Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
1253/2011 AI generated

1253/2011 · 1253/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1253/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 1253 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα ΥφανÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1253/2011

Απόφαση 1253 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1253/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Ι. του Ι., 2) ..., 3) Ομόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ι. Α.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΛΑΪΦ (INTERLIFE) Α.Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "DRIVE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "DRIVE Α.Ε." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24/11/2005 και 7/12/2005 κύριες αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, τις από 14/1/2006 (2) αγωγές της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, τις από 20/2/2006 προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, τις με αριθμούς κατάθεσης 20488/2006 και 20489/2006 παρεμπίπτουσες αγωγές των δεύτερης και τρίτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και τις με αριθμούς κατάθεσης 10230/2006 και 10231/2006 αγωγές της τρίτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39386/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1586/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/3/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 28/1/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1β από την περ.19, 1δ από την περ.11, του τρίτου από την περ.8 και του 6β από την περ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 189, 192 του ΕμπΝ και 11 παρ.1 του ν. 489/1976 συνάγεται ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται από τον ασφαλιστή η κάλυψη ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν ο οδηγός του κατά το χρόνο του ατυχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή να αποζημιώσει το ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον αντισυμβαλλόμενο ή ασφαλισμένο και να του ζητήσει ό,τι κατέβαλε στο ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημιάς του. Η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφαλίσεως, είτε με παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που έχει δημοσιευθεί στο 745 ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Ειδικότερα, το άρθρο 25 παρ.8 αυτής ορίζει ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προκαλούμεναι καθ' όν χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. (ν. 614/1977). Το άρθρο αυτό ορίζει στην παρ.3 ότι σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος ή σωματικής βλάβης εάν υπάρχουν ενδείξεις χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, γίνεται υποχρεωτικός έλεγχος προς διαπίστωση της μέθης του οδηγού ή πεζού και χρησιμοποιείται προς τούτο κάθε κατάλληλο επιστημονικό μέσο και στην παρ.5 ότι με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών. Με τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η υπ' αρ. 13382/Φ/705 11/δ/25-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Δημοσίας Τάξεως και Συγκοινωνιών η οποία ορίζει ότι η μεγίστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα, πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη είναι 0,50%. Από την ποσότητα αυτή και πέραν και μέχρι των 0,80% πρέπει να απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάσταση, τρόπος οδηγήσεως) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης. Από 0,80% υφίσταται πλήρης απόδειξη. Στη συνέχεια, εκδόθηκε ο ν. 2094/1992 που και αυτός καταργήθηκε από το ν.2696/1999 το άρθρο 42 του οποίου αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από το άρθρο 43 του νέου ν.2936/2001, ο οποίος προβλέπει ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Με κοινές δε αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να ορισθεί και μικρότερο, ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζόμενων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου, που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με βάση τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η υπ'αριθ.43500/5691/12-8-2002 ΥΑ (ΦΕΚ τ. Β αρ. φ. 1055) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ.2 της οποίας, η διαπίστωση της χρήσης οινοπνεύματος από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων και σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων από οδηγούς και πεζούς, γίνεται είτε με ηλεκτρονική αλκοολομετρική συσκευή, είτε με αιμοληψία, θεωρείται δε ότι ο οδηγός του οχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εάν στο αίμα του ανιχνευτεί οινόπνευμα σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 01,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 αυτής, σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος λαμβάνεται υποχρεωτικά από τα θανόντα πρόσωπα (οδηγούς ή πεζούς) πάντοτε αίμα για εξέταση, από δε τους ζώντες, εάν δεν υπάρχουν ειδικώς παθολογικοί λόγοι που να το εμποδίζουν. Στα λοιπά ατυχήματα, λαμβάνεται αίμα, μόνο στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η εξέταση των εμπλεκομένων με τις ηλεκτρονικές αλκοολομετρικές συσκευές.

Στην προκείμενη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 3022/10/2533-δ'/16-10-2005 και 3022/10/2533-α'/21-10-2005 εκθέσεις εξέτασης και επανεξέτασης αίματος αντίστοιχα, για τον προσδιορισμό αλκοόλης του τμήματος χημείου της Υποδ/νσης Εγκλημ/κων Ερευνών Βορείου Ελλάδος, που εκδόθηκαν κατόπιν δειγματοληπτικής εξέτασης του αίματος του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων, οδηγού του ζημιογόνου ως άνω οχήματος που ενεπλάκη σε θανατηφόρο ατύχημα, προκύπτει, ότι το αποτέλεσμα υπήρξε θετικό για αλκοόλη σε ποσότητα 0,58% και 0,52% αντίστοιχα, η οποία επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα οδήγησης (βλ. άρθρ. 42 ΚΟΚ, σε συνδ. με την υπ' αριθμ. ΑΥ ΣΥΓΚ και ΔΗΜ.ΤΑΞ. 13382/Φ 705 11/11Δ της 25/26-11-1997 που ορίζει ως ανώτατο ανεκτό όριο οινοπνεύματος στο αίμα για οδηγούς το 0,50%). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με την παραδοχή ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του ως ζημιογόνου φερόμενου υπ' αρ. ... οχήματος και συνέτρεχε συνεπώς περίπτωση εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη κατά το άρθρο 8 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και 25 παρ.8 της υπ' αρ. Κ4 585/1978 Υ.Α. παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 42 ΚΟΚ, της υπ' αρ. 43500/5691/12-8-2002 ΥΑ και του άρθρου 25 παρ.8 της υπ' αρ. Κ4 585/1978 Υ.Α. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη πρόκειται περί θανατηφόρου ατυχήματος για τη διαπίστωση της ύπαρξης οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού λαμβάνεται υποχρεωτικά αίμα για εξέταση από τους ζώντες, στο δε αίμα του ανωτέρω αναιρεσείοντος κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης ανιχνεύτηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,58% και 0,52% αντίστοιχα, που υπερβαίνει το προβλεπόμενο από την ΥΑ 43500/5691/12-8-2002 ποσοστό του 0,20%, β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι χωρίς καμιά αιτιολογία, άλλως, με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο σε κατάσταση μέθης, αναφερόμενη μόνο στη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ανίχνευση οινοπνεύματος στο αίμα του, και όχι και σ' αυτή με τη συσκευή αλκοολομέτρου. Και ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο υπαίτιος του ατυχήματος οδηγός βρισκόταν με βάση την αιμοληπτική εξέταση, στην οποία υποχρεωτικά υποβλήθηκε, σε κατάσταση μέθης κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων και δεν αποτελεί έλλειψη η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη του αποτελέσματος της εξέτασης του εν λόγω οδηγού με ηλεκτρονική συσκευή. γ) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος κατά το οποίο κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος ο πρώτος αναιρεσείων δεν έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της μετ' επικλήσεως πρωτοβαθμίως και ενώπιον του Εφετείου προσκομισθείσης από 16-10-2005 έκθεσης εξέτασης οδηγού με ηλεκτρονική συσκευή για προσδιορισμό αλκοόλης, με την οποία κατά την πρώτη εξέταση του (πρώτου αναιρεσείοντος) ανιχνεύτηκε οινόπνευμα κατά μεν την πρώτη εξέταση σε ποσοστό 0,42 κατά δε τη δεύτερη εξέταση σε ποσοστό 0,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα ήτοι, σε ποσοστό μη υπερβαίνον το προβλεπόμενο ως άνω από την υπ' αρ. 43500/5691/12-8-2002 ΥΑ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 16-10-2005 έκθεσης εξέτασης οδηγού, ως αποδεικτικό μέσο, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια. δ) από τον αριθμό 11 του άρθρου του ΚΠολΔ επειδή κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος κατά το οποίο κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν έλαβε υπόψη το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν πρωτοβαθμίως, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη αποδεικτικό μέσο, ήτοι την από 16-10-2005 ως ανωτέρω έκθεση εξέτασης οδηγού. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα γενικώς τα έγγραφα, που μετ' επίκληση προσκομίζονται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από 16-10-2005 έκθεση εξέτασης οδηγού, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα, και την επίμαχη ως άνω έκθεση εξέτασης οδηγού.

Επειδή, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις. Μια τέτοια περίπτωση προβλέπεται στο άρθρο 25 περ.8 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με το οποίο, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίας προξενούμενες σε χρόνο, που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η δεσμευτικότητα του όρου αυτού προϋποθέτει τη συμπερίληψή του στην ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία μπορεί, είτε να ενσωματωθεί αυτούσιος, είτε να γίνει σχετική παραπομπή στην, ως άνω διάταξη της υπουργικής απόφασης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο, και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Για την ενεργοποίηση δε του όρου αυτού πρέπει να προκληθεί ζημία σε τρίτο από εμπλοκή αυτοκινήτου οδηγούμενου από πρόσωπο που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών υπό τους όρους του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Μόνη όμως η ανίχνευση οινοπνεύματος δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στην απαλλαγή του ασφαλιστή αλλά απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, η συνιστώσα δηλ. την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους συμπεριφορά του βαρυνόμενου με αυτό προσώπου πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την ασφαλιστική περίπτωση που γεννά την υποχρέωση του ασφαλιστή ν' αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο. Τούτο, ρητώς πλέον ορίζεται με την προσθήκη της νέας διατάξεως του άρθρου 6 β παρ.1 εδ. β' του Ν. 489/1976. Εξ άλλου, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Κατά την έννοια δε της διάταξης του αριθμού 19 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσία δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ, 42 ΚΟΚ καθώς και εκείνων της υπ' αρ. 43500/5691/12-8-2002 ΥΑ, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως μη περιέχουσα καθόλου αιτιολογίες, άλλως, ως έχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, διότι απέρριψε το λόγο της έφεσής τους (αναιρεσειόντων) κατά τον οποίο η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του εκ τούτων πρώτου, είτε με τη μέθοδο αιμοληψίας, είτε με το αλκοολόμετρο, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, και δεν επέδρασε, ούτε μπορούσε αντικειμενικά να επιδράσει στην επέλευσή του, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί να προβληθεί από τον ασφαλισμένο έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και τη ζημίας. Με την εν λόγω αιτιολογία, ενόψει και του περιεχομένου του όρου στο άρθρο 8 του υπ' αρ. ... ασφαλιστηρίου, που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο των με αρ. κατ. 3560/24-1-2006 και 3561/24-1-2006 παρεμπιπτουσών αγωγών της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας "INTERIFE AE", κατά των αναιρεσειόντων καθώς και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενων (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), και έχει επί λέξει "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν 1. ... 2. ... 7. εάν κατά το ατύχημα, ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος", η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και περαιτέρω αποφάνθηκε επί της ουσίας με πλήρη και σαφή αιτιολογία στον προταθέντα ως ανωτέρω λόγο. Έτσι, ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφ' όσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή έκδηλη αντίθεση προς αυτά. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία αντιθέτως υπάρχει προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία τίθενται με την ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος. Περαιτέρω, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Εξ άλλου, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως ακόμη και αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους. Τέλος, για να ιδρυθεί ο λόγος, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, πρότειναν στην κατ' έφεση δίκη την και πρωτοβαθμίως παραδεκτώς προταθείσα, ένσταση καταχρηστικής άσκησης των επίμαχων με αρ. κατ. 3560/24-1-2006 και 3561/24-1-2006 παρεμπιπτουσών αγωγών της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας "INTERLIFE AE" κατ' αυτών (αναιρεσειόντων), ισχυριζόμενοι ειδικότερα, ότι η άσκησή τους υπερβαίνει τα τιθέμενα όρια με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι α) το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αίτια άσχετα με οποιαδήποτε μέθη του πρώτου αναιρεσείοντος, β) η περιεκτικότης της αλκοόλης στο αίμα του ήταν σε ελάχιστα ποσοστά (0,52% με τη μέθοδο της αιμοληψίας και 0,10% με αλκοολόμετρο). γ) η οποιαδήποτε περιεκτικότητα αλκοόλης στο αίμα του δεν επηρέασε, ούτε μπορούσε να επηρεάσει αντικειμενικά την επέλευση του ένδικου ατυχήματος και δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, και δ) από την παραδοχή τους θα υποστούν δυσανάλογη ζημία. Υπό τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα. Έτσι το Εφετείο που δεν την έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και κατά συνέπεια, ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση του θανατωθέντος προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως β) παράνομη και υπαίτια (επομένως και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στον άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Σχέση εξάλλου προστήσεως υπάρχει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν χρησιμοποιείται ρητώς η λέξη πρόστηση, όμως παρατίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που τη συγκροτούν και την εξειδικεύουν όπως τούτο συμβαίνει όταν στην αγωγή παρατίθεται ότι ο επιβαίνων στο ζημιογόνο αυτοκίνητο ως συνοδηγός ιδιοκτήτης του για οποιαδήποτε λόγο εμπιστεύεται και παραχωρεί την οδήγησή του σε άλλο πρόσωπο προς εκτέλεση συγκεκριμένης διαδρομής. Η διάταξη θεσπίζει γνήσια αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος δηλαδή ευθύνη ανεξάρτητη από ίδιο πταίσμα του προστήσαντος. Επομένως στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς την επίβλεψή του ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς είχε αναπτύξει πρωτοβουλία κατά την παροχή της υπηρεσίας που του ανατέθηκε. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η ιστορική βάση της αγωγής πρέπει να εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αν τέτοιο στοιχείο αποτελεί μία νομική έννοια, όπως είναι η πρόστηση, τότε, σύμφωνα με την ισχύουσα στο χώρο του δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμενου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου, δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της εν λόγω νομικής έννοιας, αλλά αρκεί να εκτίθενται τα βασικά εκείνα περιστατικά που επιτρέπουν στον μεν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούται η νομική έννοια, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερομένων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα, δεν απέρριψε ως αόριστες τις με αρ. κατ. 3560/24-1-2006 και 3561/24-1-2006 παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERLIFE A.Α.E.Γ.Α." κατά τη βάση τους εκ της προστήσεως (άρθρ. 922 ΑΚ) λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένων περιστατικών της επικαλούμενης πρόστησης του πρώτου των αναιρεσειόντων στην οδήγηση του ζημιογόνου οχήματος από την τρίτη αυτών (αναιρεσειόντων) εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ι. ΟΕ". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη ως απαράδεκτος διότι η συγκεκριμενοποίηση της επικληθείσης νομικής έννοιας της "πρόστησης" μπορεί να γίνει και με ειδικότερα περιστατικά προκύπτοντα από την αποδεικτική διαδικασία. β) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν προτάθηκαν σε σχέση με τη βάση της πρόστησης και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι "ο οδηγός Η. Ι. και ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας "Αφοί Ι. ΟΕ", εντασσόμενος στον επαγγελματικό κύκλο αυτής, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της ως άνω εταιρίας, κατόχου του ζημιογόνου οχήματος ... υπήρξε δε προστηθείς από αυτή οδηγός αυτού κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος". Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος με την ίδια ως ανωτέρω, για την υπό στοιχείο α πλημμέλεια, αιτιολογία και γ) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και σχέση έχουν με την κατοχή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την πρόστηση στην οδήγησή του, του εκ των αναιρεσειόντων πρώτου. Ο λόγος αυτός υπό τα γενόμενα ως ανωτέρω δεκτά από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 489/1976 "ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση της εν τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 6 του ίδιου νόμου "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα της προθέσεως". Κατά δε την παρ.1 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου "με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παρ.1 του άρθρου 10, ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.8 της με αρ. Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ' ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν υπάρχει λόγος απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, ο πρώτος δύναται να μετακυλίσει στο δεύτερο τη ζημία του τρίτου, αφού ικανοποιηθεί ο τελευταίος. Δηλαδή έναντι του τρίτου δεν απαλλάσσεται ο ασφαλιστής και υπεισέρχεται στη θέση του ο ασφαλισμένος, ο οποίος κατά κανόνα ήδη ευθύνεται από την αδικοπραξία σε βάρος τρίτου. Η μετακύλιση αυτή επιδιώκεται μέσω της αναγωγής. Η δυνατότητα αναγωγής, στις περιπτώσεις συνδρομής λόγου απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, θεμελιώνεται στην ίδια ασφαλιστική σύμβαση, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παρ.1 του Ν. 489/1976. Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος το οποίο απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνον τον οδηγό αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό. Εξ άλλου, πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων. Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις, αφορούν τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε με τη μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τ' ακόλουθα: Με την υπ. αρ. .../2090 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης που υπεγράφη μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ" ως εκμισθώτριας, καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχωνεύσεως αυτής με απορρόφηση είναι η εταιρία "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ" και της δεύτερης εναγόμενης ως μισθώτριας, σε συνδυασμό με το από 21-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, παραχωρήθηκε στη δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "DRIVE AE" η χρήση του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, αποκτήσασα δε αυτή την κατοχή του ως άνω οχήματος, τη μεταβίβασε στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αρ. .../2005 συμβολαίου μακροενοικίασης που καταρτίστηκε στις 21-9-2005 σε συνδυασμό με το υπ' αρ. μισθωτήριο συμβόλαιο στην τρίτη συνεναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ι. ΟΕ". Η ως άνω μίσθωση ορίστηκε για χρονικό διάστημα 60 μηνών με έναρξη από 21-9-2005 και λήξη 20-9-2010, ενώ εξουσιοδοτημένος οδηγός ορίστηκε ο πρώτος εναγόμενος Η. Ι.. Το ως άνω όχημα χρησιμοποιούσε η εναγόμενη εταιρία "Αφοί Ι. ΟΕ" για τις ανάγκες της επιχείρησής της κινητής τηλεφωνίας, αποκομίζουσα οικονομικό όφελος από αυτό, ενώ ο οδηγός Η. Ι. και ομόρρυθμο μέλος της ως άνω, εντασσόμενος στον επαγγελματικό κύκλο αυτής, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές της ως άνω εταιρίας, κατόχου του προαναφερομένου οχήματος, υπήρξε δε προστηθείς από αυτή οδηγός αυτού κατά το χρόνο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ενώ δεν αποδείχθηκε ότι κατ' ουσίαν κάτοχος ήταν ο ίδιος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κυρίως εναγόμενοι.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) από τον αριθμό 8 του άρθρου559 του ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη τον και πρωτοβαθμίως και στην κατ' έφεση δίκη προταθέντα ισχυρισμό με το δεύτερο της εφέσεως λόγο κατά τον οποίο η τρίτη των αναιρεσειόντων (και ο εκ τούτων δεύτερος ως εταίρος αυτής) δεν υπέχει ευθύνη αποζημιώσεως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας "INTERLIFE AE", ως κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου λόγω μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του Ν. ΓΠΝ/1911 και β) από τον αριθμό 19, αληθώς όμως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τον ως άνω λόγο εφέσεως απέρριψε σιωπηρά κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του Ν. ΓΠΝ/1911. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα, ως άνω προς επιστήριξή του, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση του περιεχομένου των με αρ. κατ. 3560/24-1-2006 και με αρ. κατ. 3561/24-1-2006 παρεμπιπτουσών αγωγών της ασφαλιστικής ως ανωτέρω εταιρίας κατ' αυτών και δεν είναι πράγματα κατά την έννοια της προπαρατεθείσης διάταξης, και κατά το δεύτερο σκέλος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι με την προαναφερόμενη κρίση του το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη τον και πρωτοβαθμίως και στην κατ' έφεση δίκη προταθέντα ισχυρισμό με τον πέμπτο της εφέσεως λόγο κατά τον οποίο οι παρεμπίπτουσες αγωγές της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας κατά του δεύτερου και της τρίτης των αναιρεσειόντων καθώς και κατά του πρώτου αυτών οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι μη νόμιμες διότι δεν είναι ούτε "αντισυμβαλλόμενοι", ούτε "ασφαλισμένοι", ούτε "οδηγοί" του ζημιογόνου αυτοκινήτου. β)από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι τον ως άνω λόγο εφέσεως απέρριψε σιωπηρά δηλαδή χωρίς αιτιολογία και γ) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι τον ως άνω λόγο εφέσεως απέρριψε σιωπηρά κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 Ν. 489/76 και 25}8 της Κ4 585/1978 Υ.Α. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 8, 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμος και δη κατά το πρώτο σκέλος διότι ο επικαλούμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά νομικό επιχείρημα, κατά το δεύτερο σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται σε νομικό επιχείρημα και δεν ιδρύει τον ερευνώμενο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, διότι με την κρίση του που προαναφέρθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή εάν οι περιεχόμενες στη διάταξη του άρθρου 25 της ΥΑ Κ4/585/5-4-1978 απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, περί αποκλεισμού της ευθύνης του στις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση της παρ.8, όταν ο υπαίτιος οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής αν και δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ. Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανόμενων στην ως άνω υπουργική απόφαση, είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφ' όσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο-ασφαλισμένο, καθ' όσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου, ή την τοποθέτηση στο παμπρίζ του αυτοκινήτου του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαιώσεως της ασφάλισης ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος. Εφ' όσον με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο ως άνω όρο της περίπτωσης 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. που συντρέχει, όταν ο υπαίτιος οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα: 'Όπως αποδείχθηκε περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος Η. Ι., τον οποίο είχε προστήσει η τρίτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο τελευταίος, ο οποίος είναι και εξουσιοδοτημενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βάσει της προαναφερόμενης με αριθμό .../2005 σύμβασης εκμίσθωσης του ως άνω αυτοκινήτου από την τέταρτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "DRIVE AE" στην ως άνω τρίτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, παρέλαβε το "ειδικό σήμα" και την "ειδική βεβαίωση ασφάλισης" του άρθρου 24 της ως άνω Υπουργικής απόφασης, κατέβαλε το ασφάλιστρο και προέβη στη δήλωση του ανωτέρω ατυχήματος στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα και επομένως, αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση και τη λειτουργία αυτής με τους ανωτέρω γενικούς όρους, των οποίων έλαβε γνώση, μεταξύ των οποίων και όροι του άρθρου 25 παρ.8 της ως άνω Κ4/585/78 ΑΥΕ, κατά τον οποίο η ασφάλιση δεν καλύπτει ζημίες προκαλούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση.

Συνεπώς, καταρτίσθηκε η ως άνω σύμβαση ασφάλισης και με την ανωτέρω αποδοχή της πρότασης από τον ως άνω ασφαλισμένο-προστηθέντα από την τρίτη παρεμπιπτόντως εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, στην οδήγηση του ως άνω οχήματος.

Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σε σχέση με το πρόσωπο μετά του οποίου καταρτίστηκε η ένδικη ασφαλιστή σύμβαση με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το προαναφερόμενο ζήτημα και γ) διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ. αρ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθόσον ενώ σ' αυτό συμβάλλεται με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία "INTERLIFE AE" η κυρία του ζημιογόνου αυτοκινήτου "ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ", δέχεται, ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίστηκε με τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσειόντων. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ο πρώτος διότι από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι τα περιστατικά σχετικά με τα πρόσωπα που κατάρτισαν την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως αναφέρονται σ' αυτήν, δηλαδή προτάθηκαν από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, ο δεύτερος διότι με τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε σχετικά με το ζήτημα αυτό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και ο τρίτος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν πως η επίμαχη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και των αναιρεσειόντων αποδεικνύεται από το επικαλούμενο ως παραμορφωθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού κατά τα άρθρα 339 και 432-485 του ΚΠολΔ εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή κυρίως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από τα αληθινό, εξ αιτίας του οποίου κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 περ.4 και 559 αρ.20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο ώστε να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε, ως περιεχόμενο του εγγράφου, διαφορετικό από εκείνο που περιέχει.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, αναφορικά με τις παρεμπίπτουσες αγωγές της δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων (DRIVE AE και Ι. Κ.) κατά των αναιρεσειόντων και τ' ακόλουθα: Σύμφωνα δε με το υπ' αρ. .../2005 συμβόλαιο μακροενοικίασης που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας "DRIVE AE" και της ομορρύθμου εταιρίας "Αφοί Ι. ΟΕ" του ως άνω ζημιογόνου οχήματος, η τελευταία ανέλαβε έναντι της ως άνω εκμισθώτριας, σύμφωνα με τους όρους 4 και 7 αυτού ότι ο εξουσιοδοτημένος οδηγός και ο μισθωτής οφείλουν να κάνουν επιμελή χρήση του αυτοκινήτου, το οποίο απαγορεύεται να χρησιμοποιείται εάν ο εξουσιοδοτημένος οδηγός ευρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των όρων 4 και 7 του ανωτέρω υπ. αρ..../2005 συμβολαίου μακροενοικίασης. Ο λόγος αυτός χωρίς να εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του ενδιαφέροντος τμήματος του εν λόγω συμβολαίου μακροενοικίασης και ειδικότερα των όρων 4 και 7 αυτού και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους, το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένα τους ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του, δέχθηκε περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το πραγματικό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω τις αοριστίας του.

Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτιθεμένα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 6-3-2009 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 1586/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2009 αίτηση των 1. Η. Ι., 2.Α. Ι. και 3. της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Ι. ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αρ. 1586/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ