Legislator Case Law & Legislation
1253/2007 AI generated

1253/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1253/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1253 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

1253/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1253 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1253 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1253/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ...... και 2. ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και την από 10 Οκτωβρίου 2001 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2002 μη οριστική και 283/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1016/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Μαρτίου 2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 12 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το απαράδεκτο να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στην ίδια διάταξη εξαιρέσεις. Τέτοια εξαίρεση εισάγεται με το εδάφιο γ' της διατάξεως αυτής που αναφέρεται σε ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τη δημόσια τάξη. Αλλά για να ληφθεί υπόψη λόγος αναιρέσεως, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και στηρίζεται σε ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει να αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δίκης, ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται, είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους αυτής (ΑΠ 285/1987).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι μετά την παραδοχή της εφέσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων, παρά το νόμο προέβη στην εκδίκαση της αγωγής αυτής, καθόσον η εκδίκασή της τόσο πρωτοδίκως, κατά τη δικάσιμο, στην οποία εκδόθηκε η εκκληθείσα απόφαση, όσο και κατ' έφεση ήταν απαράδεκτη, λόγω μη τηρήσεως των αναφερομένων στην έγγραφη προδικασία διατάξεων του ΚΠολΔ, που αφορούν στη δημόσια τάξη. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προβληθεί στο Εφετείο το προβαλλόμενο απαράδεκτο ή (είχαν υποβληθεί) οι πραγματικές προϋποθέσεις, στις οποίες στηρίζεται ο ισχυρισμός περί μη τηρήσεως της προδικασίας για την εκδίκαση της ανωτέρω αγωγής, ούτε το αποδιδόμενο σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

ΙΙ. Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα και προσκομισθείσα από τους αναιρεσείοντες 2/24.3.2003 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του γιατρού ....., την οποία είχε διατάξει το πρωτόδικο δικαστήριο για την πιστοποίηση της οράσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου από τον τραυματισμό των οφθαλμών του στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικώς με το πιο πάνω ζήτημα έλαβε υπόψη και την ανωτέρω δικαστική πραγματογνωμοσύνη, την έκθεση της οποίας ρητώς μνημονεύει στην απόφασή του (βλ. δεύτερη σελίδα πέμπτου και έκτου φύλλων αυτής).

ΙΙΙ. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο Ν. ΓΠΝ/1911), προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής. Επί εκτροπής επιβατικού αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου τελεί σε κατάσταση μέθης και αδυναμίας εντεύθεν να το οδηγήσει με ασφάλεια, ο συνεπιβάτης του εμπρόσθιου καθίσματος, που εμπιστεύεται την μεταφορά του στον οδηγό αυτόν και τραυματίζεται κατά το εν λόγω ατύχημα, βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα, αν γνώριζε ή βάσει των περιστάσεων μπορούσε να γνωρίζει τη μειωμένη ικανότητα του οδηγού για οδήγηση συνεπεία της μέθης του. Επίσης, η παράλειψη του ίδιου συνεπιβάτη να προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 1 και 3 και 81 παρ. 16 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές κακώσεις του. Στην παραπάνω περίπτωση, το δικαστήριο καθορίζει το ύψος του ποσοστού της συνυπαιτιότητας του συνεπιβάτη του αυτοκινήτου στην επέλευση της ζημίας του, λαμβάνοντας υπόψη το πταίσμα αυτού ως προς αμφότερες τις πιο πάνω δύο εκδηλώσεις του. Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας. Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του εδαφίου β' του αριθμού 1 του αυτού ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι στις 3.3.2000 και περί ώρα 3.30 π.μ., το επιβατικό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο από αυτούς και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη από τους αναιρεσίβλητους και στο οποίο ήταν συνεπιβάτης στο μπροστινό κάθισμα ο πρώτος από αυτούς, έβαινε επί της εθνικής οδού Αγρινίου - Θέρμου με κατεύθυνση προς την πρώτη πόλη, όταν δε έφθασε στο 2ο χιλιόμετρο της οδού αυτού, όπου υπάρχει επικίνδυνη δεξιά στροφή, εκτράπηκε από την πορεία του προς τα αριστερά και επέπεσε σε παρακείμενο εκτός του οδοστρώματος δένδρο, με αποτέλεσμα ο συνεπιβάτης πρώτος αναιρεσίβλητος να τραυματιστεί σοβαρώς στο κεφάλι, υποστάς θλαστικά τραύματα μετώπου, ρήξη βολβού του δεξιού οφθαλμού και τραύμα του κερατοειδούς χιτώνα του αριστερού οφθαλμού. Ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ατυχήματος αυτού είναι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός του αυτοκινήτου, διότι τελούσε σε κατάσταση μέθης, εξαιτίας της οποίας δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις και τα χαρακτηριστικά της οδού ταχύτητα και δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτουμένους χειρισμούς. Ότι ο συνεπιβάτης του αυτοκινήτου πρώτος αναιρεσίβλητος δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, η παράλειψή του δε αυτή βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το είδος του τραυματισμού του και την έκταση της ζημίας του, ενώ γνώριζε τη μέθη του οδηγού του αυτοκινήτου και την εξαιτίας αυτής αδυναμία του να οδηγήσει με ασφάλεια και παρόλα αυτά δέχθηκε και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο. Και ότι έτσι ο πρώτος αναιρεσίβλητος βαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια κατά ποσοστό 30% στην επέλευση και στην έκταση του τραυματισμού του για αμφότερες τις πιο πάνω αιτίες, κατά η βάσιμη εν μέρει ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού, βάσει του οποίου, στη συνέχεια, το Εφετείο μείωσε κατ' ίσο ποσοστό το ποσό των αγωγικών ζημιών του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και καθόρισε το ύψος των επιδικασθεισών απαιτήσεών του για πρόσθετη χρηματική παροχή λόγω της αναπηρίας του εξαιτίας της απώλειας της οράσεώς του από τον ένα οφθαλμό και της μειωμένης οράσέως του από τον άλλο οφθαλμό και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση της ζημίας, δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο για την επάρκεια των αιτιολογιών του αυτών να προσδιορίσει ιδιαιτέρως το ποσοστό υπαιτιότητας για κάθε μία από τις δύο αιτίας, που δέχτηκε ότι απαρτίζουν το πταίσμα του αναιρεσιβλήτου, ήτοι για την παράλειψη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας και την επιβίβασή του στο αυτοκίνητο εν γνώσει της μέθης του οδηγού αυτού, αλλ' αρκεί ότι καθόρισε τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό μειώσεως του ποσού της αποζημιώσεως για αμφότερες τις παραπάνω ενέργειές του. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο β' του αριθμού 1 του ίδιου άνω άρθρου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση της βαρύτητας του όλου συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου και τον καθορισμό του ποσοστού μειώσεως του ποσού της ζημίας του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

IV. Επειδή, σε περίπτωση αγωγής κατά περισσότερων προσώπων, τα οποία ευθύνονται εις ολόκληρον και τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας, η προβολή της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως περί παραλείψεως του παθόντος να μετριάσει την έκταση της αποθετικής του ζημίας ενεργεί υποκειμενικώς (άρθρο 486 ΑΚ). Επομένως, δεν ωφελείται εκείνος, που δεν την πρότεινε ή δεν την πρότεινε παραδεκτώς, ενώ έκανε τούτο άλλος ομόδικός του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και θεμελιώνουν έτσι το αίτημά τους. Τον λόγο αυτόν νομιμοποιείται να προβάλει μόνο ο διάδικος, που πρότεινε τον ισχυρισμό νομίμως και παραδεκτώς. Επομένως, δεν νομιμοποιείται στην προβολή της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας εκείνος από τους συνεναγομένους, ο οποίος δεν πρότεινε παραδεκτώς την ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος στην έκταση της ζημίας του, εκ του λόγου ότι άλλος ομόδικός του την είχε προτείνει παραδεκτώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 14 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί παραλείψεως του παθόντος πρώτου αναιρεσιβλήτου να μειώσει την αποθετική του ζημία με την άσκηση άλλου προσοδοφόρου επαγγέλματος, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται ποιό άλλο επάγγελμα μπορούσε να μετέλθει ο παθών, παρόλο που η ευθυνόμενη εις ολόκληρον με εκείνους τότε ομόδικός τους δεύτερη αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις της, είχε προβάλει ορισμένως την πιο πάνω ένσταση, καθορίζοντας το δυνάμενο να ασκηθεί από τον παθόντα άλλο επάγγελμα. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, πρωτίστως, για έλλειψη νομιμοποιήσεως των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.3.2006 αίτηση των ..... και ..... για αναίρεση της 1016/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ