Supreme Court dismisses appeal as lower court properly evaluated evidence regarding ingratitude and revocation of gift.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding the revocation of a gift due to ingratitude. The appellant argued that the lower court ignored specific testimonies and documents proving the recipient's ungrateful behavior, but the court found these items had been properly considered. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's assessment of evidence remained within its discretionary bounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review of the lower court's evaluation of evidence is limited and cannot overturn the finding that all submitted proof was duly examined and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1252 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1252/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Κ. Σ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου της αρχικής ενάγουσας Ζ. Κ.. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσόβολο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Α., κατοίκου Κομοτηνής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπορδόκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2013 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ζ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14844/2019 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1/2021 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 44/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αρχικώς ενάγουσα και ήδη αποβιώσασα, την 23-12-2015, Ζ. Κ. του Π., κάτοικος εν ζωή Αθηνών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 8-3-2013 αγωγή της, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία εξέθετε, ότι με το υπ' αριθ. 1557/31.5.2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ. - Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Π.
Κ., ανιψιό της, την ψιλή κυριότητα του περιγραφομένου στην αγωγή διαμερίσματος της ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην Αθήνα, παρακρατώντας για τον εαυτό της, εφ' όρου ζωής, την επικαρπία του ακινήτου. Ότι η ίδια (ενάγουσα) προέβη στην προαναφερόμενη δωρεά, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή λόγοι ευπρεπείας έναντι του εναγομένου, παρά μόνο με την πεποίθηση, ότι θα λάμβανε την φροντίδα και την συμπαράσταση του εναγομένου ενόψει του επερχόμενου εντός των επομένων ετών γήρατος.
Ότι ο εναγόμενος επέδειξε απέναντί της αγνωμοσύνη και αχαριστία με βαρύ παράπτωμα, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, και για τον λόγο αυτό με την από 26.2.2013 εξώδικη δήλωσή της, επιδοθείσα στον εναγόμενο, ανακάλεσε την προς αυτόν δωρεά της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της και του ζήτησε να της αποδώσει την (ψιλή) κυριότητα του ως άνω διαμερίσματος, πλην όμως o εναγόμενος αρνήθηκε να το πράξει.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι με την προαναφερομένη εξώδικη δήλωσή της ανακλήθηκε η ανωτέρω δωρεά της ψιλής κυριότητας του ακινήτου της, αξίας 63.031 ευρώ, λόγω αχαριστίας του εναγομένου δωρεοδόχου, και να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βούλησης περί αναμεταβίβασης σ' αυτήν της ψιλής κυριότητας του ακινήτου.
Δικάσιμος της αγωγής αυτής ορίσθηκε η 25.2.2016. Πριν όμως από τη συζήτησή της και δη την 23.12.2015 απεβίωσε η άνω ενάγουσα, με συνέπεια τη βιαία διακοπή της δίκης, την οποία συνέχισε έκτοτε η ήδη αναιρεσείουσα Μ. συζ. Κ. Σ., ως μόνη εκ διαθήκης κληρονόμος της αρχικώς ενάγουσας, η οποία επανέφερε με την από 18.10.2016 κλήση της την άνω αγωγή προς συζήτηση, εκδόθηκε δε σχετικά η υπ' αριθ. 14844/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αυτό αναρμόδιο καθ' ύλην και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.
Κατόπιν αυτού, η αναιρεσείουσα επανέφερε με κλήση της προς συζήτηση την αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο με την υπ' αριθ. 1/2021 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η αναιρεσείουσα την από 14.6.2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 44/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσία αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση από 19.7.2022 αίτηση αναιρέσεως, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 του ΑΚ, "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή". Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, ιδιαίτερα όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη φροντίδας και περίθαλψης, καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή εκ μέρους του δωρεοδόχου με λόγο και έργο. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει την αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά την συμπεριφορά αυτήν με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητού ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα κατά αντικειμενική κρίση στις νομικές έννοιες του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στην συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι απεδείχθησαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέως παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 655/2014).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του ΑΚ, ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, και συνεπώς μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή, πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία, βεβαίως, μπορεί να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της αποδείξεως, ενώ η μη αναφορά στη δήλωση του λόγου ανάκλησης, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης.
Επιφέρει δε η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς τα νόμιμα αποτελέσματά της, από το χρόνο που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανακλήσεως (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1375/2014, ΑΠ 1832/2011). Κατά συνέπεια, για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς, πρέπει, αφενός ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου και αν αυτός αφορά την επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία, να αποδείξει το έναντι του βαρύ παράπτωμα, από το οποίο προήλθε αυτή (ΑΠ 35/2020, ΑΠ 1439/2017, ΑΠ 655/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Η αρχική ενάγουσα Ζ. Κ. του Π. και της Ελένης, κάτοικος εν ζωή Αθηνών, απεβίωσε, άγαμη, την 23/12/2015, σε ηλικία 84 ετών, στην Γενική Κλινική Πειραιώς "Ιπποκράτης".
Η αποβιώσασα ενάγουσα, με την τελευταία, υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, συνταχθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ο., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ'αριθμ.... πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την ανιψιά της (τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής της Ανδρονίκης) Μ.
σύζυγο Κ. Σ., η οποία δεν αποποιήθηκε την κληρονομία και ως καθολική διάδοχος αυτής συνέχισε τη δίκη που είχε ανοίξει με την υπ' αριθμό κατάθεσης 38663/3599/11-3-2013 αγωγή της ανωτέρω ενάγουσας,.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα ενάγουσα Ζ. Κ. και ο εναγόμενος τυγχάνουν συγγενείς τρίτου βαθμού και ειδικότερα o εναγόμενος είναι ανιψιός της αποβιώσασας, τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της Α.
Κ.. Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4406 και αριθμό 498, η αρχική ενάγουσα μεταβίβασε αιτία δωρεάς εν ζωή, στον εναγόμενο ανιψιό της την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος της ιδιοκτησίας της, εμβαδού 70 τ.μ., με ποσοστό επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής 49/1000 εξ αδιαιρέτου, κειμένου στον τέταρτο πάνω από το ισόγειο όροφο της πολυκατοικίας κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 290 τ.μ., ευρισκομένου επί των οδών ...
και ..., στο Δήμο Αθηναίων. Με το ίδιο συμβόλαιο η ως άνω δωρήτρια παρακράτησε για τον εαυτό της, εφ' όρου ζωής, το δικαίωμα επικαρπίας επί του δωρηθέντος ακινήτου. Επίσης στο ίδιο συμβόλαιο καταχωρήθηκε η δήλωση της ενάγουσας ότι η εν λόγω δωρεά έλαβε χώρα για την εκπλήρωση ηθικού καθήκοντος και από λόγους ευπρεπείας, ενώ παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να την προσβάλει, να την ακυρώσει ή και να την ανακαλέσει.
Ωστόσο,... ανεξαρτήτως του χαρακτήρα που δόθηκε στο επίδικο δωρητήριο συμβόλαιο ως μη ανακλητού, μόνος ο ανωτέρω όρος στο συμβόλαιο δωρεάς ουδεμία ασκεί επιρροή, αφού δεν εκτίθενται στο εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θεμελιώνουν την κρίση ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας υπό την ως άνω έννοια.
Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι η μεταβίβαση του ακινήτου της δωρήτριας ενάγουσας έλαβε χώρα προς υλοποίηση της απόφασης αυτής, να διανείμει εν ζωή την περιουσία της στα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της (ανίψια της). Προς τούτο δε, πριν από την επίδικη δωρεά προς τον εναγόμενο, περί το έτος 1998, η αποβιώσασα ενάγουσα προέβη στην δωρεά της διώροφης μονοκατοικίας της ιδιοκτησίας της, ευρισκομένης στο Μεσολόγγι, προς τις ανιψιές της Α.
Σ. - Μ. και Μ. Σ. (συνεχίζουσα τη δίκη καλούσα), τέκνα της προαποβιώσασης αδελφής της Α. Μ.. Ειδικότερα, η αποβιώσασα ενάγουσα, αφού πρώτα προχώρησε και στην σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας επί της ως άνω διώροφης μονοκατοικίας της ιδιοκτησίας, με την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Μεσολογγίου, Ε. Π.
Κ. και συνέστησε δύο αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες-διαμερίσματα, ακολούθως μεταβίβασε, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, την κατοικία στον ισόγειο όροφο αυτής, εμβαδού 117,93 τ.μ. προς στην συνεχίζουσα τη δίκη - καλούσα Μ. Σ., και την κατοικία του πρώτου ορόφου στην αδελφή της τελευταίας, Μ.
Σ..... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, την 27-2-2013, η αρχική ενάγουσα επέδωσε προς τον εναγόμενο, την από 26-2-2013 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, με την οποία ανακάλεσε την επίδικη δωρεά που έλαβε χώρα με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κ. Κ., επικαλούμενη υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου που αποτελεί εκδήλωση αχαριστίας προς την ίδια.
Ειδικότερα η αρχική ενάγουσα, με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση ανάκλησης δωρεάς, επικαλέσθηκε τρία πραγματικά περιστατικά εκδήλωσης αχαριστίας και αγνωμοσύνης εκ μέρους του εναγομένου, ήτοι ότι: α) το έτος 2003 νοσηλεύθηκε αυθημερόν και στην συνέχεια χρειάστηκε να παραμείνει κατ' οίκον κλινήρης επί δεκαπέντε ημέρες, λόγω κατάγματος στο πόδι της, o δε εναγόμενος δεν ενδιαφέρθηκε για την υγεία της, β) τον Οκτώβριο του έτους 2012 υπεβλήθη σε επέμβαση καταρράκτη στα μάτια και νοσηλεύθηκε στην Πολυκλινική Αθηνών, χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί ή να την επισκεφθεί ο εναγόμενος, μολονότι του είχε ζητήσει βοήθεια και γ) το έτος 2012 υπεβλήθη σε δεύτερη επέμβαση, ενώ παράλληλα υπέφερε από πλευρική θλάση στους θωρακικούς μύες και κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, ο εναγόμενος την επισκέφθηκε με την οικογένειά του στην οικία της και διέμεινε μαζί της επί 10/ημερο, πλην όμως δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας της, αντιθέτως συμπεριφερόταν σαν να βρισκόταν σε διακοπές και απαίτησε από την ενάγουσα-δωρήτρια να της παραχωρήσει το κρεβάτι της σαν να ήταν στην δική του οικία.
Ωστόσο όμως από την όλη αποδεικτική διαδικασία ουδόλως αποδείχθηκε βαρύ παράπτωμα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ, του εναγομένου σε βάρος της ενάγουσας και δη υπό την επικαλουμένη μορφή της αχαριστίας λόγω αδιαφορίας για την υγεία της, οι δε, μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από την συνεχίζουσα τη δίκη-καλούσα, ένορκες βεβαιώσεις των Σ.
Γ. (φαρμακοποιού της ενάγουσας) και Ζ. Κ. (θυγατέρας της γειτόνισσας της ενάγουσας), ουδέν εισφέρουν προς τον σκοπό της απόδειξης του ανωτέρω κρίσιμου ζητήματος της εκδήλωσης αχαριστίας εκ μέρους του εναγομένου, καθώς και οι δύο ανωτέρω ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες αρκέσθηκαν να αναφέρουν ότι η καλούσα-συνεχίζουσα τη δίκη-ανιψιά της ενάγουσας, Μ.
Σ. είχε αναλάβει από ετών εξ ολοκλήρου την φροντίδα της ενάγουσας και ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν προσωπικά τον εναγόμενο και δεν είχαν αντιληφθεί επισκέψεις του στην ενάγουσα. Όλα δε τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την από την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αρχικής ενάγουσας Φ.
Σ. του Κ., ο οποίος είναι τέκνο της συνεχίζουσας τη δίκη-καλούσας και ο οποίος ουδέν συγκεκριμένο καταθέτει σχετικά με την επικαλούμενη υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, αλλ' αντιθέτως περιορίσθηκε απλώς στην επανάληψη του γεγονότος της διατύπωσης γενικών παραπόνων εκ μέρους της ενάγουσας-δωρήτριας, που αφορούσαν την συμπεριφορά του εναγομένου και της συζύγου του απέναντί της και στην συχνότητα της επικοινωνίας της με τον εναγόμενο-ανιψιό της...
Σχετικά με την συνολική συμπεριφορά του εναγομένου απέναντι στην ενάγουσα-δωρήτρια, για την οποία σαφώς καταθέτουν άπαντες οι ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες του εναγομένου, Γ. Ν., Β. Π., Μ. Τ. και Ζ. Σ., που εξετάσθηκαν με επιμέλειά του, αλλά και η μάρτυρας ανταπόδειξης Π. Μ.-σύζυγος του εναγομένου, η οποία εξετάσθηκε ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ήδη από έτος 1994 κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά του και εργαζόταν στην πόλη της Κομοτηνής.
Παρά την ύπαρξη μεταξύ τους της μεγάλης χιλιομετρικής απόστασης, τόσο η ενάγουσα όσο και o εναγόμενος διατηρούσαν στενή συναισθηματική σχέση και είχαν αναπτύξει μεταξύ τους ιδιαίτερο οικογενειακό και ψυχικό δεσμό, ο δε εναγόμενος έτρεφε πάντοτε αισθήματα αγάπης και στοργής προς την ενάγουσα θεία του, εκδήλωνε έμπρακτα το ενδιαφέρον του γι' αυτήν και την στήριζε ηθικά και υλικά, με συχνή τηλεφωνική επικοινωνία, επισκέψεις στην Αθήνα, φροντίδα για την ψυχαγωγία της και ενδιαφέρον για την πορεία της υγείας της.
Μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δωρεάς το έτος 2002 και στα έτη που ακολούθησαν, ο εναγόμενος συνέχισε, όπως και πριν, να επισκέπτεται και να φροντίζει την ενάγουσα-θεία του, όταν του το επέτρεπαν οι οικογενειακές και επαγγελματικές του υποχρεώσεις και να επικοινωνεί τακτικά μαζί της, καθώς επίσης και η ίδια η ενάγουσα-δωρήτρια επισκεπτόταν τον εναγόμενο και διέμενε μαζί του, στην κατοικία του στην Κομοτηνή.
Το γεγονός ότι οι δυο ανιψιές της ενάγουσας, ήτοι η καλούσα-συνεχίζουσα τη δίκη Μ. Σ. και η αδελφή της Α. Σ. διέμεναν στην Αθήνα, σε κοντινή απόσταση από την οικία της ενάγουσας και εξ αυτού του λόγου είχαν συχνότερη διά ζώσης επαφή μαζί της και της προσέφεραν μεγαλύτερη βοήθεια, ουδόλως αναιρεί την συγκριτικά μικρότερη προσφορά φροντίδας και βοήθειας εκ μέρους του εναγομένου, ούτε και υποδηλώνει αδιαφορία εκ μέρους αυτού προς την ενάγουσα.
Όσον αφορά τα επικαλούμενα από την ενάγουσα στην από 26-2-2013 εξώδικη δήλωση ανάκλησης δωρεάς περιστατικά αποδείχθηκε: α) Σχετικά με τον τραυματισμό (κάταγμα) της ενάγουσας στο πόδι, δεν χρειάστηκε νοσηλεία της, ούτε τοποθέτηση γυψονάρθηκα, ενώ την φροντίδα της για την παραμονή της κατ' οίκον και του κλινοστατισμού επί δεκαπέντε ημέρες, ανέλαβε για εκείνο το διάστημα η ανιψιά της Α.
Σ. (αδελφή της συνεχίζουσας τη δίκη-καλούσας), ο δε εναγόμενος επικοινωνούσε δια τηλεφώνου καθημερινά μαζί της, διότι ήταν αδύνατη η φυσική του παρουσία στην Αθήνα, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων στην Κομοτηνή. β) Σχετικά με την επέμβαση για το πρόβλημα όρασης (καταρράκτη), στην οποία η ενάγουσα υπεβλήθη τον Οκτώβριο του έτους 2012, ο εναγόμενος γνώριζε το πρόβλημα της όρασης της ενάγουσας ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2011, μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2012, όταν ο εναγόμενος μετέβαινε συχνότερα από το σύνηθες στην Αθήνα για επισκέψεις σε ιατρούς, λόγω προσωπικού του προβλήματος υγείας, κατά το διάστημα δε αυτό επισκεπτόταν την ενάγουσα και διέμενε στην κατοικία της.
Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2012, η ενάγουσα αποφάσισε την πραγματοποίηση της οφθαλμολογικής επέμβασης στην Πολυκλινική Αθηνών, χωρίς ποτέ να ενημερώσει τον εναγόμενο, για την οποία εξάλλου η ίδια δεν χρειάσθηκε νοσηλεία, ούτε και ιδιαίτερη φροντίδα, o δε εναγόμενος ενημερώθηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της.
γ) Σχετικά με την δεύτερη επέμβαση, στην οποία υπεβλήθη το έτος 2012, ουδόλως αναφέρεται το πρόβλημα υγείας της ενάγουσας, το είδος της επέμβασης αυτής και ο χρόνος πραγματοποίησής της, ο δε εναγόμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο περιστατικό. Όσον αφορά την επίσκεψη του εναγομένου και της οικογενείας του στην οικία της ενάγουσας στην Αθήνα και την δεκαήμερη παραμονή τους εκεί, έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του έτους 2012, όταν ο εναγόμενος εξαιτίας του προσωπικού του προβλήματος υγείας (βρέθηκε πάσχων από τη νόσο Peyronie), την 16-2-2012 εισήλθε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, εξήλθε την 18-2-2012 και ακολούθως παρέμεινε επί μία εβδομάδα κλινήρης υπό μερική ακινησία στην οικία της ενάγουσας.
Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως όλων των ανωτέρω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθούν αληθείς οι ως άνω αγωγικοί ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται και στην από 26-22013 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, με την οποία η ενάγουσα ανακάλεσε την επίδικη δωρεά, οι ενέργειες αυτές και παραλείψεις του εναγομένου ουδόλως υποδηλώνουν βαρύ παράπτωμα του τελευταίου προς την ενάγουσα-δωρήτρια, υπό την έννοια της επίμεμπτης, παράνομης και αντίθετης με την κοινωνική ηθική συμπεριφοράς του ως δωρεοδόχου, συνιστώσα αχαριστία απέναντι στη δωρήτρια-ενάγουσα, ήτοι αποκαλύπτουσα έλλειψη ευγνωμοσύνης προς αυτήν.
Είναι γεγονός ότι κάθε άνθρωπος μεγάλης ηλικίας, με σταδιακά επιδεινούμενη κατάσταση υγείας, λόγω γήρατος όπως εν προκειμένω η ενάγουσα, πράγματι έχει ανάγκη από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος για την ψυχολογική του στήριξη, πλην όμως η έλλειψη τους, που συνιστά αναμφίβολα έλλειψη ενδιαφέροντος και φροντίδας και προκαλεί αρνητικά συναισθήματα στον εκάστοτε υπερήλικα, ουδόλως συνιστά αυτόματα και βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά, ή διαγωγή με την έννοια της διαπίστωσης ότι παραβιάζεται κανόνας δικαίου, ή οι αντιλήψεις περί κοινωνικής ηθικής και ευπρέπειας.
Στην προκειμένη περίπτωση η συνολική συμπεριφορά του δωρεοδόχου, πριν και μετά την σύναψη της δωρεάς υπήρξε η ίδια, δεν διαπιστώθηκε καμία αλλαγή ή μεταστροφή αυτής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος, ήδη από το έτος 1994 (πολύ πριν από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δωρεάς), μέχρι και τον θάνατο της δωρήτριας, κατοικούσε μόνιμα με την οικογένεια του στην Κομοτηνή, η δε ενάγουσα-δωρήτρια, η οποία κατοικούσε στην Αθήνα, γνώριζε το γεγονός και παρά ταύτα η απόσταση μεταξύ τους δεν την εμπόδισε να προβεί στην ένδικη δωρεά.
Επομένως, τα ως άνω περιγραφόμενα τρία περιστατικά, αφενός μεν δεν συνέβησαν όπως τα διηγείται η ενάγουσα στην εξώδικη δήλωση ανάκλησης δωρεάς και στην κρινομένη αγωγή της, αφετέρου δε ουδόλως δύναται να εκληφθούν ως εκδήλωση αχαριστίας προς την αρχική ενάγουσα-δωρήτρια, τέτοια που να αποδεικνύει έλλειψη συναισθήματος ευγνωμοσύνης της προς την ενάγουσα και βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί, αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του εναγομένου προς αυτήν, που αντιβαίνει σε κανόνες δικαίου, ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας, ιδία εάν ληφθεί υπόψη ότι την ενάγουσα δωρήτρια συνέδραμαν και φρόντιζαν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα οι ανιψιές της Μ.
Σ. και Α. Σ., οι οποίες διέμεναν στην Αθήνα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το τέλος του έτους 2012, ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι η κατάσταση υγείας της ενάγουσας έβαινε εξελισσόμενη και επιδεινούμενη λόγω των συμπτωμάτων άνοιας και του προχωρημένου της ηλικίας της (ήδη ηλικίας 82 ετών) και άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι σε μικρό χρονικό διάστημα η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να διαβιεί πλέον μόνη της.
Για τον λόγο αυτό ο εναγόμενος πρότεινε επανειλημμένως στην ενάγουσα να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει, πρόταση την οποία η ενάγουσα απέρριπτε προβάλλοντας προσωπικούς της λόγους, ήτοι την απομάκρυνσή της από την κατοικία της, το οικείο περιβάλλον της και από τον κοινωνικό της περίγυρο.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, την 12-2-2013, η ενάγουσα συνέταξε την ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως από την συμβολαιογράφο Αθηνών Μ. Β., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πρακτικού δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε μοναδικές κληρονόμους της τις ανιψιές Μ. Σ.- συνεχίζουσα τη δίκη - καλούσα και την αδελφή της Α.
Σ., στις οποίες κατέλειπε όλα τα κινητά που βρίσκονται στην κατοικία της επί της οδού ..., καθώς και όλα τα χρήματα που θα βρεθούν είτε σε μετρητά είτε σε λογαριασμούς καταθέσεων, διότι όπως αναφέρει η ίδια στη διαθήκη της αυτή, οι ανωτέρω ανιψιές της είναι αυτές που την φροντίζουν από χρόνια, ενώ έχει φροντίσει ήδη για όλα τα άλλα ανίψια της με δωρεές που έχει κάνει εν ζωή (εννοώντας τα ακίνητα), προκειμένου να τα βοηθήσει.
Είναι άξιο λόγου το γεγονός ότι στην διαθήκη της αυτή η ενάγουσα ουδέν παράπονο αναφέρει για την συμπεριφορά του εναγομένου-ανιψιού της σχετικά με την δωρεά που του έκανε, ενώ εντός των επομένων δέκα ημερών συντάσσεται από την ενάγουσα και κοινοποιείται στον εναγόμενο η εξώδικη δήλωση ανάκλησης δωρεάς.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα με την από 26-2-2013 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποιεί στον εναγόμενο την 27-2-2013, προβαίνει σε ανάκληση της δωρεάς της προς αυτόν και την 11-3-2013 καταθέτει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την κρινόμενη από 8-3-2013 αγωγή της, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 25-2-2016 και η οποία επιδόθηκε προς τον εναγόμενο 1-12-2015.
Ακολούθως, η ενάγουσα προέβη στην σύνταξη νέας διαθήκης, ήτοι της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης της, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ο., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ'αριθμ.... πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την ανιψιά της-συνεχίζουσα τη δίκη-καλούσα, Μ.
σύζυγο Κ. Σ., στην οποία κατέλειπε όλη την κατά τον χρόνο του θανάτου της ευρεθησομένη κινητή και ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών καταθέσεων και των απαιτήσεών της κατά τρίτων, καθώς και την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του διαμερίσματός της, κειμένου στον 4ο όροφο της επί της οδού ...
και ... πολυκατοικίας, με όλη την οικοσκευή και το περιεχόμενό του και το δικαίωμα να συνεχίσει τη δίκη που είχε ανοίξει με την κρινόμενη υπ' αριθμό κατάθεσης 38663/3599/11-3-2013 αγωγή της ενάγουσας. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, δικάσιμος της κρινόμενης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε η 25-2-2016 και η κρινόμενη αγωγή επιδόθηκε προς τον εναγόμενο 1-12-2015, η δε ενάγουσα απεβίωσε την 23-12-1015, πάσχουσα από άνοια, σηπτική καταπληξία και λοίμωξη αναπνευστικού....
Μετά την 27-2-2013, που έλαβε χώρα η επίδοση της εξώδικης δήλωσης ανάκλησης της δωρεάς, ο εναγόμενος, ο οποίος δεν γνώριζε για την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, επισκέφθηκε την ενάγουσα στην Αθήνα και με την παρουσία του μάρτυρα-ενόρκως βεβαιούντος-Γ. Ν., συζήτησε μαζί της και έλαβε από αυτήν την διαβεβαίωση ότι δεν ισχύει η ανάκληση της δωρεάς της.
Μετά την επίσκεψή του αυτή, ο εναγόμενος συνέχισε να επικοινωνεί τακτικά με την ενάγουσα και να την επισκέπτεται, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας αυτής, ενώ επανειλημμένως της είχε προτείνει να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει, λαμβάνοντας υπόψη του ότι η νόσος της γεροντικής άνοιας που την ταλαιπωρούσε έβαινε επιδεινούμενη και σύντομα θα χρειαζόταν την βοήθεια τρίτου.
Επομένως, από όλα τα ανωτέρω ουδόλως αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος-δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμά του αχάριστος απέναντι στην ενάγουσα-δωρήτρια, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, με συνέπεια να μην δικαιολογείται η ανάκληση της επίδικης δωρεάς προς αυτόν. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, με τις ίδιες αιτιολογίες οδηγήθηκε στην αυτή κρίση και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος κατά το ένα σκέλος, τρίτος και τέταρτος κατά το ένα σκέλος λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 1/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 505 και 509 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας του αναιρεσιβλήτου έναντι της αρχικώς ενάγουσας-δωρήτριας και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ανάκληση της ανωτέρω δωρεάς, ώστε να δικαιολογείται η κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, αφού, Α) προεχόντως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε βαρύ παράπτωμα του εναγομένου-δωρεοδόχου σε βάρος της ενάγουσας-δωρήτριας και δη υπό την επικαλουμένη μορφή της αχαριστίας λόγω αδιαφορίας για την υγεία της, καθόσον α) σχετικά με τον τραυματισμό (κάταγμα) της ενάγουσας στο πόδι, δεν χρειάστηκε νοσηλεία της, ούτε τοποθέτηση γυψονάρθηκα, ενώ την φροντίδα της για την παραμονή της κατ' οίκον και του κλινοστατισμού επί δεκαπέντε ημέρες, ανέλαβε για εκείνο το διάστημα η ανιψιά της Α.
Σ. (αδελφή της συνεχίζουσας τη δίκη), ο δε εναγόμενος επικοινωνούσε δια τηλεφώνου καθημερινά μαζί της, διότι ήταν αδύνατη η φυσική του παρουσία στην Αθήνα, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων στην Κομοτηνή, β) σχετικά με την επέμβαση για το πρόβλημα όρασης (καταρράκτη), στην οποία η ενάγουσα υπεβλήθη τον Οκτώβριο του έτους 2012, η ενάγουσα αποφάσισε την πραγματοποίηση της οφθαλμολογικής επέμβασης στην Πολυκλινική Αθηνών, χωρίς ποτέ να ενημερώσει τον εναγόμενο, για την οποία εξάλλου η ίδια δεν χρειάσθηκε νοσηλεία, ούτε και ιδιαίτερη φροντίδα, o δε εναγόμενος ενημερώθηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, και γ) σχετικά με τη δεύτερη επέμβαση, στην οποία φέρεται να υπεβλήθη η ενάγουσα το έτος 2012, ο εναγόμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο περιστατικό, όσο δε αφορά την επίσκεψη του εναγομένου και της οικογενείας του στην οικία της ενάγουσας στην Αθήνα και την δεκαήμερη παραμονή τους εκεί, αυτή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του έτους 2012, όταν ο εναγόμενος εξαιτίας του προσωπικού του προβλήματος υγείας, την 16-2-2012 εισήλθε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, εξήλθε την 18-2-2012 και ακολούθως παρέμεινε επί μία εβδομάδα κλινήρης υπό μερική ακινησία στην οικία της ενάγουσας, και Β) και εάν ήθελε υποτεθούν αληθείς οι ως άνω αγωγικοί ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται και στην από 26-22013 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, με την οποία η ενάγουσα ανακάλεσε την επίδικη δωρεά, τα περιστατικά αυτά αντικειμενικώς αξιολογούμενα δεν συνιστούν βαρύ παράπτωμα του αναιρεσιβλήτου προς την ενάγουσα-δωρήτρια, υπό την έννοια της επίμεμπτης, παράνομης και αντίθετης με την κοινωνική ηθική συμπεριφοράς του ως δωρεοδόχου, συνιστώσας αχαριστία απέναντι στη δωρήτρια-ενάγουσα, ήτοι αποκαλύπτουσα έλλειψη ευγνωμοσύνης προς αυτήν, ενόψει του ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η συνολική συμπεριφορά του δωρεοδόχου, πριν και μετά την σύναψη της δωρεάς υπήρξε η ίδια, δεν διαπιστώθηκε καμία αλλαγή ή μεταστροφή αυτής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος, ήδη από το έτος 1994 (πολύ πριν από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δωρεάς), μέχρι και τον θάνατο της δωρήτριας, κατοικούσε μόνιμα με την οικογένεια του στην Κομοτηνή, η δε ενάγουσα-δωρήτρια, η οποία κατοικούσε στην Αθήνα, γνώριζε το γεγονός και παρά ταύτα η απόσταση μεταξύ τους δεν την εμπόδισε να προβεί στην ένδικη δωρεά, β) κατά το τέλος του έτους 2012, ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι η κατάσταση υγείας της ενάγουσας έβαινε εξελισσόμενη και επιδεινούμενη λόγω των συμπτωμάτων άνοιας και του προχωρημένου της ηλικίας της και για το λόγο αυτό πρότεινε επανειλημμένως στην ενάγουσα να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει, πρόταση την οποία η ενάγουσα απέρριπτε προβάλλοντας προσωπικούς της λόγους, ήτοι την απομάκρυνσή της από την κατοικία της, το οικείο περιβάλλον της και από τον κοινωνικό της περίγυρο, γ) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, την 12-2-2013, η ενάγουσα συνέταξε την ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε μοναδικές κληρονόμους της τις ανιψιές Μ.
Σ. και την αδελφή της Α. Σ., στις οποίες κατέλειπε όλα τα κινητά που βρίσκονται στην κατοικία της επί της οδού ..., καθώς και όλα τα χρήματα που θα βρεθούν είτε σε μετρητά είτε σε λογαριασμούς καταθέσεων, χωρίς να διατυπώνει κανένα παράπονο για την συμπεριφορά του εναγομένου-ανιψιού της σχετικά με την επίδικη δωρεά, και δ) ο εναγόμενος και μετά την 27-2-2013, που έλαβε χώρα η επίδοση της εξώδικης δήλωσης ανάκλησης της δωρεάς, συνέχισε να επικοινωνεί τακτικά με την ενάγουσα και να την επισκέπτεται, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας αυτής, ενώ επανειλημμένως της είχε προτείνει να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει.
Επομένως, υπό τα δεδομένα αυτά δεν συντρέχει περίπτωση βαριάς αντικοινωνικής συμπεριφοράς ή διαγωγής του εναγόμενου-δωρεοδόχου και άρα αχαριστίας του, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, με συνέπεια να μην δικαιολογείται η ανάκληση της επίδικης δωρεάς προς αυτόν. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 505 και 509 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή ο εναγόμενος-δωρεοδόχος δεν φάνηκε με βαρύ παράπτωμά του αχάριστος απέναντι στην ενάγουσα-δωρήτρια, κατά την έννοια του άρθρου 505 ΑΚ, με συνέπεια να μην δικαιολογείται η ανάκληση της επίδικης δωρεάς προς αυτόν.
Δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού. Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η αποβιώσασα ενάγουσα Ζ.
Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε αιτία δωρεάς εν ζωή, στον εναγόμενο ανιψιό της την ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου διαμερίσματός της, β) ότι η μεταβίβαση του ακινήτου της δωρήτριας ενάγουσας έλαβε χώρα προς υλοποίηση της απόφασης αυτής, να διανείμει εν ζωή την περιουσία της στα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών της (ανίψια της), προς τούτο δε, πριν από την επίδικη δωρεά προς τον εναγόμενο, περί το έτος 1998, η αποβιώσασα ενάγουσα προέβη στην δωρεά της διώροφης μονοκατοικίας της ιδιοκτησίας της, ευρισκομένης στο Μεσολόγγι, προς τις ανιψιές της Α.
Σ. - Μ. και Μ. Σ. (συνεχίζουσα τη δίκη), τέκνα της προαποβιώσασης αδελφής της Α. Μ., γ) ότι ο εναγόμενος, ήδη από έτος 1994 κατοικούσε μόνιμα με την οικογένειά του και εργαζόταν στην πόλη της Κομοτηνής, πλην όμως, παρά την ύπαρξη μεταξύ τους της μεγάλης χιλιομετρικής απόστασης, τόσο η ενάγουσα όσο και o εναγόμενος διατηρούσαν στενή συναισθηματική σχέση και είχαν αναπτύξει μεταξύ τους ιδιαίτερο οικογενειακό και ψυχικό δεσμό, ο δε εναγόμενος έτρεφε πάντοτε αισθήματα αγάπης και στοργής προς την ενάγουσα θεία του, εκδήλωνε έμπρακτα το ενδιαφέρον του γι' αυτήν και την στήριζε ηθικά και υλικά, με συχνή τηλεφωνική επικοινωνία, επισκέψεις στην Αθήνα, φροντίδα για την ψυχαγωγία της και ενδιαφέρον για την πορεία της υγείας της, τόσο πριν όσο και μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δωρεάς το έτος 2002, δ) ότι σχετικά με τον τραυματισμό (κάταγμα) της ενάγουσας στο πόδι, δεν χρειάστηκε νοσηλεία της, ούτε τοποθέτηση γυψονάρθηκα, ενώ την φροντίδα της για την παραμονή της κατ' οίκον και του κλινοστατισμού επί δεκαπέντε ημέρες, ανέλαβε για εκείνο το διάστημα η ανιψιά της Α.
Σ. (αδελφή της συνεχίζουσας τη δίκη), ο δε εναγόμενος επικοινωνούσε δια τηλεφώνου καθημερινά μαζί της, διότι ήταν αδύνατη η φυσική του παρουσία στην Αθήνα, λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων στην Κομοτηνή, ε) ότι σχετικά με την επέμβαση για το πρόβλημα όρασης (καταρράκτη), στην οποία η ενάγουσα υπεβλήθη τον Οκτώβριο του έτους 2012, η ενάγουσα αποφάσισε την πραγματοποίηση της οφθαλμολογικής επέμβασης στην Πολυκλινική Αθηνών, χωρίς ποτέ να ενημερώσει τον εναγόμενο, για την οποία εξάλλου η ίδια δεν χρειάσθηκε νοσηλεία, ούτε και ιδιαίτερη φροντίδα, o δε εναγόμενος ενημερώθηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της, στ) ότι σχετικά με τη δεύτερη επέμβαση, στην οποία φέρεται να υπεβλήθη η ενάγουσα το έτος 2012, ο εναγόμενος ουδέποτε ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο περιστατικό, ζ) ότι όσον αφορά την επίσκεψη του εναγομένου και της οικογενείας του στην οικία της ενάγουσας στην Αθήνα και την δεκαήμερη παραμονή τους εκεί, αυτή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του έτους 2012, όταν ο εναγόμενος εξαιτίας του προσωπικού του προβλήματος υγείας, την 16-2-2012 εισήλθε στο νοσοκομείο "ΥΓΕΙΑ", υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, εξήλθε την 18-2-2012 και ακολούθως παρέμεινε επί μία εβδομάδα κλινήρης υπό μερική ακινησία στην οικία της ενάγουσας, η) ότι η συνολική συμπεριφορά του δωρεοδόχου, πριν και μετά την σύναψη της δωρεάς υπήρξε η ίδια, δεν διαπιστώθηκε καμία αλλαγή ή μεταστροφή αυτής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος, ήδη από το έτος 1994 μέχρι και τον θάνατο της δωρήτριας, κατοικούσε μόνιμα με την οικογένεια του στην Κομοτηνή, η δε ενάγουσα-δωρήτρια γνώριζε το γεγονός αυτό και παρά ταύτα η απόσταση μεταξύ τους δεν την εμπόδισε να προβεί στην ένδικη δωρεά, θ) ότι, κατά το τέλος του έτους 2012, ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι η κατάσταση υγείας της ενάγουσας έβαινε εξελισσόμενη και επιδεινούμενη λόγω των συμπτωμάτων άνοιας και του προχωρημένου της ηλικίας της και για το λόγο αυτό πρότεινε επανειλημμένως στην ενάγουσα να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει, πρόταση την οποία η ενάγουσα απέρριπτε προβάλλοντας προσωπικούς της λόγους, ι) ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, την 12-2-2013, η ενάγουσα συνέταξε την ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία εγκατέστησε μοναδικές κληρονόμους της τις ανιψιές Μ.
Σ.- συνεχίζουσα τη δίκη - και την αδελφή της Α. Σ., στις οποίες κατέλειπε όλα τα κινητά που βρίσκονται στην κατοικία της επί της οδού ..., καθώς και όλα τα χρήματα που θα βρεθούν είτε σε μετρητά είτε σε λογαριασμούς καταθέσεων, χωρίς να διατυπώνει κανένα παράπονο για την συμπεριφορά του εναγομένου-ανιψιού της σχετικά με την επίδικη δωρεά, και ια) ότι μετά την 27-2-2013, που έλαβε χώρα η επίδοση της εξώδικης δήλωσης ανάκλησης της δωρεάς, ο εναγόμενος, ο οποίος δεν γνώριζε για την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, επισκέφθηκε την ενάγουσα στην Αθήνα, συζήτησε μαζί της και έλαβε από αυτήν την διαβεβαίωση ότι δεν ισχύει η ανάκληση της δωρεάς της, μετά δε την επίσκεψή του αυτή συνέχισε να επικοινωνεί τακτικά με την ενάγουσα και να την επισκέπτεται, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κατάσταση της υγείας αυτής, ενώ επανειλημμένως της είχε προτείνει να μετακομίσει στην πόλη της Κομοτηνής, προκειμένου να είναι κοντά του και να μπορεί να την φροντίζει.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτής ενδεικνύει ότι το μέσο αυτό δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1105/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τους αριθ. 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενώ ταυτόχρονα δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, επίσης, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε προς επίρρωση των ισχυρισμών της.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 8α, αφού δεν εκτίθενται συγκεκριμένα ποια πράγματα λήφθηκαν υπόψη χωρίς να προταθούν, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξειδικεύοντας περαιτέρω, ως πράγματα που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη, το γεγονός ότι το Εφετείο αποφάνθηκε ότι οι δύο προτεινόμενοι από αυτήν μάρτυρες, που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις προς υποστήριξη των ισχυρισμών της δεν εισέφεραν καθόλου για την απόδειξη της αχαριστίας του αντιδίκου, επειδή ανέφεραν ότι αυτή είχε αναλάβει από χρόνια την εξ ολοκλήρου φροντίδα της θανούσας θείας τους, ενώ τον αντίδικο δεν τον γνώριζαν καν, και επικαλούμενη στη συνέχεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντα από αυτήν περιστατικά που υποδηλώνουν κατάφωρα την αδιαφορία του αντιδίκου για την πορεία της υγείας της θείας της και δη ότι δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά υγείας που ταλαιπώρησαν τη θεία της και τη στάση - αδιαφορία του αντιδίκου σε όλη αυτή την κατάσταση, μη λαμβάνοντας υπόψη ούτε και την εξώδικο που η ίδια η θανούσα είχε αποστείλει στον αντίδικο, στην οποία αποτυπώνεται με κάθε λεπτομέρεια η βούληση και η θέληση της ιδίας απέναντι στην αχάριστη συμπεριφορά του αντιδίκου, όπως επίσης δεν έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι η θανούσα θεία της με την υπ' αριθ. ...
δημόσια διαθήκη της εγκατέστησε την ίδια μοναδική κληρονόμο της, παρέχοντάς της ταυτόχρονα το δικαίωνα να συνεχίσει τη δίκη που είχε ανοίξει με την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, καθώς και της ιδίας, αναφορικά με προβλήματα υγείας της δωρήτριας και την αδιαφορία του δωρεοδόχου, και τους απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν και δη ότι ο εναγόμενος δεν αδιαφόρησε για την υγεία της δωρήτριας, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί αχαριστία του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 505 ΑΚ.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού της δικαιοπαρόχου της περί αχαριστίας του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:
α) την μαρτυρική κατάθεση του Φ. Σ., β) τις υπ' αριθμούς 5331 και 5330/14-5-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Γ. και της Ζ. Κ., γ) την από 27.2.2013 εξώδικο της θανούσας θείας της προς τον αναιρεσίβλητο, και δ) την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη της αρχικώς ενάγουσας, από τα οποία αποδεικτικά μέσα αποδεικνυόταν ότι ο αναιρεσίβλητος με βαρύ παράπτωμά του αποδείχθηκε αχάριστος προς τη δωρήτρια θεία του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις υπ' αριθμούς 5331 και 5330/14-5-2019 ένορκες βεβαιώσεις του Σ.
Γ. και της Ζ. Κ., ληφθείσες μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, κάνοντας μάλιστα και ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός τούτων.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Ιουλίου 2022 αίτηση της Μ. συζ. Κ. Σ. για αναίρεση της με αριθ. 44/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ