Legislator Case Law & Legislation
1252/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation, ruling lower court correctly ignored irrelevant prior acquittals.

Case Number 1252/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Piraeus regarding a defamation case. The appellants argued the lower court erred by failing to consider prior acquittals and exonerating decisions that allegedly proved the truth of their claims. The court ruled that these prior decisions were legally irrelevant to the current defamation charge and did not influence the lower court's judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249, 495, 106, 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Prior acquittals or exonerating decisions in separate proceedings do not constitute relevant evidence for a new defamation claim if the current charge is based on distinct facts and the defendant has been irrevocably acquitted of the specific defamation charge.

Keywords

AI generated
defamation appeal irrelevant prior acquittal separate criminal proceedings legal costs award appeal dismissal Code of Civil Procedure evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 95/2009 of the Third Instance Court of Piraeus
Decision 729/2009 of the First Instance Court of Piraeus
Decision 684/2011 of the Third Instance Court of Piraeus
Decision 613/2017 of the Third Instance Court of Piraeus
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1252/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, 2) Π. συζύγου Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Πετούμενο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πάτση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4649/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 613/2017 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2017 αίτησή τους και τους από 26/12/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 247/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/5/2019 κλήση του.

Εκδόθηκε η 271/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 2/11/2020 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πρώτος αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 2-11-2020 κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη σημερινή δικάσιμο η από 15-12-2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων και των από 26-12-2018 πρόσθετων λόγων ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 271/2020 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης κατά το στη αναιρετική διαδικασία εφαρμοζόμενο άρθρο 249 ΚΠολΔ, για τους εκεί αναφερόμενους λόγους.

Υπόκειται προς κρίση η από 15-12-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 613/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 25-8-2011 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και η από 22-8-2014 αντέφεση του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 4649/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-7-2008 αγωγή του προαναφερθέντος ενάγοντος κατά των εναγομένων και υποχρέωσε τον πρώτο απ' αυτούς να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ και τη δεύτερη απ' αυτούς το ποσό των 8000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη βάσει της σε βάρος του αδικοπραξίας αυτών κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, επομένως, να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 318/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ το δικόγραφο των από 26-12-2018 πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31-12-2018, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα, εντός της αυτής προθεσμίας, στον αναιρεσίβλητο, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε και προσκομίζουν την έκθεση επίδοσης αυτών στον τελευταίο, ούτε προσκομίζεται έστω αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για επίδοση αυτών.

Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της άνω διατάξεως είναι η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αλήθειας τους. Διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση τους. Ως ειδήσεις, νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στη διάταξη αυτήν αγαθά, δηλαδή την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου, οι ειδήσεις δε αυτές πρέπει να αποδεικνύονται τελικά και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξ ολοκλήρου το σχετικό γεγονός, ή να παρουσιάζεται αυτό παραποιημένο, με γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας και να προκύπτει κίνδυνος για την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του προσώπου.

Ειδικότερα, οι διαδιδόμενες ή υποστηριζόμενες αναληθείς ειδήσεις πρέπει να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά. Έτσι η πίστη, το μέλλον ή το επάγγελμα ενός προσώπου θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο, όταν δημιουργούνται δυσμενείς παραστάσεις σε τρίτους και ειδικότερα σ' εκείνους με τους οποίους το πρόσωπο αυτό σχετίζεται κοινωνικά, οικονομικά ή επαγγελματικά, και έτσι προκαλείται ζημία του.

Τελευταία, δηλαδή, προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης από το άρθρο 920 ΑΚ είναι η απόδειξη (περιουσιακής) ζημίας, αιτιωδώς προκαλούμενη από την έκθεση σε κίνδυνο ενός των παραπάνω αγαθών. Επίσης, ο θιγόμενος μπορεί, με βάση το άρθρο 920 ΑΚ, να ζητήσει και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία.

Η προαναφερθείσα διάταξη ρυθμίζει μία ειδική μορφή αδικοπραξίας, με σκοπό την προστασία της οικονομικής υποστάσεως των ατόμων από ζημίες που θα μπορούσαν να προκληθούν με την υποστήριξη ή τη διάδοση αναληθών γεγονότων και ειδήσεων, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον τους. Η ίδια προστασία θα μπορούσε να παρασχεθεί και με βάση το άρθρο 57 του ΑΚ, που ρυθμίζει την υπαίτια προσβολή του απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα, αλλά η ως άνω ρύθμιση κρίθηκε αναγκαία, ώστε να μη δημιουργηθούν αμφισβητήσεις για το αν τα αγαθά που προστατεύονται από το άρθρο 920 του ΑΚ αποτελούν ή όχι εκφάνσεις του γενικού αυτού και απολύτου δικαιώματος στην προσωπικότητα.

Από τις διατάξεις εξάλλου του ως άνω άρθρου 57 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 59 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δίκαιο ανάγει τον άνθρωπο, καθ' εαυτόν, σε αυτοτελές αντικείμενο προστασίας και επιβάλλει το σεβασμό της προσωπικότητας του από τους τρίτους. Η προσωπικότητα, εξωτερικώς, παρίσταται με διάφορες εκφάνσεις, μεταξύ των οποίων θεωρείται προστατεύσιμη, κατά την επιστήμη και τις κοινωνικές συναλλακτικές αντιλήψεις, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι αυτόν.

Έτσι, στη σφαιρική προστασία της προσωπικότητας περιλαμβάνεται η άρση της προσβολής, η παράλειψη αυτής στο μέλλον και η ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με πληρωμή χρηματικού ποσού ή δημοσίευμα, ενώ η αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, η οποία προκλήθηκε από την προσβολή της, γίνεται με βάση εκείνα που ισχύουν στις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ., 57 ΑΚ).

Τέλος, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή. Όταν η υποστήριξη ή η διάδοση αναληθών ειδήσεων γίνεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 361, 362, 363 ΠΚ (εξύβριση, δυσφήμηση απλή ή συκοφαντική) είναι προφανές ότι, και πάλι, μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, με βάση το άρθρο 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε.

Από τις εν λόγω διατάξεις, συνάγεται ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά τον εκ μέρους του υπαιτίου ενώπιον τρίτου ισχυρισμό ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και υποκειμενικά τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου, καθώς και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.

Επίσης, απαιτείται το γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο παραπάνω ισχυρισμός ή η διάδοση να είναι ψευδές και ο δράστης να γνωρίζει την αναλήθειά του (ΑΠ 2209/2013, 217/2007). Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί. Το αδίκημα της δυσφήμησης περιλαμβάνει αντικειμενικά τον εκ μέρους του υπαιτίου ενώπιον τρίτου ισχυρισμό ή διάδοση γεγονότος πρόσφορου να βλάψει την τιμή και την υπόληψη άλλου και υποκειμενικά τη γνώση του δράστη ότι το γεγονός που ισχυρίζεται ή διαδίδει είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, καθώς και τη θέληση του να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.

Ως γεγονός, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται όχι μόνο κάθε πράξη και παράλειψη, αλλά και γενικότερα κάθε συγκεκριμένο συμβάν του εξωτερικού κόσμου παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, αλλά και κάθε συμπεριφορά ή συγκεκριμένη σχέση, αναφερόμενης το παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουσα στις αισθήσεις, αντικείμενη στην ηθική και ευπρέπεια, η οποία ανακοινούμενη σε τρίτον μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου.

Ως γεγονός, νοείται και η έκφραση γνώμης ή αξιολογική κρίση, καθώς και ο χαρακτηρισμός, όταν με την έκφραση συνδέεται και συσχετίζεται το γεγονός, ώστε με τη σύνδεση και τη σχέση τους με αυτό ουσιαστικά να προσδιορίζουν την έκταση της ποσοτικής και ποιοτικής βαρύτητας τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 εδ.

γ' του ΠΚ, ο υπαίτιος της δυσφημιστικής διάδοσης απαλλάσσεται από την υποχρέωση ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του παθόντος, αν η προσβολή αυτού έγινε προς εκτέλεση νομίμου καθήκοντος ή προς διασφάλιση (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι η ως άνω προσβλητική της τιμής και υπολήψεως του άλλου εκδήλωση στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την εκτέλεση του καθήκοντος, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η πραγματοποίηση του με άλλο τρόπο, δοθέντος ότι, αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους αυτούς, που προβάλλονται κατ' ένσταση, αίρεται το παράνομο της προσβολής, που στηρίζεται στη δυσφήμηση και στην προσβολή της προσωπικότητας (ΑΠ 712/2016, 265/2015).

Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν απαλλάσσεται ο υπαίτιος από την υποχρέωση αποκατάστασης της ηθικής βλάβης του παθόντος αν οι ανωτέρω εκδηλώσεις συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση ή, από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες η δημοσίευση έλαβε χώρα, προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης. Σκοπός εξύβρισης ενυπάρχει στον δράστη όταν ενσυνείδητα υπερβαίνει τα όρια του δικαιώματος κατά την κοινή κρίση του ορθά σκεπτόμενου και έχει άμεσο στόχο και ειδικό, την προσβολή της τιμής ή της υπόληψης τρίτου προσώπου, δηλαδή επιζητεί να μειώσει τον τρίτο.

Για τη διαπίστωση της ύπαρξης σκοπού εξύβρισης ερευνάται όχι η μεμονωμένη λέξη ή φράση αλλά το σύνολο του κειμένου εντός του οποίου έχουν παρεμβληθεί οι φερόμενες ως προσβλητικές λέξεις, συγχρόνως δε ελέγχεται το ειδικό περιεχόμενο της ενέργειας του αυτουργού της αξιόποινης πράξης, προκειμένου να κριθεί το είδος και η μορφή της προστασίας του δικαιώματος του, ένεκα του οποίου υποχρεώθηκε να εκφρασθεί κατά τρόπο μη ευπρεπή (ΑΠ 179/2011).

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019.

Και τούτο ανεξαρτήτως της πλημμέλειας της εν λόγω ενσωματώσεως, συνισταμένης στο ότι, καίτοι: α) στη σκέψη 16 του Προοιμίου της ως άνω Οδηγίας ορίζεται ότι "Το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται σε περίπτωση που δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών ή δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, αναφέρονται στον κατηγορούμενο ως να είναι ένοχος..." και β) στο άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής προβλέπεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι, όσο δεν έχει αποδειχτεί η ενοχή υπόπτου ή κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, στις δημόσιες δηλώσεις δημοσίων αρχών, καθώς και στις δικαστικές αποφάσεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις περί ενοχής, το εν λόγω πρόσωπο δεν αναφέρεται ως ένοχο", στη ρύθμιση του άρθρου 7 του ως άνω νόμου [τίτλος άρθρου:

Δημόσιες αναφορές στην ενοχή προσώπου (άρθρα 4 και 10 παρ. 1 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ)] που ορίζει το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, προς αποκατάσταση της βλάβης, την οποία υπέστη εξ αιτίας της προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις δημοσίων αρχών που έλαβαν χώρα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, πριν από την έκδοση της αποφάσεως σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, οι οποίες αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο στην εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του, είτε προβαίνουν σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση επί της υποθέσεως, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις μόνον για την περίπτωση παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας από τις δηλώσεις δημόσιων αρχών, ενώ έχει εκλείψει η αναφορά της οδηγίας και στις δικαστικές αποφάσεις.

Έτσι, πριν από το νόμο 4596/2019 η κατοχύρωση του τεκμηρίου αθωότητας στα προαναφερθέντα συμβατικά κείμενα (6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α., 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. και 48 παρ. 1 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.) επέκτεινε τη ρυθμιστική εμβέλεια του τεκμηρίου εντός της ημεδαπής έννομης τάξεως δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ πλέον η προστασία αυτού (τεκμηρίου), ως περιεχομένου της ανωτέρω οδηγίας, αποτελεί κανόνα δικαίου της Ενώσεως.

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή.

Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 93-96 Συντ. αφενός κατοχυρώνουν τη διάκριση των δικαστηρίων και αφετέρου κατανέμουν μεταξύ τους τη δικαιοδοσία σε διοικητική, πολιτική ή αστική και ποινική, κατ' αντιστοιχία των προβλεπομένων δικαστηρίων και των υπαγόμενων σε αυτά διαφορών ή και υποθέσεων.

Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη των ως άνω διακριτών δικαιοδοσιών επιτρέπει, εκτός άλλων, και τη δημιουργία αστικών και ποινικών διαφορών από την ίδια συμπεριφορά ή δραστηριότητα, που υπάγονται ακολούθως στις αντίστοιχες δικαιοδοσίες. Βασική συνέπεια, που αναδεικνύει το ουσιαστικό περιεχόμενο της διακρίσεως των τριών διακριτών δικαιοδοσιών, οι οποίες ενδέχεται να διασταυρώνονται, διατηρώντας όμως την ισοτιμία και την ανεξαρτησία τους, είναι το διακριτό δεδικασμένο των αποφάσεων κάθε δικαιοδοτικής λειτουργίας, το οποίο ορίζεται διαφορετικά από τον αντίστοιχο δικονομικό νομοθέτη (άρθρα: 321 επ.

Κ.Πολ.Δικ., 57 Κ.Π.Δ., 197 Κ.Δ.Δ.). Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή μόνον όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.).

Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως.

Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με διαφορετικό περιεχόμενο από την πρώτη, αναγνωρίζεται, δηλαδή, η αδικοπραξία του εναγομένου, όμως αυτός κηρύσσεται αθώος της ίδιας αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ επί πλέον το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση.

Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.

Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το ίδιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζονταν και οι καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, πράγμα, όμως, που επίσης δεν συμβαίνει, καθ' όσον αυτές εκτιμώνται ελεύθερα, ως τεκμήρια, με αποτέλεσμα, υπό την εκδοχή αυτή (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα δημιουργούνταν δύο κατηγορίες διαδίκων, τους οποίους τα πολιτικά δικαστήρια θα αντιμετώπιζαν διαφορετικά.

Στη μία κατηγορία (της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής αποφάσεως) το δικαστήριο θα έπρεπε να συμμορφωθεί με την ποινική απόφαση και στη δεύτερη κατηγορία (της αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως), τούτο (το δικαστήριο) θα την εκτιμούσε ελεύθερα, αν και πρόκειται για δικαιοδοτική κρίση από όμοιο (ποινικό) δικαστήριο.

Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας, στο ποινικό δίκαιο, για την διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε", αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό "δύνασθαι" του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 Α.Κ., "(......) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.

Η τοιαύτη αντικειμενικοποίηση της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, επειδή απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι", και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως.

Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα.

Είναι, εξ άλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Ενώ, στην ποινική δίκη το άρθρο 178 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. ορίζει ότι οι δικαστές και εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου και ότι αυτός δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ αυτού.

Στην ποινική δίκη ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα όχι μόνο να σιωπήσει, αλλά και, μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/343 με το ν. 4596/2019, δικαίωμα μη αυτοενοχοποιήσεως (άρθρο 104 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), τα οποία (δικαιώματα) δεν μπορούν να αξιοποιηθούν σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων (άρθρο 104 παρ. 3 Κ.Π.Δ.), ενώ στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.).

Εξ άλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν.

Τότε, μάλιστα, δεν θα μπορεί καν να ισχύει το επικαλούμενο τεκμήριο αθωότητας, αλλά ούτε και το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ομοίως, όταν ο εναγόμενος ερημοδικεί στην πολιτική δίκη, ενώ έχει αθωωθεί στην ποινική δίκη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει το άρθρο 271 του Κ.Πολ.Δικ.

και να δεχθεί την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δεν μπορεί να ανακύψει ζήτημα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας, εφόσον ο δικονομικός νομοθέτης αναγνωρίζει, ιδιαίτερα με τη δυνατότητα του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δικ., ακόμη δηλ. και δίχως τη συνδρομή λόγων ανακοπής ερημοδικίας, ότι ο εναγόμενος και αθωωθείς έχει δικαίωμα να μην εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά να εισάγει την υπόθεση με την άσκηση εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με μόνη συνέπεια την απώλεια ενός δικαιοδοτικού βαθμού.

Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής αποδείξεως, αντίστοιχα, με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποιθήσεως του καθενός δικαστηρίου.

Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση.

Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως, οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως, οφειλομένης σε αμφιβολίες. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.

Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Μία τέτοια θεώρηση δεν είναι σύμφωνη με τα δογματικά όρια του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν ανωτέρω, αλλά προσκρούει και στο Σύνταγμα, αφού έτσι δημιουργείται ένα είδος "αποδεικτικής δεσμεύσεως", ένα νέο είδος "δεδικασμένου", μη προβλεπόμενο από τον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ο οποίος κατήργησε την προϊσχύσασα, αντίθετη ρύθμιση, της ΠολΔ/1834 που στο άρθρο 12 όριζε: "αποφασισθέντος άπαξ του προδικαστικού ζητήματος παρά του αρμοδίου δικαστηρίου, δεν δύναται πλέον το άλλο δικαστήριον, είτε πολιτικόν, είτε ποινικόν, να επιχειρήση την έρευναν του αυτού ζητήματος" ή από άλλη ουσιαστική διάταξη, άρα ασύμβατο με τη συνταγματική διάκριση των δικαστικών δικαιοδοσιών, από τις οποίες πηγάζει η δικονομική αρχή για τη μη δέσμευση των πολιτικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις των ποινικών.

Δηλαδή, αν η "δέσμευση" αυτή ήθελε νοηθεί ως ιδιαίτερο είδος δεδικασμένου, ανακύπτει συνταγματικό κώλυμα από τις διατάξεις περί χωριστής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων. Αν πάλι το νέο αυτό είδος "δεσμεύσεως" μεταξύ δικαιοδοσιών συνιστά μία έκφραση της βεβαιωτικής ενέργειας ή αλλιώς διαπιστωτικής δυνάμεως των δικαστικών αποφάσεων, έννοια άγνωστη στο αστικό δικονομικό δίκαιο, τότε για τη δημιουργία τέτοιου είδους δεσμεύσεως απαραίτητη είναι η ύπαρξη ρητής νομοθετικής προβλέψεως (όπως στο άρθρο 5 Κ.Δ.Δ.), η οποία, εν προκειμένω, δεν υφίσταται.

Αν, τέλος, με την δέσμευση αυτή νοηθεί ότι καθιερώνεται μία ουσιαστικού δικαίου ένσταση επιγενόμενου αποκλεισμού της αδικοπρακτικής ευθύνης του αμετακλήτως αθωωθέντος, τότε, κατ' ανάγκην, προστίθεται ερμηνευτικά στο πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 του Α.Κ. ότι η αξίωση αποζημιώσεως καταλύεται, αν ο ζημιώσας αθωωθεί για την ταυτιζόμενη με το ποινικό αδίκημα αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Σε κάθε περίπτωση πάντως εφόσον ήθελε να γίνει δεκτή η "δέσμευση" του πολιτικού δικαστηρίου να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα "συμβατό με την αθωωτική απόφαση", και, επομένως, "να αποκλείσει την αστική αδικοπρακτική ευθύνη του αμετακλήτως αθωωθέντος κατηγορουμένου", διότι διαφορετικά "η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορουμένου και την αποδυναμώνει, κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", δεν έχει, κατ' αποτέλεσμα, καμιά διαφοροποίηση από το δεδικασμένο, καθ' όσον, άπαξ και ο κατηγορούμενος αθωωθεί αμετάκλητα στην ποινική δίκη, το πολιτικό δικαστήριο, όταν καλείται να αποφανθεί για το ίδιο ακριβώς βιοτικό συμβάν, δεσμεύεται από την κρίση αυτή και είναι υποχρεωμένο να απορρίψει την εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, χωρίς να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει την υπόθεση, όπως ακριβώς θα έπραττε και υπό προϋποθέσεις δεδικασμένου.

Ωστόσο, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem [Ε.Δ.Δ.Α.

D. κατά Ρουμανίας της 7.2.2012 (αριθμ. προσφυγής 124/2004)]. Άλλωστε, όπως δέχεται και το Ε.Δ.Δ.Α., δεν μπορούν να αποκλειστούν οι αξιώσεις αστικής αποζημιώσεως των ζημιωθέντων, που προκύπτουν από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, με βάση όμως "ένα λιγότερο αυστηρό βάρος αποδείξεως" (βλ.

ιδίως Ε.Δ.Δ.Α. Erkol κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α. D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.7.2013 (αριθμ. προσφυγής 25424/2009), Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Τουρκίας της 18.10.2016 (αριθμ. προσφυγής 21107/2007), Ε.Δ.Δ.Α. U. κατά Τουρκίας της 27.11.2018 (αριθμ. προσφυγών 53561/09 και 13952/11), Ε.Δ.Δ.Α. R. κατά Νορβηγίας της 11.2.2003 (αριθμ.

προσφυγής 34964/97), Ε.Δ.Δ.Α. F. κατά Γερμανίας της 3.10.2019 (αριθμ. προσφυγής 61985/2012), Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή παραβιάζει το κατοχυρωμένο στην Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1 και άρθρο 13), το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (άρθρο 47) και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προσβάσεως στο δικαστήριο, συνιστώντας αυθαίρετο και δυσανάλογο περιορισμό του σχετικού δικαιώματος του παθόντος (Ε.Δ.Δ.Α.

D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. Υ. κατά Noρβnγίας της 11.2.2003 (αριθμ. προσφυγής 56568/00) και αποδίδει στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος, καθώς θα απέκλειε κάθε ευθύνη του, παρά το ότι δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την αδικοπραξία, η προηγούμενη ποινική βεβαίωση της ενοχής του κατηγορουμένου.

Σε περιπτώσεις, μάλιστα, που ο ζημιωθείς δεν παρέστη στο ποινικό δικαστήριο για λόγους που δεν αφορούν τον ίδιο (π.χ. επί μη νόμιμης κλητεύσεως), η δικαστική του ακρόαση παραγκωνίζεται, με συνέπεια και στην περίπτωση αυτή να αποδίδεται στο πρόσωπο που τέλεσε την αδικοπραξία ένα αθέμιτο όφελος. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. (Ε.Δ.Δ.Α.

Σ. κατά Ελλάδας της 27.9.2007 (αριθμ. προσφυγής 35522/04), Ε.Δ.Δ.Α. Π. κατά Ελλάδας της 25.9.2008 (αριθμ. προσφυγής 42132/06), Ε.Δ.Δ.Α. Erkol κατά Τουρκίας της 19.4.2011 (αριθμ. προσφυγής 50172/06), Ε.Δ.Δ.Α H. κατά Κροατίας της 27.9.2011 (αριθμ. προσφυγής 23272/07), Ε.Δ.Δ.Α. D. κατά Ρουμανίας, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Ε.Δ.Δ.Α. A. κατά Τουρκίας, Ε.Δ.Δ.Α.

U. κατά Τουρκίας). Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (ως άνω Ε.Δ.Δ.Α.

F. κατά Γερμανίας). Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων τυγχάνει επιχειρηματίας, ο δε πρώτος των εναγομένων δικηγόρος Πειραιώς και η δεύτερη αυτών, σύζυγος του, συμβολαιογράφος Πειραιώς, με την οποία συστεγάζεται επαγγελματικά.Μεταξύ των διαδίκων υπήρχε επαγγελματική συνεργασία, η οποία άρχισε όταν το έτος 1996, ο ενάγων ανέθεσε στον πρώτο των εναγομένων οικογενειακή του υπόθεση, προκειμένου να την διεκπεραιώσει ο τελευταίος δικαστικά, ενώ επακολούθησε η ανάθεση σε τούτον, υπό την ως άνω ιδιότητα του, και άλλων νομικών υποθέσεων του ενάγοντος και ο, κατά το έτος 1999, διορισμός του εναγομένου από τον ενάγοντα, ως γενικού πληρεξουσίου και αντικλήτου του, δυνάμει της σχετικής υπ' αριθμ. .../2009 συμβολαιογραφικής πράξεως της δεύτερης εναγομένης.

Το έτος 2000 διαταράχθησαν έντονα οι μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων σχέσεις, με αποτέλεσμα, στις 4-2-2003, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../4-2-2003 πράξης ανακλήσεως πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Καζνέση, να ανακαλέσει ο ενάγων την ως άνω παρασχεθείσα στον εν λόγω εναγόμενο πληρεξουσιότητα και, εν συνεχεία, στις 7-2-2003, με την από 7-2-2003 αντίστοιχη και ιδίας ημερομηνία εξώδικη δήλωση ανάκλησης πληρεξουσιότητας και πρόσκληση, να ανακαλέσει και την υπό κάθε μορφή και έννοια εντολή και πληρεξουσιότητα τυχόν θεωρούσε ο πρώτος των εναγομένων ότι του είχε ο ενάγων δώσει και να καλέσει τούτον να του παραδώσει δικά του έγγραφα.

Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε κατά του ενάγοντος την από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αξιώνοντας δικηγορικές αμοιβές του για ανατεθείσες σε τούτον, από τον ενάγοντα, αντίστοιχες υπηρεσίες, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το συνολικό ποσό των αμοιβών του αυτών ανερχόταν στο ποσό των 222.520,76 ευρώ, άλλως στο ποσό των 185.212,96 ευρώ, και να του επιδικασθεί ποσό 163.826,70 ευρώ, άλλως 126.581,90 ευρώ.

Επί της εν λόγω αγωγής, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα αυτής ποσό 58.694,06 ευρώ, για την προαναφερόμενη αιτία. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους διαδίκους, επί των οποίων, μετά από συνεκδίκαση, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε, κατ' ουσίαν, τις εφέσεις, δεχόμενη, μεταξύ άλλων, ως βάσιμο, τον αγωγικό ισχυρισμό ότι κύρια αιτία διαταράξεως των σχέσεων των διαδίκων υπήρξε η καχυποψία του εναγομένου της κρινομένης με αυτή αγωγής, η οποία τον οδήγησε στη χρήση ενίοτε αθέμιτων μεθόδων στις μετά του ενάγοντος επαφές του, όπως η εν αγνοία του τελευταίου μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, ότι για το λόγο τούτο, η γενομένη από τον εναγόμενο ανάκληση της πληρεξουσιότητας προς τον ενάγοντα ήταν αδικαιολόγητη και, συνεπώς, ο εναγόμενος όφειλε τη συμφωνημένη αμοιβή για την αναφερόμενη σε αυτή υπόθεση κληρονόμων Α..

Η ως άνω υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση, καθ' ο μέρος αφορούσε την υπόθεση κληρονόμων Α., αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 880/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, η υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, παραπέμφθηκε στο Εφετείο Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 103/2008 απόφαση του, απέρριψε κατά τούτο, την ως άνω αγωγή.

Τον ανωτέρω δε, εμπεριεχόμενο στην ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή, ισχυρισμό του περί παρανόμου μαγνητοφωνήσεως των συνομιλιών του με τον ενάγοντα, εκ μέρους του τελευταίου, για διάστημα εννέα (9) μηνών, και δη μέχρι και τις 28-12-2002, ο πρώτος των εναγομένων επανέλαβε και στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του, στην από 23-9-2003 προσθήκη - αντίκρουση του επί των από 18-9-2003 προτάσεων του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του, στην από 12-4-2004 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 376/2004 έφεση του, κατά της, εκδοθείσης επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεώς του, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, στην από 8-3-2005 προσθήκη - αντίκρουση του επί των από 2-3-2005 προτάσεων - προσθέτων λόγων εφέσεως του, στις από 25-1-2007 προτάσεις του, ενώπιον του Αρείου Πάγου, και στην από 30-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003, μεταγενέστερη, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του. Ειδικότερα, ο ως άνω εναγόμενος: α) στην από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, και στην από 30-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ.

δικ. 6055/2003, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Τελικώς, όπως πράγματι αποδείχθηκε στις 28-2-2002, ο εναγόμενος, καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των εννέα (9) μηνών, που κατά τακτά χρονικά διαστήματα επιζητούσε τη συνάντηση μας, με αφορμή τις εκκρεμούσες υποθέσεις του, οσάκις εισερχόταν στον ιδιαίτερο χώρο του δικού μου γραφείου, ενεργοποιούσε και χρησιμοποιούσε κρυφά από εμένα και χωρίς τη θέληση ή συναίνεσή μου, μαγνητόφωνο, στο οποίο κατέγραφε, παράνομα, κάθε ιδιαίτερη συνομιλία που πραγματοποιούσα μ' αυτόν ...

σκοπός του εναγομένου ήταν να 'αποκτήσει' παρανόμως, σε βάρος μου αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου, στη συνέχεια, να τα χρησιμοποιήσει εναντίον μου για οποιοσδήποτε μορφής επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικοηθικό εκβιασμό μου, ώστε να υποκύψω σ' αυτόν (εκβιασμό), κατά τις άνομες βουλές του... Στις 28-12-2002 που επιβεβαιώθηκε πλήρως η παραπάνω παράνομη και κατάπτυστη συμπεριφορά του εναγομένου (έως τότε πελάτη μου)...

Στις 28-12-2002, ημέρα Σάββατο, περί ώρα 12.15 προσήλθε για τελευταία φορά στο παραπάνω γραφείο μου στον … (... ...), σε προκαθορισμένη συνάντηση που είχαμε και κατά την πάγια, πλέον, άνομη και εγκληματική τακτική του, κατέγραψε και πάλι με το μαγνητόφωνο του, κρυφά από εμένα, χωρίς τη θέληση και συναίνεσή μου, την επαγγελματική - ιδιωτική συνομιλία που είχαμε, επιχειρώντας, για μία ακόμη φορά, την τελευταία, τη διαστροφή των λόγων μου στις σιβυλλικές - δίγλωσσες ερωτήσεις που μου έκανε ...

η δόλια και εγκληματική σε βάρος μου συμπεριφορά του και συγκεκριμένα ότι επί εννέα (9), τουλάχιστον μήνες, (από το Μάρτιο έως και το Δεκέμβριο του 2002), με παγίδευσε με μαγνητόφωνο που έφερε μαζί του και κατέγραφε κρυφά από εμένα και βέβαια, δίχως τη γνώση και συναίνεση μου, τις επαγγελματικές μας συνομιλίες...", β) στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Επειδή το εν λόγω έγγραφο, συνταγμένο και γραμμένο από τον ίδιο τον εναγόμενο, είναι καθ' όλα κρίσιμο και αποκαλυπτικό των αδιαλείπτως υφισταμένων επαγγελματικών μας σχέσεων, από το έτος 1996 μέχρι και το τέλος του έτους 2002 που διαρρήχθηκαν, με αποκλειστική του υπαιτιότητα, λόγω της ιστορούμενης στην κρινόμενη αγωγή μου αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς (εξακολουθητική υποκλοπή τηλεφωνικών μας συνδιαλέξεων και κρυφή καταγραφή των συνομιλιών μας στον επαγγελματικό χώρο του γραφείου μου), καταχωρείται αυτούσιο στο τέλος των παρουσών προτάσεων, ώστε να αποτελέσει ενιαίο σώμα με αυτές ... 9.- Αντίγραφο της από 26/3/2003 με αριθμό ΑΒΜ-Α03/834 έγκλησής μου κατά του εναγομένου, που κατέθεσα νόμιμα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, τόσο για τις τηλεφωνικές σε βάρος μου υποκλοπές όσο και για την παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών μας συνομιλιών εντός του γραφείου μου, εν αγνοία μου και παρά τη θέληση μου, με βάση την οποία του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις εν λόγω ποινικά κολάσιμες πράξεις του...", γ) στην από 23-9-2003 προσθήκη - αντίκρουση του στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση αποδεικτικά έγγραφα και στοιχεία, η γενομένη επανειλημμένως (δύο φορές) ανάκληση της δοθείσης σε μένα εντολής από τον εναγόμενο σύμφωνα με την οποία, ήμουν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ουσιαστικά μέχρι τις 28-12-2002 (αποκάλυψη κρυφής μαγνητοφώνησης των επαγγελματικών μας συζητήσεων, κλπ.) και τυπικά μέχρι τις 4/7-2-2003 που μου κοινοποίησε τα από 4-2-2003 και 7-2-2003 ανακλητικά έγγραφα του, είναι εντελώς αδικαιολόγητη και υπαίτια ...

Από τις καταθέσεις των ενώπιον Σας εξετασθέντων μαρτύρων αποδείχθηκε προεχόντως ότι οι επαγγελματικές μας σχέσεις διακόπησαν με αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου και συγκεκριμένα, εξαιτίας της προϊστορούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε βάρος μου (παράνομη μαγνητοφώνηση επαγγελματικών μας διαλόγων κλπ.)...", δ) στην από 12-4-2004 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 376/2004 έφεσή του, κατά της, εκδοθείσης επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Επίσης, να αναγνωριστεί ότι οι επαγγελματικές μας σχέσεις διακόπηκαν εξαιτίας της προηγηθείσας σε βάρος μου αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς (παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών μας συνομιλιών, προσωπικών και τηλεφωνικών)...

Δηλαδή από το 1996 μέχρι τις 28-12-2002 που διακόπηκαν εξαιτίας της παραπάνω πρωτοφανώς κακόβουλης, καταχρηστικής, δόλιας και αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς, αφού όπως επιβεβαιώθηκε από τα τέλη Μαρτίου του έτους 2002 μέχρι και τις 28-12-2002 που είχαμε την τελευταία συνάντηση στο γραφείο μου (...- ...) στον …, αυτός εξακολουθητικά και παράνομα μαγνητοφωνούσε τις επαγγελματικές μας συνομιλίες, ακόμα δε και από τον από τότε χώρο της κατοικίας του (...), οσάκις είχαμε τηλεφωνικές επαγγελματικές συζητήσεις...", ε) στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, επί της προαναφερόμενης εφέσεως του, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Ισχυρισμός του, εντελώς ψευδής και όψιμα επινοημένος, όχι απλώς για να δικαιολογήσει, την όντως αδικαιολόγητη ανάκληση των προς εμένα εντολών του, αλλά κυρίως, για να "καλύψει" τις εσκεμμένες, εντόνως αντισυναλλακτικές και παράνομες ενέργειες του, που είχαν προηγηθεί σε βάρος μου (αποψίλωση φακέλων δικογραφιών του, παράνομες μαγνητοφωνήσεις επαγγελματικών συνομιλιών μας, κλπ.), οι οποίες και αποτέλεσαν τη μόνη αληθινή αιτία και τον πραγματικό λόγο διάρρηξης των επαγγελματικών μας σχέσεων, με την οριστική αποπομπή του από το δικηγορικό γραφείο μου, στις 28-12-2002 (χρόνος επιβεβαίωσης παρανόμων μαγνητοφωνήσεων του)...

τι ακριβώς διαδραματιζόταν ακόμη και μέσα στο γραφείο μου, όταν ο αντίδικος μαγνητοφωνούσε παράνομα τις επαγγελματικές μας συνομιλίες, στην έσχατη προσπάθεια του να αποδείξει, σε περίπτωση, τυχόν, μελλοντικής, δικαστικής μας εμπλοκής, ότι, τάχα, όχι μόνο με είχε εξοφλήσει ολοσχερώς για κάθε μία από τις αναφερόμενες στην αγωγή μου αξιώσεις από εργολαβικές αμοιβές, αλλά, του οφείλω εγώ!...

Ότι, ακόμα και αυτή η εξακολουθητική παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών, προφορικών και τηλεφωνικών μας συνομιλιών είναι "κατασκευασμένη" από εμένα, για να καρπωθώ παράνομα δάνειο που του είχα αποσπάσει ... Επίσης, για ν' αποδείξω το κρίσιμο γεγονός και τα αληθινά αίτια της κατ' εξακολούθηση παράνομης μαγνητοφώνησης των προσωπικών και τηλεφωνικών επαγγελματικών μας συζητήσεων...

Αφού όλη η προηγούμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του (υπεξαγωγή αποδεικτικών εγγράφων, παράνομες μαγνητοφωνήσεις, ανακλήσεις εντολών, κλπ.) είχε αποκαλύψει τους απώτερους, άδικους στόχους του... ότι με αποδεδειγμένες δόλιες μεθοδεύσεις του (αφαίρεση κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων από δικογραφίες, αποδεικνυόντων την προσφορά νομικών μου υπηρεσιών σε υποθέσεις του, των οποίων ήδη αρνείται ακόμη και την ύπαρξη (!), παράνομες μαγνητοφωνήσεις προσωπικών και αδικαιολόγητη ανάκληση εντολών, κλπ)...

Με τις καταθέσεις των μαρτύρων που έγιναν ενώπιον του παραπάνω αρμοδίου Δικαστηρίου, επαληθεύεται και επιβεβαιώνεται η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών μου ισχυρισμών και αξιώσεων, που συνδέονται με την περί αμοιβών από 2-6-2003 αγωγή μου, καθώς και με την αληθινή αιτία της διάρρηξης των επαγγελματικών μας σχέσεων (παράνομες μαγνητοφωνήσεις προφορικών και τηλεφωνικών μας συνομιλιών)...

Δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχαν πελάτες στο γραφείο μου, κι ήταν πλέον ευχερής η διαπίστωση της εν λόγω οδυνηρής - για μένα αντικειμενικής αλήθειας, για την προαναφερόμενη επονείδιστη και αξιόποινη συμπεριφορά του (κατ' εξακολούθηση παράνομες μαγνητοφωνήσεις των προφορικών και τηλεφωνικών συνομιλιών μας)...

Το αξιόποινο γεγονός των σε βάρος μου όντως γενομένων παρανόμων μαγνητοφωνήσεων όχι μόνο έγινε αποδεκτό από αυτόν... Οι παράνομες μαγνητοφωνήσεις που εξακολουθητικά έκαμε σε βάρος μου ο Ε. Κ., κατά τις προφορικές και τηλεφωνικές μας συνομιλίες, από το Μάρτιο του 2002 μέχρι και τις 28-12-2002, είναι γεγονός τηλεφωνικών επαγγελματικών συνομιλιών μας, αποδεδειγμένο ...

Γιατί να προβεί ο Ε. Κ. σε όλες τις προϊστορούμενες αξιόποινες μεθοδεύσεις και ενέργειες σε βάρος μου (παράνομες μαγνητοφωνήσεις, υπεξαγωγή εγγράφων αποδεικνυόντων το πλήθος και την πολυπλοκότητα των υποθέσεων και των αντιστοίχων δικηγορικών υπηρεσιών που του προσέφερα...)... Αντίγραφο της από 26-3-2003 με αριθμό ΑΒΜ-Α03/834 έγκλησης μου κατά του εναγόμενου, που κατέθεσα νόμιμα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, τόσο για τις τηλεφωνικές σε βάρος μου υποκλοπές όσο και για την παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών μας συνομιλιών εντός του γραφείου μου, εν αγνοία μου και παρά τη θέληση μου, με βάση την οποία του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τις εν λόγω ποινικά κολάσιμες πράξεις του...

Από τις καταθέσεις και αυτών των πρωτοδίκως εξετασθέντων μαρτύρων αποδείχθηκε προεχόντως ότι οι επαγγελματικές μας σχέσεις διακόπηκαν με αποκλειστική υπαιτιότητα του αντιδίκου και συγκεκριμένα, εξαιτίας της προϊστορούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του σε βάρος μου (παράνομη μαγνητοφώνηση επαγγελματικών διαλόγων μας, κλπ.)...", στ) στην από 8-3-2005 προσθήκη - αντίκρουση του επί των από 2-3-2005 προτάσεων - προσθέτων λόγων εφέσεως του, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Δεν ήθελα να είναι παρών ο αντίδικος λόγω της προηγηθείσας αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς σε βάρος μου και επειδή θεωρούσα δεδομένο, σύμφωνα με την επταετή εμπειρία μου, ότι και πάλι θα χρησιμοποιούσε παράνομα μαγνητόφωνο για την καταγραφή των συνομιλιών μας... Ειδικότερα, στις δύο (2) προμνησθείσες, πράγματι, αδικαιολόγητες γραπτές ανακλήσεις (4-2-2003 και 7-2-2003) των προς εμένα εντολών του και αφού, πλέον, είχαν γίνει απολύτως ορατές και σαφείς οι επόμενες ενέργειες του σε βάρος μου, -μετά την αποκάλυψη (28-12-2002) της επί εννεάμηνο παγίδευσης μου με το μαγνητόφωνο του- όπως τις είχε, άλλωστε, προετοιμάσει από καιρό...

από το έτος 1996 μέχρι και το τέλος του έτους 2002 που διαρρήχθηκαν, με αποκλειστική του υπαιτιότητα, λόγω της ιστορούμενης στην κρινομένη αγωγή μου αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς (εξακολουθητική υποκλοπή τηλεφωνικών μας συνδιαλέξεων και κρυφή καταγραφή των συνομιλιών μας στον επαγγελματικό χώρο του γραφείου μου)...

η γενομένη επανειλημμένως (δύο φορές) ανάκληση της δοθείσης σε μένα εντολής από τον εναγόμενο, σύμφωνα με την οποία, ήμουν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ουσιαστικά μέχρι τις 28-12-2002 (αποκάλυψη κρυφής μαγνητοφώνησης των επαγγελματικών συζητήσεων, κλπ.)..., ζ) στις από 25-1- 2007 προτάσεις του, ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Εξάλλου, αδικαιολόγητη ανάκληση και όλη η προηγηθείσα αυτής αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου σε βάρος μου (παράνομες μαγνητοφωνήσεις των επαγγελματικών μας συνομιλιών εν αγνοία μου) ακριβώς σε αυτό κατέτειναν. Δηλαδή στη ματαίωση της μετά βεβαιότητας προσδοκώμενης πλήρωσης της αναβλητικής αφέσεως που συναρτάτο με την απόληψη της συμφωνημένης, καταβλητέας από εκείνον δικηγορικής αμοιβής μου και για την υπόθεση κατά των κληρονόμων Α....".

Η δε δεύτερη εναγομένη, εξετασθείσα ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά τη συζήτηση της ως άνω, από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του πρώτου εναγομένου, συζύγου της, κατά του ενάγοντος, προς απόδειξη του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου περί παρανόμου μαγνητοφωνήσεως, εκ μέρους του ενάγοντος, των συνομιλιών αυτού με τον πρώτο των εναγομένων, κατέθεσε, όπως προκύπτει και από τα ταυτάριθμα με την επί της ως άνω αγωγής εκδοθείσα υπ' αριθμ. 4876/2003 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, μεταξύ άλλων τα εξής: "...

Στις 28 Δεκεμβρίου διακόπηκαν οι σχέσεις του συζύγου μου με τον εναγόμενο. Βλέπαμε περίεργη συμπεριφορά από πλευράς του. Άνοιγε την ενδιάμεση πόρτα για να δει αν ήταν στο γραφείο ο σύζυγός μου και μετά την έκλεινε. Την τελευταία φορά τον είδαμε με τα μάτια μας που είχε το κασετόφωνο. Επειδή ήμαστε 99% σίγουροι, τον κάλεσε ο σύζυγος μου στις 28-12-2002, ήρθε ο εναγόμενος στις 12 μ.μ.

εγώ βρισκόμουν στο βοηθητικό χώρο του γραφείου με τον κ. Σ. και ανοίγαμε ευρετήρια. Μπήκε ο Κ., ξαναβγήκε, έβγαλε από την τσέπη του μαγνητόφωνο, το ενεργοποίησε, το έβαλε σε χάρτινη τσάντα, το τακτοποίησε και μπήκε στο γραφείο του συζύγου μου...". Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος στην ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, στην από 30-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003,απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, και στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, επί της εφέσεως αυτού, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της εκδοθείσης επί της ανωτέρω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε αρνήθηκε ότι μαγνητοφώνησε παράνομα τις μεταξύ τους συνομιλίες του. Ειδικότερα, ο ως άνω εναγόμενος: α) στην από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Συγκεκριμένα, στις 28-12-2002, ημέρα Σάββατο, περί ώρα 12.15 προσήλθε, για τελευταία φορά στο παραπάνω γραφείο μου στον Πειραιά (... - ...), σε προκαθορισμένη συνάντηση που είχαμε και κατά την πάγια, πλέον άνομη και εγκληματική τακτική του, κατέγραψε και πάλι με το μαγνητόφωνο του, κρυφά από εμένα, χωρίς τη θέληση και συναίνεση μου, την επαγγελματική - ιδιωτική συνομιλία που είχαμε, επιχειρώντας, για μια ακόμη φορά την τελευταία, τη διαστροφή των λόγων μου στις σιβυλλικές - δίγλωσσες ερωτήσεις που μου έκανε.

Κατόπιν της εν λόγω αδόκητης για το εναγόμενο και λίαν προσβλητικής και πικρόχολης για μένα αποκάλυψης της επαίσχυντης συμπεριφοράς του και, συνακόλουθα, της εξαιτίας τούτου, απρόσμενης εξέλιξης των πραγμάτων, αφού αποδέχθηκε την εν λόγω αποκλειστική υπαιτιότητα και ευθύνη του, στη συνέχεια, όταν, προφανώς, συμβουλεύτηκε δικηγόρους που του γνωστοποίησαν τις συνέπειες (ποινικές και αστικές) των αδίκων αυτών πράξεων του, προσπάθησε να συσκοτίσει τα πράγματα.

Μολονότι ουδέποτε αρνήθηκε την επονείδιστη αυτή συμπεριφορά του, η οποία προκάλεσε την - καθόλα εύλογη για μένα- οριστική ρήξη των επαγγελματικών μας σχέσεων...", β) στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, επί της εφέσεως αυτού, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της, εκδοθείσης επί της ανωτέρω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Πλην όμως, και αυτό το δήθεν αξιόποινο τεχνούργημα μου, ουδέποτε τόλμησε να αρνηθεί και αποκρούσει ως ψευδές, όταν κατ' επανάληψη με τον πλέον εμφαντικό, κατηγορηματικό και σαφή τρόπο, εγγράφως, το κατήγγειλα.

Άλλωστε και ο ίδιος ομολόγησε την άδικη αυτή συμπεριφορά του, ισχυρισθείς ότι τάχα, θα έχω στα χέρια μου εγώ και θα εμφανίσω κάποια κασέτα που έχω παράνομα εγγράψει με τις επαγγελματικές μας συνομιλίες και θα ισχυρισθώ ότι η κασέτα αυτή ανήκει σ' εκείνον. Είναι προφανές ότι από τις κασέτες που είχε εγγράψει καταγράφοντας παράνομα τις επαγγελματικές μας συνομιλίες και - όπως ομολογεί - είχε στην κατοχή του, πίστευε ότι κάποια είχε περιέλθει σε μένα και μ' αυτήν θα αποδείκνυα την εγκληματική του στάση απέναντι μου...

Το αξιόποινο γεγονός των σε βάρος μου όντως γενομένων μαγνητοφωνήσεων όχι μόνο έγινε αποδεκτό από αυτόν, ο οποίος άφησε εντελώς αναπάντητες τις επανειλημμένες έγγραφες και προφορικές εναντίον του καταγγελίες μου για το θέμα αυτό, αλλά και από μόνος του συνομολόγησε την ύπαρξη κασετών (!) όπως προκύπτει από το σχετικό του ισχυρισμό που αναγράφει στη 2η σελίδα των από 18-9-2003 προτάσεων που κατέθεσε στην πρώτη μεταξύ μας αντιδικία στον Μον.

Πρωτ. Πειραιά, υπολογίζοντας, προφανώς και φοβούμενος, ότι σαν βασικό αποδεικτικό στοιχείο θα έχω στα χέρια μου κάποια από τις δικές του παράνομα γραμμένες κασέτες που πιθανολόγησε ότι θα του είχε πέσει στο γραφείο μου και θα την εμφάνιζα προς απόδειξη της εν λόγω αδικοπραξίας του! Ενώ, δηλαδή, εγώ ουδέποτε είχα κάνει αναφορά για ύπαρξη κασετών, από μόνος του αυτός ισχυρίσθηκε ότι "Θα αναφέρω μόνο ότι ουδέποτε μαγνητοφώνησα τον αντίδικο, κάτι πιθανότατα που ο ίδιος έκανε σε βάρος μου και κατέχει σχετικές κασέτες των συνομιλιών μας...

Τον ίδιο ισχυρισμό - ομολογία πρόβαλε και όταν κλήθηκε και έλαβε γνώση του περιεχομένου της από 26-3-2003 σχετικής έγκλησής μου εναντίον του. Γι' αυτό άλλωστε κλήθηκα κι εγώ από τον αρμόδιο Εισαγγελέα να καταθέσω απομαγνητοφωνημένο το κείμενο κασετών που, κατά τους ψευδείς ισχυρισμούς του, "κατείχα", είχα στα χέρια μου...

Οι παράνομες μαγνητοφωνήσεις που εξακολουθητικά έκαμε σε βάρος μου ο Ε. Κ., κατά τις προφορικές και τηλεφωνικές μας συνομιλίες, από το Μάρτιο του 2002 μέχρι και τις 28-12-2002, είναι γεγονός αποδεδειγμένο και ομολογημένο κι απ' αυτόν ακόμη τον ίδιο. Δυστυχώς, όμως, δε τον ενοχλεί η εν λόγω παράνομη συμπεριφορά του, αλλά ουσιαστικά, τον προσβάλλουν οι λόγοι μου, με τους οποίους την κατέδειξα και απέκρουσα...", γ) στην από 30-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

"...Τελικώς, όπως πράγματι αποδείχθηκε στις 28-2-2002, ο εναγόμενος, καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των εννέα (9) μηνών, που κατά τακτά χρονικά διαστήματα επιζητούσε τη συνάντησή μας, με αφορμή τις εκκρεμούσες υποθέσεις του, οσάκις εισερχόταν στον ιδιαίτερο χώρο του δικού μου γραφείου, ενεργοποιούσε και χρησιμοποιούσε κρυφά από εμένα και χωρίς τη θέληση ή συναίνεσή μου, μαγνητόφωνο, στο οποίο κατέγραφε, παράνομα, κάθε ιδιαίτερη συνομιλία που πραγματοποιούσα μ' αυτόν...

Για την παράνομη αυτή συμπεριφορά του, την οποία ουδέποτε αρνήθηκε, τον κατεμήνυσα... Κατόπιν της εν λόγω αδόκητης για τον εναγόμενο και λίαν προσβλητικής και πικρόχολης για μένα αποκάλυψης της επαίσχυντης συμπεριφοράς του και συνακόλουθα, της εξαιτίας τούτου, απρόσμενης εξέλιξης των πραγμάτων, αφού αποδέχθηκε την εν λόγω αποκλειστική υπαιτιότητα και ευθύνη του, στη συνέχεια, όταν, προφανώς συμβουλεύτηκε δικηγόρους που του γνωστοποίησαν τις συνέπειες (ποινικές και αστικές) των αδίκων αυτών πράξεων του, προσπάθησε να συσκοτίσει τα πράγματα.

Μολονότι ουδέποτε αρνήθηκε την επονείδιστη αυτή συμπεριφορά του, η οποία προκάλεσε την - καθόλα εύλογη για μένα- οριστική ρήξη των επαγγελματικών μας σχέσεων, μου κοινοποίησε στις 4-2-2003 και 7-2-2003, αντίστοιχα, μια συμβολαιογραφική πράξη ανάκλησης των εντολών που μου είχε χορηγήσει με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, καθώς και σχετική εξώδικη ανακοίνωση, για να απέχω, πλέον, από κάθε περαιτέρω δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος δικηγόρος του...".

Τα ως άνω περιστατικά περί της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και των προφορικών ιδιωτικών συνομιλιών του ενάγοντος με τον ως άνω εναγόμενο, άνευ της συναινέσεως του πρώτου, απετέλεσαν αντικείμενο και άλλης δίκης μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου των εναγομένων, καθώς ο τελευταίος, με την από 30-4-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 3723/2003 αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, επικαλούμενος ότι ο ενάγων, για χρονικό διάστημα εννέα μηνών από το τέλος του Μαρτίου 2002, μαγνητοφωνούσε, χωρίς τη συναίνεσή του, τις συνομιλίες που πραγματοποιούνταν στο δικηγορικό του γραφείο, καθώς και τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του, όπως οι σχετικές υποψίες του επιβεβαιώθηκαν, στις 28-12-2002, ζητούσε, λόγω της προσβολής της προσωπικότητας αυτού και της σε βάρος του σχετικής αδικοπραξίας, να του επιδικασθεί ποσό 200.000 ευρώ.

Επί της ως άνω αγωγής, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 5189/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον ενάγοντα της ένδικης αγωγής να καταβάλει στον εναγόμενο ποσό 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της εν λόγω αποφάσεως, ασκήθηκε έφεση, από τον εδώ ενάγοντα, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, γενομένου δεκτού ότι οι ως άνω αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έγινε δεκτή, κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και, κατόπιν διακρατήσεως της υποθέσεως και εκδικάσεως της σχετικής αγωγής, απερρίφθη η τελευταία, κατ' ουσίαν.

Βάσει της ανωτέρω παραδοχής του Εφετείου, περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των ισχυρισμών του εναγόμενου της ένδικης αγωγής, αναφορικά με την παράνομη μαγνητοφώνηση των συνομιλιών και τηλεφωνικών του διαλέξεων, εκ μέρους του ενάγοντος, η οποία παράγει δεδικασμένο, δεσμεύουσα το παρόν Δικαστήριο, οι σχετικοί, εμπεριεχόμενοι στα ως άνω δικόγραφα των από 2- 6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 και από 30-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003 αγωγών, της από 23-9-2003 προσθήκης - αντίκρουσης επί των από 18-9-2003 προτάσεων επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής, της κατ' αυτής εφέσεως του, των από 2-3-2005 προτάσεων - προσθέτων λόγων εφέσεως επί της ως άνω εφέσεως του, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, της από 8-3-2005 προσθήκης - αντίκρουσης επί των από 2-3-2005 προτάσεων -προσθέτων λόγων εφέσεως του, και των από 25-1-2007 προτάσεων του, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ισχυρισμοί του ως άνω, πρώτου εναγομένου, όσο και της συζύγου αυτού, δεύτερης τούτων, στην προαναφερόμενη ένορκη κατάθεσή της, κρίνονται ως αναληθείς, ενώ, συνακόλουθα, ως αναληθής, κρίνεται και ο διαλαμβανόμενος στα αντίστοιχα, ανωτέρω δικόγραφα, ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου περί ομολογίας του ενάγοντος της επικαλούμενης ως άνω συμπεριφοράς του, παραδοχή που ενισχύεται και από το γεγονός της, εκ μέρους του τελευταίου, υποβολής σε βάρος των εναγομένων, για τους ως άνω ισχυρισμούς αυτών, μηνύσεων, και δη της από 1-8-2003 (Α.Β.Μ.

Εισαγγελίας Αθηνών: Γ-03/3088 και Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Πειραιώς: Β-03/7624 και Ε.Γ.:22- 03/437) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, της από 10-9-2003 (Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Αθηνών: Δ-03/3391 και Α.Β.Μ. Εισαγγελίας Πειραιώς: Β-04/9044 και Ε.Γ.: 16-05/69) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, και της από 17-10-2003 (Α.Β.Μ.

Εισαγγελίας Πειραιώς: Γ-04/3017 και Ε.Γ.: 16-04/253) μηνύσεως, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Δεδομένου δε ότι οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους των ως άνω περιστατικών, τα οποία δύναντο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, και ήθελαν τη διάδοσή τους, η ως άνω συμπεριφορά τους στοιχειοθετεί το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, ενώ, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης στοιχειοθετεί και το επιπλέον αδίκημα της ψευδορκίας.

Ο δε ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αλήθεια των ως άνω, υπ' αυτών επικαλούμενων, πραγματικών περιστατικών έχει κριθεί, με ισχύ δεδικασμένου, δυνάμει των υπ' αριθμ. 788/2005 και 103/2008 προαναφερόμενων αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς τυγχάνει απορριπτέος, ως νομικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, -πλέον του ότι, ως προεκτέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 788/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου έχει εξαφανισθεί, καθ' ο μέρος αφορούσε στην υπόθεση κληρονόμων Α., στην οποία είχε κριθεί ότι ήταν αδικαιολόγητη η ανάκληση της πληρεξουσιότητας-, το δικαίωμα που κρίθηκε στην ανωτέρω, σχετική δίκη, ως αφορόν σε δικηγορικές αμοιβές του πρώτου των εναγομένων σε βάρος του ενάγοντος, δεν ταυτίζεται με το, κρινόμενο, στην προκειμένη περίπτωση, δικαίωμα του ενάγοντος, που απορρέει από την προσβολή της προσωπικότητας του, ούτε δε αποτελεί προδικαστικό ζήτημα του δικαιώματος αυτού το δικαιολογημένο ή μη της γενομένης από τον ενάγοντα ανακλήσεως της χορηγηθείσης πληρεξουσιότητας τούτου προς τον ως άνω εναγόμενο.

Σημειωτέον δε ότι, για δε την ανωτέρω, επικαλούμενη εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων, ως τελεσθείσα σε βάρος του, πράξη της παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προσωπικής συνομιλίας κατ' εξακολούθηση, ασκήθηκε, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως αυτού, ποινική δίωξη, σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος παραπεμφθείς στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, για την εκδίκαση της, κρίθηκε, δια της υπ' αριθμ. 2887/30-5- 2005 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου, ένοχος της τελέσεως αυτής, πλην όμως, μετά από άσκηση εφέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, εκ μέρους του τελευταίου, αυτός κρίθηκε αθώος, δια της υπ' αριθμ. 103/21-1-2008, ήδη καταστασάσης αμετακλήτου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 20/3-6-2008 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Πειραιώς και το από 18- 6-2008, υπ' αριθμ.

πρωτ. 2597 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Ακολούθως, οι εναγόμενοι, μετά από σχετική έγκληση του ενάγοντος, παραπέμφθηκαν και δικάστηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων, για τα αδικήματα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ο πρώτος, και ψευδορκία μάρτυρα, η δεύτερη αυτών, για τις αποδιδόμενες στον ενάγοντα παράνομες μαγνητοφωνήσεις, για τα οποία, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1142/30-6-2008 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, κηρύχθηκαν ένοχοι, σε πρώτο βαθμό, και επιβλήθηκε στον μεν πρώτο εναγόμενο, συνολική ποινή φυλακίσεως έντεκα μηνών και, στη δεύτερη εναγομένη, ποινή φυλακίσεως επτά μηνών.

Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος, στην από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, στην από 23-9-2003 προσθήκη - αντίκρουση του στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του, στην από 12-4-2004 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 376/2004 έφεσή του, κατά της, εκδοθείσης επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, επί της προαναφερόμενης εφέσεώς του, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, στην από 8-3-2005 προσθήκη - αντίκρουση του επί των από 2-3-2005 προτάσεων - προσθέτων λόγων εφέσεώς του, στην από 20-10-2005 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 121/2005 αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου, ενώπιον του Αρείου Πάγου, και στην από 30-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων υπεξήγαγε έγγραφα που αφορούσαν υποθέσεις του, από τους φακέλους δικογραφίας, που ο ως άνω εναγόμενος τηρούσε στο γραφείο του, με σκοπό να μην καταβάλει στον τελευταίο τη νόμιμη αμοιβή του.

Ειδικότερα, ο εναγόμενος: α) στην από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Στις 28- 12-2002 που επιβεβαιώθηκε πλήρως η παραπάνω παράνομη και κατάπτυστη συμπεριφορά του εναγομένου (έως τότε πελάτη μου) και, μάλιστα, αποκλειστικά, εξαιτίας αυτής (συμπεριφοράς του) διακόπηκαν οι επαγγελματικές μας σχέσεις, τον κάλεσα να τακτοποιήσουμε όλες τις μεταξύ μας οικονομικές εκκρεμότητες και να μου καταβάλει ό,τι ακόμη μου όφειλε προκειμένου να του παραδώσω όσα διαδικαστικά κυρίως έγγραφα είχαν απομείνει στους φακέλους των υποθέσεων του, αφού ο ίδιος, "σαν έτοιμος από καιρό" είχε "προνοήσει" και αφαιρέσει (κυρίως το Μάρτιο του 2002) απ' αυτούς κάθε έγγραφο που θα του επέτρεπε, εκ του ασφαλούς -κατά τη γνώμη του- αφενός μεν να συνεχίσει την ολοκλήρωση των εκκρεμουσών ενδίκων διαφορών του, με άλλο δικηγόρο, αφετέρου δε να αρνηθεί και αποφύγει την καταβολή των σοβαρών αμοιβών που μου όφειλε, ισχυριζόμενος ότι, τάχα, διατηρούσε μόνο φιλικές κι όχι επαγγελματικές σχέσεις μ' εμένα! Έτσι, λοιπόν, σκεπτόμενος και δόλια φερόμενος ο εναγόμενος, επεδίωξε να διαγράψει, καταρχήν, τις επαγγελματικές μας σχέσεις και, συνακόλουθα, τις εκκρεμούσες προς εμένα οφειλές του, με τις ρηθείσες κακόβουλες, παράνομες και καταχρηστικές του ενέργειες.

Και, συγκεκριμένα, πρώτα με την αφαίρεση και εξαφάνιση των εγγράφων και εν γένει συναφών αποδεικτικών στοιχείων (σημειώσεων μου, νομολογίας, κλπ.) των ήδη, επιτυχώς, περαιωμένων, εξωδίκως, από εμένα, υποθέσεών του, από το περιεχόμενο των οποίων (αφαιρεθέντων εγγράφων) όχι μόνο προέκυπταν οι εργασίες μου ως δικηγόρου, αλλά, θεμελιώνονταν και οι συμφωνημένες με αυτόν αμοιβές μου.

Η εξαφάνιση των κρίσιμων και ουσιωδών αυτών αποδεικτικών εγγράφων του "παρέχει το δικαίωμα" να υποστηρίζει, πλέον, με ασυνείδητη ελευθεριότητα ότι, δήθεν, διατηρούσε μ' εμένα μόνο φιλικές σχέσεις... Έφθασε ακόμη και στο σημείο να ισχυρισθεί ότι, δήθεν, του κατακρατώ διάφορες μετοχές, μία ιδιόγραφη διαθήκη και διάφορα άλλα έγγραφα, τα οποία, πράγματι, είχε αναλάβει από τις υπάρχουσες στο γραφείο μου δικογραφίες του, τις οποίες, στην κυριολεξία, "λεηλάτησε", τουλάχιστον δύο (2) φορές, με προσχεδιασμένη υβριστική συμπεριφορά.

Το μήνα Μάρτιο 2002 και στις αρχές Απριλίου 2002, που αφαίρεσε, κατά την απόλυτη και δολιόφρονα κρίση του, αυθαίρετα, όσα και όποια έγγραφα ο ίδιος, μόνος του επέλεξε και εγκατέλειψε το γραφείο μου, χωρίς καν να μ' ενημερώσει γι' αυτά (έγγραφα) που, όντως, πήρε...", β) στην από 23-9-2003 προσθήκη - αντίκρουση του στις από 18-9-2003 προτάσεις του επί της ως άνω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής του, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "... Αλλ' όμως τα αναρίθμητα ιδιόχειρα έγγραφα του που βρέθηκαν "φιλικώ τω τρόπω" στους εσκεμμένως αποψιλωμένους απ' αυτόν φακέλους των δικογραφιών του, τον διαψεύδουν και εκθέτουν ανεπανόρθωτα...", γ) στην από 12-4-2004 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 376/2004 έφεσή του, κατά της, εκδοθείσης επί της ως άνω αγωγής, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Σημειωτέον ότι περί τα τέλη Μαρτίου και στις αρχές Απριλίου 2002, ύστερα από υβριστική σε βάρος μου συμπεριφορά του μέσα στο χώρο του γραφείου μου, έλαβε από τους φακέλους των περαιωμένων και μη πληρωμένων υποθέσεων μου, κρίσιμα και ουσιώδη, για την ήδη υφιστάμενη αντιδικία μας, αποδεικτικά έγγραφα και στοιχεία και με αφορμή τη δήθεν αθώα αυτή ανάληψη, μου αποστέρησε τη δυνατότητα άμεσης και ευχερούς απόδειξης των επιμέρους δικηγορικών μου υπηρεσιών και συνακόλουθα, την αγωγική θεμελίωση των εκκρεμουσών και αξιουμένων αμοιβών μου...

Την "ασφαλή άρνησή του" για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων υποθέσεων του την επιστηρίζει, βέβαια, στην προηγηθείσα σε βάρος μου ηθικά και νομικά απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη συμπεριφορά του, με την οποία "κατάφερε" αφενός μεν να αποψιλώσει συγκεκριμένους φακέλους των υποθέσεων του, τους οποίους τηρούσα στο δικηγορικό μου γραφείο, αφετέρου δε, εξαιτίας της προλαβούσας αυτής, άδικης σε βάρος μου συμπεριφοράς του, να μου αποστερήσει την απόδειξη των συγκεκριμένων, κρίσιμων αγωγικών μου κονδυλίων και αιτημάτων ...

Ειδικότερα, η πληττόμενη απόφαση οδηγήθηκε σε εν μέρει απορριπτικές κρίσεις και παραδοχές, τόσο εξαιτίας της προσχεδιασθείσας και υλοποιηθείσας από τον αντίδικο (τέλη Μαρτίου και αρχές Απριλίου 2002) αποψίλωσης των φακέλων των δικογραφιών του που τηρούσα στο γραφείο μου και της συνακόλουθης αδυναμίας μου να αποδείξω κρίσιμους και ουσιώδεις αγωγικούς μου ισχυρισμούς, καθώς και από την εν γένει παραπειστική, ένδικη και εξώδικη συμπεριφορά του...

Ενώ, αν εκτιμάτο τουλάχιστον το γεγονός ότι η αδυναμία απόδειξης του εν λόγω αγωγικού μου αιτήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και ειδικότερα στην προηγηθείσα, εσκεμμένη, δόλια συμπεριφορά του αντιδίκου, ο οποίος αφαίρεσε μέσα από τους φακέλους της σχετικής αυτής δικογραφίας, τα εταιρικά έγγραφα, όπως και κάθε άλλο χειρόγραφο μου, από τα οποία αποδεικνύονταν ένας προς ένα οι εν λόγω αγωγικοί μου ισχυρισμοί που θεμελίωναν και αποδείκνυαν τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου και συνακόλουθου αιτήματος, τότε θα γινόταν δεκτό αυτό...", δ) στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, επί της προαναφερόμενης εφέσεώς του, καθώς και της εφέσεως του ενάγοντος, κατά της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4876/2003 αποφάσεως του ως άνω δικαστηρίου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

να υποχρεωθεί αυτός, ενόψει της παρούσας εκκρεμούς δίκης, και επιδείξει αφενός, αφετέρου δε μου χορηγήσει αντίγραφα των κατωτέρω λεπτομερώς καταγραφομένων κρίσιμων και ουσιωδών εγγράφων, που αντισυμβατικά κατέχει, για την απόδειξη των προσφερθεισών σ' αυτόν δικηγορικών μου υπηρεσιών, σχετικά με τις περιγραφόμενες στην επίδικη αγωγή μου υποθέσεις του, η ύπαρξη των οποίων θεμελιώνει και τις αντίστοιχα συμφωνηθείσες εργολαβικές μου αμοιβές, για κάθε μία από αυτές (υποθέσεις), που αυτά αφορούν και τα οποία αφαίρεσε από τους φακέλους τω σχετικών δικογραφιών που τηρούσα γι' αυτές στις 27-3-2002 και τον Απρίλιο του 2002...

Ειδικότερα, στις 27-3-2002, καθώς και εντός του πρώτου δεκαημέρου του Απριλίου του 2002, που, ενώ απουσίαζα, προσήλθε και έλαβε, επιπλέον, και άλλα έγγραφα (δικόγραφα, διαδικαστικά, ιδιωτικά, αποδεικτικά, προσωπικές μου σημειώσεις, νομολογία που είχα συγκεντρώσει για τη νομική υποστήριξη των υποθέσεων του, κλπ), από τα οποία, σε αμφότερες τις περιπτώσεις όχι μόνο δεν μου επέδειξε ποια ακριβώς αφαίρεσε από τις σχηματισμένες δικογραφίες των υποθέσεων του, τις οποίες, είτε είχα χειριστεί και είχαν περατωθεί επιτυχώς, είτε χειριζόμουν, επειδή ήταν σε εκκρεμότητα, αλλ' ούτε μ' ενημέρωσε γι' αυτά που όντως έλαβε, όταν του το ζήτησα.

Σκοπός της προσχεδιασμένης συμπεριφοράς του αυτής ήταν να μου αποστερήσει κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, με τα οποία μπορούσα ευχερώς να αποδείξω, όχι μόνο την πραγματική δικηγορική μου ενασχόληση με τις σοβαρές οικονομικές του διαφορές και αξιώσεις, αλλά και τις επιμέρους δικηγορικές υπηρεσίες που του πρόσφερα επί επτά (7) χρόνια...

Ισχυρισμός του εντελώς ψευδής και όψιμα επινοημένος, όχι απλώς για να δικαιολογήσει την όντως αδικαιολόγητη ανάκληση των προς εμένα εντολών του, αλλά, κυρίως, για να "καλύψει" τις εσκεμμένες, εντόνως, αντισυναλλακτικές και παράνομες ενέργειες του, που είχαν προηγηθεί σε βάρος μου (αποψίλωση φακέλων δικογραφιών του, παράνομες μαγνητοφωνήσεις επαγγελματικών συνομιλιών μας, κλπ)...Ότι, παρά την προσχεδιασμένη, κακοπρόθετη και ρητά από τον ίδιο ομολογημένη "αποψίλωση" των φακέλων των δικογραφιών που διατηρούσα (από το 1996 μέχρι το 2002) με σκοπό να μου αποστερήσει, κρίσιμα και ουσιώδη έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία για τις δικηγορικές εργασίες που του είχα προσφέρει, τα αναζήτησα (τάχα) για πρώτη φορά και συγκέντρωσα, όσα μπόρεσα, τον Ιούνιο του 2003, προκειμένου να παραπείσω το Δικαστήριο για δήθεν εργασίες που είχα κάνει, κατ' εντολή και για λογαριασμό του!...

Περίμενε πρώτα να δει ποια ακριβώς αποδεικτικά έγγραφα και λοιπά στοιχεία είχαν απομείνει στην κατοχή μου - μετά την εσκεμμένη αποψίλωση των σχετικών φακέλων δικογραφιών που είχαν σχηματισθεί για κάθε μία από τις πολλές υποθέσεις του που χειρίστηκα, την οποία (αποψίλωση) πραγματοποίησε στις 27-3-2002 και τον Απρίλιο του 2002- τα οποία μου ήταν αναγκαία, καταρχήν, για την απόδειξη των δικηγορικών υπηρεσιών που του πρόσφερα επί επτά (7) ολόκληρα χρόνια, για κάθε μία υπόθεση του, χωριστά, όπως και για την απορρέουσα από εκάστη τούτων συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή μου...

Και περαιτέρω βασιζόμενος στις εσκεμμένες αφαιρέσεις (27-3-2002 και αρχές Απριλίου 2002) αναρίθμητων κρίσιμων εγγράφων από τους φακέλους των δικογραφιών του, που αποδείκνυαν τις πολλές, χρονοβόρες και σημαντικές δικηγορικές εργασίες που του είχα προσφέρει, να αρνηθεί και την οφειλή των συμφωνημένων αμοιβών...

Δεν ανέλαβε την από 16-10-2000 διαθήκη, που με τον πλέον πανηγυρικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο, επαληθεύει, προεχόντως, τις επαγγελματικές μου σχέσεις με εκείνον πριν από το Μάρτιο του 2002, που ήδη δρομολογούσε τη μελλοντική άρνηση του για το αδιάψευστο γεγονός των επί επταετία προσφερομένων σ' αυτόν δικηγορικών μου υπηρεσιών, όταν (Μάρτιος και Απρίλιος 2002) υπεξήγαγε σωρεία αποδεικτικών των εν λόγω σχέσεων μας αποδεικτικών εγγράφων (κυρίως δημοσίων);...

Δυστυχώς από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η εκ μέρους του Ε. Κ. τραγική και ηθικά απαράδεκτη υπονόμευση των επαγγελματικών μας σχέσεων με τις καινοφανείς μεθοδεύσεις του (υστερόβουλη αφαίρεση κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων των παρασχεθεισών σ' αυτόν δικηγορικών μου υπηρεσιών, παράνομη απομαγνητοφώνηση των προσωπικών και τηλεφωνικών επαγγελματικών μας συνομιλιών, κλπ)...

Επίσης, στις 7-2-2003 προβαίνει σε δεύτερη καταγγελία των προς εμένα εντολών του, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη με επίκληση από 7-2-2003 εξώδικη καταγγελία του, ωσάν να ήταν άκυρη ή να μην αρκούσε η πρώτη (4-2-2003) και πάλι δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά για το επίμαχο δάνειο, αναζητώντας έδαφος στήριξης της αβάσιμης καταγγελίας του στη δήθεν μη απόδοση της από 16-10-2000 ιδιόγραφης διαθήκης του, το πρωτότυπο της οποίας είχε αναλάβει από τις 27-3-2002, με την πρώτη αποψίλωση που έκαμε στις δικογραφίες των υποθέσεων του.

Γνωρίζοντας ότι έχω φωτοαντίγραφο της εν λόγω διαθήκης του, το αναζήτησε προφανώς και κατά τη δεύτερη αποψίλωση (Απρίλιος 2002) και επειδή δεν είχε τη βεβαιότητα αν έχει παραμείνει στα χέρια μου κάποιο φωτοαντίγραφο της, ισχυρίσθηκε ότι, τάχα, του κατακρατώ το πρωτότυπο... Αφού όλη η προηγούμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του (υπεξαγωγή αποδεικτικών εγγράφων, παράνομες μαγνητοφωνήσεις, ανακλήσεις εντολών, κλπ.) είχε "αποκαλύψει" τους απώτερους, άδικους στόχους του...Συγκεκριμένα, με το από 14-2-2003 απαντητικό εξώδικο μου (στις παραπάνω δόλιες και αβάσιμες κατηγορίες του, από 4-2-2003 και 7-2-2003), που του επιδόθηκε στις 18-2-2003, κατήγγειλα με σαφήνεια και δικαιολογημένη αγανάκτηση ...

ότι με τις αποδεδειγμένες δόλιες μεθοδεύσεις του (αφαίρεση κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων από δικογραφίες, αποδεικνυόντων την προσφορά νομικών μου υπηρεσιών σε υποθέσεις του των οποίων ήδη αρνείται ακόμα και την ύπαρξη (!) παράνομες μαγνητοφωνήσεις προσωπικών και τηλεφωνικών επαγγελματικών συνομιλιών μας, αδικαιολόγητη ανάκληση εντολών, κλπ) δεν αποβλέπει πουθενά αλλού, παρά να με εμφανίσει από δικαιούχο των σημαντικών μου αμοιβών, την καταβολή των οποίων μετέθετε από καιρό σε καιρό, κακόβουλο οφειλέτη του...

Δυστυχώς, όμως δεν τον ενοχλεί η εν λόγω παράνομη συμπεριφορά του, αλλά, ουσιαστικά τον προσβάλλουν οι λόγοι μου, με τους οποίους την κατέδειξα και απέκρουσα. Όπως και την αποψίλωση των φακέλων που διενήργησε υστερόβουλα στις 27-3-2002 και τον Απρίλιο του 2002, με σκοπό να μου αποστερήσει κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα και στοιχεία για περατωθείσες από εμένα κυρίως εξώδικες υποθέσεις του, για τις οποίες έπρεπε να μου καταβάλει τις συμφωνημένες αμοιβές.

Αναντίρρητα, διέπραξε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις του... Τις τελευταίες αξιόποινες πράξεις του (αποψίλωση φακέλων) πραγμάτωσε, με κύριο και αποκλειστικό σκοπό του να εξασφαλίσει τη σημερινή του "ευχέρεια" να με συκοφαντεί και καθυβρίσει, ισχυριζόμενος ότι οι υποθέσεις αυτές δεν υπήρξαν, ή ότι ποτέ δεν ασχολήθηκα εγώ ως δικηγόρος του με αυτές...

Την ελευθεριότητα του αυτή τη στηρίζει, πράγματι, στην παράνομη αφαίρεση και κατοχή των κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων και λοιπών στοιχείων που μου αποστέρησε στις 27-3-2002 και τον Απρίλιο του 2002... Ο ψευδής, συκοφαντικός και υβριστικός αυτός ισχυρισμός του αποτελεί την τρίτη και σφοδρότερη προσβολή της προσωπικότητας μου, μετά τις εξακολουθητικές παράνομες μαγνητοφωνήσεις των συνομιλιών μας και τις αποψιλώσεις των δικογραφιών, με την δόλια αφαίρεση κρίσιμων και , ουσιωδών εγγράφων που αποδείκνυαν, λεπτομερώς, τις επταετείς επαγγελματικές μας σχέσεις και ιδίως τις απορρέουσες από αυτές δικηγορικές μου αμοιβές...

Αλλά γεννιέται εν προκειμένω και το εύλογο ερώτημα. Γιατί, να προβεί ο Ε. Κ. σε όλες τις προϊστορούμενες αξιόποινες μεθοδεύσεις και ενέργειες σε βάρος μου (παράνομες μαγνητοφωνήσεις, υπεξαγωγή εγγράφων αποδεικνυόντων το πλήθος και την πολυπλοκότητα των υποθέσεων και των αντιστοίχων δικηγορικών υπηρεσιών που του πρόσφερα...

Το γεγονός της "λεηλασίας" των δικογραφιών που τηρούσα στο γραφείο μου, κυρίως στις 27-3-2002, και στις αρχές Απριλίου 2002 είναι απολύτως υπαρκτό και αληθινό. Μάλιστα δε, σαφώς ομολογημένο και απ' αυτόν τον ίδιο Ε. Κ.. Ήταν η πρώτη εκδήλωση της σε βάρος μου αντισυμβατικής και άδικης συμπεριφοράς του, η υπεξαγωγή κρίσιμων και ουσιωδών αποδεικτικών για το πλήθος και τη σοβαρότητα των δικηγορικών υπηρεσιών που του πρόσφερα επί έτη.

Και για το λόγο τούτο, υλοποίησε, σε πρώτη φάση την παράνομη αφαίρεσή τους, προκειμένου να μου προκαλέσει αφενός μεν δικονομική βλάβη, με τη δυσχέρεια απόδειξης των ποικίλων επαγγελματικών μου εργασιών που είχα πραγματοποιήσει, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, αφετέρου δε περιουσιακή ζημία, με την αδυναμία μου να θεμελιώσω αποδεικτικά την ύπαρξη των αντιστοίχων προς τις εργασίες συμφωνημένες δικηγορικές αμοιβές μου και, περαιτέρω, να με καταστήσει έκθετο στις βαριές ηθικοπνευματικές προσβολές που επέφερε σ' εμένα, με τις όντως συκοφαντικές, άκρως δυσφημιστικές και υβριστικές του πράξεις και φράσεις, όπως παραπάνω καταγράφονται.

Η ρητή ομολογία του Ε. Κ. για την αληθινή "αποψίλωση" κρίσιμων και ουσιωδών για μένα αποδεικτικών του δικηγορικών μου εργασιών και αμοιβών εγγράφων, περιλαμβάνεται, προεχόντως, στο από 5-3-2003 προσκομιζόμενο εξώδικο του... Για την άδικη αυτή συμπεριφορά του Ε. Κ. σε βάρος μου, κατέθεσα εναντίον του την προσκομιζόμενη με επίκληση, από 12-10- 2004, με Α.Β.Μ- Α04/3371, μήνυση, ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά.

Από το περιεχόμενο και της εν λόγω μηνυτήριας αναφοράς μου, αποδεικνύεται ότι συμπεριλαμβάνονται σ' αυτήν κυρίως δημόσια έγγραφα, που αυτός υπεξήγαγε, τα οποία ήταν δυνατόν να προσδιορισθούν και ένα μέρος από αυτά να ξαναεκδοθούν. Αναρίθμητα, όμως, άλλα έγγραφα από το αρχείο των κληρονομικών διαφορών και υποθέσεων του εγκαλούντα, τις οποίες χειρίσθηκα, όπως και πιο πάνω εκθέτω ("φάκελος Ελβετίας", διαφορές περιουσιακές και εταιρικές με θείους του, κλπ), καθώς και πολλά δικά μου έγγραφα σημειώματα, νομολογία και θεωρία που τηρούσα για κάθε υπόθεση του σε φωτοαντίγραφα, αφαιρέθηκαν απ' αυτόν...

γ) Γιατί, τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2002, που αποψίλωσε όλους τους λοιπούς φακέλους που τηρούσα για τις υποθέσεις του, δεν ανέλαβε και όλα τα σχετικά με την υπόθεση αυτή (με τους θείους του) σχετικά έγγραφα, τα οποία παρέμειναν όχι μόνο μέχρι τις 15-2-2002 που επήλθε ο οικονομικός συμβιβασμός, αλλά και μέχρι τη διάρρηξη (28-12-2002) των επαγγελματικών μας σχέσεων, ώστε να προσκομίσω πληθώρα από αυτά στο Μον.

Πρωτ. Πειραιά, κατά τη σχετική ένδικη διαφορά μας;... η) Γιατί εξαφάνισε όλα τα σχετικά δημόσια έγγραφα (συμβόλαια αγοράς ακινήτων κλπ) που είχα λάβει από τις προαναφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες -πλην ενός που έτυχε να είναι εκτός των δικογραφιών και επαληθεύσει τους ισχυρισμούς μου- προκειμένου να ισχυρισθεί (κατά τη γνώμη του) εκ του ασφαλούς ότι δήθεν, δεν είχα καμία ανάμιξη και σ' αυτήν την υπόθεση;

Συμπεριφορά που με ανάγκασε να του υποβάλω την από 12-10-2004 σχετική μήνυση για υπεξαγωγή εγγράφων... Όπως προαναφέρω, αντίστοιχη έρευνα έκανα στο υποθ/κείο Κρανιδίου για τον εντοπισμό των ανηκόντων στην εν λόγω εταιρεία εννέα (9) ακινήτων, συνολικής έκτασης 46.453 μ2, επί της οποίας έχει ανεγερθεί η ξενοδοχειακή της μονάδα και έλαβα σχετικά αντίγραφα συμβολαίων, τα οποία μαζί με αυτά του Πρωτ/κείου Ναυπλίου (καταστατικό και τροποποιήσεις), αφαίρεσε ο αντίδικος από τους φακέλους των υποθέσεων του, όπως προαναφέρω...", ε) στην από 8-3-2005 προσθήκη αντίκρουση του επί των από 2-3-2005 προτάσεων - προσθέτων λόγων εφέσεως του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...

Εν πάση περιπτώσει, προσάγω με επίκληση, αντίγραφο της από 26-1-2000 αίτησης που έχει κατατεθεί στο όνομα του αντιδίκου -την οποία "επιμελώς" αποκρύπτει- για τη χορήγηση συμβολαίων που αφορούν (και) στην εταιρεία "....". Στην αίτηση αυτή αναφέρονται, για τους προρρηθέντες λόγους, μόνο δύο (2) συμβόλαια, ενώ στην πραγματικότητα λήφθησαν όσα ακριβώς μνημονεύονται στην οικεία θέση των προτάσεων μου, τα οποία αφαίρεσε ο αντίδικος από τις δικογραφίες του που τηρούσα και "εκ του ασφαλούς", σήμερα, "αρνείται" την πραγματική δικηγορική ενασχόληση μου και με την εταιρία αυτή...

γ) Γιατί τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2002, που αποψίλωσε όλους τους λοιπούς φακέλους που τηρούσα για τις υποθέσεις του, δεν ανέλαβε και όλα τα σχετικά με την υπόθεση αυτή (με τους θείους του) σχετικά έγγραφα, τα οποία παρέμειναν όχι μόνο μέχρι τις 15-2-2002 που επήλθε ο οικονομικός συμβιβασμός, αλλά και μέχρι τη διάρρηξη (28-12-2002) των επαγγελματικών μας σχέσεων, ώστε να προσκομίσω πληθώρα από αυτά στο Μον.

Πρωτ. Πειραιά, κατά τη σχετική ένδικη διαφορά μας;... η) Γιατί εξαφάνισε όλα τα σχετικά δημόσια έγγραφα (συμβόλαια αγοράς ακινήτων κλπ) που είχα λάβει από τις προαναφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες -πλην ενός που έτυχε να είναι εκτός των δικογραφιών και επαληθεύσει τους ισχυρισμούς μου- προκειμένου να ισχυρισθεί (κατά τη γνώμη του) εκ του ασφαλούς, ότι δήθεν, δεν είχα καμία ανάμιξη και σ' αυτήν την υπόθεση;

Συμπεριφορά που με ανάγκασε να του υποβάλω την από 12-10-2004 σχετική μήνυση για υπεξαγωγή εγγράφων... Ειδικότερα, στις δύο (2) προμνησθείσες, πράγματι, αδικαιολόγητες γραπτές ανακλήσεις (4-2-2003 και 7-2-2003) των προς εμένα εντολών του και αφού, πλέον, είχαν γίνει απολύτως ορατές και σαφείς οι επόμενες ενέργειες του σε βάρος μου -μετά την αποκάλυψη (28-12-2002) της επί εννεάμηνο παγίδευσης μου με το μαγνητόφωνο του- όπως τις είχε, άλλωστε, προετοιμάσει από καιρό και, πάντως, μετά την έκδοση και λήψη θεωρημένου αντιγράφου από εμένα, της υπ' αριθμ. 10543/2001 απόφασης του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία του επιδικάστηκε η τελευταία εκκρεμούσα δικαστικώς κληρονομιαία αξίωση του (κατά των κληρονόμων του Ι.

Α.) και της επακολουθήσασας "λεηλασίας" των φακέλων των περαιωμένων- αλλά μη πληρωμένων υποθέσεων του-... Αλλ' όμως τα αναρίθμητα ιδιόχειρα έγγραφα του που βρέθηκαν "φιλικώ τω τρόπω" στους εσκεμμένως αποψιλωμένους απ' αυτόν φακέλους των δικογραφιών του, τον διαψεύδουν και εκθέτουν ανεπανόρθωτα...", στ) στην από 20-10-2005 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 121/2005 αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Από τα έγγραφα (προσωπικές μου σημειώσεις και αποδεικτικά των μετοχικών σχέσεων του πατέρα του αντιδίκου με την ελβετική ανώνυμη εταιρία) που διατηρούσα για την υπόθεση αυτή, μετά την καθόλα δόλια και εσκεμμένη "λεηλασία" όλων των σχετικών δικογραφιών που πραγματοποίησε -τουλάχιστον δύο (2) φορές, το Μάρτιο 2002 και αρχές Απριλίου 2002- απέμεινε μόνο ένα (έγγραφο) και τούτο από ολοφάνερη "παραδρομή" του...

Συγκεκριμένα, στις από 2-3-2005 Προτάσεις - Προσθέτους Λόγους Έφεσης που κατέθεσα νόμιμα στο Εφετείο, στις σελίδες 83 και 84, σημειώνονται οι επανειλημμένες συνομολογήσεις του αντιδίκου για τη διαρπαγή των επίμαχων αυτών εγγράφων, αποδειχθείσες και με σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισα και επικαλέστηκα νόμιμα και γενικότερα ότι: 4.

Το γεγονός της "λεηλασίας" των δικογραφιών που τηρούσα στο γραφείο μου, κυρίως στις 27-3-2002, και στις αρχές Απριλίου 2002 είναι απολύτως υπαρκτό και αληθινό. Μάλιστα δε, σαφώς ομολογημένο και απ' αυτόν τον ίδιο Ε. Κ.. Ήταν η πρώτη εκδήλωση της σε βάρος μου αντισυμβατικής και άδικης συμπεριφοράς του, η υπεξαγωγή κρίσιμων και ουσιωδών αποδεικτικών για το πλήθος και τη σοβαρότητα των δικηγορικών υπηρεσιών που του πρόσφερα επί έτη.

Και για το λόγο τούτο, υλοποίησε, σε πρώτη φάση την παράνομη αφαίρεση τους, προκειμένου να μου προκαλέσει αφενός μεν δικονομική βλάβη, με τη δυσχέρεια απόδειξης των ποικίλων επαγγελματικών μου εργασιών που είχα πραγματοποιήσει, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, αφετέρου δε περιουσιακή ζημία, με την αδυναμία μου να θεμελιώσω αποδεικτικά την ύπαρξη των αντιστοίχων προς τις εργασίες συμφωνημένες δικηγορικές αμοιβές μου και, περαιτέρω, να με καταστήσει έκθετο στις βαριές ηθικοπνευματικές προσβολές που επέφερε σ' εμένα, με τις όντως συκοφαντικές, άκρως δυσφημιστικές και υβριστικές του πράξεις και φράσεις, όπως παραπάνω καταγράφονται.

Η ρητή ομολογία του Ε. Κ. για την αληθινή "αποψίλωση" κρίσιμων και ουσιωδών για μένα αποδεικτικών του δικηγορικών μου εργασιών και αμοιβών εγγράφων, περιλαμβάνεται, προεχόντως, στο από 5-3-2003 προσκομιζόμενο εξώδικο του... Για την άδικη αυτή συμπεριφορά του Ε. Κ. σε βάρος μου, κατέθεσα εναντίον του την προσκομιζόμενη με επίκληση, από 12-10- 2004, με Α.Β.Μ.- Α04/3371, μήνυση, ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά.

Από το περιεχόμενο και της εν λόγω μηνυτήριας αναφοράς μου, αποδεικνύεται ότι συμπεριλαμβάνονται σ' αυτήν κυρίως δημόσια έγγραφα, που αυτός υπεξήγαγε, τα οποία ήταν δυνατόν να προσδιορισθούν και ένα μέρος από αυτά να ξαναεκδοθούν. Αναρίθμητα, όμως, άλλα έγγραφα από το αρχείο των κληρονομικών διαφορών και υποθέσεων του εγκαλούντα, τις οποίες χειρίσθηκα, όπως και πιο πάνω εκθέτω ("φάκελος Ελβετίας", διαφορές περιουσιακές και εταιρικές με θείους του, κλπ), καθώς και πολλά δικά μου έγγραφα σημειώματα, νομολογία και θεωρία που τηρούσα για κάθε υπόθεση του σε φωτοαντίγραφα, αφαιρέθηκαν απ' αυτόν...", ζ) στην από 30-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αγωγή του, κατά του ενάγοντος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Στις 28-12-2002 που επιβεβαιώθηκε πλήρως η παραπάνω παράνομη και κατάπτυστη συμπεριφορά του εναγομένου (έως τότε πελάτη μου) και, μάλιστα, αποκλειστικά, εξαιτίας αυτής (συμπεριφοράς του) διακόπηκαν οι επαγγελματικές μας σχέσεις, τον κάλεσα να τακτοποιήσουμε όλες τις μεταξύ μας οικονομικές εκκρεμότητες και να μου καταβάλει ό,τι ακόμη μου όφειλε προκειμένου να του παραδώσω όσα διαδικαστικά κυρίως έγγραφα είχαν απομείνει στους φακέλους των υποθέσεων του, αφού ο ίδιος, "σαν έτοιμος από καιρό" είχε "προνοήσει" και αφαιρέσει (κυρίως το Μάρτιο του 2002) απ' αυτούς κάθε έγγραφο που θα του επέτρεπε, εκ του ασφαλούς -κατά τη γνώμη του- αφενός μεν να συνεχίσει την ολοκλήρωση των εκκρεμουσών ενδίκων διαφορών του, με άλλο δικηγόρο, αφετέρου δε να αρνηθεί και αποφύγει την καταβολή των σοβαρών αμοιβών που μου όφειλε, ισχυριζόμενος ότι, τάχα, διατηρούσε μόνο φιλικές κι όχι επαγγελματικές σχέσεις μ' εμένα! Έτσι, λοιπόν, σκεπτόμενος και δόλια φερόμενος ο εναγόμενος, επεδίωξε να διαγράψει, καταρχήν, τις επαγγελματικές μας σχέσεις και, συνακόλουθα, τις εκκρεμούσες προς εμένα οφειλές του, με τις ρηθείσες κακόβουλες, παράνομες και καταχρηστικές του ενέργειες.

Και συγκεκριμένα, πρώτα με την αφαίρεση και εξαφάνιση των εγγράφων και εν γένει συναφών αποδεικτικών στοιχείων (σημειώσεων μου, νομολογίας, κλπ.) των ήδη, επιτυχώς, περαιωμένων, εξωδίκως, από εμένα, υποθέσεων του, από το περιεχόμενο των οποίων (αφαιρεθέντων εγγράφων) όχι μόνο προέκυπταν οι εργασίες μου ως δικηγόρου, αλλά, θεμελιώνονταν και οι συμφωνημένες με αυτόν αμοιβές μου.

Η εξαφάνιση των κρίσιμων και ουσιωδών αυτών αποδεικτικών εγγράφων... Έφθασε ακόμη και στο σημείο να ισχυρισθεί ότι, δήθεν, του κατακρατώ διάφορες μετοχές, μία ιδιόγραφη διαθήκη και διάφορα άλλα έγγραφα, τα οποία, πράγματι, είχε αναλάβει από τις υπάρχουσες στο γραφείο μου δικογραφίες του, τις οποίες, στην κυριολεξία, "λεηλάτησε", τουλάχιστον δύο (2) φορές, με προσχεδιασμένη υβριστική συμπεριφορά.

Το μήνα Μάρτιο 2002 και στις αρχές Απριλίου 2002, που αφαίρεσε, κατά την απόλυτη και δολιόφρονα κρίση του, αυθαίρετα, όσα και όποια έγγραφα ο ίδιος, μόνος του επέλεξε και εγκατέλειψε το γραφείο μου, χωρίς καν να μ' ενημερώσει γι' αυτά (έγγραφα) που, ακριβώς, πήρε...Έτσι, λοιπόν, εκ του ασφαλούς, πλέον, τα "αναζήτησε" ένα χρόνο αργότερα (το Μάρτιο του 2003), με σχετικό εξώδικο του, αξιώσας να του παραδώσω, εκ νέου, αυτά που ήδη είχε πάρει! Υποκρινόμενος δε ότι, δήθεν, του κατακρατώ παράνομα και αδικαιολόγητα τα προαναφερόμενα έγγραφα και διάφορα άλλα δικόγραφα και εν γένει διαδικαστικά έγγραφα, προκειμένου να με πλήξει και εκθέσει παντοιοτρόπως, κατέθεσε και σχετική αίτηση - αναφορά σε βάρος μου στο Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά, ζητώντας να υποχρεωθώ να του τα παραδώσω με σχετική Πράξη του Προέδρου του οικείου Συλλόγου, επικαλούμενος, ψευδώς, ότι κινδύνευε να δικαστεί ερήμην (!), μολονότι είχε στα χέρια του όλα τα αναγκαία έγγραφα για τη διεξαγωγή της εν λόγω δίκης...

Όλα σχεδόν τα κρίσιμα και αποδεικτικά των επαγγελματικών μας σχέσεων έγγραφα και συνεπόμενα αποδεικτικά των συμφωνημένων αμοιβών μου, τα έχει "εξαφανίσει"... Αποκορύφωμα της αντισυμβατικής, κακόβουλης και καταχρηστικής αυτής στάσης του αποτέλεσε η "ευκαιρία" που προκάλεσε με εντελώς υβριστική του στάση το Μάρτιο 2002, που προέβη, κυριολεκτικά σε "λεηλασία" των πολλών και ογκωδών φακέλων των δικογραφιών του και εγκατέλειψε το γραφείο μου, χωρίς, καν, να μου επιδείξει τα έγγραφα που αφαίρεσε.

Επρόκειτο για ένα δόλιο σχεδιασμό του αντιδίκου, σύμφωνα με τον οποίο μου αποστέρησε τη δυνατότητα να αποδείξω το πλήθος και τη σοβαρότητα των νομικών υπηρεσιών που του πρόσφερα, κυρίως, την τελευταία πενταετία ως δικηγόρος... Άλλωστε, και σε κάθε περίπτωση δεν θα ενεργούσε τις συγκεκριμένες εγκληματικές του πράξεις, προκειμένου "να μεταβάλει τη νύχτα σε μέρα", ευκαιρίας δοθησομένης με την επί εννέα (9) ολόκληρους μήνες μαγνητοφωνική μου παγίδευση, ή με την ενδιάμεση λεηλασία των φακέλων των δικογραφιών του, προκειμένου να έχει, σήμερα, τη δολερή ευχέρεια να προβάλει τους αληθοφανείς ισχυρισμούς του...".

Επί των ανωτέρω ισχυρισμών του πρώτου των εναγομένων περί παρανόμου αφαιρέσεως εγγράφων από φακέλους δικογραφιών, που ευρίσκοντο στο γραφείο αυτού, εκ μέρους του ενάγοντος, αποδεικνύεται περαιτέρω ότι κατόπιν εγκλήσεως του Μ. Π., ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Ε. Κ. για υπεξαγωγή εγγράφων που έλαβε χώρα από το γραφείο του πρώτου αυτών στις 27-3-2002 και το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του ίδιου έτους και αφορούσε έγγραφα που αναφέρονται αναλυτικά στη με αριθμό 729/2006 απόφαση του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος καθώς κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, όπως προκύπτει ιδίως από το με αριθμό 968/25-2-2009 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου.

Επιπλέον δε, ο πρώτος εναγόμενος, με το υπ' αριθμ. 204/17-3-2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, προκειμένου, κατόπιν ποινικής σε βάρος του διώξεως, μετά από σχετική έγκληση του ενάγοντος, να δικασθεί για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος του τελευταίου, τελεσθείσας, δια των ως άνω, περί παρανόμων μαγνητοφωνήσεων των ιδιωτικών και τηλεφωνικών συνομιλιών και υπεξαγωγής εγγράφων, ισχυρισμών του, που εμπεριέχονται στην ανωτέρω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή του, ενώ, με το υπ' αριθμ. 227/31-7-2009, ήδη αμετάκλητο (βλ. την από 1-10-2009 βεβαίωση της Γραμματείας του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς και το υπ' αριθμ. 4448/1-10-2009 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου), βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, -με το οποίο έγινε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση του κ.

Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς κατά του υπ' αριθμ. 442/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ως προς τις απαλλακτικές του διατάξεις-, οι εναγόμενοι παραπέμφθηκαν, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, να δικασθούν, ως υπαίτιοι τέλεσης, σε βάρος του ενάγοντος, των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδούς ανωμοτί καταθέσεως, ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ψευδορκίας, ο πρώτος των εναγομένων, και ψευδορκίας μάρτυρα, αμφότεροι αυτών, αναφορικά με τα, εκ μέρους τους, επικαλούμενα ως άνω περιστατικά της, υπό του ενάγοντος, υπεξαγωγής εγγράφων.

Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων περί της παρανόμου αφαιρέσεως των αναφερομένων στα ανωτέρω δικόγραφα αυτού εγγράφων, με σκοπό τη ματαίωση της εισπράξεως από τον τελευταίο οφειλομένων αμοιβών, εκ μέρους του ενάγοντος, είναι ψευδής, πρόσφορος να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, ο δε εναγόμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους και, παρά ταύτα, προέβη στην επίκλησή του, με σκοπό να προκαλέσει στον ενάγοντα την ανωτέρω βλάβη, με αποτέλεσμα η σχετική συμπεριφορά του, όπως και η ανωτέρω, ως προελέχθη, αντίστοιχη των ισχυρισμών των εναγομένων περί παρανόμου μαγνητοφωνήσεως των συνομιλιών του πρώτου εναγομένου, καθώς και του ισχυρισμού του τελευταίου περί ομολογήσεως της ως άνω συμπεριφοράς του ενάγοντος από τον ίδιο, να στοιχειοθετεί, σε βάρος του ενάγοντος, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης.

Η δε ένσταση του πρώτου των εναγομένων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα της ως άνω πράξης του, για το λόγο ότι προέβη σε αυτή, με σκοπό τη διαφύλαξη νομίμου δικαιώματος του, τυγχάνει απορριπτέα, ως νομικά αβάσιμη, δεδομένου ότι η επικαλούμενη από τούτον σχετική διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ ΠΚ, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί κρίσεων ή εκδηλώσεων που περιέχουν τα συστατικά της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημίσεως, ως κρίθηκε, εν προκειμένω (άρθρο 367 παρ. 2 περ.

α ΠΚ).....Πλέον δε των ανωτέρω χαρακτηρισμών, ο πρώτος των εναγομένων, προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών του, διέλαβε, ως προαναφέρθηκε, στα ως άνω δικόγραφα του, και άλλους, μειωτικούς της τιμής και της υπολήψεως του ενάγοντος, χαρακτηρισμούς, καθ' υπέρβαση του σκοπού του επικαλούμενου, προς προστασία, δικαιώματος του.

Συγκεκριμένα, στο δικόγραφο της από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγής και σε εκείνο της από 30-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003 αγωγής, ο πρώτος των εναγομένων ανέφερε τα ακόλουθα: "... Διακόπηκαν δε με αποκλειστική υπαιτιότητα, για τους παρακάτω αναφερόμενους αήθεις, καινοφανείς και αδόκητους λόγους και αιτίες, που συνιστούν συγκεκριμένη αδικοπρακτική του συμπεριφορά...", "...με απολύτως κακόβουλη και παράνομη διάθεση...

σύμφωνα με τους δόλιους και κακοπρόθετους υπολογισμούς και σχεδιασμούς του ... θα τον διευκόλυναν στην πραγμάτωση των κακοπροαίρετων και ανόμων σχεδίων του σε βάρος μου ...", "...φερόμενος με υπερχειλίζοντα φαρισαϊκό σεβασμό και προσποιητή εκτίμηση προς το πρόσωπο μου, με προσφωνούσε και μου απηύθυνε χαιρετισμούς, κατά κόρο, με τις φράσεις "Αγαπητέ Μ.", ή "εν Χριστώ αδελφέ", "Χαίρε εν Κυρίω", "Με την ειρήνη του Κυρίου" κλπ.

εμφανή σημεία της αποδειχθείσας, υποκριτικής και παραπλανητικής του συμπεριφοράς...", "... Στις 28-12- 2002, που επιβεβαιώθηκε πλήρως η παραπάνω παράνομη και κατάπτυστη συμπεριφορά του εναγομένου...", "... κατά την πάγια, πλέον, άνομη και εγκληματική τακτική του...", "... της επαίσχυντης συμπεριφοράς του...", "...Μολονότι ουδέποτε αρνήθηκε την επονείδιστη αυτή συμπεριφορά του...", "...

Η περαιτέρω στάση του δεν μπορούσε, βεβαίως, παρά να αποτελέσει οδυνηρή συνέχεια της αρχικής, δόλιας συμπεριφοράς του... τις ύπουλες ανέντιμες και πρωτοφανώς άδικες πράξεις του...", "..."λεηλάτησε" τουλάχιστον δύο (2) φορές, με προσχεδιασμένη υβριστική συμπεριφορά ... κατά την απόλυτη και δολιόφρονα κρίση του...", "...

Όταν δηλαδή αποκαλύφθηκε η δόλια και εγκληματική σε βάρος μου συμπεριφορά του", "... Με την ασύδοτη αυτή συμπεριφορά του... προκειμένου, με καινοφανή δολιότητα και θρασύτητα να αποφύγει την καταβολή των συμφωνημένων δικηγορικών μου αμοιβών...", "...Αποκορύφωμα της αντισυμβατικής, κακόβουλης και καταχρηστικής αυτής στάσης του αποτέλεσε η "ευκαιρία" που προκάλεσε με εντελώς υβριστική του στάση το Μάρτιο 2002...

Επρόκειτο για ένα δόλιο σχεδιασμό του αντιδίκου. σύμφωνα με τον οποίο μου αποστέρησε τη δυνατότητα να αποδείξω το πλήθος και τη σοβαρότητα των υπηρεσιών που προσέφερα...", στο δε δικόγραφο της από 2-6-2003 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003, ανέφερε "...Μεσολάβησαν όμως τα σκοτεινά γεγονότα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αντιδίκου σε βάρος μου", ενώ, στο δικόγραφο της από 30-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 6055/2003 αγωγής, ανέφερε τα εξής: "τις συγκεκριμένες εγκληματικές του πράξεις, προκειμένου "να μεταβάλει τη νύχτα σε μέρα", ευκαιρίας δοθησομένης με την επί εννέα (9) ολόκληρους μήνες μαγνητοφωνική μου παγίδευση ή με την ενδιάμεση λεηλασία των φακέλων των δικογραφιών του, προκειμένου να έχει, σήμερα, τη δολερή ευχέρεια...", "...

αλλιώς και εν πάση περιπτώσει μέχρι τις 28-12-2002 που αποκαλύφθηκε η άθλια παγιδευτική και ολωσδιόλου εγκληματική, υποκριτική και υπονομευτική του συμπεριφορά...". Περαιτέρω, στις από 2-3-2005 προτάσεις - πρόσθετους λόγους εφέσεως του, ανέφερε τα εξής: "... εν προκειμένω, ανειλικρινή και ένδικη, παρελκυστική και καταχρηστική συμπεριφορά του αντιδίκου (κατάφωρη παραβίαση του καθήκοντος αλήθειας)...", "και με προμελετημένη -όπως τα γεγονότα απέδειξαν- υβριστική σε βάρος μου συμπεριφορά αξίωσε να του παραδώσω φακέλους των υποθέσεων του...", "Ισχυρισμός του, εντελώς ψευδής και όψιμα επινοημένος κυρίως για να "καλύψει" τις εσκεμμένες, εντόνως αντισυναλλακτικές και παράνομες ενέργειες του, που είχαν προηγηθεί σε βάρος μου (αποψίλωση φακέλων δικογραφιών του, παράνομες μαγνητοφωνήσεις επαγγελματικών συνομιλιών μας, κλπ)...", "Έως τότε, προχωρεί ακάθεκτος με τις έωλες και χαλκευμένες θέσεις και αντιθέσεις του, να με πλήξει, με περαιτέρω καινοφανείς και ασυνήθιστες μεθοδεύσεις.

Σε βάρος του "ουδέν καταγιγνώσκει"... Όλα τα αντίθετα βαρύνουν εμένα, αφού έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι είμαι ασυνείδητος (!) και ακόμη περισσότερο ότι έχω συστήσει συμμορία ληστών της οποίας είμαι αρχηγός! Από ποιες άραγε προσωπικές του εμπειρίες ορμώμενος κρίνει έτσι "τα αλλότρια"; Παρόλα αυτά έχει το άβυθο θράσος να με εγκαλεί για συκοφαντική του δυσφήμιση (!), για όσα νόμιμα και βάσιμα του αποδίδονται, σύμφωνα με την αποδειγμένη σε βάρος μου αδικοπρακτική του συμπεριφορά (εξώδικη και δικαστική).

Σαφώς, η συμπεριφορά του αυτή αποκαλύπτει τον αληθινό σκοπό και τα πραγματικά κίνητρα που τον ώθησαν στη διάπραξη πολλών αδίκων και αξιοποίνων πράξεων σε βάρος μου, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή των συμφωνημένων εργολαβικών μου αμοιβών...", "Η επιχειρούμενη άρνηση, απόκρυψη και διαστροφή της αλήθειας είναι τόσο έντονη και εμφανής, ώστε καταντάει όμοια με τη σκουριά που καταστρέφει το ίδιο το σίδερο που τη γέννησε...", "...

η εκ μέρους του Ε. Κ. τραγική και ηθικά απαράδεκτη υπονόμευση των επαγγελματικών μας σχέσεων με τις καινοφανείς μεθοδεύσεις του (υστερόβουλη αφαίρεση κρίσιμων αποδεικτικών εγγράφων των παρασχεθεισών σ' αυτόν δικηγορικών μου υπηρεσιών, παράνομη μαγνητοφώνηση των προσωπικών και τηλεφωνικών επαγγελματικών μας συνομιλιών, κλπ)...", "..

με τις αποδεδειγμένα δόλιες μεθοδεύσεις του ...", "...κι έτσι ήταν πλέον ευχερής η διαπίστωση της εν λόγω οδυνηρής -για μένα- αντικειμενικής αλήθειας, για την προαναφερόμενη επονείδιστη και αξιόποινη συμπεριφορά του...", "...μέχρι και τις 28-12-2002 που βγήκε απ' αυτά, με τα σύνεργα και τους καρπούς της αντισυμβατικής, αντιδεοντολογικής και παράνομης σε βάρος μου συμπεριφοράς του...", ενώ, στην από 8.3.2005 προσθήκη-αντίκρουση του, επί των από 2-3- 2005 προτάσεων-προσθέτων λόγων εφέσεως του, ενώπιον του Εφετείου Πειραιά, ανέφερε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...την αδιαμφισβήτητη συνισταμένη των δολίως μηχανορραφηθέντων σε βάρος μου εγκληματικών του σχεδίων, προκειμένου με κάθε αθέμιτο τρόπο να αποφύγει την καταβολή των συμφωνημένων και οφειλομένων σ' εμένα αμοιβών...".

Όλοι δε οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί, καθώς και τα ως άνω επικαλούμενα, υπό των εναγομένων, πραγματικά περιστατικά της, εκ μέρους του ενάγοντος, παρανόμου, τόσο μαγνητοφωνήσεως, πράξεως ομολογημένης από τον ίδιο, όσο και αφαιρέσεως εγγράφων, με σκοπό την αποφυγή καταβολής οφειλομένων στον πρώτο εναγόμενο δικηγορικών αμοιβών του, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως, μεταξύ άλλων, των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, των συγκροτούντων τα δικαστήρια, ενώπιον των οποίων οι ως άνω διαφορές εκδικάσθηκαν, δικαστικών οργάνων, του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο εκδικάσθηκε ανωτέρω από 2-6-2003 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 4694/2003 αγωγή, του δικαστικού επιμελητή που επέδωσε στον ενάγοντα, δια θυροκολλήσεως, την ως άνω αγωγή, πλήττοντας την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος, προσέβαλαν την προσωπικότητα του τελευταίου, καθώς, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία στον ενάγοντα, παρουσιάζοντας τον ως ένα πρόσωπο ανέντιμο, ανυπόληπτο, άηθες, υποκριτικό, που μετέρχεται παράνομες μεθόδους, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του.

Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω χαρακτηρισμοί καθώς και τα ως άνω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους του εγκαλούντος-εναγομένου Μ. Π. περί της παράνομης μαγνητοφώνησης των προφορικών και τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων, της αφαίρεσης εγγράφων με σκοπό την αποφυγή καταβολής της δικηγορικής του αμοιβής, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων, όπως μεταξύ άλλων των αρμοδίων δικαστικών υπαλλήλων, των δικαστικών λειτουργών που επιλήφθησαν των σχετικών υποθέσεων, ήταν ψευδή και έπληξαν την τιμή και την υπόληψη και προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος Ε.

Κ. καθώς κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σε αυτόν, παρουσιάζοντάς τον ως ένα πρόσωπο ανέντιμο, ανυπόληπτο, άηθες, υποκριτικό που μετέρχεται παράνομες μεθόδους προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Ο εναγόμενος εξ άλλου γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών του, των οποίων έλαβαν γνώση δικαστές, εισαγγελείς, γραμματείς, δικαστικοί επιμελητές και παρευρισκόμενοι στα Δικαστήρια και παρά ταύτα προέβη στην επίκλησή τους με σκοπό να προκαλέσει βλάβη στον ενάγοντα, ώστε η σσχετική συμπεριφορά του να είναι υπαίτια και παράνομη.

Ως εκ τούτου, ο ενάγων υπέστη, εκ της ως άνω, υπαίτιας και παράνομης, συμπεριφοράς των εναγομένων, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή τελέστηκε, το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, την προσωπικότητα του ενάγοντος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, οδηγείται στην κρίση ότι εύλογο ως χρηματική ικανοποίηση..

είναι το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000 ευρώ), αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο,... και στο ποσό των 8.000 ευρώ, όσον αφορά τη δεύτερη των εναγομένων, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα επί μέρους στοιχεία ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στην ένταση και την απαξία της προσβολής".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την από 25-8-2011 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και την από 22-8-2014 αντέφεση του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 4649/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επικυρώνοντας αυτήν, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 16-7-2008 αγωγή του προαναφερθέντος ενάγοντος κατά των εναγομένων και υποχρέωσε τον πρώτο απ' αυτούς να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.000 ευρώ και τη δεύτερη απ' αυτούς το ποσό των 8000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη βάσει της σε βάρος του αδικοπραξίας αυτών κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους και ειδικότερα ως προς την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος της ένδικης αγωγής του με την διάδοση των προαναφερθέντων αναληθών γεγονότων από τους εναγομένους, που προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του και περιέχονται στα προαναφερθέντα διαδικαστικά έγγραφα (η δεύτερη απ' αυτούς με την ένορκη ψευδή κατάθεσή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί προαναφερθείσας αντιδικίας περί καταβολής δικηγορικών αμοιβών μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου) συνιστάμενα στην τέλεση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης για την παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών τους συνομιλιών από τον ενάγοντα και την ομολογία απ' αυτόν του γεγονότος αυτού, την υπεξαγωγή εγγράφων από αυτόν με σκοπό τη ματαίωση της είσπραξης από εναγόμενο οφειλομένων αμοιβών, εκ μέρους του ενάγοντος, και την υπάρχουσα υπαιτιότητα (δόλος) των εκεί εναγομένων , για την οποίαν (προσβολή της προσωπικότητας) κρίθηκε ότι δικαιούται ο ενάγων συνολικά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 25.000 ευρώ και από την δεύτερη εναγόμενη το ποσό των 8.000 ευρώ.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, έστω και συνοπτικές, ειδικότερα ως προς την δόλια συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος από τον πρώτο εναγόμενο στην παράνομη μαγνητοφώνηση των επαγγελματικών τους συνομιλιών και την υπεξαγωγή εγγράφων που είχε στην κατοχή του λόγω των επαγγελματικών του σχέσεων με τον ενάγοντα, το τελευταίο δε αναληθές γεγονός περί μαγνητοφώνησης των ως άνω συνομιλιών από τον ενάγοντα στο γραφείο του πρώτου εναγομένου κατατέθηκε ενόρκως από την εξετασθείσα μάρτυρα σύζυγό του (και νυν εναγόμενη) στην προαναφερθείσα πολιτική δίκη για την διεκδίκηση των αμοιβών του, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δεύτερο και τρίτο λόγους (ως προς την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου) του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.

Εξ άλλου, ο πρώτος λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας που προστατεύεται κατά τα άρθρα 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα με την αποδοχή της αγωγής του αντιδίκου τους ενάγοντος, δεδομένου ότι έχουν αθωωθεί με τις απαριθμούμενες 21 αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις που σχετίζονται με την ιστορική της αιτία αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν εκθέτουν ποιες αθωωτικές αποφάσεις διέλαβε στο αιτιολογικό του η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τον τρόπο με τον οποίον, ερμηνεύοντας αυτές, παραβιάστηκε από το Εφετείο το παραγόμενο απ' αυτές τεκμήριο αθωότητας, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, εν όψει του ότι το δεδικασμένο της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π., ΑΠ 1038/2019, 1536/2018). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.

ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ' αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 1461/13). Εξ άλλου, το επίμαχο αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1279/2010). Για την πληρότητα, όμως, του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 901/2019, 675/2019), γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 960/2017).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, κατά το ενδιαφέρον εδώ αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 1484/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικαλέστηκαν νόμιμα με τις από 6-4-2017 προτάσεις τους ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 95/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, στην οποίαν έχει στηριχθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι απ' αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο που δεσμεύει τούτο (επομένως δεν μπορεί να υποχωρήσει η κρίση αυτή με την επίκληση άλλου αποδεικτικού μέσου, πλην της ίδιας της ανατροπής του δεδικασμένου αυτού) ως προς την αναλήθεια του ισχυρισμού του ότι ο εδώ ενάγων μαγνητοφωνούσε τις επαγγελματικές τους προφορικές συνομιλίες, εφόσον η από 30-4-2003 αγωγή του πρώτου εναγομένου κατά του ενάγοντος για την καταδίκη του σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την πιο πάνω σε βάρος του αδικοπραξία απορρίφθηκε τελεσιδίκως κατ' ουσίαν.

Ως προς τμήμα αυτό ο λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός διότι, ανεξάρτητα από το ότι δεν προσκομίζεται η ως άνω απόφαση στο Δικαστήριο αυτό για την απόδειξη της βασιμότητας του λόγου (ΑΠ 336/2010), υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά θεμελιώνεται είτε ο λόγος αναίρεσης του αρ. 16 άρθρου 559 ΚΠολΔ, είτε ο λόγος αναψηλάφησης του αρ. 8 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, τους οποίους δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες με τις απαιτούμενες λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, αφετέρου δε το Εφετείο θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αναλήθεια του ως άνω γεγονότος και στην υπ' αριθμ. 103/2008 αμετάκλητη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν ο νυν ενάγων κρίθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας της παράνομης μαγνητοφώνησης των συνομιλιών του με τον πρώτο εναγόμενο.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 788/2005 και 103/2008 αποφάσεις του πολιτικού Εφετείου Πειραιώς καθώς και τις υπ' αριθμ. 1190/2016 αμετάκλητη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και 684/2011 απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν ο πρώτος εναγόμενος απηλλάγη της κατηγορίας για τη συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος και που αποδεικνύουν την αλήθεια του ισχυρισμού του (ς) περί παράνομης μαγνητοφώνησης των συνομιλιών τους από τον ενάγοντα.

Ο λόγος αυτός κατά ως άνω μέρος αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι κατά τα προαναφερθέντα το Εφετείο στήριξε την κρίση του στο δεδικασμένο της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 95/2009 απόφασης, ανεξάρτητα από το ότι τις δύο πρώτες αποφάσεις τις έλαβε υπόψη του και τις αξιολόγησε αρνητικά ότι δεν επηρεάζουν την έκβαση της υπόθεσης, όπως απορρέει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Τέλος, ως προς την επίκληση από τον πρώτο εναγόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 684/2011 απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν αυτός κηρύχθηκε αθώος ψευδορκίας μάρτυρα ως προς το γεγονός της αφαίρεσης από τον εδώ ενάγοντα των εγγράφων και δικογραφιών από το γραφείο του, πρέπει ο σχετικός λόγος να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφενός διότι το Εφετείο, όπως απορρέει από τις προαναφερθείσες παραδοχές του, θεμελίωσε το αποδεικτικό του πόρισμα περί συκοφαντικής δυσφήμησης του ενάγοντος στο ότι ο τελευταίος αθωώθηκε αμετάκλητα της κατηγορίας που του προσήψε ο πρώτος εναγόμενος με την υπ' αριθμ. 729/2009 αμετάκλητη απόφαση του Β Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καθώς και στο υπ' αριθμ. 204/2009 παραπεμπτικό βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών Πειραιώς που παρέπεμπε τον πρώτο εναγόμενο να δικαστεί για το αδίκημα της σε βάρος του ενάγοντος συκοφαντικής δυσφήμισης για την προαναφερθείσα υπεξαγωγή εγγράφων, και αφετέρου η ως άνω απόφαση, η οποία επιπλέον δεν προσκομίζεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αφορά σε άλλη μήνυση, στο πλαίσιο διαχρονικής και πολυεπίπεδης πολιτικής και ποινικής αντιδικίας του νυν ενάγοντος σε βάρος του και για διαφορετικό αδίκημα (ψευδορκία μάρτυρα), όπως απορρέει από την ανάγνωση του σχετικού χωρίου της που αναγράφεται στο σχετικό αναιρετικό λόγο.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που έχει καταθέσει προτάσεις στην από 17-2-2020 συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), εν όψει του ότι η σημερινή συζήτηση είναι συνέχεια της προηγούμενης της 17-2-2020 κατά την οποίαν αναβλήθηκε η συζήτηση της αναίρεσης, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 613/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και τους από 26-12-2018 πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ