1253/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1253 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαν...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1253 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Χ. Α. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Άγγελο Μορφόπουλο ο οποίος αφού έλαβε τον λόγο δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους 1ου και 2ο των αναιρεσιβλήτων και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Β. του Ο., 2 Ε. Τ. του Κ., κατοίκων ... οικισμού ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αρχικής διαδίκου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑ ΑΕΓΑ" της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, και το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία- Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-8-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 30-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 25-8-2011 αίτησης αναίρεσης και απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την οποία οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, και πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ο παριστάμενος αναιρεσείων με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στο ακροατήριο Άγγελο Μορφόπουλο δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης ως προς τον πρώτο και δεύτερη των μη παρισταμένων αναιρεσιβλήτων Γ. Β. και Ε. Τ. Η παραίτηση αυτή, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 573, 294 εδ.α' και β' και 299 του Κ.Πολ.Δικ., και συνεπώς η αίτηση αναίρεσης πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε ως προς τους πιο πάνω αναιρεσιβλήτους (άρθρ.295 παρ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Άρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη, εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 504/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 6.10.2003 και περί ώρα 15.20 ο ενάγων, οδηγών τη με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα εκινείτο επί της οδού ... της πόλεως του … με κατεύθυνση προς το Νοσοκομείο, η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος 09,40 μ. Κατά τον ίδιο χρόνο επί της ίδιας οδού με αντίθετη κατεύθυνση εκινείτο το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δευτέρας των εναγομένων, που οδηγούσε ο πρώτος τούτων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για ζημιές και σωματικές βλάβες τρίτων στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Άστρα Ασφαλιστική ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια ανακλήθηκε με τη με αριθ. Κ3/101/2006 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής το Επικουρικό Κεφάλαιο . Ο εναγόμενος οδηγός δεν εκινείτο με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματος του ούτε μείωσε την ταχύτητα των 44 χιλιομέτρων ωριαίως, με την οποία εκινείτο, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, δεδομένου ότι η οδός, στην οποία τα δύο οχήματα εκινούντο, δεν έχει οριζόντια σήμανση, στο ύψος δε του αριθμού …της ίδιας οδού έχει περιορισμένη ορατότητα λόγω απότομης δεξιάς σε σχέση με την πορεία του καμπύλης, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας και να συγκρουστεί πλαγιομετωπικά με την ανωτέρω μοτ/τα, που οδηγούσε ο ενάγων πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής. Μεταξύ δε των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων αυτού, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, και κατέλαβε το οδόστρωμα το προοριζόμενο για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 16 παρ.4 εδ.α' του ΚΟΚ και του επελθόντος αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης συνάφεια. Ωστόσο, στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή στην αποκλειστική οδήγηση του οχήματος του, ούτε οδηγούσε στο δεξιό άκρο της λωρίδος κυκλοφορίας στην οποία εκινείτο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1 και 16 παρ.1 του ΚΟΚ, ενόψει των επικρατουσών συνθηκών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, εκινείτο επί της ανωτέρω οδού η οποία δεν έχει οριζόντια σήμανση και παρουσιάζει απότομη καμπύλη, πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής, με αποτέλεσμα να αιφνιδιαστεί από την κίνηση του εναγομένου οδηγού και να μην μπορέσει να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, την οποία θα απέφευγε αν εκινείτο στο δεξιό άκρο της λωρίδος κυκλοφορίας του, αφού είχε ελεύθερο τμήμα στο ρεύμα που εκινείτο πλάτους 3,80 μέτρων. Το ποσοστό συνυπαιτιότητος των αντιδίκων οδηγών πρέπει να καθοριστεί σε 70% για τον εναγόμενο και 30% για τον ενάγοντα, δεκτής καθισταμένης ως βάσιμης και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων, την οποία προέβαλαν πρωτοδίκως παραδεκτώς και την οποία επαναφέρουν με λόγο εφέσεως". Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του στο Εφετείο, με τις οποίες αφού έκρινε τον αναιρεσείοντα ενάγοντα συνυπαίτιο του ένδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30% δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού κρίθηκε τότε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του Α.Κ. Ειδικότερα, οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με το να μη αναφέρουν, για να δικαιολογήσουν τον αιφνιδιασμό του αναιρεσείοντος οδηγού (ενόψει των παραδοχών ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα μέσα σε απότομη στροφή κατά την πορεία και των δύο οχημάτων) σε ποια απόσταση βρισκόταν η μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος από το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, όταν το τελευταίο εισήλθε ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο η μοτ/τα του αναιρεσείοντος και του απέκλεισε τη πορεία και για πόσο χρόνο το όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα μέχρι τη συνάντηση και σύγκρουση των δύο οχημάτων, αφ'ετέρου δε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πορείας της μοτ/τας του αναιρεσείοντος αμέσως πριν την ένδικη σύγκρουση και του αιφνιδιασμού του τελευταίου που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, αλλά και ως προς το εάν ο αιφνιδιασμός αυτός ήταν δικαιολογημένος ή όχι. Περαιτέρω, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού δικαιολογείται και από το γεγονός, ότι οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του πλησίον της νοητής διαχωριστικής γραμμής αντί του άκρου δεξιού του ρεύματος πορείας του, δεν δικαιολογεί περαιτέρω εάν η ένδικη σύγκρουση θα είχε αποφευχθεί εάν η μοτοσικλέτα εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας της, εφ'οσον δέχεται παράλληλα ότι το αντιθέτως κινούμενο όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας το οποίο κατέλαβε εξ ολοκλήρου. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υπό την επίκληση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το παριστάμενο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρ.176 και 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι δεν ασκήθηκε η ένδικη από 25.8.2011 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθ. 504/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Γ. Β. και Ε. Τ.
Αναιρεί την υπ'αριθμ.504/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων Επικουρικό Κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το παριστάμενο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ