Legislator Case Law & Legislation
1253/2024 AI generated

1253/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1253/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1253 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2024

Legislator headnote

AI generated
1253/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1253 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2024 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
expulsion of Macedonian national national of former Yugoslavia post-flight political activities military service exemption tax withdrawal of driving license resignation of insured

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1253 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τασόπουλο. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Δ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Συμεωνίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6802/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5967/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-10-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Μ. Κ. άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δ. Δ., την από 8.6.2015 αγωγή της, ενώπιον του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι με τον εναγόμενο είχαν τελέσει νόμιμο γάμο, το έτος 1990, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 2932/2009 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι ο εναγόμενος, τότε σύζυγός της, την 25.7.1997 συνήψε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την τότε επωνυμία "Τράπεζα ... A.E." και ήδη "τράπεζα ... Α.Ε." την υπ' αριθ. 853/25.7.1997 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η τελευταία χορήγησε σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο ποσού 8.500.000 γιεν Ιαπωνίας, αποδοτέο εντόκως στη δανείστρια Τράπεζα εντός 15 ετών, σε 90 δίμηνες δόσεις, το ποσό του οποίου (δανείου) καταβλήθηκε για την αγορά του περιγραφόμενου διαμερίσματος, το οποίο περιήλθε στον δανειολήπτη τότε σύζυγό της και στην ίδια (ενάγουσα) κατά πλήρη κυριότητα και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, αποτέλεσε δε την οικογενειακή στέγη τους. Ότι την τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης δανείου εγγυήθηκε προσωπικά η ίδια, έναντι της δανείστριας τράπεζας, ενεχόμενη εις ολόκληρον ως οφειλέτης, συνυπογράφοντας την ίδια ημέρα (25.7.1997) ως εγγυήτρια την παραπάνω σύμβαση, κατόπιν άτυπης εντολής που συνήφθη μεταξύ αυτής και του εναγόμενου πρωτοφειλέτη, άλλως επικουρικά αναλαμβάνοντας τη διοίκηση ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του πρωτοφειλέτη εναγόμενου, άλλως και επικουρικότερα με τη μορφή της μη γνήσιας ή νόθου διοίκησης αλλοτρίων, ενόψει του ότι διαχειρίστηκε εν γνώσει ξένη υπόθεση σαν δική της όχι προς το συμφέρον του κυρίου της υπόθεσης, αλλά προς το συμφέρον της και τούτο γιατί εγγυήθηκε αυτοβούλως υπέρ του εναγόμενου προς το συμφέρον της και συγκεκριμένα για να καταστεί συγκυρία του ακινήτου και ικανοποίησε την δανείστρια κατά τα κατωτέρω, πάλι για δικό της συμφέρον, προκειμένου να αποφύγει τον καταλογισμό υπέρογκων τόκων από την μη πληρωμή του δανείου και την άσκηση αγωγής κατ' αυτής από τη δανείστρια τράπεζα και στη συνέχεια αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της. Ότι στις 30.9.1997 η δανείστρια τράπεζα, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, που απέρρεε από την άνω δανειακή σύμβαση, ενέγραψε στα βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, δυνάμει της υπ' αριθ. 25854/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 25.000.000 δρχ (73.367,57 ευρώ) σε βάρος του παραπάνω κοινού ακινήτου τους. Ότι ο εναγόμενος, από τον Απρίλιο του έτους 2004 σταμάτησε οριστικά να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου, κατόπιν δε οχλήσεων της τράπεζας προς αυτήν κατέβαλε η ίδια τμηματικά τις εναπομείνασες δόσεις του δανείου μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010, που το εξόφλησε ολοσχερώς, καταβάλλοντας συνολικά το ποσό των 49.162 ευρώ, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ενόψει του ότι η δανείστρια τράπεζα ικανοποιήθηκε για την ασφαλιζόμενη απαίτησή της από αυτήν ως εγγυήτρια, δικαιούται να αναζητήσει το ποσό αυτό από τον εναγόμενο καθ' υποκατάσταση στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, εφόσον έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη εναγόμενου με βάση την μεταξύ τους σχέση εντολής, άλλως επικουρικά με βάση τη γνήσια θεμιτή διοίκηση αλλοτρίων, ως υποκείμενη αιτία της εγγύησης, άλλως επικουρικότερα με βάση τη μη γνήσια ή νόθο διοίκηση αλλοτρίων, καθόσον ο εναγόμενος ενέχεται έναντι αυτής κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, ως καταστάς πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία αυτής (ενάγουσας) και με ζημία της κατά το άνω ποσό, με ισόποση περιουσιακή ωφέλεια εκείνου (εναγόμενου), ενόψει του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, διαχειρίστηκε εν γνώσει ξένη υπόθεση σαν δική της όχι προς το συμφέρον του κυρίου της υπόθεσης αλλά προς το συμφέρον της. Επιπρόσθετα, εξέθετε ότι o εναγόμενος, από την αποχώρησή του από την οικογενειακή στέγη, δεν συνέβαλε στη διατροφή των δύο ανηλίκων τότε τέκνων τους τα οποία διέμεναν μαζί της, ότι εξ αυτού του λόγου τα ανήλικα περιέρχονταν σε στερήσεις και η ίδια αναγκαζόταν να δαπανά τις οικονομίες της που προέρχονταν από την αποζημίωση που είχε λάβει, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος από υπαιτιότητα του εναγόμενου, και τις οποίες είχε απόλυτη ανάγκη για την αποκατάσταση της υγείας της, ότι λόγω της μη καταβολής διατροφής στα ανήλικα, είχε εμπλακεί σε δαπανηρούς δικαστικούς αγώνες για την επιδίωξή της και, επίσης, αντιμετώπιζε τις αγωγές για την αποζημίωση χρήσης και τη διανομή του κοινού ακινήτου, που ασκούσε ο εναγόμενος, ενώ εκείνος παράνομα και υπαίτια παραβίασε τη συμφωνία τους να καταβάλει τις δόσεις του ως άνω δανείου, με επαχθείς γι' αυτήν συνέπειες, και εξαιτίας της ως άνω και λεπτομερώς περιγραφόμενης συμπεριφοράς του εναγόμενου, που είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη, διέπραξε σε βάρος της αδικοπραξία, προσβάλλοντας την προσωπικότητά της και το απόλυτο δικαίωμα της περιουσίας της, με αποτέλεσμα να υποστεί ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε: α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ως άνω ποσό των 49.162 ευρώ, κυρίως ως εξ αναγωγής ευθυνόμενος με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής, άλλως με βάση τη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, άλλως και επικουρικότερα με βάση τη νόθο διοίκηση αλλοτρίων, ως ενεχόμενος κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του ΑΚ, β) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, και γ) να αναγνωριστεί ότι προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησής της εκ ποσού 49.162 ευρώ, έχει μεταβιβαστεί σ' αυτήν η εγγραφείσα, δυνάμει της 25854/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί του ιδανικού μεριδίου του εναγόμενου (ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου) στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, προσημείωση υποθήκης, ποσού 25.000.000 δρχ (ή 73.367,57 ευρώ) πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο ο εναγόμενος το αμφισβητεί. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6802/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε αυτή στο σύνολό της και δη ως προς την επικουρικότερη εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της ως μη νόμιμη και κατά τις λοιπές βάσεις και αιτήματα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 27.7.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 5967/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή α) είναι νόμιμη και κατά την επικουρικότερη βάση της, την ερειδόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 858, 739 και 904 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, β) είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχ. β' αίτημα, με το οποίο η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις περιγραφόμενες ενέργειες του εναγόμενου, και γ) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς το υπό στοιχ. γ' αίτημα, με το οποίο η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι έχει συμμεταβιβαστεί σ' αυτήν η πιο πάνω εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης επί του ιδανικού μεριδίου του εναγόμενου στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας για την αιτούμενη αναγνώριση, έγινε δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη και εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 6802/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της. Ακολούθως, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. β και γ αιτήματά της, ως μη νόμιμη και ως απαράδεκτη, αντίστοιχα, ενώ, αντίθετα, καθόσον αφορά το υπό στοιχ. α αγωγικό αίτημα κρίθηκε νόμιμη η αγωγή και ως προς την επικουρικότερη βάση της την ερειδόμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ερευνήθηκε κατά το κονδύλιο αυτό η αγωγή, η οποία και έγινε τελικά εν μέρει δεκτή κατά την κύρια βάση της, τη στηριζόμενη στη σύμβαση εντολής, και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.581 ευρώ, λόγω δαπανών για την εκτέλεση της επίδικης εντολής. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η τελευταία με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά τα απορριπτικά της σκέλη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847 επ. και ιδίως το άρθρο 858 ΑΚ, ο εγγυητής δεν είναι από μόνη την ιδιότητά του αυτή δανειστής του πρωτοφειλέτη. Τούτο εξαρτάται από την εσωτερική σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη και αποτελεί την αιτία (causa) της εγγύησης. Από την εσωτερική αυτή σχέση (αιτία) της εγγυήσεως εξαρτάται και η ύπαρξη ή όχι δικαιώματος του εγγυητή, αν τελικά πληρώσει ολικά ή μερικά τον δανειστή, να αναχθεί κατά του πρωτοφειλέτη, αξιώνοντας από αυτόν ό,τι κατέβαλε στο δανειστή. Τέτοια έννομη σχέση μπορεί να είναι η σύμβαση της εντολής, που παρέχει στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει από τον εντολέα ο,τιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεσή της (άρθρο 722 ΑΚ), ή ακόμη η διοίκηση αλλοτρίων, η οποία, ως εξωδικαιοπρακτική ενοχή, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 ΑΚ (ΑΠ 428/2019, ΑΠ 1633/2013, ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 668/2007). Ειδικότερα, ως προς την τελευταία έννομη σχέση, αν ο εγγυητής, ως διοικητής αλλοτρίων, ανέλαβε τη διοίκηση (χειρισμό) της ξένης υπόθεσης προς το συμφέρον και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου (πρωτοφειλέτη), έχει δικαίωμα να ζητήσει απ` αυτόν τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατά τις διατάξεις για την εντολή των άρθρων 713 επ. ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλόγως (άρθρα 730 και 736 ΑΚ). Αν, όμως, δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενοι όροι των άρθρων 730 και 736 ΑΚ, ήτοι της γνήσιας θεμιτής διοίκησης αλλοτρίων, ο διοικητής-εγγυητής δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον πρωτοφειλέτη-κύριο της υπόθεσης την ανόρθωση των ζημιών, ενώ απόδοση των δαπανών δικαιούται να ζητήσει μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 737 ΑΚ), που οριοθετεί, κατά τρόπο αρνητικό, τη γνήσια αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 739 εδ. α' ΑΚ, όποιος, επομένως και ο εγγυητής, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων. Μη γνήσια ή νόθος, επομένως, κατά την τελευταία αυτή διάταξη, είναι η διαχείριση ξένης υπόθεσης από κάποιον (διοικητή) με τη γνώση, ότι είναι ξένη σαν δική του, όχι προς το συμφέρον του κυρίου, αλλά προς το συμφέρον του. Στην περίπτωση αυτή, κατά τη διάταξη του άρθρου 739 εδ. β` ΑΚ, ο διοικητής, που μπορεί να είναι και ο εγγυητής, έχει δικαίωμα να απαιτήσει δαπάνες μόνο κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως και εκείνος της γνήσιας πλην αθέμιτης διοίκησης αλλοτρίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 737 εδ. β` ΑΚ (ΑΠ 841/2022, ΑΠ 562/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 428/2019, ΑΠ 668/2007). Αντίθετα, ο εγγυητής δεν θα έχει αναγωγικό δικαίωμα και επομένως δεν θα δικαιούται να στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη, στις περιπτώσεις που η μεταξύ του εγγυητή και πρωτοφειλέτη έννομη σχέση είναι τέτοιας φύσης, που δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, όπως όταν ο εγγυητής ανέλαβε έναντι του οφειλέτη την εγγύηση χαριστικά, στο πλαίσιο δωρεάς. Η αιτία της υπόσχεσης της δωρεάς εντοπίζεται στην ελευθεριότητα (causa donandi), ενώ γενικότερα η ελευθεριότητα αποτελεί έννοια γένους έναντι της δωρεάς, αφού για την πρώτη δεν απαιτείται κατ` ανάγκη σύμβαση, αλλά αρκεί και μονομερής ή οιονεί δικαιοπραξία ή ακόμα και υλική πράξη. Τέλος, την ύπαρξη του αναγωγικού δικαιώματος, κατά τα ανωτέρω, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εγγυητής.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Οι διάδικοι είχαν τελέσει νόμιμο γάμο, το έτος 1990, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την Χ. και τον Γ., ο οποίος λύθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 2932/2009 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ενάγουσα ήταν μόνιμη υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας/Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, ο δε εναγόμενος, πολιτικός μηχανικός, ήταν μόνιμος υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ένα μικρό διάστημα κατά τα έτη 2001-2005 με απόσπαση από την οργανική του θέση διετέλεσε Διευθυντής της εταιρείας του Δημοσίου "... Α.Ε.") και οι μισθοί που ελάμβαναν και οι δύο ήταν τα μόνα εισοδήματά τους. Κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους αποφάσισαν να αποκτήσουν δική τους οικογενειακή στέγη και έτσι δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρΙου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ε. Π. - Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου, αγόρασαν από κοινού μία νεόδμητη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) με στοιχεία Δ-2, του τέταρτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, επιφανείας 126,59 τετρ. μέτρων, με την ανήκουσα σ' αυτό κατ' αποκλειστική χρήση υπ' αριθ. 6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ακαλύπτου χώρου, επιφανείας 13,75 τετρ. μέτρων, σε πολυώροφη οικοδομή - πολυκατοικία, που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, στο Ο.Τ. 140/95, και επί της οδού .... Με το ως άνω συμβόλαιο το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στους διαδίκους κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών, αντί συνολικού τιμήματος 22.903.514 δραχμών (ή 67.215 ευρώ ), εκ του τιμήματος δε αυτού κατέβαλαν έκαστος των διαδίκων στους πωλητές, κατά την ημέρα κατάρτισης του συμβολαίου και ενώπιον της συμβολαιογράφου, το ποσό των 2.403.513 δραχμών, το δε υπόλοιπο προς συμπλήρωση του τιμήματος εκ δραχμών 20.500.000 υποσχέθηκαν και υποχρεώθηκαν οι διάδικοι, ως αγοραστές, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους πωλητές και αυτοί δέχθηκαν να το λάβουν άτοκα ως εξής: α) δραχμές 20.000.000 από προϊόν δανείου που θα χορηγηθεί σ' αυτούς από την Τράπεζα ... ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ή Οργανισμό εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημέρα κατάρτισης του συμβολαίου και σε περίπτωση μη χορηγήσεως του ως άνω δανείου εντός της άνω προθεσμίας υποχρεώνονταν οι διάδικοι (αγοραστές) να καταβάλουν το άνω ποσό με δικά τους χρήματα εντός τριάντα (30 ημερών από την άνω προθεσμία και β) δραχμές 500.000 με την παράδοση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της όλης πολυκατοικίας .... Πράγματι, ενόψει της ως άνω αγοράς του κοινού διαμερίσματός τους και των ανωτέρω συμφωνιών με τους πωλητές, την 25.7.1997 ο εναγόμενος, ως οφειλέτης, κατήρτισε με την τραπεζική εταιρεία με την τότε επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." και νυν "Τράπεζα ... Α.Ε.", ως δανείστριας τράπεζας, την υπ' αριθ. 853/25.7.1997 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 8.300.000 γιεν Ιαπωνίας (ή 20.414.680 δραχμών), εξοφλητέου εντόκως στη δανείστρια εντός 15 ετών, σε 90 ισόποσες δίμηνες δόσεις και 3μηνη περίοδο χάριτος, της πρώτης καταβλητέας την 25.12.1997 και της τελευταίας την 25.10.2012, ποσού 130.778 γιεν Ιαπωνίας εκάστης και της τελευταίας 130.773 γιεν Ιαπωνίας. Την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία σύναψης της παραπάνω δανειακής σύμβασης, συμβλήθηκε στη σύμβαση δανείου, ως εγγυήτρια, υπέρ του οφειλέτη/εναγόμενου, η ενάγουσα, υπογράφοντας ανεπιφύλακτα στη θέση του εγγυητή, εγγυώμενη προς την αποδεχόμενη την εν λόγω εγγύηση δανείστρια τράπεζα, την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες έξοδα και λοιπά εξόφληση κάθε απαίτησης της δανείστριας προερχόμενη από το συνομολογηθέν δάνειο και την εν γένει εκπλήρωση από τον πρωτοφειλέτη/εναγόμενο όλων των υποχρεώσεών του, ενεχόμενη εις ολόκληρον με αυτόν ως οφειλέτρια, παραιτούμενη ανεπιφύλακτα της ένστασης δίζησης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 862, 863, 866, 867 και 868 του ΑΚ, δηλώνοντας ότι κάθε αναγνώριση της οφειλής που θα γίνει από τον πρωτοφειλέτη θα υποχρεώνει και αυτήν (εγγυήτρια). Την ίδια ημέρα υπογραφής της δανειακής σύμβασης (25.7.1997) έγινε και η εκταμίευση του δανείου από τον εναγόμενο, το οποίο ο τελευταίος κατέβαλε εξ ολοκλήρου στους πωλητές του κοινού διαμερίσματος των διαδίκων, για την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς, ενώ στη συνέχεια καταρτίσθηκε και η υπ' αριθ. 2471/24.6.1998 πράξη εξόφλησης υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αχαρνών, Ε. Κ., νόμιμα μεταγεγραμμένης, στην οποία οι πωλητές της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας δηλώνουν ότι έλαβαν εμπρόθεσμα και άτοκα ολόκληρο το ποσό των 20.500.000 δραχμών και δεν διατηρούν καμία απαίτηση εναντίον των αγοραστών. Προς εξασφάλιση της απαίτησής της, που απέρρεε από την άνω δανειακή σύμβαση, η δανείστρια τράπεζα ενέγραψε στα οικεία βιβλία υποθηκών του υποθηκοφυλακείου Αθηνών, την 30.9.1997, προσημείωση υποθήκης επί του προπεριγραφόμενου ακινήτου των διαδίκων (Δ-2 διαμερίσματος με τη θέση στάθμευσης), για το ποσό των 25.000.000 δραχμών, δυνάμει της υπ' αριθ. 25854/24.9.1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), κατά τη συζήτηση δε της σχετικής αίτησης της δανείστριας τράπεζας, ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως και οι δύο διάδικοι και συναίνεσαν και οι δύο στην εγγραφή της προσημείωσης. Από τον χρόνο της αγοράς του κοινού διαμερίσματός τους οι διάδικοι με τα τέκνα τους εγκαταστάθηκαν σ' αυτό και αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, πλην όμως στις 28.7.2001 οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα, ενώ επέβαιναν στο οικογενειακό τους αυτοκίνητο μαζί με τα δύο ανήλικα τότε τέκνα τους, το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος και με αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά η ενάγουσα, η οποία υπέστη σοβαρές κακώσεις σε όλο της το σώμα και κυρίως στο πρόσωπο, που παραμορφώθηκε και απώλεσε τον αριστερό οφθαλμό της, αλλά και ο εναγόμενος καθώς και η ανήλικη τότε θυγατέρα τους, έκτοτε διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων και τον Ιούνιο του έτους 2004 ο εναγόμενος αποχώρησε από την κοινή ως άνω κατοικία τους, με πρόθεση να διασπαστεί οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους και να μην επιστρέψει στην κοινή οικογενειακή τους στέγη. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι από την εγκατάσταση των διαδίκων στην προαναφερθείσα κοινή οριζόντια ιδιοκτησία τους (διαμέρισμα), ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 1.850.000 δραχμών (ή 5.429,20 ευρώ) στον Ε. Β. για τη διαμόρφωση του χώρου της κουζίνας και το ποσό των 420.000 δραχμών (ή 1.232,58 ευρώ) στον Π. Φ. για διάφορες εργασίες εντός του διαμερίσματος, ενώ άρχισε να καταβάλει με δικά του χρήματα τις οφειλόμενες δίμηνες δόσεις του συναφθέντος ανωτέρω στεγαστικού δανείου για την αγορά του διαμερίσματος έως τον Μάρτιο του έτους 2004, οπότε στη συνέχεια αποχώρησε από αυτό. Ειδικότερα, για την αποπληρωμή των δόσεων του επίμαχου δανείου ο εναγόμενος κατέβαλε στη δανείστρια τράπεζα για το έτος 1997 το ποσό των 582.016 δρχ (ή 1.708,04 ευρώ), για το έτος 1998 το ποσό των 1.800.734 δρχ (5.284,62 ευρώ), για το έτος 1999 το ποσό των 2.156.862 δρχ (ή 6.329,75 ευρώ), για το έτος 2000 το ποσό των 2.595.372 δρχ (ή 7.616,65 ευρώ) για το έτος 2001 το ποσό των 2.327.310 δρχ (ή 6.829,96 ευρώ), για το έτος 2002 το ποσό των 6.423,62 ευρώ, για το έτος 2003 το ποσό των 5.922,28 ευρώ και για το έτος 2004 (έως τον Μάρτιο 2004) το ποσό των 1.800,36 ευρώ, ήτοι ο εναγόμενος κατέβαλε συνολικό ποσό δανείου ανερχόμενο σε 41.915,28 ευρώ ... Μετά τον Απρίλιο του 2004, όμως, και την αποχώρηση από τη συζυγική οικία, τον Ιούνιο του έτους 2004, ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε σε άλλη μισθωμένη οικία και έπαυσε οριστικά να εξυπηρετεί το δάνειο και να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλόμενες δόσεις, για το λόγο δε αυτό η δανείστρια τράπεζα απέστειλε προς την ενάγουσα (αλλά απευθυνόμενη και προς τον εναγόμενο) τις από 27.5.2004 και 20.9.2004 εξώδικες προσκλήσεις της με τις οποίες τους καλούσε, με τις άνω Ιδιότητές τους, να φροντίσουν για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, που προέρχονταν από το παραπάνω δάνειο, προκειμένου να αποφύγουν ως υπερήμεροι οφειλέτες τις νόμιμες συνέπειες. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, η ενάγουσα άρχισε να καταβάλει εκείνη αποκλειστικά τις εναπομείνασες δόσεις και συγκεκριμένα κατέβαλε τα εξής ποσά: 1) την 8.10.2004 το ποσό των 3.850 ευρώ [που αντιστοιχούσε στις δόσεις των μηνών Απριλίου, Ιουνίου, Αυγούστου και Οκτωβρίου 2004, ποσού 917,55, 909,18, 901 και 892,37 ευρώ, αντίστοιχα, τα ασφάλιστρα (πυρασφάλεια) ποσού 209,89 ευρώ και ποσό 20,10 ευρώ παρέμεινε στο λογαριασμό του εναγόμενου], 2) την 23.12.2004 το ποσό των 950 ευρώ, 3) την 25.2.2005 το ποσό των 900 ευρώ, 4) την 7.4.2005 το ποσό των 951,50 ευρώ, 5) την 23.6.2005 το ποσό των 901,50 ευρώ, 6) την 19.8.2005 το ποσό των 1.000 ευρώ, 7) την 21.10.2005 το ποσό των 1.000 ευρώ, 8) την 19.12.2005 το ποσό των 1.000 ευρώ, 9) την 21.2.2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, 10) την 20.4.2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, 11) την 22.6.2006 το ποσό των 1.000 ευρώ, 12) την 22.8. 2006 το ποσό των 1.001,50 ευρώ, 13) την 20.10.2006 το ποσό των 1.001,50 ευρώ, 14) την 22.12.2006 το ποσό των 1.001,50 ευρώ, 15) την 22.2.2007 το ποσό των -1.001,50 ευρώ, 16) την 20.4.2007 το ποσό των 1.001 ευρώ, 17) την 22.6.2007 το ποσό των 801 ευρώ, 18) την 22.8.2007 το ποσό των 1.000 ευρώ, 19) την 20.12.2007 το ποσό των 400 ευρώ, 20) την 22.2.2008 το ποσό των 300 ευρώ, 21) την 22.4.2008 το ποσό των 800 ευρώ, 22) την 6.5.2008 το ποσό των 300 ευρώ, 23) την 1.7.2008 το ποσό τηγ 1.600 ευρώ, 24) την 23.10.2008 το ποσό των 500 ευρώ, 25) την 3.12.2008 το ποσό των 300 ευρώ, 26) την 18.12.2008 το ποσό των 800 ευρώ, 27) την 5.3.2009 το ποσό των 1.100 ευρώ, 28) την 15.4.2009 το ποσό των 800 ευρώ, 29) την 22.6.2009 το ποσό των 1.500 ευρώ, 30) την 20.8.2009 το ποσό των ευρώ, 31) την 23.10.2009 το ποσό των 800 ευρώ, 32) την 22.12.2009 το ποσό των 800 ευρώ, 33) την 23.2.2010 το ποσό των 800 ευρώ, 34) την 27.4.2010 το ποσό των 1.000 ευρώ και 35) την 14.6.2010 το ποσό των 16.000 ευρώ, εξοφλώντας έτσι ολοσχερώς το δάνειο, προ των καθορισθεισών ημερομηνιών των δόσεων, καθόσον η ενάγουσα έκρινε ότι κατά τον χρόνο εκείνο, λόγω της ισοτιμίας γιεν Ιαπωνίας και ευρώ, ήταν συμφέρον να καταβληθεί και εξοφληθεί εφάπαξ το υπόλοιπο του δανείου και της οριστικής άρνησης του εναγόμενου να προβεί σε καταβολή τους ... Έτσι, η ενάγουσα κατέβαλε συνολικά για την εξυπηρέτηση των δόσεων του επίμαχου στεγαστικού δάνειου έως την ολοσχερή εξόφλησή του το ποσό των 49.162 ευρώ,.... Κατά το τρόπο αυτό και κατά το ποσό αυτό εξοφλήθηκε το υπόλοιπο της οφειλής του οφειλέτη/εναγόμενου από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου αλλά η ενάγουσα εξοφλούσε και τη δική της οφειλή εκ της συμβάσεως εγγυήσεως. Όπως ήδη έχει εκτεθεί, μετά την αποχώρηση του εναγόμενου το έτος 2004 από τη συζυγική στέγη, στο εν λόγω κοινό διαμέρισμα εξακολουθούσε να κατοικεί η ενάγουσα με τα τότε ανήλικα τέκνα τους, τα οποία διέμεναν μαζί της η μεν θυγατέρα τους έως το έτος 2010, οπότε έκτοτε διαμένει με τον εναγόμενο πατέρα της, ο δε υιός τους μέχρι την ενηλικίωσή του, οπότε εγκαταστάθηκε στη Γερμανία για σπουδές, κατά τις επισκέψεις του όμως στην Ελλάδα την περίοδο των εορτών και του θέρους εξακολουθούσε να κατοικεί στην οικία αυτή, ενώ κατά τα τελευταία έτη διαμένει και αυτός με τον εναγόμενο πατέρα του. Ο εναγόμενος προκειμένου να καλύπτει τις στεγαστικές του ανάγκες είχε μισθώσει ένα διαμέρισμα και, ενόψει της πρόθεσής του για οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, δεν επιθυμούσε πλέον να έχει στη συγκυριότητά του την ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία από κοινού με την ενάγουσα. Για το λόγο αυτό άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 7.10.2004 αγωγή του κατά της ενάγουσας, με την οποία ζητούσε τη δικαστική διανομή του ακινήτου με την πώληση αυτού με πλειστηριασμό, ώστε, μετά την εξόφληση του ως άνω δανείου, να λάβει ο κάθε συγκύριος το ήμισυ του εκπλειστηριάσματος που αναλογεί στη μερίδα του. Στη δίκη αυτή άσκησε κύρια παρέμβαση η δανείστρια τράπεζα και ζητούσε να αναγνωριστεί δικαιούχος του εκπλειστηριάσματος μέχρι την εξόφληση της απαίτησής της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3437/2006 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως καταχρηστικώς ασκηθείσα, σημειώνεται δε ότι ο εναγόμενος άσκησε νεότερη από 2.7.2013 αγωγή διανομής, με την οποία ζήτησε, επίσης, τη δικαστική διανομή του ακινήτου με τη δια πλειστηριασμού πώλησή του. Εξάλλου, ο εναγόμενος άσκησε, και συζήτησε τελικά, και την από 1.2.2013 αγωγή του κατά της εδώ ενάγουσας, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εδώ ενάγουσα να του καταβάλει την ωφέλεια που αυτή προσπορίστηκε από την αποκλειστική χρήση του διαμερίσματος, κατά το ανήκον σ' αυτόν 1% εξ αδιαιρέτου, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 έως και τις 31.1.2013, επί της αγωγής δε αυτής εκδόθηκε η 5533/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που την έκανε μερικά δεκτή και επιδίκασε στον εναγόμενο το ποσό των 11.852,65 ευρώ, η οποία κατέστη και τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της έφεσης που άσκησε η ενάγουσα, με την 5070/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ ο εναγόμενος έχει ασκήσει σε βάρος της ενάγουσας και άλλη, την από 15.5.2018, αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ίδια αξίωσή του και για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 31.5.2018. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι εν τέλει το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του άνω ακινήτου, που ανήκε στην ενάγουσα, κατασχέθηκε αναγκαστικά και εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό στις 5.12.2018, με επισπεύδουσα τη θυγατέρα της Χ., με βάση επιδικασθείσα στη θυγατέρα της τελεσιδίκως απαίτηση ποσού 33.040 ευρώ, που διατηρούσε η τελευταία σε βάρος της οφειλέτριας μητέρας της (εδώ ενάγουσας), το οποίο προερχόταν από την αποζημίωση που είχε επιδικαστεί υπέρ της Χ. Δ. από το τροχαίο ατύχημα και το οποίο παρακράτησε η εδώ ενάγουσα - μητέρα της. Στο διενεργηθέντα πλειστηριασμό, το άνω ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή εδώ εναγόμενο, ο οποίος κατέβαλε το ποσό των 62.001 ευρώ (αντικειμενική αξία 55.402,78 ευρώ), και εκδόθηκε η 1009/31.12.2018 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου οριζόντιας ιδιοκτησίας) της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ο.. Από το εκπλειστηρίασμα ικανοποιήθηκε μερικά η απαίτηση συνολικού ποσού 52.975,20 ευρώ της επισπεύδουσας θυγατέρας της εδώ ενάγουσας, καθώς και μερικά οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του εδώ εναγόμενου, ενώ με το από 25.1.2019 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής η εδώ ενάγουσα παρέδωσε στον υπερθεματιστή εδώ εναγόμενο το 1/2 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφέντος Δ-2 διαμερίσματος με τη θέση στάθμευσης αυτού. Περαιτέρω, με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα και όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα πλήρως αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο παροχής της εγγύησης από την ενάγουσα προς τη δανείστρια τράπεζα, ότι δηλ. αναλαμβάνει απέναντι σ' αυτήν (δανείστρια) την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή από το στεγαστικό δάνειο, ενώ η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν αρμονική και υπήρχε μεταξύ τους κατάσταση εμπιστοσύνης και αμοιβαιότητας σε ό,τι αφορούσε την κοινωνία του βίου και την προς αλλήλους συμπαράσταση και ενώ ήδη είχαν αγοράσει το προαναφερόμενο διαμέρισμα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας προκειμένου σ' αυτό να στεγάσουν την οικογένειά τους, η ενάγουσα με την παροχή της προσωπικής της εγγύησης, όσον αφορά μεν το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, προέβη εκουσίως, ηθελημένα και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας, αποβλέποντας με την παροχή της εγγύησης, ως προς το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου), αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και στο δικό της όφελος, καθόσον η ίδια είχε καταστεί συγκυρία του αγορασθέντος διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και με την λήψη του στεγαστικού δανείου θα γινόταν η αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς και του 1/2 του διαμερίσματος που περιήλθε σ' αυτήν και το οποίο οφειλόταν στους πωλητές, όπως και πράγματι το προϊόν του επίμαχου στεγαστικού αυτού δανείου καταβλήθηκε ολόκληρο για την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, θέτοντας έτσι για το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου ) την πιστοληπτική της ικανότητα στη διάθεση της δανείστριας τράπεζας, και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε τη χορήγηση του δανείου, αφού η δανείστρια ζήτησε προς εξασφάλισή της την εγγύηση τρίτου προσώπου. Κατά το ποσό αυτό, λοιπόν, του στεγαστικού δανείου, ήτοι το ήμισυ αυτού, η ενάγουσα ουδόλως παρείχε την πιο πάνω εγγύηση στα πλαίσια εντολής ή διοίκησης ξένης περιουσίας προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του εναγόμενου/οφειλέτη και με πρόθεση να διοικήσει σαν τρίτη τις υποθέσεις του εναγόμενου και με την βούληση να αναζητήσει αυτή μελλοντικά αναγωγικά από τον εναγόμενο/οφειλέτη το ήμισυ του ποσού που θα κατέβαλε για την εκπλήρωση των δανειστικών υποχρεώσεών του. Τούτο δε διότι, κατά τα άνω, από πλευράς της ενάγουσας έλαβε χώρα πράξη ελευθεριότητας, όσον αφορά τη σύναψη της εγγύησης κατά το ήμισυ του ποσού του στεγαστικού δανείου αλλά και στη συνέχεια κατά την εξόφληση των δόσεων αυτού και πάλι κατά το ήμισυ αυτών, και δεν υπήρχε εκ μέρους της, για το ποσό αυτό, η συνείδηση διαχείρισης ξένης περιουσίας, πρόθεσή της δε ήταν η διευκόλυνση της λήψης του δανείου, κατά το ποσό που την αφορούσε, και ακολούθως η πληρωμή των δόσεων κατά το ίδιο ποσό, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της συμφερόντων και στο δικό της όφελος κατά το ποσό αυτό για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος κατά το ποσοστό που την αφορούσε και την εξόφληση της δανείστριας τράπεζας κατά το ίδιο ποσό, κατά τα προεκτεθέντα, χωρίς πρόθεση αναζητήσεως, κατά τον εν μέρει βάσιμο ισχυρισμό του εναγόμενου, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς αντίκρουση της έφεσης. Εξάλλου, η εν γένει εξ ελευθεριότητος μονομερής χαριστική επίδοση με πρόθεση νομικής δέσμευσης αποτελεί νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού, εδραζόμενη στη βούληση του δότη, όπως και εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι η με ελεύθερη και νομικά ισχυρή βούληση παροχή εγγύησης εκ μέρους της ενάγουσας, για την κάλυψη της δανείστριας τράπεζας, όσον αφορά το ήμισυ της οφειλής του στεγαστικού δανείου, το οποίο θα καταβαλλόταν για την εξόφληση της υποχρέωσης της ενάγουσας προς τους πωλητές του διαμερίσματος, του οποίου αυτή κατέστη συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, είχαν νόμιμη αιτία που αποκλείει την αναζήτηση και ειδικότερα την σιωπηρή συμφωνία για την εκ μέρους της ενάγουσας από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης για το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και καταβολής, με συνέπεια να μη δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας κατά το ποσό αυτό, που προσπόρισε στον εναγόμενο, παραβλέποντας την προηγούμενη οικειοθελή της πράξη. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η δανείστρια τράπεζα δεν αρκείτο στην εξασφάλισή της με την προσωπική εγγύηση της ενάγουσας μόνο κατά το ήμισυ του ποσού του χορηγούμενου στεγαστικού δανείου, και απαιτούσε την πλήρη εξασφάλισή της με εγγύηση για ολόκληρο το ποσό του δανείου, που θα χορηγούσε στον εναγόμενο. Για το λόγο αυτό, η ενάγουσα, κατόπιν άτυπης σύμβασης εντολής που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του εναγόμενου, αυθημερόν με τη σύναψη του δανείου, και εις εκτέλεση της εντολής αυτής, εγγυήθηκε υπέρ του εντολέως της και για το υπόλοιπο ήμισυ του χορηγούμενου στεγαστικού δανείου, προς τη δανείστρια τράπεζα, για την τήρηση όλων των όρων της σύμβασης και την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής του δανείου, κατά τα ανωτέρω, τόσο δε ο εναγόμενος ως οφειλέτης όσο και η ενάγουσα ως εγγυήτρια υπέγραψαν συγχρόνως στο ίδιο έγγραφο, ήτοι στη δανειακή σύμβαση, χωρίς μάλιστα να αντιλέξει ο εναγόμενος, και κατά το ποσό που αφορούσε τη λήψη του δανείου (ήτοι το ήμισυ αυτού) για την εξόφληση του τιμήματος του αντιστοιχούντος στο δικό του μερίδιο 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Μάλιστα ο ίδιος στα δικόγραφά του αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν επιθυμούσε να συμβληθεί ως οφειλέτρια στη δανειακή σύμβαση και τούτο οδηγεί ακριβώς στο συμπέρασμα ότι εκείνη δεν επιθυμούσε να αναλάβει την ευθύνη ως πρωτοφειλέτρια για την εξόφληση ολόκληρου του στεγαστικού δανείου και του ποσού δηλ. που αφορούσε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει το ήμισυ του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος. .... Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης από την ενάγουσα προς τη δανείστρια τράπεζα, κατά το ήμισυ του συνομολογηθέντος ποσού του δανείου και την εν συνεχεία από την ίδια αιτία (ελευθεριότητα) καταβολή από αυτήν (ενάγουσα) του ημίσεος των οφειλόμενων δόσεων έως την εξόφληση του δανείου, ενισχύονται και από σειρά εξωδίκων δηλώσεων αυτής και συγκεκριμένα : α) στην από 10.4.2005 αγωγή της, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει το ποσό των 3.325,75 ευρώ, ήτοι το ήμισυ των δόσεων που ήδη αυτή είχε καταβάλει έως τότε στη δανείστρια τράπεζα λόγω της εγγυητικής της ευθύνης, διαλάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι το ήμισυ κάθε δόσης βαρύνει την ίδια προσωπικά το δε άλλο ήμισυ βαρύνει αποκλειστικά τον εναγόμενο, ότι την παροχή εγγύησης προς την δανείστρια τράπεζα δεν την έκανε από χαριστική αιτία ή βούληση προς τον εναγόμενο αλλά μετά από απαίτηση της τράπεζας και με τον συμφωνηθέντα μεταξύ τους όρο ότι καθένας θα πλήρωνε την αναλογία του στο δάνειο, εφόσον δε κάποιος από τους δύο κατέβαλε κάποιο ποσό πέραν της αναλογίας του θα μπορούσε να το αναζητήσει από τον άλλον, ότι από το ποσό των 6.651,50 ευρώ, που ήδη είχε καταβάλει στη δανείστρια, το ήμισυ αυτού εκ ποσού 3.325,75 ευρώ αποτελεί δικό της χρέος και το έτερο ήμισυ των 3.έ25,75 ευρώ αποτελεί χρέος του εναγόμενου, το οποίο κατέβαλε αυτή στην τράπεζα και έχει για το ποσό αυτό δικαίωμα αναγωγής εναντίον του, ως υποκατασταθείσα στα δικαιώματα της τράπεζας, εφόσον κατά το ποσό τούτο δεν εγγυήθηκε από χαριστική αιτία, άλλως ζητούσε το άνω ποσό των 3.325,75 ευρώ κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. ... β) στις από 9.9.2005 προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναφερόμενη στο εν λόγω θέμα διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, "Έχω λοιπόν καταβάλει μέχρι σήμερα συνολικά 7.651,50 ευρώ ... από το οποίο ποσό ευρώ 3.825,75 ευρώ αναλογούν στον αντίδικο ... ", γ) στην από 14.10.2013 εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο διαλαμβάνει και τα εξής "Γνωρίζετε από τα έγγραφα απόσβεσης του δανείου... ότι πλήρωνα αχρεωστήτως το μερίδιο των δόσεων του δανείου που σας αναλογούσε, δεδομένου ότι δεν είχα άλλη επιλογή, πλην της χρονοβόρου και βλαπτικής διαδικασίας του να καταγγείλω τη σύμβαση. Επέλεξα να πληρώνω και το μερίδιό σας στο δάνειο για να μη χάσω το σπίτι ανταποκρινόμενη μόνη εγώ στην υποχρέωση που είχαμε αναλάβει μαζί ως σύζυγοι και γονείς .. ". Με βάση, λοιπόν, τα παραπάνω αποδειχθέντα, εφόσον η εκκαλούσα/ενάγουσα εκπλήρωσε την εκ της εγγυήσεώς της υποχρέωση προς τη δανείστρια τράπεζα για ολόκληρο το ποσό των οφειλομένων μετά τον Μάρτιο του έτους 2004 δόσεων του στεγαστικού δανείου, ενώ κατά το ήμισυ αυτού (δανείου), όπως προαναφέρθηκε, είχε αναλάβει κατόπιν εντολής του εφεσίβλητου/εναγόμενου, δικαιούται το ήμισυ του προς ικανοποίηση της ανωτέρω τράπεζας καταβληθέντος ποσού και δη ποσό (49.162: 2=) 24.581 ευρώ, λόγω δαπανών για την εκτέλεση της εντολής, το οποίο ο εφεσίβλητος - εναγόμενος αρνείται να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη ημέρα που κατέβαλε κάθε επιμέρους ποσό ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά το άνω μέρος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.581 ευρώ, ενώ απέρριψε την αγωγή κατά το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό, τόσο κατά την κύρια βάση της όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις της, ως ουσία αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 496, 713, 722, 730, 736, 737, 739 και 858 του ΑΚ, κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα της αναιρεσείουσας να της καταβάλει ο αναιρεσίβλητος ολόκληρο το ποσό των 49.162 ευρώ, με βάση τις διατάξεις της γνήσιας διοίκησης αλλοτρίων κατά τον χρόνο των εκ μέρους της άνω καταβολών, άλλως με βάση τις διατάξεις της μη γνήσιας ή νόθου διοίκησης αλλοτρίων και την βάσει αυτών ευθύνη του αναιρεσίβλητου κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει περίπτωση γνήσιας ή νόθου διοίκησης αλλοτρίων, όσον αφορά το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, ώστε να θεμελιώνεται εντεύθεν υποχρέωση του αναιρεσίβλητου για ικανοποίηση της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσείουσας στο σύνολό της. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η ενάγουσα με την παροχή της προσωπικής της εγγύησης, όσον αφορά το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, προέβη εκουσίως, ηθελημένα και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας, αποβλέποντας με την παροχή της εγγύησης, ως προς το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου), αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και στο δικό της όφελος, καθόσον η ίδια είχε καταστεί συγκυρία του αγορασθέντος διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και με την λήψη του στεγαστικού δανείου θα γινόταν η αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς και του 1/2 του διαμερίσματος που περιήλθε σ' αυτήν και το οποίο οφειλόταν στους πωλητές, όπως και πράγματι το προϊόν του επίμαχου στεγαστικού αυτού δανείου καταβλήθηκε ολόκληρο για την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, θέτοντας έτσι για το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου) την πιστοληπτική της ικανότητα στη διάθεση της δανείστριας τράπεζας, και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε τη χορήγηση του δανείου, αφού η δανείστρια ζήτησε προς εξασφάλισή της την εγγύηση τρίτου προσώπου, β) κατά τη σύναψη της εγγύησης κατά το ήμισυ του ποσού του στεγαστικού δανείου αλλά και στη συνέχεια κατά την εξόφληση των δόσεων αυτού και πάλι κατά το ήμισυ αυτών, δεν υπήρχε εκ μέρους της ενάγουσας, για το ποσό αυτό, η συνείδηση διαχείρισης ξένης περιουσίας, πρόθεσή της δε ήταν η διευκόλυνση της λήψης του δανείου, κατά το ποσό που την αφορούσε, και ακολούθως η πληρωμή των δόσεων κατά το ίδιο ποσό, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της συμφερόντων και στο δικό της όφελος κατά το ποσό αυτό για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος κατά το ποσοστό που την αφορούσε και την εξόφληση της δανείστριας τράπεζας κατά το ίδιο ποσό, χωρίς πρόθεση αναζητήσεως, γ) η με ελεύθερη και νομικά ισχυρή βούληση παροχή εγγύησης εκ μέρους της ενάγουσας, για την κάλυψη της δανείστριας τράπεζας, όσον αφορά το ήμισυ της οφειλής του στεγαστικού δανείου, το οποίο θα καταβαλλόταν για την εξόφληση της υποχρέωσης της ενάγουσας προς τους πωλητές του διαμερίσματος, του οποίου αυτή κατέστη συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, είχε νόμιμη αιτία που αποκλείει την αναζήτηση και ειδικότερα τη σιωπηρή συμφωνία για την εκ μέρους της ενάγουσας από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης για το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και καταβολής του, με συνέπεια να μη δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας κατά το ποσό αυτό, που προσπόρισε στον εναγόμενο. Με βάση αυτές τις παραδοχές, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ, περί γνήσιας ή νόθου διαχείρισης αλλοτρίων, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι ευθύνη του αναιρεσίβλητου για απόδοση στην ενάγουσα και του άλλου μισού του καταβληθέντος από αυτήν ποσού για την εξόφληση του άνω δανείου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ένατος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή κατά το ήμισυ του στεγαστικού δανείου, η ενάγουσα ουδόλως παρείχε την πιο πάνω εγγύηση στα πλαίσια εντολής ή διοίκησης ξένης περιουσίας προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του εναγόμενου/οφειλέτη και με πρόθεση να διοικήσει σαν τρίτη τις υποθέσεις του εναγόμενου και με την βούληση να αναζητήσει αυτή μελλοντικά αναγωγικά από τον εναγόμενο/οφειλέτη το ήμισυ του ποσού που θα κατέβαλε για την εκπλήρωση των δανειστικών υποχρεώσεών του, και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται ευθύνη του εναγομένου προς καταβολή και του άλλου μισού του καταβληθέντος από την ενάγουσα ποσού για την εξόφληση του άνω στεγαστικού δανείου, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι οι διάδικοι δυνάμει του υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Ε. Π. - Α., νόμιμα μεταγεγραμμένου, αγόρασαν από κοινού την περιγραφόμενη νεόδμητη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) και δη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας εξ αυτών, αντί συνολικού τιμήματος 22.903.514 δραχμών, εκ του τιμήματος δε αυτού κατέβαλαν έκαστος των διαδίκων στους πωλητές, κατά την ημέρα κατάρτισης του συμβολαίου και ενώπιον της συμβολαιογράφου, το ποσό των 2.403.513 δραχμών, β) ότι το υπόλοιπο του τιμήματος υποσχέθηκαν και υποχρεώθηκαν οι διάδικοι, ως αγοραστές, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους πωλητές και δη το ποσό των 20.000.000 δρχ από προϊόν δανείου που θα χορηγηθεί σ' αυτούς από την Τράπεζα ... ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ή Οργανισμό εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημέρα κατάρτισης του συμβολαίου και το ποσό των 500.000 δρχ με την παράδοση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων και εγκαταστάσεων της όλης πολυκατοικίας, γ) ότι την 25.7.1997 ο εναγόμενος, ως οφειλέτης, κατήρτισε με την τραπεζική εταιρεία με την τότε επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." και νυν "Τράπεζα ... Α.Ε.", ως δανείστριας τράπεζας, την υπ' αριθ. 853/25.7.1997 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 8.300.000 γιεν Ιαπωνίας (ή 20.414.680 δραχμών), εξοφλητέου εντόκως στη δανείστρια εντός 15 ετών, σε 90 ισόποσες δίμηνες δόσεις και 3μηνη περίοδο χάριτος, της πρώτης καταβλητέας την 25.12.1997 και της τελευταίας την 25.10.2012, ποσού 130.778 γιεν Ιαπωνίας εκάστης και της τελευταίας 130.773 γιεν Ιαπωνίας, δ) ότι την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία σύναψης της παραπάνω δανειακής σύμβασης, συμβλήθηκε στη σύμβαση δανείου, ως εγγυήτρια, υπέρ του οφειλέτη/εναγόμενου, η ενάγουσα, υπογράφοντας ανεπιφύλακτα στη θέση του εγγυητή, εγγυώμενη προς την αποδεχόμενη την εν λόγω εγγύηση δανείστρια τράπεζα, την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και έξοδα εξόφληση κάθε απαίτησης της δανείστριας προερχόμενη από το συνομολογηθέν δάνειο και την εν γένει εκπλήρωση από τον πρωτοφειλέτη/εναγόμενο όλων των υποχρεώσεών του, ενεχόμενη εις ολόκληρον με αυτόν ως οφειλέτρια, ε) ότι από την εγκατάσταση των διαδίκων στην προαναφερθείσα κοινή οριζόντια ιδιοκτησία τους (διαμέρισμα), ο εναγόμενος άρχισε να καταβάλει με δικά του χρήματα τις οφειλόμενες δίμηνες δόσεις του συναφθέντος ανωτέρω στεγαστικού δανείου για την αγορά του διαμερίσματος, καταβάλλοντας συνολικά, έως τον Μάρτιο του έτους 2004, το ποσό των 41.915,28 ευρώ. στ) Ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος αποχώρησε από το άνω διαμέρισμα και έκτοτε έπαυσε οριστικά να εξυπηρετεί το δάνειο και να καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες οφειλόμενες δόσεις, για το λόγο δε αυτό η δανείστρια τράπεζα απέστειλε προς την ενάγουσα, αλλά και προς τον εναγόμενο, τις από 27.5.2004 και 20.9.2004 εξώδικες προσκλήσεις της με τις οποίες τους καλούσε, με τις άνω Ιδιότητές τους, να φροντίσουν για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δόσεων, που προέρχονταν από το παραπάνω δάνειο, προκειμένου να αποφύγουν ως υπερήμεροι οφειλέτες τις νόμιμες συνέπειες, ζ) ότι ενόψει αυτής της εξέλιξης, η ενάγουσα άρχισε να καταβάλει εκείνη αποκλειστικά τις εναπομείνασες δόσεις και συγκεκριμένα κατέβαλε μέχρι την 14.6.2010 τα αναφερόμενα ποσά, συνολικού ύψους 49.162 ευρώ, εξοφλώντας έτσι ολοσχερώς το δάνειο, προ των καθορισθεισών ημερομηνιών των δόσεων, καθόσον η ενάγουσα έκρινε ότι κατά τον χρόνο εκείνο, λόγω της ισοτιμίας γιεν Ιαπωνίας και ευρώ, ήταν συμφέρον να καταβληθεί και εξοφληθεί εφάπαξ το υπόλοιπο του δανείου, κατά τον τρόπο δε αυτό και κατά το ποσό αυτό εξοφλήθηκε το υπόλοιπο της οφειλής του οφειλέτη/εναγόμενου από τη σύμβαση στεγαστικού δανείου, ταυτόχρονα όμως η ενάγουσα εξοφλούσε και τη δική της οφειλή εκ της συμβάσεως εγγυήσεως, η ότι η ενάγουσα με την παροχή της προσωπικής της εγγύησης, όσον αφορά το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, προέβη εκουσίως, ηθελημένα και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας, αποβλέποντας με την παροχή της εγγύησης, ως προς το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου), αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και στο δικό της όφελος, καθόσον η ίδια είχε καταστεί συγκυρία του αγορασθέντος διαμερίσματος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και με την λήψη του στεγαστικού δανείου θα γινόταν η αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς και του 1/2 του διαμερίσματος που περιήλθε σ' αυτήν και το οποίο οφειλόταν στους πωλητές, όπως και πράγματι το προϊόν του επίμαχου στεγαστικού αυτού δανείου καταβλήθηκε ολόκληρο για την εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, θέτοντας έτσι για το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου) την πιστοληπτική της ικανότητα στη διάθεση της δανείστριας τράπεζας, και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε τη χορήγηση του δανείου, αφού η δανείστρια ζήτησε προς εξασφάλισή της την εγγύηση τρίτου προσώπου, θ) ότι κατά το ποσό αυτό του στεγαστικού δανείου, ήτοι το ήμισυ αυτού, η ενάγουσα ουδόλως παρείχε την πιο πάνω εγγύηση στα πλαίσια εντολής ή διοίκησης ξένης περιουσίας προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του εναγόμενου/οφειλέτη και με πρόθεση να διοικήσει σαν τρίτη τις υποθέσεις του εναγόμενου και με την βούληση να αναζητήσει αυτή μελλοντικά αναγωγικά από τον εναγόμενο/οφειλέτη το ήμισυ του ποσού που θα κατέβαλε για την εκπλήρωση των δανειστικών υποχρεώσεών του, ι) ότι, ειδικότερα, από πλευράς της ενάγουσας έλαβε χώρα πράξη ελευθεριότητας, όσον αφορά τη σύναψη της εγγύησης κατά το ήμισυ του ποσού του στεγαστικού δανείου αλλά και στη συνέχεια κατά την εξόφληση των δόσεων αυτού και πάλι κατά το ήμισυ αυτών, και δεν υπήρχε εκ μέρους της, για το ποσό αυτό, η συνείδηση διαχείρισης ξένης περιουσίας, πρόθεσή της δε ήταν η διευκόλυνση της λήψης του δανείου, κατά το ποσό που την αφορούσε, και ακολούθως η πληρωμή των δόσεων κατά το ίδιο ποσό, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της συμφερόντων και στο δικό της όφελος κατά το ποσό αυτό για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος κατά το ποσοστό που την αφορούσε και την εξόφληση της δανείστριας τράπεζας κατά το ίδιο ποσό, κατά τα προεκτεθέντα, χωρίς πρόθεση αναζητήσεως, και ια) ότι η με ελεύθερη και νομικά ισχυρή βούληση παροχή εγγύησης εκ μέρους της ενάγουσας, για την κάλυψη της δανείστριας τράπεζας, όσον αφορά το ήμισυ της οφειλής του στεγαστικού δανείου, το οποίο θα καταβαλλόταν για την εξόφληση της υποχρέωσης της ενάγουσας προς τους πωλητές του διαμερίσματος, του οποίου αυτή κατέστη συγκυρία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, είχε νόμιμη αιτία που αποκλείει την αναζήτηση και ειδικότερα την σιωπηρή συμφωνία για την εκ μέρους της ενάγουσας από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης για το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και καταβολής, με συνέπεια να μη δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας κατά το ποσό αυτό, που προσπόρισε στον εναγόμενο, παραβλέποντας την προηγούμενη οικειοθελή της πράξη. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τα οικεία σκέλη των οποίων η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Τέλος, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το οικείο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, προκειμένου να απορρίψει τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής της, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο, ότι δηλαδή υπήρξε σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους για την εκ μέρους της από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης για το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και για την καταβολή του ημίσεως της δόσης. Εξάλλου, με το οικείο σκέλος του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δέχθηκε ότι έλαβε χώρα πράξη ελευθεριότητας ως προς το ήμισυ του δανείου, ενώ ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε ότι έλαβε χώρα πράξη ελευθεριότητας εκ μέρους της, ούτε ότι αυτή δεν είχε πρόθεση αναζητήσεως των όσων κατέβαλε για την πληρωμή του δανείου. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες, καθόσον, επί αγωγής στηριζόμενης στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συνέτρεξε νόμιμη αιτία του πλουτισμού του από την περιουσία του αντιδίκου του (όπως η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας), αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1306/2010, ΑΠ 417/2000). Επομένως, αφού η δεύτερη επικουρική βάση της ένδικης αγωγής στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου, έναντι της βάσεως αυτής, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και συνεπώς δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και κατ' εκτίμηση του συνόλου του περιεχομένου τους, προκύπτει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, αρνούμενος την ένδικη αγωγή, εμμέσως πλην σαφώς επικαλέσθηκε τη σύναψη τέτοιας σιωπηράς συμφωνίας, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα συμφώνησε να αναλάβει αυτή την αποπληρωμή του δανείου, όπερ και έπραξε, όχι λόγω της εγγύησης, αλλά λόγω του ότι ήταν συγκυρία κατά το 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και ότι η αποπληρωμή του δανείου δεν ήταν ούτε η πραγματική ούτε η εικαζόμενη βούλησή του, αλλά αποκλειστική βούληση και απόφαση της ενάγουσας. Άλλωστε, όπως συνάγεται, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 και 8 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης), στην προκειμένη δε περίπτωση, το Εφετείο ρητά δέχθηκε, στα πλαίσια της άνω δυνατότητάς του να προσδώσει τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό στα γεγονότα που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, ότι η παροχή εγγύησης εκ μέρους της ενάγουσας, για την κάλυψη της δανείστριας τράπεζας, όσον αφορά το ήμισυ της οφειλής του στεγαστικού δανείου, είχε νόμιμη αιτία που αποκλείει την αναζήτηση και ειδικότερα την σιωπηρή συμφωνία για την εκ μέρους της ενάγουσας από ελευθεριότητα παροχή της εγγύησης για το ήμισυ του οφειλόμενου ποσού και καταβολής, με συνέπεια να μη δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας κατά το ποσό αυτό. Περαιτέρω, με το οικείο σκέλος του όγδοου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του, κατά την εξέταση του αγωγικού της αιτήματος για την καταβολή των δόσεων του δανείου που είχε καταβάλει η ίδια, τον ισχυρισμό της ότι η εσωτερική σχέση που τη συνέδεε με τον αντίδικο κατά την παροχή της εγγύησης ήταν η μεταξύ τους συμφωνία ότι εκείνος θα κατέβαλε τις δόσεις του δανείου και ότι λόγω της υπαίτιας εκ μέρους του παραβίασης της άνω συμφωνίας, αλλά και ενόψει των επαπειλούμενων μέτρων εκτέλεσης εις βάρος της από την δανείστρια τράπεζα, αναγκάστηκε να καταβάλει η ίδια τις δόσεις. Ωστόσο, η αιτίαση αυτή της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε α) ότι η ενάγουσα με την παροχή της προσωπικής της εγγύησης, όσον αφορά το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, προέβη εκουσίως, ηθελημένα και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας, αποβλέποντας με την παροχή της εγγύησης, ως προς το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου), αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και στο δικό της όφελος, β) ότι κατά το ποσό αυτό του στεγαστικού δανείου, ήτοι το ήμισυ αυτού, η ενάγουσα ουδόλως παρείχε την πιο πάνω εγγύηση στα πλαίσια εντολής ή διοίκησης ξένης περιουσίας προς το συμφέρον και την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του εναγόμενου/οφειλέτη και με πρόθεση να διοικήσει σαν τρίτη τις υποθέσεις του εναγόμενου και με την βούληση να αναζητήσει αυτή μελλοντικά αναγωγικά από τον εναγόμενο/οφειλέτη το ήμισυ του ποσού που θα κατέβαλε για την εκπλήρωση των δανειστικών υποχρεώσεών του, και γ) ότι από πλευράς της ενάγουσας έλαβε χώρα πράξη ελευθεριότητας, όσον αφορά τη σύναψη της εγγύησης κατά το ήμισυ του ποσού του στεγαστικού δανείου αλλά και στη συνέχεια κατά την εξόφληση των δόσεων αυτού και πάλι κατά το ήμισυ αυτών, και δεν υπήρχε εκ μέρους της, για το ποσό αυτό, η συνείδηση διαχείρισης ξένης περιουσίας, πρόθεσή της δε ήταν η διευκόλυνση της λήψης του δανείου, κατά το ποσό που την αφορούσε, και ακολούθως η πληρωμή των δόσεων κατά το ίδιο ποσό, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών της συμφερόντων και στο δικό της όφελος κατά το ποσό αυτό για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος κατά το ποσοστό που την αφορούσε και την εξόφληση της δανείστριας τράπεζας κατά το ίδιο ποσό, χωρίς πρόθεση αναζητήσεως. Κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 1109/2019). Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1597/2017). Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η παροχή της εγγύησης από αυτήν προς την τράπεζα έγινε εκουσίως και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας κατά το ήμισυ του δανείου, εντούτοις στη συνέχεια κατέφυγε και σε άλλα αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα, ήτοι στις προγενέστερες εξώδικες δηλώσεις της, για να βρει την έννοια και κυρίως την υποκείμενη αιτία παροχής της εγγύησης και να ενισχύσει την κρίση του για την εξ ελευθεριότητας αιτία της παροχής αυτής κατά το ήμισυ, με τον τρόπο δε αυτό διαπίστωσε έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην άνω δικαιοπραξία (παροχή εγγύησης), και συνεπώς έπρεπε να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πράγμα το οποίο δεν έκανε, εάν δε είχε καταφύγει σ' αυτούς θα έπρεπε να είχε αναζητήσει την αληθινή βούλησή της, δεχόμενο ότι αυτή ήταν να μην παράσχει την εγγύηση από χαριστική αιτία προς τον εναγόμενο. Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς την δικαιοπρακτική βούληση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την παροχή από αυτήν της εγγύησης, αλλά διερευνώντας την υποκείμενη αιτία της παροχής της εγγύησης και τους σχετικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, δέχθηκε σαφώς ότι η ενάγουσα με την παροχή της προσωπικής της εγγύησης, όσον αφορά το ήμισυ του ποσού του συνομολογηθέντος στεγαστικού δανείου, προέβη εκουσίως, ηθελημένα και με βούληση και πρόθεση ελευθεριότητας, αποβλέποντας με την παροχή της εγγύησης, ως προς το ποσό αυτό (το ήμισυ του δανείου), αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση του προσωπικού της συμφέροντος και στο δικό της όφελος, και, έτσι, δεν υπήρχε εκ μέρους της ενάγουσας, για το ποσό αυτό, η συνείδηση διαχείρισης ξένης περιουσίας, ούτε πρόθεση αναζητήσεώς του, στα πλαίσια δε της έρευνας αυτής και μόνον αξιολόγησε και τις άνω εξώδικες δηλώσεις της ενάγουσας, ως ενισχυτικές της άνω κρίσεώς του, χωρίς εξ αυτού να μπορεί να συναχθεί ότι διαπίστωσε έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην άνω δικαιοπραξία. Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ως εκ τούτου ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ' αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 243/2023, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 736/2019). Το έννομο συμφέρον, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (αρθρ. 73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα, α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1539/2021, ΑΠ 974/2017). Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1914/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1259/2018). Τέλος, η κατά το άρθρο 858 ΑΚ υποκατάσταση του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή, έχει την έννοια της εκ του νόμου εκχώρησης της απαίτησης, κυριότερη συνέπεια της οποίας είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων και προνομίων, αυτοδικαίως και παρακολουθηματικώς. Παρεπόμενα δικαιώματα, εκτός από το ενέχυρο, την υποθήκη και την εγγύηση, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση και μεταβιβάζονται με αυτή, είναι τα δικαιώματα εκείνα που τελούν σε σχέση εξάρτησης προς την απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της είτε ισχυροποιώντάς την είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενο της είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της (ΑΠ 1633/2013). Έτσι, παρεπόμενο δικαίωμα είναι και η προσημείωση υποθήκης, η οποία ασφαλίζει την απαίτηση που εκχωρήθηκε, η μεταβίβαση δε γίνεται αυτοδίκαια όπως και στην περίπτωση εκχώρησης απαίτησης που ασφαλίζεται με υποθήκη. Με ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1312 σημειώνεται στην οικεία στήλη του βιβλίου υποθηκών η εκχώρηση απαίτησης που ασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης, για να προβεί, όμως, ο υποθηκοφύλακας στη σημείωση της εκχώρησης απαιτείται η έκδοση και προσκόμιση δικαστικής απόφασης (κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων) από την οποία να προκύπτει η εκχώρηση της απαίτησης και η μεταβίβαση του δικαιώματος της προσημείωσης στον εκδοχέα. Η δικαστική αυτή απόφαση εκδίδεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ήτοι μέσω της άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από τον εκδοχέα ως δικαιολογούντα έννομο συμφέρον μεταρρύθμισης της απόφασης αυτής, δυνάμει της οποίας ενεγράφη η προσημείωση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της για την αναγνώριση ότι προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησής της έχει μεταβιβασθεί και η εγγραφείσα υπέρ της δανείστριας τράπεζας προσημείωση υποθήκης, παραβίασε το άρθρο 70 ΚΠολΔ, κηρύσσοντας παρά το νόμο το απαράδεκτο του υπό στοιχ. γ' αγωγικού αιτήματός της, καθόσον αυτή δεν ζήτησε να σημειωθεί στην οικεία στήλη του βιβλίου υποθηκών η μεταβίβαση σ' αυτήν της προσημείωσης υποθήκης, αλλά απλώς και μόνο να αρθεί η αμφισβήτηση για το θέμα αυτό που είχε προκαλέσει ο αναιρεσίβλητος με τη συμπεριφορά του. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε, πέραν των άλλων, να αναγνωριστεί ότι προς εξασφάλιση της ως άνω αγωγικής απαίτησής της, ποσού 49.162 ευρώ, έχει μεταβιβαστεί σ' αυτήν η εγγραφείσα, δυνάμει της 25854/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί του ιδανικού μεριδίου του εναγόμενου (ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου) στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, προσημείωση υποθήκης, ποσού 25.000.000 δρχ (ή 73.367,57 ευρώ) πλέον τόκων και εξόδων (υπό στοιχ. γ' αίτημα). Προς θεμελίωση του αιτήματος αυτού εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τμήμα της αγωγής, ότι η απαίτηση της δανείστριας τράπεζας εκχωρήθηκε σ' αυτήν εκ του νόμου, λόγω συνδρομής δικαιώματος αναγωγής από υποκατάσταση στο πρόσωπό της. Ότι εκ του λόγου αυτού συμμεταβιβάστηκε με την εκχωρούμενη απαίτηση και η άνω εμπράγματη ασφάλεια (προσημείωση υποθήκης). Ότι, συνεπώς, στο δικαίωμα της δανείστριας τράπεζας, το οποίο υφίστατο αρχικά στο πρόσωπό της, έχει υποκατασταθεί, κάτι που αμφισβητεί ο εναγόμενος. Ότι για την ως άνω αναγνώριση έχει έννομο συμφέρον προς επίλυση της σχετικής αμφισβήτησης, που αφορά στα εξασφαλιστικά της εκχωρηθείσας σ' αυτήν απαίτησης δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας (προσημείωση υποθήκης) επί του ιδανικού μεριδίου του εναγομένου, την ύπαρξη των οποίων αμφισβητεί ο εναγόμενος, για νομικούς και πραγματικούς λόγους. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το άνω, υπό στοιχείο γ', αίτημά της, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης άμεσου έννομου συμφέροντος της ενάγουσας, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με το υπό στοιχ. "γ" αίτημα της αγωγής η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι, προς εξασφάλιση της απαίτησής της εκ ποσού 49.162 ευρώ, την οποία διεκδικεί με την ένδικη αγωγή, ισχυριζόμενη ότι της εκχωρήθηκε εκ του νόμου λόγω του δικαιώματός της αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη - εναγόμενου και υποκατάστασή της στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, έχει συμμεταβιβαστεί σ' αυτήν η εγγραφείσα, δυνάμει της 25854/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδ. ασφαλιστικών μέτρων), επί του ιδανικού μεριδίου του εναγόμενου (ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου) στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, προσημείωση υποθήκης, ποσού 25.000.000 δρχ (ή 73.367,57 ευρώ) πλέον τόκων και εξόδων, προς θεμελίωση δε του συμφέροντός της, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην προκείμενη αναγνωριστική αγωγή, διαλαμβάνει στο κρινόμενο δικόγραφο ότι ο εναγόμενος αμφισβητεί το ανωτέρω περιστατικό για νομικούς και πραγματικούς λόγους (τους οποίους ουδόλως προσδιορίζει στο δικόγραφο). Σύμφωνα, όμως, με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη με στοιχεία "4.

ΙΙΙ" η έκδοση της (αναγνωριστικής) απόφασης, την οποία η ενάγουσα ζητεί με την άσκηση της ένδικης αγωγής κατά το αίτημά της αυτό, προεχόντως δεν αποτελεί το αναγκαίο, κατάλληλο και πρόσφορο μέσο προς αποτροπή της επικαλούμενης βλάβης της, την απλή δηλ. αμφισβήτηση του εναγόμενου, καθόσον πρόσφορες και αναγκαίες δικαιοδοτικές πράξεις αποτελούν η έκδοση δικαστικής απόφασης με τη διαδικασία των ΚΠολΔ 686 επ., ήτοι μέσω της άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από την ενάγουσα εκδοχέα ως δικαιολογούσα έννομο συμφέρον μεταρρύθμισης της απόφασης αυτής (25854/1997), δυνάμει της οποίας ενεγράφη η προσημείωση υποθήκης, και ακολούθως, με βάση την εκδοθείσα αυτή μεταρρυθμιστική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, η σημείωση της εκχώρησης από τον υποθηκοφύλακα στην κατάλληλη στήλη του βιβλίου υποθηκών. Επομένως, δεν συντρέχει στο πρόσωπό της άμεσο έννομο συμφέρον προς άσκησης της κρινόμενης αγωγής κατά το αίτημά της αυτό. Συνακόλουθα των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή κατά το εν λόγω αίτημα έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, η συνδρομή του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε παραδεκτή την αγωγή ως προς αυτό, ότι δηλ. περιέχονται σ' αυτήν τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του συμφέροντος της ενάγουσας, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε ....". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή της, απορρίπτοντας το, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, τρίτο αίτημα της αγωγής, ως απαράδεκτο. Τούτο δε διότι, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται εν προκειμένω άμεσο έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την έκδοση της αιτούμενης αναγνωριστικής απόφασης, καθόσον η απόφαση αυτή δεν αποτελεί το αναγκαίο, κατάλληλο και πρόσφορο μέσο προς αποτροπή της επικαλούμενης βλάβης της, την απλή δηλαδή αμφισβήτηση του αναιρεσίβλητου. Όπως προαναφέρθηκε, η υποκατάσταση του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή, έχει την έννοια της εκ του νόμου εκχώρησης της απαίτησης, κυριότερη συνέπεια της οποίας είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων και προνομίων, αυτοδικαίως και παρακολουθηματικώς. Παρεπόμενο δικαίωμα είναι και η προσημείωση υποθήκης, η οποία ασφαλίζει την απαίτηση που εκχωρήθηκε. Η μεταβίβαση αυτή γίνεται αυτοδίκαια όπως και στην περίπτωση εκχώρησης απαίτησης που ασφαλίζεται με υποθήκη και, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1312 ΑΚ, σημειώνεται στην οικεία στήλη του βιβλίου υποθηκών η εκχώρηση απαίτησης που ασφαλίζεται με προσημείωση υποθήκης, κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων από τον εκδοχέα και την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης. Επομένως, αναγκαίο, κατάλληλο και πρόσφορο μέσο προς αποτροπή της επικαλούμενης βλάβης της αναιρεσείουσας, είναι η εκ μέρους της άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και ακολούθως, με βάση τη σχετική μεταρρυθμιστική απόφαση, η σημείωση της εκχώρησης από τον υποθηκοφύλακα στην κατάλληλη στήλη του βιβλίου υποθηκών.

Συνεπώς, το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο προκείμενος δέκατος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε το εν λόγω αγωγικό της αίτημα ως απαράδεκτο, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998). Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρο 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 813/2021, ΑΠ 129/2020, ΑΠ 257/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019). Η παραβίαση, όμως, ενοχικής σύμβασης εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ` εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ και δεν γεννά, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 862/2020, ΑΠ 727/2019, ΑΠ 920/2018). Κατά συνέπεια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 725/2013). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991). Τέλος, αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί μόνο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, δηλαδή από εκείνα που ζημιώθηκαν αμέσως από το αδίκημα. Έτσι, στο έγκλημα της παραβίασης της υποχρέωσης για διατροφή (άρθρο 358 ΠΚ) αμέσως ζημιωθείς είναι εκείνος που στερήθηκε τη διατροφή, αποκλειομένου, εκτός άλλων, και του τρίτου που ζημιώθηκε, επειδή αναγκάστηκε να καταβάλει εκείνος τη διατροφή (ΑΠ 2093/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1734/2004, ΑΠ 1180/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του ενδέκατου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εξέτασε μόνο τη βάση της αξίωσής της για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, χωρίς καθόλου να εξετάσει και να λάβει υπόψη του τη βάση της αξίωσής της, τη στηριζόμενη στις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητάς της. Περαιτέρω, με τον δωδέκατο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, δεχόμενο ότι στην αγωγή της δεν εκτίθενται άλλα πρόσθετα περιστατικά, που παράλληλα με τη συμβατική ευθύνη, να συνθέτουν διαφορετικό ιστορικό γεγονός, ικανό για την πλήρωση του πραγματικού της αδικοπραξίας, πλην όμως αυτή εξέθετε στην αγωγή της τα αναφερόμενα πρόσθετα πραγματικά στοιχεία και δη ότι ο εναγόμενος όχι απλώς δεν κατέβαλε τις δόσεις του δανείου ως πρωτοφειλέτης, αλλά επιπλέον το έπραξε αυτό από εκδικητικότητα και κερδοσκοπική ιδιοτέλεια και ότι χρησιμοποίησε τη μη καταβολή του δανείου και την αθέτηση των υποχρεώσεών του ως μέσον και ως μέρος ενός σχεδίου του για να εκμεταλλευθεί την εγγύησή της και να κερδοσκοπήσει εις βάρος της, στοιχεία που δεν τα έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ενώ, αν τα είχε λάβει υπόψη του, θα έκρινε νόμιμη την ένδικη αξίωσή της και θα προχωρούσε στην εξέταση της ουσίας της. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε, πέραν των άλλων, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του (υπό στοιχ. β' αίτημα). Προς θεμελίωση του αιτήματος αυτού εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω τμήμα της αγωγής, ότι ο εναγόμενος ευθύνεται για την ικανοποίηση της άνω ηθικής της βλάβης, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και τούτο διότι στο χρόνο που έλαβε το δάνειο εργαζόταν με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού ως μόνιμος υπάλληλος της Τεχνικής Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας και με τα αυξημένα τότε εισοδήματά του μπορούσε ευχερώς να καταβάλει τις δόσεις του στεγαστικού δανείου, σε αντίθεση μ' αυτήν. Ότι μετά την αποχώρησή του από τη συζυγική στέγη, τον Ιούνιο του έτους 2004, δεν συνέβαλε στη διατροφή και εκπαίδευση των ανήλικων τέκνων τους, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί αυτή να προσφύγει (από το έτος 2003) στη Δικαιοσύνη, ώστε να υποχρεωθεί ο αντίδικος να καταβάλει την αναλογούσα σ' αυτήν διατροφή. Ότι ο εναγόμενος, αμετανόητος και κυριαρχούμενος από εκδικητικότητα και κερδοσκοπική ιδιοτέλεια, την ταλαιπώρησε αφάνταστα ψυχικά και οικονομικά, με τα συνεχή και υπέρογκα δικαστικά έξοδα των αγωγών διατροφής και των κατασχέσεων, υποχρεώνοντάς την παράλληλα να αντιμετωπίζει τις αβάσιμες αγωγές, τις οποίες άσκησε με αίτημα τη διεκδίκηση αποζημιώσεων χρήσης του επίκοινου διαμερίσματος. Ότι στο ίδιο διάστημα ο εναγόμενος διέκοψε την καταβολή των δόσεων του στεγαστικού δανείου και την ανάγκασε, εν γνώσει του ότι θα προστάτευε το διαμέρισμα - οικογενειακή στέγη, να καταβάλει αυτή τις δόσεις αντ' αυτού και δη από τη δόση του Απριλίου 2004 και εφεξής εξοφλώντας το δάνειο τον Ιούνιο του 2010. Ότι ο εναγόμενος υπαιτίως παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία και δη με γνώση τόσο της δυσχέρειάς της να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δανείου όσο και των επαχθών συνεπειών στην περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των δόσεων του δανείου, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την υποχρέωση πίστης στην εσωτερική τους σχέση που εκπορευόταν από τη μεταξύ τους σύμβαση αλλά και την ιδιότητά τους ως εν διαστάσει συζύγων και γονέων. Ότι, αποτέλεσμα τούτων ήταν να απομειωθούν σημαντικά οι οικονομίες της και η αποζημίωση που είχε λάβει από το τροχαίο ατύχημα και ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της υγείας της λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης και της παραμόρφωσης που υπέστη από το τροχαίο, να επιβαρυνθεί υπέρμετρα από την δική του υποχρέωση εκ του δανείου, τις υπέρογκες δαπάνες για τους δικαστικούς αγώνες μιας δεκαετίας (2004-2015 ) και τη διατροφή των ανηλίκων, να αδυνατεί να επισκευάσει το επίκοινο διαμέρισμα και να βρεθεί σε ψυχική κατάσταση έντονης αγωνίας και άγχους για την εξεύρεση των αναγκαίων χρημάτων για τη διατήρηση της μοναδικής κατοικίας της, την αποκατάσταση των κακώσεών της που είχε υποστεί από το ατύχημα και την αξιοπρεπή της διαβίωση. Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου είναι υπαίτια, παράνομη και αξιόποινη, της παρανομίας θεμελιούμενης και στην υπαίτια και παράνομη προσβολή του δικαιώματος της περιουσίας της, καθόσον ο εναγόμενος γνώριζε ότι οι παραλείψεις που μετήλθε ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν την οικονομική ζημία που υπέστη, βλάπτοντας περαιτέρω παράνομα και το δικαίωμα στην προσωπικότητά της, στο οποίο περιλαμβάνονται όλα τα αγαθά που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το πρόσωπο. Ότι, πέραν της άνω θετικής ζημίας της, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σ' αυτήν ηθικής βλάβης και ο εναγόμενος έχει νόμιμη υποχρέωση να της καταβάλει για την ικανοποίησή της το ποσό των 25.000 ευρώ, αφού συνεπεία των παράνομων και υπαίτιων πράξεών του, με την έναντι αυτής παράνομη συμπεριφοράς του, λαμβανομένης υπόψη και της εντάσεως και της διάρκειας της καταχρηστικής του συμπεριφοράς, της προκάλεσε ανυπολόγιστες οικονομικές επιπλοκές από τη στέρηση αυτού του σημαντικού ποσού για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το άνω, υπό στοιχείο β', αίτημά της, με το οποίο η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του, ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ως προς το αγωγικό αίτημα με στοιχ. "β" περί καταβολής ποσού 25.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, η αγωγή είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι με τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας κατά το άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 και 932 του ίδιου Κώδικα, ώστε να στηρίξουν αποζημιωτική από αδικοπραξία πρωτογενή ευθύνη του εναγόμενου, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα γεγονότα ότι, μετά την αποχώρηση του εναγόμενου από τη συζυγική στέγη τον Ιούνιο του έτους 2004, εκείνος δεν κατέβαλε την οφειλόμενη στα δύο ανήλικα τότε τέκνα τους διατροφή, την οποία επωμίστηκε αποκλειστικά η ίδια, με συνέπεια να δαπανά μεγάλα ποσά για την άσκηση αγωγών διατροφής των ανηλίκων σε βάρος του, ότι εκείνος άσκησε σε βάρος της αγωγές για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων χρήσης του επικοίνου διαμερίσματος, παρότι η ίδια ήταν συνιδιοκτήτρια και παρότι διέμεναν και τα τέκνα τους σ' αυτό, ότι από τον Απρίλιο του έτους 2004 εκείνος έπαυσε οριστικά να καταβάλει τις δόσεις του δανείου, χωρίς αυτό να οφείλεται σε οικονομική του αδυναμία, το οποίο επωμίστηκε αποκλειστικά η ίδια, καταβάλλοντας το δάνειο από τον Οκτώβριο του 2004 έως και τον Ιούνιο του 2010, οπότε και το εξόφλησε, και ότι ενεργώντας έτσι ο εναγόμενος παράνομα και υπαίτια παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία με γνώση τόσο της δυσχέρειάς της να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή του δανείου όσο και των επαχθών συνεπειών από μη πληρωμή του δανείου, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την υποχρέωση πίστης στην εσωτερική τους σχέση που εκπορευόταν από τη μεταξύ τους σύμβαση αλλά και την ιδιότητά τους ως εν διαστάσει συζύγων και γονέων και ότι αποτέλεσμα τούτων ήταν να απομειωθούν σημαντικά οι οικονομίες της και η αποζημίωση που είχε λάβει από το τροχαίο ατύχημα και ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της υγείας της λόγω της βαριάς σωματικής βλάβης και της παραμόρφωσης που υπέστη από το τροχαίο, να επιβαρυνθεί υπέρμετρα από την δική του υποχρέωση εκ του δανείου, τις υπέρογκες δαπάνες για τους δικαστικούς αγώνες μιας δεκαετίας (2004-2015) και τη διατροφή των ανηλίκων, να αδυνατεί να επισκευάσει το επίκοινο διαμέρισμα και να βρεθεί σε ψυχική κατάσταση έντονης αγωνίας και άγχους για την εξεύρεση των αναγκαίων χρημάτων για τη διατήρηση της μοναδικής κατοικίας της, την αποκατάσταση των κακώσεών της που είχε υποστεί από το ατύχημα και την αξιοπρεπή της διαβίωση, καθόσον η μεν μη καταβολή διατροφής στα ανήλικα τέκνα τους δεν παρέχει στην ενάγουσα αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έστω και αν εκείνη ανέλαβε τη διατροφή τους, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, η δε άσκηση από τον εναγόμενο των λοιπών δικαιωμάτων του που απορρέουν από το δικαίωμα συγκυριότητάς του στο επίκοινο διαμέρισμα δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τυχόν ζημία της ενάγουσας, ούτε η αθέτηση της υφιστάμενης μεταξύ τους σύμβασης από την εσωτερική σχέση καθώς και η μη καταβολή του δανείου θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη του εναγόμενου κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, καθώς δεν εκτίθενται στην αγωγή πρόσθετα πραγματικά στοιχεία που, παράλληλα με τη συμβατική ευθύνη, να συνθέτουν διάφορο ιστορικό γεγονός, ικανό κατά το άρθρο 914, 919 ΑΚ για την πλήρωση του "πραγματικού" της αδικοπραξίας, αλλά η παράλειψη, με την οποία κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν παραβιάστηκε η σύμβαση, δεν μπορεί να στηρίξει για την ενάγουσα παράλληλα και, απαίτηση αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση δεν θα ήταν παράνομη. Ούτε κατ' αυτήν την έννοια τα παραπάνω ιστορούμενα αποτελούν ενέργειες παράνομες ως μη αντικείμενες στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια ή όλως εξαιρετική περίπτωση που να έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος και δεν είναι αρκετές από μόνες τους να προσδώσουν στη συμπεριφορά του εναγόμενου το νομικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας, κατά τα εκτιθέμενα και στην οικεία νομική σκέψη. Να σημειωθεί ότι η υπό κρίση από 8.6.2015 αγωγή έχει νομική βάση την ενοχική απαίτηση της ενάγουσας από το δικαίωμα αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη - εναγόμενου και υποκατάστασή της στα δικαιώματα της δανείστριας τράπεζας, ενώ νομική βάση στηριζόμενη στην αδικοπραξία δεν υφίσταται στην υπό κρίση αγωγή. Απορριπτέο μετά ταύτα ως μη νόμιμο κρίνεται το περί αποκατάστασης της ηθικής βλάβης της ενάγουσας αγωγικό κονδύλιο και, επομένως, έσφαλε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω αίτημά της και ακολούθως την απέρριψε, ως προς αυτό, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ, κατά το παραπάνω αίτημα, ήταν νόμω αβάσιμη, που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο...". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την αδικοπρακτική της βάση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και τούτο διότι, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, το οποίο κυριαρχικά κρίνεται από το δικαστήριο, δεν περιέχονται σ' αυτήν στοιχεία ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του αναιρεσιβλήτου για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στην αναιρεσείουσα, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς της και αδικοπρακτικής εν γένει συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με την αγωγή της επικαλέσθηκε για την θεμελίωση του άνω αγωγικού αιτήματός της παράνομη και υπαίτια εις βάρος της συμπεριφορά εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, της παρανομίας θεμελιούμενης και στην υπαίτια και παράνομη προσβολή του δικαιώματος της περιουσίας της, πλην όμως η αποδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο αδικοπρακτική συμπεριφορά στηρίζεται αποκλειστικά στην εκ μέρους του μη συμμόρφωσή του με τις οικονομικές του υποχρεώσεις για καταβολή διατροφής στα τέκνα τους, στην άσκηση αβάσιμων αγωγών για καταβολή αποζημίωσης χρήσης του επίκοινου διαμερίσματος και, κυρίως, στην παραβίαση της συμβατικής υποχρεώσεώς του για καταβολή των δόσεων του επίδικου δανείου, εξαιτίας των οποίων προκλήθηκαν σ' αυτήν οικονομικές επιπλοκές από τη στέρηση των αντίστοιχων ποσών για μεγάλο διάστημα. Με τα άνω ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας κατά το άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 και 932 του ίδιου Κώδικα, ώστε να στηρίξουν αποζημιωτική από αδικοπραξία πρωτογενή ευθύνη του εναγόμενου, καθόσον η μεν μη καταβολή διατροφής στα ανήλικα τέκνα τους δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έστω και αν εκείνη ανέλαβε τη διατροφή τους, η δε άσκηση από τον αναιρεσίβλητο των λοιπών δικαιωμάτων του που απορρέουν από το δικαίωμα συγκυριότητάς του στο επίκοινο διαμέρισμα δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τυχόν ζημία της αναιρεσείουσας. Τέλος, ούτε η αθέτηση της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης από την εσωτερική σχέση καθώς και η μη καταβολή των δόσεων του δανείου θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη του αναιρεσίβλητου κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δοθέντος ότι το επικαλούμενο πταίσμα του, που επέφερε την επικαλούμενη ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας, δηλαδή η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει τις συμφωνηθείσες δόσεις του άνω δανείου, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση από την εσωτερική τους σχέση, στα πλαίσια της οποίας φέρεται να ενήργησε ο αναιρεσίβλητος, και ταυτίζεται κατά το πραγματικό του περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης αυτής, ενώ στο αγωγικό δικόγραφο δεν αναφέρονται άλλα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θα συνιστούσαν, καθ' εαυτά, αδικοπραξία, αιτιωδώς συνδεόμενη με την επικαλούμενη ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας, χωρίς την ύπαρξη της, ως άνω, επικαλούμενης παράβασης συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου. Πράγματι, όλα τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα περιστατικά σχετικά με την ασυνέπεια του αναιρεσιβλήτου, συνάπτονται απολύτως με την παραβίαση της άνω συμβάσεως, χωρίς την ύπαρξη της οποίας η συγκεκριμένη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν θα ήταν παράνομη. Μόνη δε η επίκληση από την αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέβαλε τις δόσεις του δανείου ως πρωτοφειλέτης από εκδικητικότητα και κερδοσκοπική ιδιοτέλεια και δη για να εκμεταλλευθεί την εγγύησή της και να κερδοσκοπήσει εις βάρος της, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου.

Συνεπώς, δεχόμενο το Εφετείο ότι με τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας κατά το άρθρο 57 ΑΚ ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 και 932 του ίδιου Κώδικα, ώστε να στηρίξουν αποζημιωτική από αδικοπραξία πρωτογενή ευθύνη του αναιρεσίβλητου, και ότι δεν εκτίθεται στην αγωγή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου που να ήταν παράνομη και χωρίς την ύπαρξη της συμβατικής σχέσης, έλαβε υπόψη του το σύνολο των εκτιθεμένων στην αγωγή περιστατικών και τις βάσεις στις οποίες επιχειρήθηκε να στηριχθεί αυτή, κρίνοντας ορθώς ότι με βάση αυτά η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχ. β' αγωγικό αίτημα περί καταβολής ποσού 25.000 ευρώ, και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του ενδέκατου λόγου και τον δωδέκατο, από τον αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγο της αίτησής της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Επομένως, ο ενδέκατος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικουρικά και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξέτασε την ερειδόμενη στην προσβολή της προσωπικότητάς της βάση της εν λόγω αγωγικής της αξίωσης, αιτιάται το Εφετείο για έλλειψη αιτιολογιών, άλλως για ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της άνω βάσης της αγωγής της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς τη βάση αυτή της αγωγής δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά κατά τη βάση αυτή η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2021 αίτηση της Μ. Κ. του Γ. για αναίρεση της με αριθ. 5967/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ