Απόφαση 1253 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. χας Χ. Π., το γένος Δ. Κ., 2) Θ. χας Χ. Π., το γένος Δ. Κ., ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της α) Ε. Κ. - Π. του Χ., β) Χ. Κ. - Π. του Χ., γ) Α. Κ. - Π. του Χ. και ) Ι. Κ. - Π. του Χ., 3) Σ. Π. του Χ., 4) Α. συζ. Σ. Π., το γένος Β. Γ., 5) Α. Π. του Σ., κατοίκων ..., 6) Μ. συζ. Π. Σ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 7) Σ. συζ. Π. Μ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 8) Ε. συζ. Γ. Τ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 9) Α. συζ. Γ. Κ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ..., 10) Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 11) Δ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 12) Κ. συζ. Δ. Κ., το γένος Α. Σ. και 13) Σ. χας Χ. Π., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η έως και 8η, καθώς και η 10η, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Κ. συζ. Δ. Κ., το γένος Α. Σ. (12η) έχει αποβιώσει, ενώ οι 9η, 11ος και 13η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ντανίτσα Τιράνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 287/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ζαμπέτα Στράτα διάβασε την από 11-5-2018 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Σοφίας Ντάντου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.
Σύμφωνα με το άρθρο 286 του ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται αν, έως ότου τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση: α) πεθάνει κάποιος διάδικος..., ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 287 παρ. 1 και 2 του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Τη γνωστοποίηση μπορεί να κάνει και αυτός που ήταν κατά τη στιγμή που επήλθε ο λόγος της διακοπής πληρεξούσιος του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος αυτός. Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παραστάντων κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσειόντων δήλωσε στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου ότι η 12η αναιρεσείουσα, απλή ομόδικος των λοιπών αναιρεσειόντων, απεβίωσε την 10/05/2015, ήτοι μετά την άσκηση στις 24/10/2013 της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ τούτου επήλθε ως προς αυτήν, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, βίαιη διακοπή της δίκης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....08β'/23-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Π. Γ., την οποία με επίκληση προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την επ' αυτής υπάρχουσα πράξη της αντιπροέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου περί ορισμού δικασίμου προς εκδίκαση αυτής κατά την δικάσιμο της 18-05-2018, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο δικηγόρο Μ. Σ., ο οποίος έχει υπογράψει την ένδικη αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, αλλά και ήταν νομίμως διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος αυτών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, οι εκ των αναιρεσειόντων 9η, 11ος και 13η, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί και ως εκ τούτου η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης νομίμως χωρεί παρά την απουσία τους.
ΙΙΙ. Η κρινόμενη από 14-10-2013 (με αριθμ. κατάθ. 28/24-10-2013) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 287/2011 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από την σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού 300 ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 και ίσχυε από 2-4-2012).
Συνεπώς ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
IV.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1025/2015, 956/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ενώ κατά τη διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 43/2017, 757/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-6-2006 και περί ώρα 21.50', ο Α. Π., πρώτος των εναγομένων (ως προς τον οποίο, όπως προαναφέρεται, η εκκαλούμενη απόφαση κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...41 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA, χρώματος μπλε, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στη Β' έφεση, ασφαλιστική εταιρεία, με συνεπιβαίνοντα το δεύτερο εξ αυτών, Ι. Κ., ιδιοκτήτη του οχήματος (ως προς τον οποίο, επίσης, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής), εκινείτο επί της λεωφόρου … και εντός των ορίων του Δήμου …, με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης και δη στη δεξιά λωρίδα του συγκεκριμένου ρεύματος κυκλοφορίας, με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/ώρα. Επί της ως άνω οδού και ομόρροπα με το εν λόγω όχημα εκινείτο, έχοντας αναπτύξει την ίδια ως άνω αυξημένη ταχύτητα, το με αριθμό κυκλοφορίας ...85 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, μάρκας TOYOTA, χρώματος λευκού, το οποίο οδηγούσε ο Χ. Π., συγγενής των εναγόντων (σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας των εναγόντων-τεσσάρων ανηλίκων τέκνων, γιος του τρίτου και της τέταρτης, αδελφός των πέμπτου, έκτης, έβδομης, όγδοης, ένατης και δέκατης, γαμπρός των ενδέκατου και δωδέκατης και εγγονός της δέκατης τρίτης εξ αυτών), με συνεπιβαίνοντα τον Ά. Ν.. Ο ανωτέρω οδηγός (Χ. Π.), μάλιστα, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Συγκεκριμένα, από την από 1-8-2006 έκθεση εξετάσεως αίματος του Κ. Κ., Αστυν. Διευθυντή - Χημικού και την από 4-10-2006 έκθεση επανεξετάσεως αίματος του Δ. Α., Αστυν. Β' - Χημικού, έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες, αποδεικνύεται ότι η ανιχνευθείσα στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος καθορίστηκε, κατά την πρώτη εξέταση, σε 1,95 gr ανά λίτρο αίματος ή 1,95‰ και, κατά την επανεξέταση, σε 1,85 gr ανά λίτρο αίματος ή 1,85‰. Το δεύτερο αυτό όχημα εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας (προς Ιωάννινα) και σε μικρή απόσταση πίσω από το πρώτο. Δηλαδή, τα δύο αυτά οχήματα, των οποίων οι οδηγοί και οι επιβαίνοντες ήταν φίλοι μεταξύ τους, έβαιναν "το ένα πίσω από το άλλο", πλην όμως, σε διαφορετικές λωρίδες κυκλοφορίας. Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η λεωφόρος ... είναι μεγάλη κεντρική οδός της ....., διπλής κατευθύνσεως, η οποία αρχίζει από τη θέση "...." φθάνει μέχρι την είσοδο-έξοδο της πόλης και εκείθεν συνεχίζει ως εθνική οδός .... Στο μεγαλύτερο τμήμα της, διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και τσιμεντένια στηθαία νησίδα, που διαχωρίζει τα δύο αντίθετα ρεύματα. Η ως άνω οδός, όμως, πλησιάζοντας προς την είσοδο-έξοδο της πόλης, αιφνιδίως, στενεύει από δεξιά και οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας κάθε κατεύθυνσης περιορίζονται σε μία, πλάτους 3,05 μ. εκάστη, χωρίς, κατά τον κρίσιμο χρόνο, να υπάρχει σχετική προειδοποιητική σήμανση, ενώ διακόπτεται και η ενδιάμεση νησίδα ασφαλείας. Καθ' όλο το μήκος της ως άνω οδού, που βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χιλ/ώρα, βάσει σχετικής ρυθμιστικής πινακίδας. Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή, ο οδηγός του πρώτου οχήματος (Α. Π.), αντιλαμβανόμενος τη στένωση της οδού και τη διακοπή της δεξιάς λωρίδας, επί της οποίας και εκινείτο, κατέλαβε την αριστερή (και μοναδική πλέον) λωρίδα κυκλοφορίας, βαίνοντας, πλέον μπροστά από το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο φίλος του, Χ. Π. (συγγενής των εναγόντων), χωρίς, όμως, να παρεμποδίσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κίνηση του τελευταίου. Έτσι, τα δύο ως άνω οχήματα συνέχισαν να κινούνται επί της ως άνω οδού, μέχρις ότου ο Χ. Π., οδηγός του δεύτερου οχήματος (συγγενής των εναγόντων), επιχείρησε, εντελώς αιφνιδιαστικά και με την ίδια ως άνω αυξημένη ταχύτητα, να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο αυτοκίνητο του φίλου του, με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ...), χωρίς, όμως, προηγουμένως, να ελέγξει, αν μπορούσε να πραγματοποιήσει τον ελιγμό αυτό με ασφάλεια για τον ίδιο και τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα. Μόλις άρχισε τη διαδικασία προσπέρασης του προπορευόμενου οχήματος, ο Χ. Π. αντελήφθη το αντιθέτως κινούμενο (προς ....) με αριθμό κυκλοφορίας ...70 Δ.Χ. λεωφορείο. Παρότι, λοιπόν, επιχείρησε τροχοπέδηση του οχήματος -όπως τα σχετικά ίχνη αποτυπώνονται στο από 13-6-2006 πρόχειρο σχεδιάγραμμα- λόγω της μεγάλης ταχύτητας, που είχε αναπτύξει, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και συνέχισε να κινείται στο αντίθετο ρεύμα, ανεξέλεγκτα, επί 18,20 μ. από τη διαχωριστική γραμμή, διαγώνια και συνεχώς αριστερά, φθάνοντας μάλιστα στο μέσον τούτου, με συνέπεια, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού .... της ως άνω λεωφόρου, να επιπέσει, με ιδιαίτερη σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του, στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του ως άνω λεωφορείου. Από τη βίαιη αυτή σύγκρουση προκλήθηκε η ολοσχερής καταστροφή του ...85 Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού του (Χ. Π.). Το ως άνω λεωφορείο, ενταγμένο στο ΚΤΕΛ ...., ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην πέμπτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα στην Α' έφεση, ασφαλιστική εταιρεία, που οδηγούσε ο Β. Τ. (τέταρτος των εναγομένων, ως προς τον οποίο, επίσης, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής), εκτελούσε το δρομολόγιο ... και κατευθυνόταν στον τερματικό σταθμό των λεωφορείων. Το εν λόγω όχημα εκινείτο κανονικά στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας του, με ταχύτητα 48,32 χιλ/ώρα, σύμφωνα με τον έλεγχο του ταχογράφου του, η οποία έβαινε μειούμενη, καθόσον, σε μικρή απόσταση, επρόκειτο να σταθμεύσει, για να αποβιβάσει επιβάτη. Η προπεριγραφείσα ανεξέλεγκτη κίνηση του ...83 Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και μάλιστα διαγώνια, αιφνιδίασε τον οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος, λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του ως φορτηγού αυτοκινήτου, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο αλλά και το χώρο προς τα δεξιά της πορείας, για να κινηθεί και να αποφύγει τη σύγκρουση. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός του λεωφορείου, ενεργώντας σε κλάσμα δευτερολέπτου, προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό δεξιά, εξαιτίας του οποίου, μάλιστα, το λεωφορείο έπεσε σε παρακείμενο έρεισμα, χωρίς, όμως, με την ενέργεια αυτή, να καταστεί δυνατό να αποφύγει τη σύγκρουση. Και τούτο, καθόσον δεν είχε τη δυνατότητα και το περιθώριο να κινηθεί έτι δεξιότερα, καθόσον, μετά το έρεισμα, το οποίο, ούτως ή άλλως, εμπόδισε την κίνησή του και παράλληλα μ' αυτό υπήρχε η περίφραξη του προαυλίου χώρου καταστήματος ηλεκτρικών ειδών. Δεν αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο οδηγός του λεωφορείου, Β. Τ. (τέταρτος εναγόμενος), βαρύνεται, έστω και ελάχιστα, για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Συγκεκριμένα, αυτός οδηγούσε με σύνεση και επιμέλεια το ως άνω όχημα και, επιδεικνύοντας επιτηδειότητα και ψυχραιμία, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση και να προστατεύσει την ασφάλεια των επιβατών του λεωφορείου. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ...41 I.X.Φ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Α. Π. (πρώτος εναγόμενος), είχε την οποιαδήποτε εμπλοκή στο επίδικο ατύχημα ή συνετέλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκλησή του, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη κίνησή του προς τα αριστερά και επί της μοναδικής, μετά τη στένωση της ως άνω οδού, λωρίδας κυκλοφορίας προς την έξοδο της πόλης δεν παρεμπόδισε το όπισθεν τούτο κινούμενο φορτηγό, που οδηγούσε ο θανών, με συνέπεια αυτή να μη συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο δεν αποδείχθηκε ότι τα δύο αυτά οχήματα ήρθαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, σε επαφή, συνεπεία της οποίας, μάλιστα, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, εφεσίβλητοι-αντεκκαλούντες, το αυτοκίνητο του συγγενούς τους εξετράπη στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια να προκληθεί το επίδικο ατύχημα... Αντίθετα, αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάσιμου τραυματισμού του είναι ο ίδιος ο θανών, Χ. Π.. Η αμελής οδηγική συμπεριφορά συνίσταται στο ότι ο ίδιος δεν κατέβαλε την προσοχή και τη δέουσα επιμέλεια, που, κατά την αντικειμενική κρίση, απαιτείται στην οδήγηση και την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος, ευσυνείδητος οδηγός, αν βρισκόταν υπό τις αυτές συνθήκες και περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα. Συγκεκριμένα, ο ως άνω οδηγός (θανών), από ανεπιτηδειότητα και έλλειψη συνέσεως, οδηγώντας το ως άνω όχημα, με ιδιαίτερα αυξημένη ταχύτητα, υπό συνθήκες περιορισμένης ορατότητας, λόγω του σκότους και της έλλειψης τεχνητού φωτισμού, ενήργησε τον ως άνω ελιγμό (προσπέραση από αριστερά), χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε να τον πράξει, χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο και τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και χωρίς να υπολογίσει ότι το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας -στο οποίο θα εισερχόταν αναγκαστικά, κατά την προσπέραση- ήταν ελεύθερο, σε αρκετή απόσταση, μπροστά του, κατά τρόπον, ώστε, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς της ταχύτητας του οχήματός του, κατά το χρόνο της προσπέρασης και εκείνης του οχήματος, το οποίο επιχειρούσε να προσπεράσει, να μην εκθέσει σε κίνδυνο το αντιθέτως κινούμενο λεωφορείο. Έτσι, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με την παραπάνω αυξημένη ταχύτητα (αυτή των 100 χιλ/ώρα), τελώντας, επιπλέον, υπό την επήρεια αλκοόλ, έχασε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος, που οδηγούσε, με συνέπεια να καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και να αδυνατεί, πλέον, λόγω της μικρής απόστασης του αντίθετα ερχόμενου λεωφορείου, να εκτελέσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό και, έτσι, να προκαλέσει την επίδικη σύγκρουση του οχήματος, που οδηγούσε, με το ως άνω λεωφορείο. Εξάλλου, η αυξημένη ποσότητα αλκοόλ στο αίμα του θανόντος, όπως προεκτίθεται, επηρέασε καθοριστικά την οδηγική του συμπεριφορά και την ικανότητά του να αντιληφθεί την επικινδυνότητα της διενέργειας του παραπάνω ελιγμού, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες και περιστάσεις. Ενήργησε, λοιπόν, ο θανών, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 εδαφ. β', 17 παρ. 1, 2 και 3 περ. γ', 9 παρ. 1, 20 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 42 του ΚΟΚ...". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή των περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αιτιάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον από τις παραδοχές της προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εδώ ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων του Α.Κ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος Χ. Π., οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...85 ΙΧΦ αυτοκινήτου, συγγενούς των αναιρεσειόντων, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επιζήμιο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η κατάσταση της οδού όπου εκινούντο τα εμπλεκόμενα οχήματα, προσδιορίζεται η ταχύτητα των εμπλεκομένων οχημάτων, περιγράφεται η θέση και η πορεία των εμπλεκομένων οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, το οποίο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οφείλεται στην προσπάθεια του θανατωθέντος, οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...85 ΙΧΦ να προσπεράσει από αριστερά το με αριθμό κυκλ. ...41 ΙΧΦ προπορευόμενο αυτοκίνητο του Α. Π., χωρίς, όμως, προηγουμένως να ελέγξει αν μπορούσε να πραγματοποιήσει τον προς αριστερά ελιγμό με ασφάλεια, με αποτέλεσμα λόγω και του γεγονότος ότι η ανιχνευθείσα στο αίμα του ποσότητα οινοπνεύματος ανέρχονταν σε 1,95 γραμ. ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη εξέταση και σε 1,85 γραμ. ανά λίτρο κατά την επανεξέταση, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του με αριθμό κυκλ. ...70 ΔΧ αντίθετα κινούμενου λεωφορείου και να τραυματισθεί θανάσιμα. Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1) ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος Α. Π. δεν συνετέλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον η κίνησή του προς τα αριστερά επί της μοναδικής, μετά τη στένωση λωρίδας, κυκλοφορίας, προς την έξοδο της ...της οδού όπου συνέβη το ατύχημα, δεν παρεμπόδισε το αυτοκίνητο του θανατωθέντος, με το οποίο δεν ήλθε σε επαφή, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και 2) ο οδηγός του προπαρατεθέντος λεωφορείου παρά τον αιφνιδιασμό από την ανεξέλεγκτη κίνηση του οχήματος του θανατωθέντος προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να επιπέσει σε παρακείμενο έρεισμα και λόγω ελλείψεως περιθωρίου για δεξιότερη κίνηση δεν κατέστη δυνατό να αποφευχθεί το ένδικο ατύχημα. Επομένως ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έλαβε υπόψη του τα ενώπιόν του νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα:
1) την από 22-6-2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Σ. Π. ενώπιον του Τμήματος Τροχαίας ....,
2) την από 22-7-2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Ι. Κ.,
3) την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του Δ. Π.,
4) το πρόχειρο χειρόγραφο σκαρίφημα των συνθηκών σύγκρουσης του ένδικου ατυχήματος,
5) φωτογραφίες του τόπου ατυχήματος,
6) φωτογραφίες του οχήματος του θανατωθέντος, φωτογραφίες του με αριθμό κυκλ. ...41 ΙΧΦ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του Ι. Κ., που οδηγούσε ο Α. Π.,
8) τον ταχογράφο του με αριθμό κυκλ. ...70 ΔΧ λεωφορείου,
9) αντίγραφο της από 21-2-2007 Καταγγελίας- Δήλωσης Παράστασης Πολιτικής Αγωγής του τρίτου και τετάρτης των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πρέβεζας,
10) Αντίγραφο του από 13.5.2008 κατηγορητηρίου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πρέβεζας με κατηγορούμενο τον Α. Π. και (1) αντίγραφο της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η από 23.11.2007 ένορκη εξέταση του Αστυνομικού Κ. Τ., το από 13.6.2006 σχεδιάγραμμα και η από 13.6.2006 έκθεση αυτοψίας. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία, ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται σ' αυτή, όπως οι ως άνω ένορκες καταθέσεις, τις οποίες και αποκρούει, η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του ατυχήματος.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει διακοπείσα τη δίκη ως προς την δωδέκατη αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 14.10.2013 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 287/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει όλους τους αναιρεσείοντες, πλην της δωδέκατης απ' αυτούς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθέναν απ' αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ