Legislator Case Law & Legislation
1253/2020 AI generated

1253/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1253/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1253 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1253/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1253 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1253 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1253/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." ΑΕΒΕ και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο που ανακάλεσε την από 23/10/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2α) Ε. χήρας Ν. Α., 2β) Α. Α. του Ν., 2γ) Ι. - Ν. Α. του Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Ν. Α. του Α., 3) Δ. Α. του Π., κατοίκου ....

Οι υπό στοιχεία 1, 2α, 2γ, 3 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Στεργιόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Ο υπό στοιχείο 2β αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελου Στεργιόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 320/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 20-6-2013 και με αριθμό κατάθεσης 368/2013 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της με αριθμό 241/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε απορρίψει την από 14-4-2008 και με αριθμό κατάθεσης 1944/2008 αγωγή των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 67.448,68 ευρώ, νομιμοτόκως, ευθυνομένων κυρίως μεν προσυμβατικά, στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης έργου ανέγερσης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού έκρινε ότι επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, λόγω θανάτου του αρχικού εκκαλούντος Ν. Α., κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και ότι παραδεκτά συνέχισαν τη δίκη οι καθολικοί διάδοχοί του α) Ε. χήρα Ν. Α., β) Α. Α. του Ν. και γ) Ι. - Ν. Α. του Ν., στη συνέχεια δέχτηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε στο σύνολό της ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αρχικώς εναγόντων, Ν. Α. και Δ. Α. (ήδη με αριθμό 2.α), β) και γ) αναιρεσίβλητοι οι καθολικοί διάδοχοι του πρώτου και με αριθμό 3 αναιρεσίβλητος ο δεύτερος). Επίσης την απέρριψε ολικά ως προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, Ε. Τ. και ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε" (μή διαδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), ενώ την έκανε δεκτή στην ουσία της, κατά την επικουρική της βάση και υποχρέωσε τους πρώτο και τέταρτη των εναγομένων, ήδη αναιρεσείοντες, να καταβάλουν στην ενάγουσα Κοινοπραξία (πρώτη των αναιρεσιβλήτων) το ποσό των 67.448,68 ευρώ, εις ολόκληρον έκαστος, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ.ΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, στην ελλάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του, διέλαβε τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: "Το έτος 1997, σε άγνωστο χρόνο, ο ήδη αποθανών δεύτερος ενάγων Ν. Α., ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης ενάγουσας Κοινοπραξίας και ο πρώτος εναγόμενος Α. Τ., ενεργών ως νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης Α.Ε, κατήρτισαν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποιου οι ενάγοντες συμφώνησαν να ανεγείρουν με το σύστημα της αντιπαροχής πολυώροφα κτήρια εντός δυο οικοπέδων, εμβαδού 1376 τμ και 1392 τμ, ιδιοκτησίας της τέταρτης εναγομένης, τα οποία βρίσκονταν στην Πάτρα στην περιοχή της ... Στο ως άνω καταρτισθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγράφεται ρητά και με σαφήνεια ότι ο δεύτερος ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος ενεργούν υπό την παραπάνω ιδιότητά τους. Επομένως, ως προς το δεύτερο και τρίτο των εναγόντων ατομικά, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ενεργητικά ανομιμοποίητη... Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι εκ παραδρομής αναγράφεται στο ως άνω συμφωνητικό ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της τρίτης εναγομένης εταιρείας, αφού η τελευταία δεν είναι ιδιοκτήτης των ως άνω ακινήτων, γεγονός που δεν αμφισβητούν οι ενάγοντες (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ) και ότι στην πραγματικότητα ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης εναγομένης εταιρείας, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια αυτών των ακινήτων. Επομένως η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προς την τρίτη εναγομένη ως παθητικά ανομιμοποίητη... Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αναγράφονται οι παρακάτω γενικοί όροι: "Το ποσοστό αντιπαροχής ορίζεται για καθένα από τα οικόπεδα σε 640 τμ ή άλλως 128 τμ διαμέρισμα σε κάθε όροφο (ποσοστό 31%) και θα περιλαμβάνει κάθετο τμήμα μια στήλης επί όλων των ορόφων (σύστημα κολόνα). Η κατασκευή θα αρχίσει από το οικόπεδο των 1.376 τμ και εν συνεχεία προοδευτικά στο επόμενο, η διάρκεια ολοκλήρωσης της πρώτης οικοδομής ορίζεται σε 28 μήνες από την έκδοση της οικοδομικής αδείας και εν συνεχεία η ανέγερση της επόμενης οικοδομής θα αρχίσει μετά την πώληση του 85% της ήδη κατασκευασθείσης, ποσοστό πώλησης που θεωρείται εύλογο για την εξασφάλιση του κόστους κατασκευής εκάστου κτιρίου. Η διάρκεια παράδοσης των αντιπαρεχομένων διαμερισμάτων θα γίνεται όπως προαναφέρθηκε. Η κατασκευή των κτιρίων θα είναι σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία, θα πληροί τους όρους του Γ.Ο.Κ., θα έχει μεγάλο αντισεισμικό συντελεστή και θα είναι καλαίσθητη.... Ο ιδιοκτήτης επίσης εξουσιοδοτεί την κοινοπραξία όπως απασχοληθεί με την υποβολή των δικαιολογητικών για την αποζημίωση της απαλλοτριωθείσας έκτασης για δημιουργία πλατείας και δρόμο και αν ήθελε προκύψει αποζημίωση αυτή θα διανέμεται 70% υπέρ της κοινοπραξίας και 30% υπέρ της ιδιοκτησίας". Αντίθετα, δεν αναφέρεται ρητά ότι συμπεριλαμβάνεται στην ανωτέρω συμφωνία και η κατεδάφιση των κτιρίων που υπήρχαν εντός των ως άνω ακινήτων και εντός των οποίων στο παρελθόν στεγαζόταν εργοστάσιο ζυθοποιίας και αποτελούταν από ισόγεια, διώροφα, τριώροφα και τετραώροφα κτίρια καθώς και από πέτρινη μάντρα, συνολοικής επιφανείας 3.776,83 τμ και όγκου 18.929,44 τμ. Είναι προφανές, όμως κατά λογική ακολουθία, ότι η κατεδάφιση των ήδη υπαρχόντων κτιρίων ήταν προϋπόθεση για την ανέγερση των νέων πολυώροφων κτιρίων. Εξάλλου και οι ίδιοι οι εναγόμενοι αποδέχονται (με ρητή αναφορά στην 4η σελίδα των κατατεθειμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εγγράφων προτάσεών τους) ότι "Όποιος θα αναλάμβανε την ανέγερση οικοδομών επ' αντιπαροχή θα έκανε και την κατεδάφιση, πράγμα που θα διελαμβάνετο στο εργολαβικό συμβόλαιο". Η ενάγουσα Κοινοπραξία τελικώς προχώρησε στην κατεδάφιση των υφισταμένων εντός του επιδίκου ακινήτου κτιρίων, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητούν ούτε οι εναγόμενοι, χρησιμοποιώντας τρίτο πρόσωπο προς τούτο και συγκεκριμένα τον Α. Λ. του Γ., ο οποίος προχώρησε σε εργασίες κατεδάφισης βάσει της υπ' αριθμ. ...-3-1994 πολεοδομικής αδείας και ολοκληρωσε το έργο που ανέλαβε εντός είκοσι ημερών τον Οκτώβριο 1997. Συγκεκριμένα εντός του ως άνω ακινήτου υπήρχε παλαιό εργοστάσιο, αποτελούμενο από ισόγεια, διώροφα, τριώροφα και τετραώροφα κτίρια καθώς και από πέτρινη μάντρα ύψους 2 μέτρων, και συνολικής επιφανείας των κτισμάτων 3.776,83 τμ και όγκο 18.929,44 κμ, όπως προκύπτει από τα ανάλογα σχέδια και τις επιμετρήσεις του μηχανικού Γ. Κ. που μερίμνησε για την έκδοση της προαναφερομένης αδείας για λογαριασμό της εναγομένης ιδιοκτήτριας του επιδίκου ακινήτου. Για την ως άνω κατεδάφιση ο εκτελών αυτήν εργολάβος Α. Λ. χρησιμοποίησε τα ακόλουθα μηχανήματα: α)μία ερπυστριοφόρα σφύρα, β) δυο κομπρεσέρ αέρος βαρέως τύπου, γ) δυο μπουλντόζες ερπυστριοφόρες, δ) έναν φορτωτή και ε) ένα φορτηγό τριαξονικό, ενώ εργάσθηκαν εκτός των χειριστών των ως άνω μηχανημάτων και πέντε εργάτες για κατάβρεγμα και κοψίματα. Το κόστος της κατεδάφισης σύμφωνα με τον ανωτέρω εργολάβο ανήλθε σε 1.150.000 δρχ ημερησίως και, επομένως, συνολικάσε 23.000.000 δρχ άλλως 67.448,68 ευρώ για τις 20 ημέρες εργασιών. Το ποσό αυτό κατέβαλε η ενάγουσα κοινοπραξία στον ως άνω εργολάβο, ο οποίος και δήλωσε, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Σ. Π., ότι η δαπάνη κατεδαφίσεως ανέρχεται στο ως άνω χρηματικό ποσό καθώς και ότι εξοφλήθηκε. Η διενέργεια της ως άνω δαπάνης έγινε εκ μέρους της ενάγουσας Κοινοπραξίας, αποβλέποντας στην σύναψη συμβάσεως εργολαβίας με το σύστημα της αντιπαροχής με τους εναγομένους, για την οποία (σύμβαση έργου) τα διάδικα μέρη είχαν κάνει την ως άνω αναφερόμενη "προσυφωνία", πλην όμως δεν ακολούθησε η σύναψη έγκυρης συμβάσεως αλλά οι εναγόμενοι διέκοψαν το στάδιο των διαπραγματεύσεων και ματαίωσαν τη σύναψη της ως άνω συμβάσεως. Το ως άνω ποσό που κατέβαλε η ενάγουσα Κοινοπραξία αποτελεί δαπάνες που πραγματοποίησε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που είχαν αρχίσει με την προσέγγιση κι επίδειξη ενδιαφέροντος εκ μέρους των δύο ενδιαφερομένων μελών για τη σύναψη της συμβάσεως εργολαβίας, με σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας συνάψεως της σχετικής συμβάσεως και προσδιορισμού των όρων αυτής. Το ως άνω στάδιο των διαπραγματεύσεων (και συνεπώς και τα όρια της προσυμβατικής ευθύνης) έληξε με την οριστική διακοπή των διαπραγματεύσεων και τη ματαίωση της συμβάσεως το έτος 1999, όπως περιγράφεται κατωτέρω. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη (4η) ιδιοκτήτρια ΑΕ και ο 1ος εξ αυτών νόμιμος εκπρόσωπός της ενήργησαν κατά το ανωτέρω στάδιο ενάντια στην καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να τίθεται ζήτημα προσυμβατικής ευθύνης τους. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι η σχέση τους με την ενάγουσα Κοινοπραξία ξεκίνησε με την υπογραφή ενός προσχεδίου συμφωνητικού και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε ούτε υπογράφηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο αλλά τελικώς ματαιώθηκε η σύναψη της ως άνω συμβάσεως έργου για λόγους που αφορούν πολεοδομικά προβλήματα των προαναφερομένων επιδίκων οικοπέδων και διαδικασίες απαλλοτριώσεως που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Τα προβλήματα αυτά γνωστοποιήθηκαν στην ενάγουσα Κοινοπραξία και τα μέλη αυτής και ήδη από το έτος 1999 τουλάχιστον (σύμφωνα με τη ρητή προς τούτο κατάθεση του εξετασθέντος επιμελεία των εναγομένων μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) ήταν δεδομένο και γνωστό σε όλα τα εμπλεκόμενα και ήδη διάδικα μέρη ότι δεν ήταν δυνατή η υλοποίηση της ως άνω συμβάσεως ανεγέρσεως οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής και με όρους με τους οποίους θα συμφωνούσαν τα διάδικα μέρη. Για το λόγο αυτό δεν έγινε καμία περαιτέρω, πλην της αρχικής κατεδαφίσεως των υφισταμένων κτιρίων, ενέργεια προς το σκοπό της ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων και της υπογραφής έγκυρης συμβάσεως υπό τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Ο ισχυρισμός των εναγόντων - εκκαλούντων ότι προέβησαν σε ανάθεση έκδοσης μελέτης κατασκευής και τοπογραφικών σχεδίων σε αρχιτέκτονα μηχανικό και σύνταξης εργολαβικού συμβολαίου σε συμβολαιογράφο δεν αποδείχθηκε βάσιμος, καθόσον καμία σχετική μελέτη ή συμβόλαιο ή πρόχειρο σχέδιο αυτών προσκομίσθηκε. Ούτε οι ενάγοντες προέβησαν έστω σε κάποια εξώδικη δήλωση ή διαμαρτυρία, εκδηλώνοντας την ανησυχία τους για την μη ευόδωση των διαπραγματεύσεων και την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι αμφότερα τα διάδικα μέρη εγκατέλειψαν την ιδέα υπογραφής συμβάσεως ήδη από το έτος 1999, όπως αναφέρεται ανωτέρω, αφού κανένα από αυτά δεν αποδείχθηκε σε κάποια περαιτέρω ενέργεια για την επιτυχή ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Συνεπώς η κύρια βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν... Παρόλα αυτά όμως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι (1ος και 4η) κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι σε βάρος της ενάγουσας και μάλιστα χωρίς νόμιμη αιτία και συγκεκριμένα για αιτία που δεν ακολούθησε, αφού η κατεδάφιση των ως άνω κτιρίων έγινε ως προεργασία και με την προοπτική της κατάρτισης έγκυρης σύμβασης ανέγερσης οικοδομής με αντιπαροχή, η οποία τελικώς ματαιώθηκε, όπως ανωτέρω αναφέρεται. Ο πλουτισμός μάλιστα των εναγομένων εξακολουθεί να υφίσταται καθόσον αυτοί παρέλαβαν το επίδικο ακίνητο πλέον καθαρό και έτοιμο για αξιοποίηση, ενώ είχε προηγηθεί ο καθαρισμός αυτού και η κατεδάφιση των εντός αυτού πολυώροφων κτιρίων. Οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίσθηκαν ότι το μήνα Ιούνιο 1997 η ενάγουσα Κοινοπραξία δια του ήδη αποθανόντος 2ου των εναγόντων εκπροσώπου της πρότεινε στον Α. Τ. ως εκπρόσωπο της 4ης εξ αυτών ιδιοκτήτριας Α.Ε να προβεί στην κατεδάφιση των παλαιών κτιρίων με δικές της δαπάνες και σε αντάλλαγμα να πάρει τα υλικά που θα προκύψουν. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε ούτε και αποδείχθηκε σε ποιο ποσό ανερχόταν τελικά η αξία των υλικών της κατεδαφίσεως ώστε να υπάρχει περιθώριο συγκρίσεως αυτού με αυτό που τελικά κατέβαλε η ενάγουσα Κοινοπραξία. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας δεν είναι νόμιμος ως προς τη συγκεκριμένη αγωγική βάση, διότι αυτή στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και άρα υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ και όχι στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 250 του ΑΚ...

Συνεπώς οι εναγόμενοι (1ος και 4η) οφείλουν για την ανωτέρω αιτία στην ενάγουσα Κοινοπραξία το ποσό των 67.448,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη όσον αφορά στην επικουρική βάση της.....".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αιτιώμενοι ότι η συμφωνία κατεδάφισης των παλαιών κτιρίων, που υπήρχαν στα οικόπεδα, ήταν ξεχωριστή συμφωνία, αυτοτελής και ανεξάρτητη αυτής που καταρτίστηκε με το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό έτους 1997, ώστε το κύρος της δεν επηρεαζόταν από την ακυρότητα του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, ως εργολαβικής σύμβασης ανέγερσης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ένεκα μη τήρησης συμβολαιογραφικού τύπου. Επίσης ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της παραπάνω σύμβασης του έτους 1997, δέχθηκε ότι σε αυτήν περιλαμβανόταν και η σύμβαση κατεδάφισης των υφισταμένων κτισμάτων, διαπιστώνοντας έτσι κενό στη δικαιοπραξία, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων μερών. Κατά τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, στο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 1997 δεν αναφέρεται ρητά ότι συμπεριλαμβάνεται και η κατεδάφιση των κτιρίων, αλλά είναι προφανές, κατά λογική ακολουθία, ότι η κατεδάφιση των ήδη υπαρχόντων κτιρίων ήταν προϋπόθεση για την ανέγερση των νέων κτιρίων, ακόμα δε οι εναγόμενοι στις πρωτόδικες προτάσεις τους αποδέχθηκαν ότι όποιος θα ανελάμβανε την ανέγερση οικοδομών με αντιπαροχή, θα έκανε και την κατεδάφιση, όρος που θα διαλαμβανόταν στο εργολαβικό συμβόλαιο. Έτσι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό, ούτε με έμμεσο τρόπο, ή αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 1997, ώστε να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με το πρόσχημα του αναιρετικού ελέγχου επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) , είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού του έτους 1997, με το να δεχθεί ότι συμπεριλάμβανε και τη συμφωνία κατεδάφισης των υφισταμένων κτισμάτων, η οποία αποφασίστηκε με χωριστή συμφωνία τον Ιούλιο του έτους 1997, η δε ακυρότητα της πρώτης σύμβασης, λόγω μη τήρησης συμβολαιογραφικού τύπου, δεν επηρέαζε την χωριστή και έγκυρη συμφωνία κατεδάφισης των κτισμάτων, την οποία επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε το Εφετείο ως άκυρη, με αποτέλεσμα να δεχθεί την επικουρική βάση της αγωγής, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι προεχόντως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δη ενάριθμα (Ολ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 1274/2011). Σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού στις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου διαλαμβάνεται ότι η συμφωνία κατεδάφισης των παλαιών κτισμάτων δεν περιλαμβανόταν ρητά στο ιδιωτικό συμφωνητικό του έτους 1997, αλλά κατά λογική ακολουθία η κατεδάφιση των υπαρχόντων κτιρίων ήταν προϋπόθεση για την ανέγερση νέων και ακόμα ότι η δαπάνη κατεδάφισης, στην οποία προέβη η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, προσπόρισε αδικαιολόγητο πλουτισμό στους αναιρεσείοντες όχι λόγω ακυρότητας της συμφωνίας κατεδάφισης, αλλά για αιτία που δεν επακολούθησε, καθόσον οι συμβαλλόμενοι ματαίωσαν, στο στάδιο των διαπραγματεύσεων, την σύναψη εργολαβικής σύμβασης με το σύστημα της αντιπαροχής. IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ "Αναίρεση επιστρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θελεμιώνουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 851/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διατεινόμενοι ότι με τις έγγραφες προτάσεις τους τόσο στον πρώτο βαθμό όσο και στο Εφετείο πρότειναν τον ισχυρισμό ότι, υπήρχε συμφωνία, όποιος εργολάβος αναλάμβανε το έργο θα ενεργούσε την κατεδάφιση με δαπάνες του, λαμβάνοντας τα υλικά κατεδάφισης που ήταν πολλαπλάσιας αξίας. Ότι τον ισχυρισμό τους αυτό, που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απέρριψε σιωπηρά το Εφετείο. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ρητά ως αβάσιμο στην ουσία του, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές του.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη...". Μεταξύ των ουσιαστικών προϋποθέσεων της διάταξης αυτής είναι και η συνδρομή της αρχής της αμεσότητας, δηλαδή ο πλουτισμός πρέπει να επέλθει στην περιουσία του εναγομένου απευθείας, με άμεση μετακίνηση, από την περιουσία του ενάγοντος, χωρίς να παρεμβληθεί τρίτη περιουσία (ΑΠ 1238/2005, ΑΠ 543/2015, ΑΠ 7/2004). Πλουτισμό δε κατά την έννοια των άρθρων 904 ΑΚ και 908 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει την έκταση της ευθύνης του λήπτη, συνιστά και η εξοικονόμηση δαπανών, τις οποίες θα διενεργούσε υποθετικά ο υπόχρεος λόγω πραγματικής ανάγκης ή νομικής υποχρέωσης και τις οποίες στην πραγματικότητα εξοικονομεί (ΑΠ 66/2007, ΑΠ 45/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Το πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής, παρότι αναφέρεται σε "υποχρέωση αποζημίωσης", είναι ευρύτατο, καταλαμβάνοντας και περιπτώσεις στις οποίες η ευθύνη συνίσταται σε άλλες έννομες συνέπειες (πρβλ ΑΠ 1148/2005), όπως στην υποχρέωση απόδοσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες βάλουν κατά της απόφασης του Εφετείου, για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατ' ορθήν εκτίμηση, ισχυριζόμενοι ότι, ενώ η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι η αγωγική αξίωση υπέπεσε σε πενταετή παραγραφή, έπρεπε να απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής, διότι η παραγεγραμμένη απαίτηση δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως η εξ αυτού αξίωση εμπίπτει στην πενταετή παραγραφή και ότι έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 250 και 904 ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, πρώτον διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε επάλληλη σκέψη ότι ακόμη "και εάν υπήρχε αξίωση για αποζημίωση λόγω προσυμβατικής ευθύνης εκ μέρους των εναγομένων, αυτή θα είχε υποπέσει σε παραγραφή και θα γινόταν δεκτή ως βάσιμη η σχετική ένσταση των εναγομένων ..." κατ' άρθρ. 198 παρ.2 ΑΚ, όμως δεν στήριξε την επικουρική βάση της αγωγής σε ελλείπουσα νόμιμη αιτία ένεκα παραγεγραμμένης αξίωσης, αλλά, σύμφωνα με τις παραδοχές της, σε αιτία που δεν επακολούθησε. Άρα ορθά ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Κατά δεύτερο ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι οι αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό υπόκεινται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 1150/2007), αφού δεν περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις βραχυχρόνιας παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, άλλως από τον αριθμό 14 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα αιτιώνται ότι, ενώ ο πρώτος τούτων είχε προτείνει, πρωτοδίκως και στο Εφετείο, την ένσταση παθητικής νομιμοποίησης του ιδίου, διότι είχε συμβληθεί με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταρείας, ιδιότητα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του αυτή, με αποτέλεσμα να δεχθεί και ως προς αυτόν την αγωγή, άλλως έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι κατά μεν το κύριο σκέλος του αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της και δέχονται άλλωστε οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της αίτησής τους. Κατά το δεύτερο δε σκέλος του είναι απαράδεκτος, διότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και, συνακόλουθα, οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αριθ.1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1594/2014, ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1622/2009), ενώ αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, για μη κήρυξη απαράδεκτου παρά το νόμο, ιδρύεται όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ 334/2016, ΑΠ 1595/2014), τέτοιες όμως ελλείψεις του αγωγικού δικογράφου δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αίτησης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την απόφαση του Εφετείου για πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, καθώς και από τον αριθμό 19 του ίδιου Κώδικα. Συγκεκριμένα διατείνονται ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πρώτος ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης, κατά την επίδικη συμφωνία του έτους 1997, που περιλάμβανε και τη συμφωνία κατεδάφισης των υπαρχόντων κτιρίων επί των οικοπέδων, στη συνέχεια χωρίς καμμία αιτιολογία έκρινε ότι κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος και ο πρώτος αναιρεσείων, μη κύριος των οικοπέδων, ως προς τον οποίο δεν έγινε άμεση περιουσιακή μετακίνηση. Ότι έτσι το Εφετείο, αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφετέρου στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, με το να δεχθεί ευθύνη του πρώτου, εις ολόκληρον με την δεύτερη, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο τελευταίος αυτός λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του, διότι, όπως εκτέθηκε στις πιο πάνω νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, το άρθρο 71 ΑΚ για την ευθύνη του νομικού προσώπου για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, καθώς και η εις ολόκληρον ευθύνη του υπαιτίου καταστατικού του οργάνου καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις της υποχρέωσης απόδοσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Άρα το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσείων ενήργησε ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης και με την αιτιολογία αυτή να τον υποχρεώσει σε απόδοση της ωφέλειας, σε ολόκληρον με αυτήν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης το υποβληθέν με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (άρθ. 57 παρ. 2 ΚΠολΔ) καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-10-2018 αίτηση των Α. Τ. και της Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθμό 320/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ