1253/20121253/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1253 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Αδικοπραξία. Αποζημίωση. Δικαιούχος αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και 919 του ΑΚ είναι ο αμέσως ζημιωθείς από την άδικη πράξη. Τέτοιος είναι ο φορέας ή δικαιούχος του προσβληθέντος εννόμου αγÎ...
Απόφαση 1253 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αδικοπραξία. Αποζημίωση. Δικαιούχος αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και 919 του ΑΚ είναι ο αμέσως ζημιωθείς από την άδικη πράξη. Τέτοιος είναι ο φορέας ή δικαιούχος του προσβληθέντος εννόμου αγαθού, στην περίπτωση του άρθρου 919 μόνο εκείνος έναντί του ή και του οποίου η ζημιογόνος συμπεριφορά του υπαιτίου αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται και όταν δεν εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του. Αναιρεί την Εφ.Αθ. 5607/2009.
Αριθμός 1253/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Eταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΜΔΑ, ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ, ΕΞΑΓΩΓΑΙ, ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS AE" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7850/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5607/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5607/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 919 του ίδιου Κώδικα "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων των άρθρων 928 και 929 του ΑΚ αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία έχει μόνο ο αμέσως ζημιωθείς από αυτήν, το πρόσωπο δηλαδή που είναι φορέας ή δικαιούχος του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε από την άδικη πράξη, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, του άρθρου 919 του ΑΚ μόνο εκείνος έναντι του ή και του οποίου η ζημιογόνος συμπεριφορά του υπαιτίου αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο οποίος έτσι είναι και ο αμέσως ζημιωθείς. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν δεν εφαρμόστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του.
ΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξέθετε σ' αυτήν: Ότι από το έτος 1985 συνεργαζόταν με την Τράπεζα Εργασίας, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και η οποία, εκτός από τις χορηγούμενες πιστώσεις με ανοικτούς λογαριασμούς που είχε ανοίξει για κεφάλαια κίνησης, είχε χρηματοδοτήσει και επενδύσεις της αναιρεσείουσας στο εργοστάσιό της στα Ιωάννινα. Ότι το έτος 1993 η ενάγουσα ζήτησε την υπαγωγή της στον Κανονισμό ΕΟΚ 866/1990 (που προέβλεπε 50% επιδότηση από ΕΟΚ, 25% δανειακά κεφάλαια και 25% ίδια κεφάλαια) για επένδυση ύψους ενός δισεκατομμυρίου δραχμών, που αφορούσε την επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων και τον εκσυγχρονισμό του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργοστασίου της στην κοινότητα Κατσίκα Ιωαννίνων, μετά δε από αίτησή της η ίδια Τράπεζα Εργασίας στις 6-4-1993 εκδήλωσε ενδιαφέρον για την επένδυση αυτή και έτσι δρομολογήθηκε η διαδικασία εγκρίσεως της. Ότι ο βασικός εταίρος και διαχειριστής της ενάγουσας Δ. Σ. διατηρούσε τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων σε συνάλλαγμα στο υποκατάστημα 37 της Τράπεζας Εργασίας, ύψους τότε τουλάχιστον 510.000 δολαρίων ΗΠΑ, και στα μέσα Μαΐου του 1994 ο εν λόγω διαχειριστής της, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά και ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, ζήτησε από το ως άνω υποκατάστημα τη δραχμοποίηση των δολαρίων του, ώστε να συνεισφέρει ως κεφάλαιο στην ενάγουσα το ποσό που θα προέκυπτε και με αυτό η τελευταία να εξοφλήσει τις οφειλές της προς την τράπεζα αυτή από τη λήψη πιστώσεων για κεφάλαια κίνησης με ανοικτούς λογαριασμούς, να εξυγιανθεί οικονομικά ενόψει της επέκτασης που σχεδίαζε και να μην επιβαρύνεται με τους ιδιαίτερα υψηλούς την εποχή εκείνη τόκους. Ότι με την ισοτιμία της 17-5-1994 η δραχμοποίηση θα απέφερε 126.085.260 δραχμές, που θα συνεισέφερε ο διαχειριστής προς αύξηση του κεφαλαίου της, και η ενάγουσα με το ποσό αυτό θα εξοφλούσε τις προς την εναγομένη οφειλές της, ανερχόμενες τότε σε 116.000.000 δρχ., και θα της απέμενε το υπόλοιπο ποσό (10.085.260 δρχ.), ώστε να μην αναγκαστεί στις 15-6-1994 να δανειστεί εκ νέου 15.000.000 δρχ. από την εναγομένη για κεφάλαιο κίνησης. Ότι το ως άνω υποκατάστημα Εργασίας αρνήθηκε παράνομα να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό του διαχειριστή της, με σκοπό να ωφελείται από την είσπραξη τόκων από τις συμβάσεις χορήγησης πιστώσεων σ' αυτή. Ότι στην επιμονή του η εν λόγω τράπεζα απάντησε ότι αν συνέχιζαν να προτάσσουν το αίτημα αυτό, η τράπεζα θα σταματούσε τη χρηματοδότηση της εταιρείας για κεφάλαιο κίνησης, δεν θα εξέδιδε εγγυητική επιστολή ύψους 90.000.000 δρχ. που της ήταν απαραίτητη για τη συμμετοχή της στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα και δεν θα συμμετείχε στη χρηματοδότηση του επενδυτικού αυτού σχεδίου. Προκειμένου λοιπόν να μη ματαιωθεί το σχέδιό της αυτό συνεχίζει η ενάγουσα εξαναγκάστηκε ο διαχειριστής της να διατηρήσει την κατάθεση σε δολάρια ΗΠΑ με πολύ μικρό τόκο κατάθεσης, αυτή δε να δανείζεται πληρώνοντας πολλαπλάσιους τόκους. Ότι το Μάιο του 1995, για να περιορίσει τις δαπάνες της από τις πληρωμές τόκων δανείστηκε από την τράπεζα 700.000 δολάρια ΗΠΑ που είχαν μικρότερο επιτόκιο, δάνειο με το οποίο εξόφλησε υποχρεώσεις της προς την εναγομένη και το οποίο δεν θα ήταν αναγκαίο να συνάψει αν είχε γίνει η αιτηθείσα δραχμοποίηση. Ότι το Μάιο του 1999 οι δόσεις και οι τόκοι των ληφθέντων δανείων ανέρχονταν σε δεκάδες εκατομμύρια δραχμών, η δε ενάγουσα είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση. Ότι ο διαχειριστής της, συμβουλευθείς δικηγόρο, ζήτησε εγγράφως στις 6-5-1999 να δραχμοποιηθεί ο ως άνω λογαριασμός του και το προϊόν της δραχμοποίησης να κατατεθεί στους δανειακούς της λογαριασμούς. Ότι η Τράπεζα Εργασίας, αντιληφθείσα ότι στένεψαν τα περιθώρια εκμετάλλευσης της ενάγουσας, την ίδια ημέρα δραχμοποίησε το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω λογαριασμού του διαχειριστή της, για να λήξει έτσι η "κατάσταση ομηρίας" της ενάγουσας, στην οποία έχει περιέλθει με την προαναφερθείσα παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, συνεπεία της οποίας ζημιώθηκε κατά το ποσό των τόκων που υποχρεώθηκε να πληρώσει στην τελευταία, όσο διαρκούσε η άρνησή της, στα πλαίσια του παραπάνω ανοικτού λογαριασμού, για ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία του μη δραχμοποιηθέντος συναλλάγματος (126.085.260 δρχ), όπως αυτό αυξανόταν ανά τρίμηνο με τους κεφαλαιοποιούμενους τόκους, δοθέντος ότι αν η Τράπεζα εκτελούσε την εντολή δραχμοποίησης, το ποσό θα ετίθετο στην διάθεση της ενάγουσας από το διαχειριστή της. Ότι ειδικότερα, από την ως άνω αιτία η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-1994 μέχρι 6-5-1999 κατά το συνολικό ποσό των 221.059.045 δρχ. ή 648.743,67 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή. Ότι την 7-5-1999 η Τράπεζα διοχέτευσε στους εκκρεμείς λογαριασμούς της ενάγουσας το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος της δραχμοποίησης, ήτοι 130.063.728 δρχ., αλλά κατά παράβαση της σχετικής εντολής του διαχειριστή της Δ. Σ. το κράτησε δεσμευμένο στον αναφερόμενο στην αγωγή άτοκο λογαριασμό όψεως της ενάγουσας, παρά τις έντονες αντιδράσεις της, με συνέπεια αυτή από 1-4-1999 έως 31-3-2000, που έγινε τελικά η εν λόγω διοχέτευση, να πληρώσει επιπλέον τόκους στην εναγομένη, ζημιωθείσα κατά το ποσό των 25.770,32 ευρώ, όπως επίσης αναφέρεται στην αγωγή. Ότι στις 18-11-1996 υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και του ως άνω υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας η υπ'αρ. 1582 σύμβαση δανείου δρχ. 225.000.00, αφορώσα τη συμμετοχή της Τράπεζας στην ανωτέρω επένδυση, πλην όμως αυτή, χωρίς συμβατική πρόβλεψη, επιβάρυνε κάθε τμηματική εκταμίευση από το εν λόγω δάνειο επένδυσης με ποσοστό 30% και το ποσό που προέκυπτε το κατέθετε ως εγγύηση στον υπ' αρ. ... λογαριασμό καταθέσεων που άνοιξε αυθαίρετα στο όνομα της ενάγουσας για το σκοπό αυτό, με συνέπεια από την παραπάνω παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης να υποστεί ζημία για το χρονικό διάστημα από 2-12-1996 έως 19-2-1999 ανερχόμενη σε 13.664,88 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή. Και βάσει του ιστορικού αυτού ζητούσε η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη Τράπεζα οφείλει να της καταβάλει τα ανωτέρω ποσά και συνολικά το ποσό των 688.178,87 ευρώ, ως αποζημίωση για ισόποση ζημία την οποία υπέστη, από την προαναφερθείσα και όπως την χαρακτηρίζει "αντισυμβατική, αυθαίρετη, κακόπιστη, καταχρηστική, εκβιαστική, αντίθετη με τα χρηστά ήθη, αντίθετη με τα συναλλακτικά ήθη και ως εκ τούτων παράνομη" συμπεριφορά της Τράπεζας Εργασίας, συνισταμένη στην άρνησή της να εκτελέσει την εντολή του βασικού της (αναιρεσείουσας) εταίρου και διαχειριστή Δ. Σ. για τη δραχμοποίηση του ειρημένου λογαριασμού του σε συνάλλαγμα και τον εξαναγκασμό του να διατηρήσει την κατάθεσή του αυτή και να μην τη διαθέσει κατά τον προαναφερθέντα τρόπο που επιθυμούσε (εισφορά στην αναιρεσείουσα) και, περαιτέρω, στη δέσμευση του δραχμοποιηθέντος ποσού και την κατά τα προεκτεθέντα επιβάρυνση κάθε τμηματικής εκταμίευσης του δανείου, με τα προειρημένα αποτελέσματα (πληρωμή τόκων κ.λπ.). Από το κατά τα ανωτέρω ιστορικό και αίτημα της ένδικης αυτής αγωγής προκύπτει ότι κατ' αυτήν (αγωγή) η αναιρεσείουσα είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή φέρεται ως δικαιούχος του προσβληθέντος εννόμου αγαθού (περιουσίας) και έναντι ακριβώς αυτής η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης αντίκεται στο χρηστά ήθη. Επομένως η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες περί αδικοπραξιών διατάξεις και εκείνες των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ , οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και το Εφετείο, που, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, με την αιτιολογία ότι υπό τα ιστορούμενα σ' αυτήν η αναιρεσείουσα ήταν εμμέσως και όχι αμέσως ζημιωθείσα, παραβίασε με την μη εφαρμογή τους τις διατάξεις αυτές και υπέπεσε, έτσι στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγους της αιτήσεως της.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναί δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5607/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ