενη και με λογιστικές εργασίες εδικαιούτο το νόμιμο μισθό του λογιστή, πλην όμως από δική της βούληση υπήχθη στο καθεστώς του λογιστή των χειριστών Η/Υ προκειμένου να λαμβάνει το σχετικό επίδομα", εν τούτοις δεν προσδιορίζει το εν λόγω "νόμιμο μισθό του λογιστή"και δη στους κατ' ιδίαν χρόνους του ενδίκου χρονικού διαστήματος, ούτε τις αποδοχές αυτής ως χειρίστριας Η/Υ, βάσει και πάλι των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, ώστε να αιτιολογηθεί η κρίση της "οι συνολικές καταβληθείσες αποδοχές της κάθε έτος είναι υπέρτερες εκείνων που προβλέπονται από τις ΣΣΕ για τους λογιστές".
Επίσης δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση "ότι ουδέποτε υπήρχε σταθερή αναλογία σε αναφορά με τις βασικές αποδοχές του κρίσιμου ποσού των "ΠΛ.ΣΣ", ότι αυτό δεν υπολογιζόταν σε συγκεκριμένη αποδεκτή βάση, αλλά πάντοτε άλλαζε προς τα επάνω, ώστε οι συνολικές αποδοχές της αναιρεσείουσας να αυξάνουν και ότι κάθε φορά αυτό συνεφωνείτο από αυτήν, ότι στη βάση τους αυτή οι πρόσθετες αυτές παροχές κατά το ένδικο διάστημα των ετών 1999-2004 δεν μειώθηκαν, ούτε διακόπηκαν, αντίθετα η αναιρεσίβλητη συνέχιζε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα επί πλέον παροχές, οι οποίες μάλιστα, υπολογιζόμενες συνολικά υπερέβαιναν το προβλεπόμενο από τις συλλογικές συμβάσεις των λογιστών ύψος των μισθών", όμως, στην συνέχεια, δέχεται αντιφατικώς ότι "οι παροχές αυτές, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν έχουν χαρακτήρα συγκεκριμένο και ομοιόμορφο ...
ώστε αυτές να προσδιορισθούν κατά ποσό και να αναζητηθούν ως μισθολογικές διαφορές" και ότι "από τον χαρακτήρα αυτόν, ως προς τις υπόψη πρόσθετες παροχές δεν υφίσταται επιχειρησιακή συνήθεια ... ώστε να υπάρχει σημαντική δέσμευση καταβολές πάγιου ποσού ...". Εξάλλου, δέχεται το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "η αποζημίωση απόλυσης της αναιρεσείουσας υπολογίσθηκε με βάση τις τελευταίες αποδοχές της" ήτοι "μισθός στο ποσό των 1502,70 ευρώ (842,03 βασικός μισθός, 418,37 "ΠΛ.ΣΣ", 126,30 επίδομα και 116 οικονομική ενίσχυση), ότι "μαζί με το προβλεπόμενο 1/6 του συνολικού ποσού (1502,70 επί 22 ίσον 33059,40), δηλαδή 5509,90 ευρώ, η αποζημίωση ανέρχεται σε 38.569,30 ευρώ και το καταβαλλόμενο ποσό, αφαιρούμενου του σχετικού φόρου, ανέρχεται σε 38.855,44 ευρώ" και ότι "στο ποσό αυτό δεν υπολογίσθηκε ασφάλιστρο από 69,86 ευρώ μηνιαίως, το οποίο δινόταν με βάση ομαδική σύμβαση ασφάλισης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με ασφαλιστική εταιρία από το έτος 1994".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι καταβληθείσα στην αναιρεσείουσα εν λόγω αποζημίωση για την κατά την 28-5-2004 απόλυσή της υπελείπετο μεν κατά το τελευταίο αυτό χρηματικό ποσό, όμως λόγω του μικρού-ασήμαντου-ύψους τούτου και του γεγονότος ότι οι μη υπολογισμός του ωφείλετο σε πεπλανημένο υπολογισμό, δικαιολούμενο κατά την καλή πίστη, η καταγγελία αυτή επέφερε τα νόμιμα αποτελέσματά της, και για το λόγο αυτό απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο εφέσεως.
Όμως και εις το κεφάλαιο αυτό η κρίση αυτή του Εφετείου είναι ανεπαρκώς και ασαφώς αιτιολογημένη, αφού δεν προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού του ληφθέντος υπόψη, κατά τα ανωτέρω βασικού μισθού της αναιρεσείουσας αλλά και του επιδόματός της ως χειρίστριας Η/Υ και ούτε αναφέρονται οι σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που εφαρμόσθησαν.
Συνεπώς οι πέντε πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενη στα προεκτεθέντα κεφάλαια αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει, να αναιρεεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτά (ήτοι: εκτός του κεφαλαίου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης της καταγγελίας της ανωτέρω εργασιακής σχέσης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 2516/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ