1253/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1253 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1253/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1253 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1253 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1253/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "Κοινοπραξία Δημοτική ... Επιχειρήσεις ΑΕ", με το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Σοφού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και την από 5-3-2008 πρόσθετη παρέμβαση του Εργατικού Κέντρου Λουτρακίου υπέρ της ενάγουσας, που ασκήθηκε προφορικά ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, οι οποίες συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν η 99/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και 151/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Κατά της τελευταίας, η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 9-9-2013 ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 319/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-3-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 696/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης.
Την υπόθεση επανέφερε εκ νέου για συζήτηση η αναιρεσείουσα, με την από 8-9-2017 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 5-2-2016 έκθεση της κωλυομένης αρεοπαγίτου, Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της 319/2014 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου και β) την παραδοχή των λόγων εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για αναίρεση της 151/2013 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκειται προς κρίση η από 4-3-2015 αίτηση περί αναιρέσεως των 319/2014 και 151/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 8-9-2017 κλήση της αναιρεσείουσας, ύστερα από την έκδοση της 696/2017 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση που είχε διενεργηθεί κατά τη δικάσιμο της 4-10-2016 (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους, διότι, παρ’ όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίνεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνον η, μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας, απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Με τον τρόπο αυτό, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, θεωρούμενα ως επικυρωθέντα από το εφετείο, μπορούν να προβληθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ’ όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/90). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφ’ όσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (ΚΠολΔ 553 παρ.1), η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφ’ ότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφ’ ότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία, επίσης, υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση, εφ’ όσον υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος κατ’ αυτής. Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η εν λόγω απόφαση, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης (ΑΠ 67/2015). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας, η οποία αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου. Ειδικότερα, ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας νοείται οποιοδήποτε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Λόγος ανωτέρας βίας είναι και η ασθένεια του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, όταν είναι τέτοιας φύσεως που εμποδίζει τόσο την προσέλευσή του στη συγκεκριμένη δίκη, όσο και την ειδοποίηση του διαδίκου, προκειμένου ο τελευταίος να μεριμνήσει για την εκπροσώπησή του από άλλο δικηγόρο, όχι όμως και οι χρόνιες ασθένειες ή εκείνες που απλώς δυσχεραίνουν, χωρίς να εξαφανίζουν τη φυσική δυνατότητα ενεργείας του ασθενούντος δικηγόρου ή ειδοποίησης άλλου συναδέλφου του, προκειμένου να εκπροσωπήσει το διάδικο στη δίκη (ΑΠ 91/2015).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Ναυπλίου, που δίκασε επί ανακοπής ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 151/2013 (συμπροσβαλλόμενης) απόφασής του, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της 99/2008 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω ερημοδικίας της εκκαλούσας, αναφορικά με τον προβληθέντα με την πιο πάνω ανακοπή λόγο ανώτερης βίας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ν. Δ., δέχθηκε κατά πιθανολόγηση, με την προσβαλλόμενη 319/2014 απόφασή του, τα ακόλουθα περιστατικά: Ότι, σύμφωνα με την από 15-5-2013 ιατρική βεβαίωση του ιατρού Σ. Σ., ο προαναφερόμενος δικηγόρος εξετάστηκε την 07:15 ώρα της 15-5-2013 (ημερομηνία συζήτησης της έφεσης) και διαγνώσθηκε πάσχων από οξεία οσφυαλγία, οπότε του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και κλινοστατισμός κατ’ οίκον έως την 17-5-2013. Ότι η παραπάνω ασθένεια δεν συνιστά περιστατικό ανώτερης βίας, καθόσον δεν απέκλειε παντελώς τη φυσική δυνατότητα μετακίνησης του πάσχοντος. Ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε φυσική αδυναμία μετακινήσεως του εν λόγω πληρεξουσίου δικηγόρου, ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια χρόνου, κατ’ ελάχιστον, είτε να ενημερώσει ο ίδιος τη συνυπογράφουσα την από 14-11-2008 έφεση της εντολέως, συνάδελφό του και δικηγόρο Κορίνθου, Π. Κ., με την οποία είχαν εκπροσωπήσει από κοινού την ίδια διάδικο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή άλλον τρίτο δικηγόρο προκειμένου να τον αντικαταστήσει είτε να ενημερώσει την ίδια την εντολέα του προκειμένου να ανεύρει αυτή την προαναφερόμενη συνήγορό της ή άλλον τρίτο δικηγόρο για να την εκπροσωπήσει. Ότι όπως ακριβώς είχε τη δυνατότητα και επικοινώνησε με τον ιατρό που τον εξέτασε, μπορούσε να ενημερώσει μέσω τηλεφώνου τα προαναφερόμενα πρόσωπα για να ανευρεθεί λύση, ώστε να μην ερημοδικαστεί η εντολέας του λόγω της δικής του αδυναμίας να μεταβεί στο Ναύπλιο για να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της 151/2013 απόφασής του, που είχε εκδοθεί ερήμην της κατά την πρώτη συζήτηση της από 14-11-2008 έφεσής της και στρεφόταν κατά της 99/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την κρίση αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ ως προς την έλλειψη συνδρομής λόγου ανώτερης βίας για την ερημοδικία της αναιρεσείουσας κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας έφεσης, ούτε εκ πλαγίου, διότι με επαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι η ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνιστούσε ανυπέρβλητο κώλυμα που δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 319/2014 απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ή 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο (ΟλΑΠ 1190/82). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 319/2014 απόφαση η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του ρηθέντος δικηγόρου, Ν. Δ., που εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας και κατέθεσε ότι: "Το πρωί της 15-5-2013 ημέρα της δικασίμου, ήμουν κλινήρης, έπαθα οξεία οσφυαλγία και δεν μπορούσα να μετακινηθώ καθόλου για να έρθω στο Ναύπλιο και να παραστώ στο Δικαστήριο. Στο σπίτι είμαι μόνος, με δύο ανήλικα παιδιά". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, επισκοπούμενη παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το εφετείο, κατά την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν κάνει ειδική αναφορά στην εν λόγω ένορκη κατάθεση. Πλην, όμως, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο ήταν αλυσιτελές και δεν μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του εφετείου. Και τούτο, διότι η κρίση ως προς την έλλειψη περίστασης ανώτερης βίας στηρίζεται επαρκώς στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπήρχε απόλυτη φυσική αδυναμία μετακινήσεως του εν λόγω πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας, ο τελευταίος είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια χρόνου, κατ’ ελάχιστον, να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τους προρρηθέντες, όπως επικοινώνησε με τον ιατρό του και να αποτρέψει την ερημοδικία.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ … και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 769/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της συμπροσβαλλόμενης 151/2013 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, στην οποία ενσωματώθηκε η 99/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, λόγω απόρριψης της ασκηθείσας κατ’ αυτής έφεσης, ως εκ της ερημοδικίας της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, που στρέφονται κατ’ αυτής: Ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, από την 25-01-1996, με την ειδικότητα της λαντζέρας, στην επιχείρηση καζίνο που διατηρεί η τελευταία στο .... Ότι, μέχρι το έτος 2002, η ενάγουσα ανταποκρινόταν επαρκώς στα καθήκοντα της, τα οποία συνίσταντο στον καθαρισμό των σκευών της κουζίνας του εστιατορίου του καζίνο, χωρίς να διατυπωθεί ποτέ παράπονο σε βάρος της για την εκπλήρωση τόσο των κύριων όσο και των παρεπόμενων υποχρεώσεων της. Ότι, από το έτος 2003, συνεπεία της μεταβολής που έλαβε χώρα στην επιχείρηση της εναγομένης, με την έναρξη λειτουργίας και της ξενοδοχειακής της μονάδας και την ενοποίηση των τμημάτων κουζίνας του καζίνο και του ξενοδοχείου, αυξήθηκε ο όγκος εργασίας της, επειδή μειώθηκαν κατά ένα τα άτομα που υπηρετούσαν σε κάθε βάρδια, ενώ μεταβλήθηκε η ειδικότητα της από λαντζέρα σε φροντίστρια - καθαρίστρια κουζίνας. Ότι τα νέα της καθήκοντα περιλάμβαναν, πέραν του καθαρισμού των σκευών της κουζίνας, και το καθάρισμα των πάγκων, του πατώματος, των σιφωνίων και των εστιών, καθώς και το μάζεμα των σκουπιδιών της κουζίνας. Ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη μεταβολή αυτή στην προϊσταμένη προσωπικού της εναγομένης, δεδομένου ότι τα καθήκοντα της ήταν πλέον πολύ κουραστικά και χρονοβόρα, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα κάποιες φορές να πραγματοποιήσει το προβλεπόμενο κατά τη βάρδια της διάλειμμα, συνέχισε, όμως, να απασχολείται στην εναγομένη επειδή είχε ανάγκη να εργαστεί, ως διαζευγμένη μητέρα δύο τέκνων. Ότι συνεπεία των ανωτέρω η ενάγουσα, πιεσμένη από τις συνθήκες εργασίας, παρά το γεγονός ότι αποδέχθηκε τη μεταβολή αυτή, άρχισε να επιδεικνύει έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπο των προϊσταμένων της και συγκεκριμένα αρνήθηκε να μεταβεί για βοήθεια σε άλλα τμήματα, παρότι είχε τελειώσει τη δουλειά της, πήγαινε για διάλειμμα χωρίς την άδεια του προϊσταμένου της και μίλησε με προσβλητικό τρόπο στην προϊσταμένη της, αποκαλώντας την "στραβόξυλο". Ότι η εναγομένη, αρνούμενη την αγωγή, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της επειδή, πέραν της άσχημης συμπεριφοράς προς τους προϊσταμένους της, καθυστερούσε να προσέλθει στο χώρο εργασίας της, δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις της δουλειάς της, καθυστερούσε και αδυνατούσε να συνεργαστεί με τους συναδέλφους της. Ότι η μάρτυρας της εναγομένης επιβεβαίωσε κάποιους από τους ισχυρισμούς αυτούς, λέγοντας ότι είχαν λάβει χώρα σε βάρος της ενάγουσας και αναφορές (προφορικές και έγγραφες) συναδέλφων της, καθώς και ότι η ενάγουσα καθυστερούσε να τελειώσει τη δουλειά της και έσπαζε ποτήρια, πλην όμως αφενός η κατάθεση αυτή αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και την ένορκη βεβαίωση που η τελευταία προσκομίζει (όπου αναφέρεται ότι η ενάγουσα ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντα της) και αφετέρου η εναγομένη δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά με άλλους εργαζομένους ούτε προσκόμισε σχετική έγγραφη αναφορά τους. Ότι, επιπλέον, η ίδια μάρτυρας ρητά κατέθεσε ότι η ενάγουσα δεν καθυστερούσε να προσέλθει στον τόπο εργασίας της, το δε περιστατικό εγκατάλειψης της θέσης της την 26-08-06, στο οποίο αφορά και η από 11-09-06 προειδοποιητική επιστολή που της απευθύνθηκε, αναφέρεται εντελώς αόριστα και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού δεν αναφέρεται ο λόγος εγκατάλειψης της θέσης της και το πού βρισκόταν η ενάγουσα τη δεδομένη χρονική στιγμή, προκειμένου να κριθεί αν αυτή η εγκατάλειψη της θέσης της ήταν δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη. Ότι συνεπεία των ανωτέρω περιστατικών, αλλά κυρίως επειδή η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη μεταβολή των όρων εργασίας της, η εναγομένη την 23-03-2007 κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση και προσέφερε στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση, την οποία η τελευταία δεν αποδέχθηκε. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η απόλυση της ενάγουσας υπήρξε παράνομη και καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη, διότι έγινε αφενός και κυρίως για λόγους εκδίκησης από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για τη μεταβολή των όρων εργασίας της και αφετέρου, αν θεωρηθεί ως συνέπεια της αποδεδειγμένης αρνητικής συμπεριφοράς της, χωρίς να τηρηθεί η αρχή της αναλογικότητας, αφού επελέγη γι’ αυτήν το έσχατο μέσο της απόλυσης, αντί άλλου πειθαρχικού μέτρου (επίπληξης, προστίμου, προσωρινής αργίας). Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς, ασαφείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της επιδείξεως ή μη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης, κατά τη γενόμενη την 23-3-2007 καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας. Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι η καταγγελία εχώρησε ακύρως ως καταχρηστική, από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της ενάγουσας "επειδή είχε διαμαρτυρηθεί για τη μεταβολή των όρων εργασίας της", αιτιολογεί ασαφώς το τελευταίο, ενόψει των παραδοχών της που προηγήθηκαν, κατά τις οποίες η εν λόγω μεταβολή είχε λάβει χώρα σε προγενέστερο χρονικό διάστημα και δη κατά το έτος 2003 και είχε γίνει αποδεκτή από την ενάγουσα, ενώ δεν διαλαμβάνει σαφές περιστατικό δηλωτικό εκδικητικής διάθεσης της εναγομένης σε βάρος της. Επί πλέον, ενώ απορρίπτει τον περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας ισχυρισμό της εναγομένης, διαλαμβάνει αντιφατικές προς τούτο παραδοχές, όπως "αποδεδειγμένη αρνητική συμπεριφορά της" στον εργασιακό χώρο, "έλλειψη σεβασμού στο πρόσωπο των προϊσταμένων της" και διαλείμματα από την εργασία της χωρίς άδεια. Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 151/2013 απόφαση του εφετείο (και στην ενσωματωμένη σ’ αυτήν απόφαση του πρωτοδικείου), αληθώς, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, η κρινομένη αίτηση πρέπει κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 319/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου να απορριφθεί και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της 151/2013 απόφασης του ίδιου ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και της ενσωματωμένης σ’ αυτήν 99/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, να γίνει δεκτή. Κατόπιν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2015 αίτηση ως προς το μέρος που απευθύνεται κατά της 319/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Δέχεται την ίδια αίτηση ως προς το μέρος που απευθύνεται κατά της 151/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Αναιρεί την 151/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στην οποία ενσωματώνεται η 99/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω ουσιαστική έρευνα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουλίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ