Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1253/2016 AI generated

1253/2016 · 1253/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1253/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1253 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1253/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία ΜπÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1253/2016

Απόφαση 1253 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1253/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1946/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 128 παρ.2 και 139 του ΚΠοινΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα, όταν συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, να ζητήσει από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τη συνεκδίκαση αυτών. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα συνεκδικάσεως και, σε περίπτωση απορρίψεώς του, να αιτιολογήσει την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ. Όμως, η συνεκδίκαση των υποθέσεων πρέπει να αποφασισθεί στην αρχή της συζητήσεώς τους και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, οπότε και πρέπει να υποβληθεί το σχετικό αίτημα των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Κατά την ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης δικάσιμο της 20-2-2015 προσδιορίσθηκαν προς εκδίκαση οι υπ’ αριθμ. εκθ. 4612/15-12-2014, 4613/15-12-2014, 4614/15-12-2014 και 4615/15-12-2014 και πινακίου 8, 9, 10 και 11, εφέσεις του αναιρεσείοντος κατά των υπ’ αριθμ. 10818/2013, 41435/2013, 10870/2014 και 7500/2013 /15-12-2014, καταδικαστικών αυτού αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης αντιστοίχως. Μετά την έναρξη της εκδικάσεως και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία επί της εκ των εφέσεων αυτών υπ’ αριθμ. εκθ. 4613/15-12-2014 (κατά της υπ’ αριθμ. 41435/29-102013 ως άνω αποφάσεως) ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτημα συνεκδικάσεως όλων των ανωτέρω εφέσεων, το οποίο το ως άνω δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο με την υπ’ αριθμ. 1944/2015 απόφασή του (μη αναιρεσιβαλλομένη εν προκειμένω) και εχώρησε στην περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως και την απόρριψη της εφέσεως αυτής ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της. Στην συνέχεια μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής και επίσης μετά την έναρξη της εκδικάσεως και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία επί της εκ των εφέσεων αυτών υπ’ αριθμ. εκθ. 4615/15-12-2014 (κατά της υπ’ αριθμ. 7500/5-3-2013 ως άνω αποφάσεως) ο αναιρεσείων υπέβαλε και πάλιν αίτημα συνεκδικάσεως της εφέσεως αυτής μετά των λοιπών μη συζητηθεισών, το οποίο το ως άνω δικαστήριο επίσης απέρριψε ως αβάσιμο με την υπ’ αριθμ. 1945/2015 απόφασή του (επίσης μη αναιρεσιβαλλομένη εν προκειμένω) και εχώρησε στην περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως και την απόρριψη και της εφέσεως αυτής ως απαράδεκτης λόγω εκπροθέσμου και αυτής ασκήσεώς της. Μετά και τούτο και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας επί της ωσαύτως εκ των ανωτέρω εφέσεων υπ’ αριθμ. εκθ. 4614/15-12-2014 (κατά της υπ’ αριθμ. 10870/16-6-2014 ως άνω αποφάσεως) ο αναιρεσείων υπέβαλε και πάλιν αίτημα συνεκδικάσεως της εφέσεως αυτής μετά των λοιπών προαναφερομένων (και εκείνων που είχαν ήδη εκδικασθεί), το οποίο, το αυτό ως άνω δικαστήριο, με την εν προκειμένω αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθμ. 1946/2015 απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της, απέρριψε σιωπηρά και εχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατά τα κατωτέρω εκτεθησόμενα. Όμως, εν όψει του ότι το αίτημα αυτό συνεκδικάσεως είχε ήδη υποβληθεί και απορριφθεί από το δικαστήριο με τις ως άνω υπ’ αριθμ. 1944/2015 και 1945/2015 αποφάσεις του κατά την προηγηθείσα εκδίκαση των ως άνω υπ’ αριθμ. 4613/15-12-2014 και 4615/15-12-2014 εφέσεων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του ουδεμία υποχρέωση είχε να ασχοληθεί και να απαντήσει στο ως άνω, απαραδέκτως επομένως υποβληθέν, αίτημα του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 παρ.1 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.), επάγεται δε και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ’ αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν (και η ως άνω ακυρότητα αποτρέπεται), μεταξύ άλλων, για τα έγγραφα, που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος (π.χ. σώματα ακάλυπτων επιταγών) ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, που υπάρχουν στη δικογραφία (π.χ. μήνυση, έγκληση, αποδεικτικά επιδόσεως) και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αφού δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 364 ΚΠοινΔ, διότι στις περιπτώσεις αυτές ο κατηγορούμενος γνωρίζει την κατηγορία μετά της σχετικής δικογραφίας και, επομένως, το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και μπορεί, αν το επιθυμεί, να ασκήσει τα κατ’ άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ. υπερασπιστικά του δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα και συνακόλουθη παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, για την απόρριψη της ενστάσεως ακυρότητος της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και του συναφούς λόγου εφέσεως ως προς τον τόπο κατοικίας αυτού κατά τον κρίσιμο χρόνο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα επισημαινόμενα στο αναιρετήριο μη αναγνωσθέντα έγγραφα, ήτοι το από 7-2-2014 αποδεικτικό επιδόσεως κλητηρίου θεσπίσματος της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Χ. Μ., την από 16-01-2013 βεβαίωση του αρχιφύλακα του ΑΤ Καλαμαριάς Γ. Κ., ότι αυτός (αναιρεσείων) είναι άγνωστος στην οδό ..., την έγκληση και τα σώματα ακάλυπτων επιταγών, που υπήρχαν στη δικογραφία, καθώς και "λογαριασμό POSTBANK", στερώντας σε αυτόν και το συνήγορό του τη δυνατότητα να αντικρούσουν το περιεχόμενό τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Γ’ του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, διότι τα ανωτέρω αποδεικτικό επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, η από 16-01-2013 βεβαίωση του αρχιφύλακα του ΑΤ Καλαμαριάς Γ. Κ. και η έγκληση σε βάρος του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία του ασκήθηκε ποινική δίωξη, δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα, αλλά διαδικαστικά, ενώ τα σώματα των επιταγών αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που του είχε αποδοθεί, για το οποίο καταδικάστηκε αυτός πρωτοδίκως και δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ανάγνωσή τους στο ακροατήριο τούτο, αφού το περιεχόμενό τους ήταν γνωστό σ’ αυτόν και μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στη δίκη, κατ’ άρθρ. 340 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, συνηγόρου του, οπότε δεν στερήθηκε των εκ του άρθρου 358 ΚΠοινΔ υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, τα οποία, άλλωστε, άσκησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, επικαλούμενος (τόσο με το δικόγραφο της ασκηθείσης εφέσεώς του, όσο και με τους αναπτυχθέντες στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμούς του), ότι διέμενε σε άλλη διεύθυνση και στηρίζοντας την άμυνά του στην προβολή ακυρότητας της προς αυτόν επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, το γεγονός δε, ότι τα παραπάνω έγγραφα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθούν δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε παραβίαση της δημοσιότητας της δίκης. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ληφθέντα υπόψη "λογαριασμό POSTBANK", αφού το εν λόγω έγγραφο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στο δικαστήριο, γνώριζε το περιεχόμενό του και είχε τη δυνατότητα να σχολιάσει το αποδεικτικό αυτό μέσο, μη θιγομένων των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του από την τυχόν μη ανάγνωσή του, ανεξαρτήτως του ότι, ως προς το συγκεκριμένο έγγραφο, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, ταυτιζόμενο με εκείνο που φέρει στα ανωτέρω πρακτικά τον αριθμό 2 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, με τον τίτλο "φωτοτυπία αντιγράφου χορηγητικού λογαριασμού για την περίοδο από 1-4-2013 έως 30-6-2013 του Νέου Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος".

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1, 2, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ.4 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο κατηγορούμενος, είχε γνωστή διαμονή, ενώ η σχετική αυτή ακυρότητα επιδόσεως μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν δε ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο δικαστήριο και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, η ακυρότητα αυτή καλύπτεται και επιφέρει τις συνέπειες αναστολής της παραγραφής του διωκόμενου εγκλήματος, κατά το άρθρο 113 παρ. 1, 2, 3 του ΠΚ, για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη επί πλημμελημάτων. Όμως αν είναι άκυρη η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και δεν επέρχεται η άνω αναστολή της παραγραφής. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340, 343 και 349 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο τελευταίο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως, αν όμως η επίδοση της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία και ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εφ’ όσον όμως κατ’ αυτήν δεν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος και καταδικάστηκε ερήμην, μπορεί να προταθεί στο εφετείο, με ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής είναι άκυρη, διότι έγινε σε διαφορετική διεύθυνση από εκείνη που ο κατηγορούμενος, πραγματικά διέμενε και αυτή η διαμονή ήταν γνωστή στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή. Το εφετείο, αν κρίνει εμπρόθεσμη και παραδεκτή την έφεση, οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση ως άνω λόγο ακυρότητας της γενόμενης ερήμην του διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αξιολογώντας τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα και τον μάρτυρα που τυχόν εξετάστηκε και αυτά που κατέθεσε ο εκκαλών κατηγορούμενος και αν είναι βάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός περί γνωστής διαμονής του, να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως (άρθρο 502 παρ. 4 ΚΠΔ). Περαιτέρω, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Κατ’ ορθή ερμηνεία των διατάξεων αυτών του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 ΚΠοινΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός, ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την εις βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), περιεχόμενο της οποίας είναι η διασφάλιση της ακώλυτης προσβάσεως στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακροάσεως. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατ’ αυτήν και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή, που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο, τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός, ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφ’ όσον με ο κατηγορούμενος προβάλει τον ισχυρισμό, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως του προς επίδοση εγγράφου ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε και, ως εκ τούτου, η επίδοση του εγγράφου ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσίαν τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.), από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως του εγγράφου, εν όψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των εις βάρος τους κατηγοριών δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διευθύνσεως κατοικίας τους, διαφορετικά, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΟλΑΠ 2/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω υπ’ αριθμ. εκθ. 4614/15-12-2014 εφέσεώς του κατά της υπ’ αριθμ. 10870/16-6-2014, ερήμην του εκδοθείσης, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν αυτός εκηρύχθη ένοχος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, επί της οποίας (ως άνω εφέσεως) εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1946/2015 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε, εκτός άλλων, ως λόγο εφέσεως και το ότι η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο κλητεύθηκε στο ακροατήριο του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για να δικασθεί ως υπαίτιος της αποδιδομένης σ’ αυτόν αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως του άρθρου 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, ήταν "άκυρη καθώς κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής ενώ ήταν γνωστής διαμονής (Θεσ/νικη, ...), την οποία γνώριζε η Εισαγγελία Πλημ/κών Θεσ/νικης, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επίδοσης τα ευρισκόμενα στην δικογραφία της υπ’ αριθμ. 48245/2011 απόφασης του Μον. Πλημ/κείου Θεσ/νικης (αποδεικτικά με ημερομηνίες 26/03/2010 και 28/09/2010) για τους ίδιους δε λόγους είναι άκυρη και η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης". Κατά την συζήτηση δε επ’ ακροατηρίω του δικαστηρίου της ουσίας, όπως από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, συμπλήρωσε τον λόγο αυτόν εφέσεως με την προβολή και του ισχυρισμού, ότι ένεκα της τοιαύτης επικαλουμένης ακύρου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν επήλθε αναστολή της παραγραφής της τελεσθείσης κατά την 28-2-2009 επιδίκου αξιοποίνου πράξεως, με συνέπεια κατά τον χρόνο της κατ’ έφεσιν συζητήσεως της υποθέσεως, ήτοι την 20-2-2015, να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής με παραγραφή. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον λόγο αυτόν εφέσεως ως αβάσιμο, με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους εξής λόγους. Από την επισκόπηση των αποδεικτικών που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως αγνώστου διαμονής, στη ..., όπου στεγαζόταν η ατομική του επιχείρηση (βλ. το από 07.02.2014 αποδεικτικό επίδοσης κλητηρίου θεσπίσματος της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Χ. Μ.), αφού προηγουμένως είχε αναζητηθεί επί της οδού ... στην Καλαμαριά, που αναγραφόταν, ως τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου, στην έγκληση (βλ. την από 16.01.2013 βεβαίωση του αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλαμαριάς, Γ. Κ., ότι ο κατηγορούμενος είναι άγνωστος στην οδό ...).

Συνεπώς, νομίμως επιδόθηκε στην ανωτέρω διεύθυνση το κλητήριο θέσπισμα, δοθέντος ότι ο ίδιος δεν γνωστοποίησε, ως όφειλε, στην οικεία Εισαγγελία την αλλαγή διεύθυνσης, πολλώ μάλλον που τελούσε σε γνώση ότι εκκρεμούσαν, σε βάρος του, πληθώρα ποινικών υποθέσεων, δεδομένου ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί ότι αγνοούσε τα χρέη, που είχε δημιουργήσει από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών. Ο ισχυρισμός ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης όφειλε να τον αναζητήσει στη διεύθυνση (...), που της ήταν γνωστή από ετέρα ποινική υπόθεση, που αφορούσε οφειλή ασφαλιστικών εισφορών, είναι απορριπτέος, ως ουσία αβάσιμος, διότι αντικειμενικά δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα, πόρρω δε απέχει από την πραγματικότητα, αφού προϋποθέτει την ύπαρξη ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων στην οποία θα καταχωρούνται ονομαστικά όλες οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις εκάστου, με πλήρη τα προσωπικά του στοιχεία, όπως αυτά εμφανίζονται ακόμη και διαφοροποιημένα από δικογραφία σε δικογραφία, αφού μόνον ηλεκτρονικά είναι δυνατή η ενημέρωση, παρακολούθηση και άντληση τέτοιων πληροφοριών, που υπολαμβάνει ο κατηγορούμενος. Πρέπει να τονιστεί, επίσης, ότι οι επιδόσεις στην ... έλαβαν χώρα την 26.03.2010 και την 28.09.2010, ήτοι τρία και πλέον έτη πριν από τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, τα κλητήρια δε θυροκολλήθηκαν σε αμφότερες τις περιπτώσεις και ως εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος διέμενε στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι δεν ενημερώθηκε από τον αδελφό του για τις επιδόσεις, πολλώ μάλλον δεν συνιστούν απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω διεύθυνση και κατά το έτος 2014. Σημειωτέον δε ότι ο μάρτυράς του κατέθεσε ότι αρχές του 2014 - χωρίς να προσδιορίσει επακριβώς- ο κατηγορούμενος μετώκησε στην περιοχή της Άνω Τούμπας. Εξάλλου, ακόμη και με επίδειξη άκρας επιμέλειας, εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων, δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί ο κατηγορούμενος επί της οδού ..., δοθέντος ότι φιλοξενούνταν στην ανωτέρω οικία του αδελφού του και, άρα, δεν υπήρχε καν το όνομά του στο θυροτηλέφωνο. Αλυσιτελώς δε προσκομίζει λογαριασμούς τραπεζών, προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, διότι από την επισκόπηση των λογαριασμών των ALPHA BANK και POSTBANK αναγράφεται, ως παραλήπτης, ο αδελφός του, Γ. Κ., και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, που σημαίνει ότι ακόμη και την προσωπική του αλληλογραφία δεν την ελάμβανε επ’ ονόματί του.". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απορριπτική του λόγου αυτού εφέσεως απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατ’ αυτές (παραδοχές), ως είχε υποχρέωση, δεν βασίσθηκε μόνον στο από 07-2-2014 αποδεικτικό επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Χ. Μ. και την από 16.01.2013 βεβαίωση του αρχιφύλακα του Α.Τ. Καλαμαριάς, Γ. Κ., ότι ο κατηγορούμενος ήταν άγνωστος στην οδό ... και η τελευταία γνωστή διαμονή του ήταν στην οδό ..., αλλά ερεύνησε κατ’ ουσίαν τον λόγο αυτόν εφέσεως του αναιρεσείοντος, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.), από τα οποία συνήγαγε την κρίση του, ότι η κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως διεύθυνση του κατηγορουμένου δεν ήταν γνωστή, ως ούσα εκείνη στην οδό ..., όπως αυτός προέβαλε με την έφεση, αλλά ήταν άγνωστη, η δε τελευταία γνωστή διεύθυνσή του ήταν εκείνη στην οδό ..., στην οποίαν και έγινε η επίδοση, νομίμως, επομένως, όπως, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δέχθηκε, με περαιτέρω συνέπεια εκ τούτων να μη δημιουργείται ακυρότητα (σχετική) της τοιαύτης επιδόσεως του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ’ του ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατ’ αμφότερες τις αιτιάσεις του για σχετική ακυρότητα της επιδόσεως και έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και έλλειψη ακροάσεως, συνιστάμενος στο ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε σιωπηρά και χωρίς αιτιολογία τον ισχυρισμό του περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως λόγω παραγραφής, η οποία επήλθε ένεκα μη αναστολής της, λόγω της ακύρου, επιδόσεως του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος. Και τούτο γιατί η απόρριψή του εν λόγω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραγραφής ενυπάρχει αναγκαίως στην απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας του συναφούς ισχυρισμού του περί ακυρότητος του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος, και την εκ τούτου αναγκαίως συναγομένη παραδοχή ότι δεν επήλθε εξάλειψις του αξιοποίνου της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με παραγραφή. Επειδή, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει ό,τι θέλει εκτεθεί κατωτέρω, ως και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του. Ειδικότερη αναφορά για τον προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων όπως π.χ. τα ονόματα μαρτύρων δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και παράθεση του τι προέκυψε από καθένα εξ αυτών. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα απ’ αυτά (ολ.ΑΠ 1/2005). Έτσι, η αναφορά στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως ότι το πόρισμά της περί της ενοχής του κατηγορουμένου προέκυψε "από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως" δεν βεβαιώνει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων (κατηγορίας και υπερασπίσεως), εκτός εάν κατά τρόπο αναμφισβήτητο προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις αυτών. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, προκειμένου να αποφανθεί για το βάσιμο του λόγου εφέσεως, που αφορούσε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το νόμιμο της επιδόσεως του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο και το τύποις παραδεκτό της εφέσεώς του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου υπερασπίσεώς του, εξήτασε τον προταθέντα, μόνον προς τούτο (απόδειξη του λόγου αυτού εφέσεως), μάρτυρα (υπερασπίσεως) Α. Π., την κατάθεση του οποίου και έλαβε υπ’ όψη για την κρίση του επί του λόγου αυτού (εφέσεως). Ακολούθως, όπως επίσης προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, (των οποίων, σημειωτέον, η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους), μετά την απόρριψη του λόγου εφέσεως του κατηγορουμένου για ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος και την τύποις παραδοχή της ως άνω υπ’ αριθμ. 4614/15-12-2014 εφέσεώς του κατά της υπ’ αριθμ. 10870/16-6-2014, ερήμην του εκδοθείσης, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποίαν αυτός εκηρύχθη ένοχος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, εισήλθε στην συζήτηση της υποθέσεως, ως προς την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατηγορίας, προ δε της ενάρξεως της αποδεικτικής επ’ αυτής διαδικασίας η Πρόεδρος του δικαστηρίου ερώτησε τον εκπροσωπούντα τον απόντα κατηγορούμενο συνήγορό του, αν κλήτευσε μάρτυρα υπερασπίσεως και εκείνος απάντησε αποφατικά. Ακολούθως, μετά την ανάγνωση των αναγνωστέων εγγράφων και το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, την ανάπτυξη της κατηγορίας και την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής του κατηγορουμένου και την ανάπτυξη της υπερασπίσεως του τελευταίου από τον συνήγορό του, το δικαστήριο της ουσίας εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποίαν εκήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και τον κατεδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών ανασταλείσα επί 3ετία και χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ. Προκειμένου δε να αχθεί στο πόρισμά του περί αυτής (ενοχής του αναιρεσείοντος), έλαβε υπ’ όψη και εκτίμησε, ως με την προσβαλλομένη απόφασή του αναφέρει, "τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο". Με αυτά που διέλαβε με την προσβαλλομένη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας έχει, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπ’ όψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σαφώς εξ αυτής συνάγεται ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα ενώπιόν του προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα, ως τα μόνα ενώπιόν του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας, κατηγορίας ή υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, αφού τέτοιον, καίτοι ερωτήθηκε ειδικώς από την Πρόεδρο του δικαστηρίου, δεν πρότεινε ο εκπροσωπήσας αυτόν συνήγορός του. Η δε αιτίαση, που προβάλλεται με το σχετικό τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψη και δεν συνεκτίμησε και την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Α. Π., και εκ τούτου στέρησε την απόφασή του της κατά τις ανωτέρω διατάξεις απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμη, αβάσιμος εντεύθεν και ο σχετικός αυτός λόγος αφού κατά τα εκτεθέντα, ως προκύπτοντα από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, ο μάρτυρας αυτός εξετάσθηκε μόνον καθ’ όσον αφορά την παραδοχή τού ως άνω λόγου εφέσεως (για ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος) και την τύποις παραδοχή της (εφέσεως), μετά δε την απόρριψη του λόγου αυτού εφέσεως και την μη εκ τούτου ακύρωση της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δια της προσβαλλομένης αποφάσεως ως και την τύποις παραδοχή της, εφέσεως δεν εξετάσθηκε, ως μη προταθείς (ο άνω μάρτυς) υπό του (ερωτηθέντος κατά τ’ άνω προς τούτο), συνηγόρου υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος, επί της ουσίας της κατηγορίας κατά του τελευταίου. Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ.1 του v. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε εκτός της περιγραφής, της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη, τον απλό και τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών. Τέτοιος δε, κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 44 και 46 του Ν. 5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνισή της (ΟλΑΠ 29/2007 Πολιτ.). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ’ αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ’ αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τοιαύτα στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Για την ύπαρξη αιτιολογίας είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Όμως δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά κατ’ άρθρον 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου, για τη ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (ΟλΑΠ 3/2008). Επί καταδίκης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 Ν 5960/1933) θα πρέπει ειδικότερα να προσδιορίζονται: α) ο χρόνος εκδόσεως της επιταγής, β) η ημερομηνία εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή στην Τράπεζα και γ) οι αποδείξεις, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι απεδείχθησαν τα εξής:: "Από τα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απ’ όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στις 28.02.2009, εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, και συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή, ποσού 2.265 ευρώ, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", προς την ATTICA BANK (Υποκατάστημα ...), η οποία, καίτοι εμφανίστηκε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 03.03.2009, δεν πληρώθηκε, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι για την επίδικη επιταγή ευθύνεται ο πατέρας του, Ν. Κ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος στην ουσία, διότι το προσκομιζόμενο, προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, ιδιωτικό συμφωνητικό, με φερόμενη ημερομηνία 19.09.2008, είναι ένα έγγραφο χωρίς καμία αποδεικτική ισχύ, αφενός, διότι δεν έχει αποκτήσει βεβαία χρονολογία (άρθρο 446 ΚΠολΔ), και αφετέρου, δεν βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του Ν. Κ., ο οποίος φέρεται να αναλαμβάνει την πληρωμή της επιταγής, βάσει του εγγράφου αυτού. Εξάλλου, ακόμη κι αν ήθελε ληφθεί υπόψη το εν λόγω έγγραφο, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, αλλά αφορά την εσωτερική σχέση των συμβαλλομένων, δοθέντος μάλιστα ότι στο έγγραφο αναγράφεται ρητά ότι οι επιταγές που αφορούν την επιχείρηση, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, υπεγράφησαν είτε από τον ίδιο, είτε από τον πατέρα του, κατά ρητή, όμως, εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, απορριπτομένου του ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 β ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως.". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, στις 28-2-2009 εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή, ποσού 2.265 ευρώ, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", προς την ATTICA BANK (Υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 3-3-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων στην Θεσσαλονίκη, στις 28-2-2009, εξέδωσε ατομικά την συρόμενη στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του στην ATTICA ΒΑΝΚ υπ’ αριθμ. ... ένδικη επιταγή, ποσού 2.265 ευρώ, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία, ως νόμιμη κομίστρια, την εμφάνισε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα την 3-3-2009, πλην όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα ATTICA ΒΑΝΚ. Στις παραδοχές δ’ αυτές ενυπάρχει και η τοιαύτη ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη του αυτή εκ δόλου, ως τούτο συνάγεται εκ του ότι, κατ’ αυτές (εν λόγω παραδοχές), ο ίδιος είχε εκδώσει την επίδικη αυτή επιταγή, ότι ο ως άνω λογαριασμός στον οποίον εσύρετο η επιταγή ήταν δικός του και ότι δεν είχε σε αυτόν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο (εκδόσεως και) πληρωμής της, συναγομένης εκ τούτου της γνώσεώς του ότι τα περιστατικά αυτά συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και της θελήσεως παραγωγής των περιστατικών αυτών. Δεν απαιτείται δε να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει ότι δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της εν λόγω επιταγής. Επομένως η περί του αντιθέτου αιτίαση, προβαλλομένη με τον έκτο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την κατά το άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε του ΚΠΔ έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων του άρθρων 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 και 26 και 27 του ΠΚ, είναι αβάσιμη και αβάσιμος εντεύθεν και ο σχετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω, εφ’ όσον προκύπτει από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν πρόβαλε δια του συνηγόρου του οποιοδήποτε αυτοτελή ισχυρισμό για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως αυτής για να διερευνηθεί, ώστε να υποχρεούται το δικαστήριο να διαλάβει ειδική αιτιολογία επ’ αυτού, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται η διαπίστωση ότι υπάρχει έγκυρη και εμπρόθεσμη έγκληση, υποβληθείσα από νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, την συνδρομή της οποίας, όπου αυτή απαιτείται, ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Ε’ του ΚΠΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτουμένης ειδικής αιτιολογίας και εκ τούτου νομίμου βάσεως, γιατί δεν εκτίθεται στην απόφαση αν, για την πράξη, για την οποίαν καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, υποβλήθηκε η απαιτουμένη, κατά τις ως άνω διατάξεις, έγκληση, αν το πρόσωπο που την υπέβαλε είχε προς τούτο εξουσία εκπροσωπήσεως της παθούσης εταιρείας και τον χρόνο γνώσεως του εγκαλούντος σχετικά με την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Εξ άλλου με την προσβαλλομένη απόφασή του όπως εξ αυτής προκύπτει, το δικαστήριο της ουσίας για να αχθεί στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο", μεταξύ των οποίων και το από 19-9-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίον ειδικώς έλαβε υπ’ όψη του προκειμένου να αχθεί, με επάλληλη αιτιολογία στην κατ’ ουσίαν απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι για την επίδικη επιταγή ευθύνεται ο πατέρας του Ν. Κ., διαλαβόν, όπως προαναφέρεται, ότι το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό "είναι ένα έγγραφο χωρίς καμία αποδεικτική ισχύ, για τους ως άνω εις το σκεπτικό αναφερομένους λόγους, ενώ σ’ αυτό εκτίθεται και λόγος για τον οποίο αυτό δεν ασκεί επιρροή και εάν ελαμβάνετο υπόψη. Εκ των παραδοχών αυτών προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό, δεχθέν, ως προδήλως εξ αυτών συνάγεται, κυρίως μεν ότι εκ τούτου δεν αποδεικνύεται ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, επειδή αυτό δεν έχει βεβαία χρονολογία και δεν βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του πατρός του τελευταίου, επικουρικώς δε ότι αυτό δεν έχει έννομη επιρροή στην υπόθεση, γιατί αφορά την εσωτερική σχέση των συμβαλλομένων εν όψει και του αναφερομένου σ’ αυτό ότι οι επιταγές που αφορούσαν την επιχείρηση του αναιρεσείοντος υπεγράφησαν είτε υπό του ιδίου είτε υπό του προς τούτο ρητώς εξουσιοδοτηθέντος πατρός του. Επομένως, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν συνεκτίμησε το συμφωνητικό αυτό με τα λοιπά αποδεικτά μέσα, αρνούμενο την αποδεικτική δύναμή του με το επιχείρημα ότι δεν έχει βεβαία χρονολογία και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του πατρός του (αναιρεσείοντος), επομένως στέρησε την απόφασή του από την ειδική αιτιολογία που απαιτείται για την μη συνεκτίμηση του συμφωνητικού αυτού μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου παρεβίασε τα εκ του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ υπερασπιστικά του δικαιώματα, είναι αβάσιμος. Η ίδια αυτή αιτίαση ως αναγομένη σε εσφαλμένη εκτίμηση της αποδεικτικής δυνάμεως του εγγράφου τούτου είναι απαράδεκτη, αφού με αυτήν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς και ο συναφής όγδοος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ του ΚΠΔ κατ’ αμφότερα τα σκέλη του αυτά είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 13/2015 από 4-5-2015 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 13/2015 από 4-5-2015 αίτηση του Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 1946/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ