Legislator Case Law & Legislation
1252/2020 AI generated

1252/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1252/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2018 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1252/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements breach of employment obligations standstill obligation obligation to contract stop-work order contractor's lien
AI generated
1545/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
245/2015
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του Κώδικα των Δικηγόρων (του ν.δ.
1257/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1958/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.
121/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1374/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1252/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ... συζύγου Ε... Κ..., 2) Χ... Κ... του Ε..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καρπαθάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαλενιανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 03-09-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 2967/2018, τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 298/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 12-10-2009 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 29-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και είχαν υποχρεωθεί οι τελευταίοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην πρώτη 108.958,99 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη ως προς το μεταβιβασθέν κεφάλαιο, που αφορούσε την παραπάνω από 29-3-2010 αγωγή και, στη συνέχεια, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή και υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση το ποσό των 187.285, 26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της καταγγελίας της από 12-5-2005 μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ.552, 553, 556,558,564 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διατάξεως που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδοντας στο Εφετείο, την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 340,345,346 και 361 ΑΚ,με το να τους υποχρεώσει να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη όλο το επιδικασθέν χρηματικό ποσό εντόκως, ορίζοντας ως χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας την επομένη της ημερομηνίας καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως, ενώ έπρεπε να ορισθεί αυτή μόνο για το κονδύλιο του ποσού των 42.765,56 ευρώ και όχι και για τα υπόλοιπα κονδύλια, για τα οποία έπρεπε να ορισθεί ως χρόνος έναρξης της τοκοδοσίας ο χρόνος επίδοσης της αγωγής.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 9 του αρθ.559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού με την αγωγή της είχε αιτηθεί η αναιρεσίβλητη μόνο το ποσό των 42.765,56 ευρώ να καταβληθεί εντόκως από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης (13-12-2008) και όχι, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, για όλα τα επιδικασθέντα ποσά.

Οι αναιρεσείοντες, όμως, κατά την ανάπτυξη των παραπάνω λόγων, δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο, ούτε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής τους ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις προτάθηκαν από αυτούς στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικό λόγο έφεσης, δοθέντος ότι και η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε αποφανθεί, ομοίως, η τοκοδοσία να αρχίζει από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης (13-12-2008).

Επομένως, δεν πληρούται η καθιερούμενη από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας, εξάλλου, πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Ούτε συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή μη αυτών, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το οικείο σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361,725 επ. ΑΚ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος για την, εκ μέρους της πρώτης αναιρεσείουσας, πρόωρη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, που να οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, ενώ, αν εφάρμοζε ορθά τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεσή τους κατά το συναφή λόγο της και να δεχθεί ότι για σπουδαίο λόγο καταγγέλθηκε η σύμβαση, επειδή η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να κατασκευάσει το πλυντήριο-λιπαντήριο, παρόλο που η ίδια ( πρώτη αναιρεσείουσα ) φρόντισε να εκδοθεί η οικοδομική άδεια κατά τον συντομότερο δυνατόν χρόνο.

Επίσης, με τον έβδομο λόγο της αίτησης, υπό την επίκληση, ομοίως, του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, διότι το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης και δέχθηκε ότι δεν δικαιούται η πρώτη αναιρεσείουσα έκπτωσης και συγκεκριμένα από το ποσό της εμπορευματικής πίστωσης των 42.765,56 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, δεν αφαίρεσε την έκπτωση των 7,8 ευρώ ανά χιλιόλιτρο βενζινών και πετρελαίου κίνησης, που δικαιούταν η πρώτη αναιρεσείουσα, κατά το σχετικό συμβατικό όρο, για το έτος 2008 και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 9.924,56 ευρώ.

Οι ανωτέρω λόγοι (3οςκαι 7ος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δίκαιου, πλήττεται τελικά η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο όμως εφόσον τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται, πλην άλλων, στη μεν πρώτη περίπτωση η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή παραβιάσθηκε ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της, στη δε δεύτερη περίπτωση τα συγκεκριμένα διδάγματα, που φέρονται ως παραβιασθέντα κατά την ερμηνεία (επίσης συγκεκριμένου) κανόνα δικαίου ή κατά την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους τους ασκηθείσα καταγγελία της επίδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, αφού δεν αναφέρουν οι αναιρεσείοντες ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας και με ποιον τρόπο αυτά έχουν παραβιασθεί.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 404 ΑΚ: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στον δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή που δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή". Κατά δε το άρθρο 407 ΑΚ: "Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης, εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε, και την εκπλήρωση της παροχής.

Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 340 ΑΚ "ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή", ενώ κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ "αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής".

Τέλος, με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζεται, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 2120/2013).

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα καταπίπτει, δηλαδή δημιουργείται η απαίτηση του δανειστή σε σχέση με το αντικείμενο αυτής, όταν ο οφειλέτης αθετεί υπαίτια τις υποχρεώσεις του, όπως όταν αδυνατεί να εκπληρώσει την κύρια παροχή ή όταν περιέλθει σε υπερημερία, καθώς και όταν εκπληρώσει πλημμελώς την παροχή.

Οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση συνομολόγησής της για την περίπτωση της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, είναι η υπερημερία του οφειλέτη ως προς την εκπλήρωσή της, η οποία επέρχεται είτε με την όχληση, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, είτε με την παρέλευση της δίκης ημέρας, που συμφωνήθηκε, κατ' άρθρ. 341 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και η υπαιτιότητά του, που προβλέπεται στο άρθρο 330 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολομ.ΑΠ 7/2006,ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1584/2011).

Εξάλλου, ο λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 426/2010), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έτσι χρειάζονταν κατάλληλη συμπλήρωση ή ερμηνεία με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).

Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 355/2004, ΑΠ 683/2010).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία <...Α.Ε.> έχει ως αντικείμενο την εμπορία και διακίνηση πετρελαιοειδών και η α' εκκαλούσα-εφεσίβλητη Χ...

Κ... διατηρεί επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων στην ... Την 12.5.2005 συνήψαν εγγράφως σύμβαση αγοραπωλησιών πετρελαιοειδών για τις ανάγκες του πρατηρίου της με ιδιωτικό συμφωνητικό που συνυπέγραψαν με βάση το οποίο για μία πενταετία (δηλαδή έως 12.5.2010), η Χ... Κ... ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται και να αγοράζει για τις ανάγκες του πρατηρίου της καθώς να πωλεί και γενικά να διαθέτει, υγρά καύσιμα και συγκεκριμένα βενζίνη και πετρέλαιο όλων των τύπων αποκλειστικά από την εκκαλούσα .Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής ως προκύπτουν από το από 12.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό: 1) "Η πρατηριούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να προμηθεύεται από την ...

για διάθεση από το πρατήριο της κατ' ελάχιστο όριο μηνιαίως τις παρακάτω ποσότητες υγρών καυσίμων και λιπαντικών: α) 95 χιλιόλιτρα βενζινών, β) 45 χιλιόλιτρα πετρελαίου κίνησης, γ) 1.100 χιλιόλιτρα πετρελαίου θέρμανσης (ετησίως) και δ) 400 λίτρα ορυκτελαίων..." 2) "...Ρητά συμφωνείται ότι η ...θα πωλήσει και παραδώσει στην πρατηριούχο υγρά καύσιμα αξίας 75.000 ευρώ κατά την έναρξη της εμπορικής τους συνεργασίας, ενώ θα πωλήσει και παραδώσει υγρά καύσιμα αξίας 100.000 ευρώ δέκα μέρες μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας από την πρατηριούχο για την κατασκευή δύο πλυντηρίων-λιπαντηρίων στο χώρο του πρατηρίου...", (άρθρο 5 παρ. 1).

Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η ... με την πάροδο εξαμήνου από την υπογραφή του παρόντος συμφωνητικού και σε συνεννόηση με την πρατηριούχο, θα κατασκευάσει δύο κτίρια (πλυντήρια-λιπαντήρια) με δικές της (της ...) δαπάνες και συνολικού προϋπολογιζόμενου κόστους 130.000 ευρώ. Οι υπόλοιπες εργασίες προϋπολογιζόμενου κόστους 60.000 ευρώ θα πραγματοποιηθούν τον πρώτο μήνα μετά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος.

Η επιμέλεια και η δαπάνη έκδοσης των απαιτούμενων οικοδομικών αδειών βαρύνει την πρατηριούχο. Εάν τυχόν η πρατηριούχος καταγγείλει την παρούσα σύμβαση πριν τον ορισμένο χρόνο λήξης της, ή εάν η ... καταγγείλει τη σύμβαση αυτή πριν από την παραπάνω ημερομηνία εξ υπαιτιότητας της πρατηριούχου, τότε υποχρεούται να αποδώσει στην ... (πέραν οποιουδήποτε ποσού οφείλει από αξία εμπορευμάτων που έχει προμηθευτεί από την ...) και το υπόλοιπο της εμπορευματικής πίστωσης, που της έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, έντοκο με τον τόκο υπερημερίας από την ημέρα της καθ' οιονδήποτε τρόπο καταγγελίας αυτής της σύμβασης.

Επίσης, η πρατηριούχος οφείλει, στην παραπάνω περίπτωση, να καταβάλει στην ... και ποσό ευρώ ίσο προς το κόστος μεταφοράς των χρησιδανεισθέντων στο πρατήριο, το αναπόσβεστο κόστος των έργων και των κάθε είδους εργασιών που η ... εκτέλεσε στο πρατήριο, καθώς επίσης και το αναπόσβεστο κόστος των χρησιμοποιηθέντων υλικών, αποδεικνυόμενα από σχετικά τιμολόγια, αποβλέποντας στη λειτουργία του με τα σήματα της καθ' όλη τη διάρκεια που έχει συμφωνηθεί.

Ετησίως στο προϋπολογιζόμενο κόστος των έργων θα υπολογίζεται απόσβεση 20%... ( άρθρο 9 παρ. 1 και 2)", ενώ "Σε περίπτωση καταγγελίας αυτού του ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρατηριούχος υποχρεούται να καταβάλει στην ... τα έξοδα αποξήλωσης και μεταφοράς των χρησιδανεισθέντων στην έδρα των τεχνικών υπηρεσιών της ...

Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παρακράτησης των χρησιδανεισθέντων (έστω και ενός εξ αυτών) μετά τη λύση ή λήξη της σύμβασης, η πρατηριούχος υποχρεούται λόγω ποινικής ρήτρας και αποζημίωσης, το ύψος της οποίας θεωρεί εύλογο και δίκαιο, να καταβάλει στην ... ημερησίως ποσό 60 ευρώ (άρθρο 11 παρ. 3) και "..στην περίπτωση της πρόωρης αναίτιας καταγγελίας του παρόντος συμφωνητικού εκ μέρους της πρατηριούχου η ...

θα έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον πρατηριούχο και την αποκατάσταση όλης της ζημίας της, θετικής και αποθετικής, από την πρόωρη λύση των συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση η ... δικαιούται να αξιώσει την καταβολή σ' αυτήν, εκ μέρους της πρατηριούχου λόγω ποινικής ρήτρας, ποσού 3.000 ευρώ που συμφωνείται ως δίκαιο και εύλογο, επιφυλασσόμενη των λοιπών δικαιωμάτων της.

Τέλος, στην περίπτωση λήξης ή λύσης των συμβάσεων, για οποιαδήποτε αιτία επιστρέφονται αμέσως τα χρησιδανεισθέντα πράγματα και καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές όλες οι αξιώσεις της ... από οφειλόμενο τίμημα εμπορευμάτων, ιδίως εκείνων, η περίπτωση των οποίων ρυθμίζεται από το άρθρο 5... (άρθρο 12)".

Κατόπιν, συνυπέγραψαν το από 24.6.2005 τροποποιητικό συμφωνητικό της ως άνω σύμβασης ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος-εκκαλών Χ... Κ... εγγυήθηκε την εκ μέρους της πρατηριούχου πιστή τήρηση όλων των όρων της σύμβασης παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως. Η εν λόγω συμφωνία λειτούργησε αρχικώς κανονικά πλην όμως, η απαιτούμενη άδεια ανεγέρσεως των δύο κτιρίων που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο 9, εκδόθηκε την 9.4.2008 σύμφωνα με το αντίγραφο της που προσκομίζεται, ενώ τα δύο κτίρια τελικώς δεν ανεγέρθησαν και η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, λύθηκε την 12.12.2008 ως εκτίθεται πιο κάτω.

Ειδικότερα, την 22.10.2008,μετά την έκδοση της σχετικής πολεοδομικής άδειας, η πρατηριούχος Χ... Κ... επιζητώντας την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης της εταιρείας, προς ανέγερση των δύο κτιρίων, η οποία (εταιρία) μέχρι τότε δεν είχε προβεί σε καμία σχετική ενέργεια, κοινοποίησε στην εταιρεία την από 16.10.2008 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση με την οποία διαμαρτύρετο στην ...

για την καθυστέρηση κατασκευής των δύο κτιρίων, που είχε ορισθεί στο άρθρο 9 του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού και παράλληλα προσκαλούσε την εταιρεία να αρχίσει τις σχετικές εργασίες μέχρι την 1 Νοεμβρίου 2008. Κατόπιν η ... της απήντησε με την από 23.10.2008 εξώδικη απάντηση που επιδόθηκε στην Χ. Κ... την 31.10.2008, ότι πλέον δεν έχει καμία υποχρέωση για την κατασκευή αυτή, διότι προϋπόθεση αυτής ήταν η εντός ευλόγου χρόνου και πάντως νωρίτερα του εξαμήνου, από την έναρξη της συνεργασίας τους, έκδοση της απαραίτητης προς τούτο οικοδομικής άδειας και ότι η παροχή αυτή συμφωνήθηκε να υλοποιηθεί από τις αρχές της μεταξύ τους συνεργασίας, ώστε ταυτόχρονα και η εταιρεία να απολαύσει το εύλογα αναμενόμενο μερίδιο οφέλους από την λειτουργία του πλυντηρίου και του λιπαντηρίου καθ' όλη την διάρκεια της πενταετούς συνεργασίας τους και βεβαίως να εξελιχθεί το πρατήριο της εκκαλούσας και να αυξηθούν τα κέρδη της.

Επίσης, της δηλώθηκε ότι η κατασκευή των δύο κτιρίων θα μπορούσε πια να πραγματοποιηθεί μόνο μετά από τροποποίηση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας, λαμβάνοντας υπ' όψιν κυρίως τον χρόνο που απέμενε μέχρι την λήξη της συνεργασίας τους .Κατόπιν η πρατηριούχος, Χ... Κ... απήντησε στην ..., με την από 7.11.2008 εξώδικη απάντηση της εμμένοντας στην άποψη, ότι η ...

όφειλε να κατασκευάσει τα δύο κτίρια ανεξαρτήτως χρονικού περιορισμού. Τελικά, η συνεργασία των διαδίκων διεκόπη οριστικώς την 12.12.2008, οπότε η Χ... Κ..., μη αποδεχόμενη την πρόταση της ... για τυχόν παράταση της μεταξύ τους συμφωνίας, κοινοποίησε στην εταιρεία την με ίδια ημερομηνία εξώδικη καταγγελία της συμβάσεως για τον λόγο μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ανεγέρσεως των δύο κτιρίων από υπαιτιότητα της εταιρείας.

Στο άρθρο 9 του μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικού ρητώς αναφέρεται ότι η ανάληψη των εργασιών, ύψους 190.000 ευρώ που ανέλαβε η εταιρεία έγινε με την προοπτική της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων καθ' όλη την διάρκεια ισχύος του συμφωνητικού και μέσα στο πνεύμα αυτό πρέπει να ερμηνευθούν οι λοιποί όροι της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, καθώς και ο όρος σχετικά με τις εργασίες ανέγερσης των κτιρίων.

Παρακάτω στο ίδιο άρθρο εξειδικεύονται οι επιμέρους εργασίες και ορίζεται ως προς τα κτίρια ότι: <Ρητά συμφωνείται ότι η .... με την πάροδο εξαμήνου από την υπογραφή του παρόντος συμφωνητικού και σε συνεννόηση με την πρατηριούχο, θα κατασκευάσει δύο κτίρια (πλυντήρια-λιπαντήρια) με δικές της (της ...) δαπάνες και συνολικού προϋπολογιζόμενου κόστους 130.000 ευρώ.

Και ότι ως προς < τις υπόλοιπες εργασίες προϋπολογιζόμενου κόστους 60.000 ευρώ θα πραγματοποιηθούν τον πρώτο μήνα μετά την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος.>. Τέλος ότι :< Η επιμέλεια και η δαπάνη έκδοσης των απαιτούμενων οικοδομικών αδειών βαρύνει την πρατηριούχο >. Σχετικά με τα κτίρια η συμφωνία των διαδίκων έχει το νόημα ότι οι εργασίες ανεγέρσεως θα άρχιζαν μετά την πάροδο ενός εξαμήνου από την σύναψη της συμβάσεως, αφού μέσα σ' αυτό το χρονικό διάστημα η Χ...

Κ... θα είχε ολοκληρώσει τις απαραίτητες διαδικασίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Η ερμηνεία αυτή συμπορεύεται με το αρχικώς συμφωνηθέν ότι δηλαδή οι εργασίες θα γίνουν με την προοπτική της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων καθ' όλη την διάρκεια ισχύος του συμφωνητικού. Το εξάμηνο τέθηκε ως όριο εκκινήσεως των εργασιών προκειμένου και η εταιρεία που με δαπάνες της θα προέβαινε στην ανέγερση θα ανέμενε αύξηση των κερδών της μέσω της αυξήσεως των εσόδων της πρατηριούχου, αφού τα δύο κτίρια θα προσήλκυαν περισσότερη πελατεία και παράλληλα αύξηση πωλήσεων καυσίμων και λιπαντικών.

Δηλαδή, από τα ανωτέρω μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνηθέντα προκύπτει ότι, η εκκαλούσα ... ανέλαβε την υποχρέωση, προκειμένου η πρώτη εφεσίβλητη α' εκκαλούσα πρατηριούχος να προμηθεύεται αποκλειστικά από αυτή τα καύσιμα του πρατηρίου της, αφ' ενός μεν να χορηγήσει τις αναφερόμενες ως άνω εμπορευματικές πιστώσεις, αφ' ετέρου δε να χορηγήσει (παράσχει) στην πρώτη εναγομένη το επιπλέον οικονομικό αντάλλαγμα της ανέγερσης- κατασκευής με δικές της δαπάνες δύο κτιρίων (πλυντηρίων- λιπαντηρίων), αντάλλαγμα στο οποίο όμως και οι δύο συμβαλλόμενοι έδωσαν μεγάλη σημασία, καθώς με την εν λόγω πρόσθετη υπηρεσία του πρατηρίου θα αυξανόταν σημαντικά τα έσοδα και για τους δύο, δεδομένου ότι στην ευρύτερη περιοχή που δραστηριοποιείτο δεν υπήρχε την εποχή εκείνη άλλο πλυντήριο- λιπαντήριο.

Για τον λόγο αυτό άλλωστε τέθηκε ως αφετηρία το εξάμηνο σε αντιδιαστολή με τις υπόλοιπες εργασίες που δεν προϋπέθεταν την έκδοση πολεοδομικών αδειών και συμφωνήθηκε γι' αυτές να γίνουν εντός του πρώτου μηνός από την συνεργασία τους. Εξ άλλου αυτό ήταν και αυτονόητο, αφού η νομιμότητα της ανέγερσης των δύο κτιρίων προϋπέθετε την έκδοση της άδειας και για τον λόγο αυτό χορηγήθηκε στην πρατηριούχο η προθεσμία του εξαμήνου.

Η ερμηνεία του εν λόγω όρου που δόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δηλαδή η πάροδος του εξαμήνου αφορά μόνο το χρονικό σημείο έναρξης των εργασιών κατασκευής από την ενάγουσα και δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι θέτει αποκλειστική προθεσμία για την έκδοση των αδειών, δεν εξηγεί πως θα ξεκινούσε η νόμιμη ανέγερση των κτιρίων μετά την πάροδο του εξαμήνου, χωρίς τη απαραίτητη άδεια και για ποιο λόγο δόθηκε τελικά αυτή η προθεσμία του εξαμήνου, σε συνδυασμό και με τα υπόλοιπα ως άνω αναφερόμενα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων .

Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτει ότι η πρατηριούχος με μεγάλη καθυστέρηση ξεκίνησε τις απαραίτητες διαδικασίες εκδόσεως της αδείας καταθέτοντας την σχετική αίτηση στην Ε' εφορεία προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων Σπάρτης προκειμένου να εκδοθεί άδεια εκσκαφής θεμελίων για την ανέγερση των πλυντηρίων- λιπαντηρίων την 5.10.2005, δηλαδή περίπου πέντε μήνες μετά την υπογραφή της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας.

Καταθέτει ο μηχανικός της στην προσκομιζόμενη ένορκη κατάθεση του: <...το καλοκαίρι του 2005 και συγκεκριμένα τον Ιούνιο πήρα εντολή από την Χ... κλπ Κ... να βγάλω μια άδεια ....αρχές Οκτωβρίου κατέθεσα σχετική αίτηση στην αρμόδια Εφορία Αρχαιοτήτων ... >. Η εν λόγω Αρχαιολογική Υπηρεσία απάντησε στο αίτημα της πρατηριούχου με το από 31.10.2005 έγγραφο της, δηλαδή εντός χρονικού διαστήματος 27 ημερών, δεχόμενη την αίτηση.

Κατόπιν, την 2.11.2005 κατέθεσε αντίστοιχη αίτηση προς την 5η Εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων Σπάρτης, η οποία απήντησε θετικά με το από 18.11.2005 έγγραφο της. Κατόπιν την 20.10.2006, δηλαδή μετά την πάροδο ενός έτους από την α' απάντηση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η α'εφεσίβλητη δια του ως άνω μηχανικού της υπέβαλε τη με αριθ.

πρωτ. 7280/30.10.2006 αίτηση συνοδευόμενη από μελέτες και λοιπά δικαιολογητικά προς το τμήμα Πολεοδομίας Σπάρτης για την έκδοση των απαραίτητων αδειών, με καθυστέρηση επτά περίπου μηνών, αφού από την 10.3.2006 είχε εκδοθεί η με αριθμό 159 Απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας κατόπιν των από 3.11.2005 και 3.1.2006 αιτήσεων προς το Τμήμα Χωροταξίας-πολεοδομικού σχεδιασμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας.

Την 29.5.2007 σύμφωνα με το με αριθμό 25 Πρακτικό της Αρχιτεκτονικής Επιτροπής κατά την συνεδρίασή της διαπιστώθηκαν ελλείψεις του φακέλου της εν λόγω αρχιτεκτονικής μελέτης και η επιτροπή αυτή γνωμοδότησε να αναβληθεί η λήψη απόφασης: <προκειμένου: Να παρουσιαστούν τα 3 παραπάνω κτίρια συνολικά (έστω σε κλίμακα 1:100) σε μια όψη για να φανεί η σύνδεσή τους και η όψη απ' τον εθνικό δρόμο.

Να αναγραφούν οι χρωματισμοί των πάνελ καθώς και όλων των υλικών στις όψεις. Να προσκομιστεί νέα αιτιολογική έκθεση σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Να προστεθούν διαστάσεις ανοιγμάτων στις κατόψεις και να γίνει έλεγχος φωτισμού- αερισμού. Παρακαλείται ο μελετητής να ειδοποιηθεί από την υπηρεσία και να παρευρεθεί κατά την νέα εξέταση του θέματος, προκειμένου να παρουσιάσει την άποψη στην οποία στηρίχθηκε η σύνταξη της μελέτης...>.

Από το ως άνω δημόσιο έγγραφο αντικρούεται η ένορκη κατάθεση του Γ... Μ... αρχιτέκτονα, που ανέλαβε τη διεκπεραίωση της έκδοσης της άδειας που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 8013/5.09.2012 ένορκη βεβαίωση, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι <...υπήρχαν ελλείψεις στον φάκελο της πρατηριούχου από διάφορες υπηρεσίες όπως έγκριση της Κλασικής Αρχαιολογίας, έγκριση περιβαντολλογικών όρων από την Νομαρχία Λακωνίας και έγκριση μελλοντικής κυκλοφοριακής σύνδεσης από την 3η ΔΕΚΕ Πελοποννήσου.

Στις 30.10.2006 ολοκληρώθηκε ο φάκελος και με αριθμ. Πρωτοκ.7280 εισήχθη στην Πολεοδομία Σπάρτης ... > αφού σύμφωνα μ' αυτό ακόμη την 29.5.2007, δεν είχε ολοκληρωθεί ο φάκελος και οι ελλείψεις εντοπίζονταν σε θέματα που όφειλε η αιτούσα την άδεια πρατηριούχος να έχει καλύψει δια του μηχανικού και γι' αυτό δόθηκε η ως άνω αναβολή.

Τελικώς, η αρμόδια Πολεοδομία την 9.4.2008 εξέδωσε την υπ' αριθ. 76/2008 άδεια για την ανέγερση των πλυντηρίων- λιπαντηρίων. Η καθυστερημένη αυτή έκδοση της απαιτούμενης άδειας οφείλεται κυρίως στις καθυστερημένες ενέργειες από την πλευρά της πρατηριούχου, ως ανωτέρω εκτίθενται, και όχι σε ολιγωρία των δημοσίων υπηρεσιών, αφού αν η πρατηριούχος είχε κινηθεί άμεσα η καθυστέρηση σε κάθε περίπτωση δεν θα ξεπερνούσε ένα αναμενόμενο εύλογο χρονικό, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, διάστημα.

Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη ενημέρωσε με καθυστέρηση την ενάγουσα για την έκδοση της άδειας με την αποστολή της μέσω τηλεμοιοτυπίας την 7 Οκτωβρίου του 2008. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της πρατηριούχου, (πέραν της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζει την ακριβή ημέρα που έγινε αυτό), ότι ο φάκελος της άδειας παρεδόθη στον υπάλληλο της εταιρείας ονόματι Τ...

τον Απρίλιο του 2008,ούτε ότι ο ως άνω μηχανικός της ήταν σε συνεχή επικοινωνία με το τεχνικό τμήμα της εκκαλούσας εταιρείας από τον Μάιο του 2005 έως τον Απρίλιο του 2008, ο οποίος δεν καταθέτει τίποτα περί αυτών, στην προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωσή του. Αλλά ούτε από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρα της πρατηριούχου, ο οποίος μη έχοντας προσωπική και άμεση γνώση επί του θέματος κατέθεσε ό,τι του είπε η πρατηριούχος και συγκεκριμένα ότι έδωσαν ολόκληρο τον φάκελο στον επιθεωρητή Ν.

Τ..., μόλις εξεδόθη η άδεια για να τον δώσει στην εταιρεία, δηλαδή τον Απρίλιο του 2008. Από την άλλη πλευρά ο εξετασθείς μάρτυς Ι... Σ... διαβεβαίωσε ότι δεν παρέλαβε κανένα τέτοιον φάκελο από τον Ν.Τ..., του οποίου ήταν προϊστάμενος την εποχή εκείνη και ότι αν τον είχε παραλάβει θα έπρεπε να τον δώσει σ' αυτόν, αφού αυτός ήταν αρμόδιος για την προώθηση της στο Τμήμα τεχνικών υπηρεσιών της εταιρείας.

Η θέση αυτή της εκκαλούσας επιβεβαιώνεται και από την από 23/10/2008 εξώδικη απάντηση της, όπου ως χρόνος παραλαβής της άδειας αναφέρεται η 7.10.2008 με φαξ, ενώ παράλληλα δεν εξηγείται γιατί η πρατηριούχος, εφ' όσον ως ισχυρίζεται είχε δώσει τον φάκελο στην εταιρεία από τον Απρίλιο του 2008,περίμενε ένα εξάμηνο προκειμένου να την οχλήσει εγγράφως για την εκτέλεση του έργου.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας αυτής ο προβληθείς από την πρατηριούχο ισχυρισμός ότι το κτίσιμο των κτιρίων αυτών ήταν το αντιστάθμισμα για την επί πενταετία αποκλειστική προμήθεια καυσίμων και την χρέωσή τους σε ιδιαίτερα ψηλές τιμές και ότι η ανέγερση των κτιρίων δεν αφορούσε τα συμφέροντα της εναγομένης, αφού αυτή από την αρχή είχε πετύχει τις καταναλώσεις που είχαν συμφωνηθεί.

Αντίθετα ρητώς είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι: < το κόστος κατασκευής των εν λόγω κτιρίων προϋπολογίσθηκε στο ποσό των 130.000 ευρώ, υπολογίσθηκε από την εναγομένη στο περιθώριο κέρδους της και συμφωνήθηκε να αποσβέννυται κατά ποσοστό 20% ετησίως, έτσι ώστε να έχει αποσβεσθεί πλήρως κατά την λήξη της σύμβασης, η διάρκεια της οποίας είχε ορισθεί σε πέντε έτη >.

Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι οι τιμές που συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων ήταν ιδιαίτερα υψηλές, επί των οποίων, άλλωστε είχε συμφωνηθεί επιπλέον έκπτωση ύψους 7,8 ευρώ, ανά χιλιόλιτρο σε περίπτωση επίτευξης των στόχων (άρθρο 4 παρ.4 ιδιωτικού συμφωνητικού) καθώς και ο ισχυρισμός περί καλλίτερων τιμών των άλλων εταιρειών, αφού αφ ενός μεν δεν προσκομίζονται έγγραφα συγκριτικά στοιχεία περί του ύψους των τιμών σε ανάλογες συμβάσεις και σε κάθε περίπτωση η συνεργασία της πρατηριούχου, υπό τους όρους που ενσωματώθηκαν στο εν λόγω συμφωνητικό, ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και απόφασης της πρατηριούχου στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δράσης.

Κατόπιν αυτών, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος της πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, που να οφείλεται σε υπαιτιότητα της ..., ωστόσο ανεξαρτήτως αυτού, σύμφωνα με τα στην μείζονα πρόταση της παρούσας αναφερόμενα, μ' αυτήν (την καταγγελία) επήλθε η λύση της, μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως από την κοινοποίησή της προς την εταιρεία.

Περαιτέρω, οι συνέπειες της πρόωρης καταγγελίας προβλέπονται στο άρθρο 9 παρ.2 της επίδικης συμβάσεως το οποίο έχει ως εξής : < Εάν τυχόν η πρατηριούχος καταγγείλει την παρούσα σύμβαση πριν τον ορισμένο χρόνο λήξης της, ή, εάν η .... καταγγείλει την σύμβαση αυτή πριν από την ως άνω ημερομηνία εξ υπαιτιότητας της πρατηριούχου, τότε υποχρεούται να αποδώσει στην ... (πέραν οποιουδήποτε ποσού οφείλει από αξία εμπορευμάτων που έχει προμηθευτεί από την ...) και το υπόλοιπο της εμπορευματικής πίστωσης, που της έχει χορηγηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω, έντοκο με τον τόκο υπερημερίας από την ημέρα της καθ' οιονδήποτε τρόπο καταγγελίας αυτής της σύμβασης.

Επίσης, η πρατηριούχος οφείλει στην παραπάνω περίπτωση να καταβάλει στην ... και ποσό ευρώ ίσο προς το κόστος μεταφοράς των χρησιδανεισθέντων στο πρατήριο, το αναπόσβεστο κόστος των έργων και των κάθε είδους εργασιών που η ... εκτέλεσε στο πρατήριο, καθώς επίσης και το αναπόσβεστο κόστος των χρησιμοποιηθέντων υλικών, αποδεικνυόμενα από σχετικά τιμολόγια, αποβλέποντας στη λειτουργία του με τα σήματά της καθ' όλη τη διάρκεια που έχει συμφωνηθεί.

Ετησίως στο προϋπολογιζόμενο κόστος των έργων θα υπολογίζεται απόσβεση 20%. Προς το σκοπό αυτό η πρατηριούχος αποδέχθηκε σήμερα και παρέδωσε στην ...μία συναλλαγματική έκδοσης και εις διαταγήν της τελευταίας, πληρωτέα στα κατάστημα Σπάρτης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 225.000 ευρώ, ίσου δηλαδή, προς το ως άνω προϋπολογιζόμενο κόστος, η οποία αφέθηκε ασυμπλήρωτη ("λευκή") ως προς την ημερομηνία λήξης της τριτεγγυημένη υπέρ της αποδέκτριας- πρατηριούχου από τον εκ τρίτου συμβαλλόμενο.

Η ..., ευθύς ως προκύψει οποιαδήποτε απαιτητή αξίωση της έναντι της πρατηριούχου από την ως άνω αιτία έχει δικαίωμα, δυνάμει ρητής και ανέκκλητης εντολής που της παρέχει η πρατηριούχος, από τώρα και με αυτό το συμφωνητικό να συμπληρώσει την ημερομηνία λήξης, αυτής της συναλλαγματικής, αφού πρώτα ειδοποιήσει τον πρατηριούχο εγγράφως, προ τριών (3) ημερών και να προβεί στην ικανοποίηση των αξιώσεων της με τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης ίσου προς το πραγματικό κόστος των εργασιών.

Είναι αυτονόητο ότι η συναλλαγματική αυτή θα επιστραφεί στην πρατηριούχο κατά την ομαλή λήξη της σύμβασης αυτής. Από την ερμηνεία του άρθρου αυτού προκύπτει ότι οι ως άνω συνέπειες συμφωνήθηκαν για την περίπτωση, πρόωρης, καταγγελίας εκ μέρους της πρατηριούχου, ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς της, δεδομένου ότι η προϋπόθεση της υπαιτιότητας προκύπτει ότι ρητώς συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μόνο για την περίπτωση που η πρόωρη καταγγελία της συμβάσεως θα προήρχετο από την ....

Αλλά και από την αντιπαραβολή του άρθρου αυτού με το άρθρο 12 παρ.1, όπου ρητώς προβλέπονται οι συνέπειες για την περίπτωση αναίτιας καταγγελίας εκ μέρους της πρατηριούχου. Από τους ανωτέρω ορισμούς της μεταξύ τους συμφωνίας προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι όπου έκριναν ανέφεραν ρητώς τον όρο της υπαιτιότητας ως προϋπόθεση των συμφωνημένων συνεπειών.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο α' λόγος της α' συνεκδικαζόμενης εφέσεως. Σύμφωνα με την συμφωνία των διαδίκων η εταιρεία δικαιούται, λόγω της πρόωρης αυτής καταγγελίας τα εξής : Α/Η εκκαλούσα είχε χορηγήσει στην εφεσίβλητη εμπορευματική πίστωση για την αγορά πετρελαιοειδών ύψους 75.000 ευρώ. Άρα για το χρονικό διάστημα έως 12.12.2008 οπότε λύθηκε η επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την καταγγελία της εφεσίβλητης αυτή όφειλε υπόλοιπο εμπορευματικής πιστώσεως ύψους 42.765,56 ευρώ.

Η πρατηριούχος ισχυρίζεται με τον β' λόγο έφεσης της ότι το οφειλόμενο απ' αυτήν ποσό εμπορευματικής πίστωσης ανέρχεται σε 32.481 ευρώ και όχι 42.765/56 ευρώ για τον λόγο ότι δικαιούται για το έτος 2008 το εκ 7,8% προβλεπόμενο ποσό έκπτωσης που ανέρχεται σε 1.272.423 λίτρα βενζινών και πετρελαίων Χ 7,8 =9.924,56 ευρώ, αφού είχε καταναλώσει 1.272.423 λίτρα και συγκεκριμένα 558.262 λίτρα αμόλυβδης, 78.818 λίτρα σούπερ, 73.678 λίτρα σούπερ αμόλυβδης και 561.665 λίτρα πετρελαίου κίνησης.

Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του επίδικου συμφωνητικού προϋπόθεση έκπτωσης εκ 7,8 ευρώ ήταν η εκ μέρους της πρατηριούχου τήρηση όλων των όρων αυτού. Με το δεδομένο, ότι πέραν του ότι ήδη η όλη συμφωνία λόγω της καταγγελίας της πρατηριούχου δεν ίσχυε πλέον, προϋπόθεση χορήγησης της έκπτωσης ήταν η τήρηση του όρου, μεταξύ άλλων, περί ελαχίστων καταναλώσεων που όφειλε να έχει προμηθευτεί η πρατηριούχος, ήτοι 95.000 λίτρα βενζινών χ 11,2 μήνες= 1.092.500 λίτρα βενζίνης και 1.100.000 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης τους οποίους εν προκειμένω δεν κάλυψε η πρατηριούχος για το έτος 2008 και άρα δεν δικαιούται της έκπτωσης ...

Β/Η ενάγουσα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της α' εφεσίβλητης, είχε σχεδιάσει και εκτελέσει με δικές της δαπάνες και επιμέλεια, εργασίες στο πρατήριο της πρώτης εναγομένης, οι οποίες υπερέβησαν το ποσό των 60.000 ευρώ που είχε προεκτιμηθεί με την σύμβαση και ανήλθαν τελικώς στο συνολικό ποσό των 87.967,13 ευρώ.

Ειδικότερα, έγιναν εργασίες ...,όπως προκύπτει από τα εξής τιμολόγια που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα ...:.... που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα. Από το ανωτέρω ποσό των 87.967,13 ευρώ η πρατηριούχος οφείλει στην εταιρεία ποσοστό 28,19%, ως αναπόσβεστο υπόλοιπο της δαπάνης αυτής, δυνάμει των όρων της σύμβασης, δηλαδή οφείλει για την ως άνω αιτία το ποσό των (87.96743 ευρώ Χ 28,19%=) 24.797,93 .ευρώ.

Δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της παρούσας δικογραφίας ο ισχυρισμός της εκκαλούσας πρατηριούχου που περιλαμβάνεται στον 2° λόγο έφεσης της, ότι οι σχετικές εργασίες τελικώς ανήλθαν στο ποσό των 30.000 ευρώ επί του οποίου έπρεπε να υπολογισθεί το αναπόσβεστο υπόλοιπο αυτής της δαπάνης, πέραν της αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού, αφού δεν διευκρινίζεται ποιες κατά την άποψή της εργασίες έγιναν και ποια ήταν η επιμέρους αξία της καθεμιάς εξ αυτών και ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί, άλλωστε, τουλάχιστον ως προς το συμφωνηθέν ύψος των 60.000 ευρώ, έχει ήδη συνομολογήσει η πρατηριούχος την εκτέλεση των αντίστοιχων έργων στην από 16.10.2008 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εξώδικη διαμαρτυρία της.

Γ/Επίσης η εκκαλούσα για την αποξήλωση των χρησιδανεισθέντων κινητών πραγμάτων από το πρατήριο της πρώτης εφεσίβλητης και μεταφοράς τους στις αποθήκες της δαπάνησε το ποσό των 1.390,52 ευρώ .... Δ/ Κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η εταιρεία εγκατέστησε στο πρατήριο της τελευταίας ράφια εσωτερικού χώρου και εξέδωσε προς τούτο το υπ' αριθ. ...

τιμολόγιο πώλησης καθώς και το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών συνολικού ποσού 4.336,23 ευρώ, τα οποία δεν έχουν εξοφληθεί από την πρώτη εκκαλούσα -εναγομένη πρατηριούχο. Ε/Η πρατηριούχος οφείλει στην ενάγουσα από τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων το συνολικό ποσό των 11.968,75 ευρώ (βλ. υπ' αριθ.... τιμολόγια τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα)...

ΣΤ/ Η πρατηριούχος από υπαιτιότητά της καθυστέρησε την παράδοση των εξής χρησιδανεισθέντων κινητών πραγμάτων της ενάγουσας επί 395 ημέρες (από 13-12-2008 έως 13-1-2010) και συγκεκριμένα μίας αντλίας μονής ταχείας ηλεκτρονικής Ν-Ρ DPC 090, τεσσάρων αντλιών δίδυμων ηλεκτρονικών Ν.Ρ DPBA 050GE, μίας αντλίας με μοτέρ 2ΗΡ, ενός μετρητή καυσίμων κομπλέ και μιας πλαστικής σωλήνας πετρελαίου, αφού σύμφωνα με το υπ' αριθ. 80/13.1.2010 δελτίο αποστολής της πρατηριούχου προς την εταιρεία των ως άνω κινητών πραγμάτων εξεδόθη μόνο μετά την κατάθεση σε βάρος της και κοινοποίησης της υπ' αριθ.

κατάθεσης 15022/2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής εκ μέρους της εταιρείας στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Για το λόγο αυτό της οφείλει, ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 60 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης και συνολικά το ποσό των (60 ευρώ Χ 395 ημέρες=) 23.700 ευρώ και ο σχετικός λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί. Ούτε από την κατάθεση του εξετασθέντα στο ακροατήριο μάρτυρά της, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε ότι από την 12.12.2008 έως την 13.1.2010 γινόντουσαν διαπραγματεύσεις για την αγορά των αντλιών, ως ισχυρίσθηκε η πρατηριούχος, ενώ ο εξετασθείς μάρτυρας της ...

κατέθεσε ότι μετά την καταγγελία πήγε το συνεργείο της ενάγουσας στο πρατήριο και παρέλαβε τα μη χρήσιμα πλέον για την πρατηριούχο πράγματα (τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ. 559/23.2.2010 τιμολόγιο πώλησης, ενώ τα χρήσιμα (αντλίες και στέγαστρο) δεν τα παρέδωσε η πρατηριούχος παρά μόνο μετά την κοινοποίηση των ασφαλιστικών μέτρων, η συζήτηση της οποίας για αυτόν τον λόγο ματαιώθηκε και η πρατηριούχος αγόρασε τελικώς μόνο το στέγαστρο.

Εξ άλλου λογικά δεν εξηγείται για ποιο, λόγο να κατατεθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, αν όντως γίνονταν, διαπραγματεύσεις για την αγορά τους από την πρατηριούχο. Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 12 της επίδικης συμβάσεως: <Συμφωνείται ρητώς ότι και οι δύο συμβάσεις, δηλαδή των διαδοχικών αγοραπωλησιών και του χρησιδανείου, που και οι δύο περιέχονται στο παρόν ιδιωτικό συμφωνητικό, συνδέονται κατά τρόπο απόλυτο μεταξύ τους.

Για τον λόγο αυτό η παράβαση από την πλευρά της πρατηριούχου οποιουδήποτε όρου έστω και μιας από αυτές τις συμβάσεις (όλοι δε οι όροι και των δύο συμβάσεων αναγνωρίζονται ως ουσιώδεις και η τροποποίηση τους μόνο με έγγραφο αποδεικνύεται) δίνει το δικαίωμα στην ... είτε να εμμείνει στις συμβάσεις αυτές και να απαιτήσει από τη πρατηριούχο αποζημίωση είτε να υπαναχωρήσει, αλλιώς να καταγγείλει τις συμβάσεις αυτές με έγγραφο της που θα επιδίδεται προς τη πρατηριούχο με δικαστικό επιμελητή.

Στις περιπτώσεις αυτές καθώς και στην περίπτωση της πρόωρης αναίτιας καταγγελίας του παρόντος συμφωνητικού εκ μέρους της πρατηριούχου η ... θα έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον πρατηριούχο και την αποκατάσταση όλης της ζημίας της, θετικής και αποθετικής, από την πρόωρη λύση των συμβάσεων. Σε κάθε περίπτωση η ...

δικαιούται να αξιώσει την καταβολή σ' αυτήν, εκ μέρους της πρατηριούχου λόγω ποινικής ρήτρας, ποσού 3.000 ευρώ που συμφωνείται ως δίκαιο και εύλογο επιφυλασσόμενη των λοιπών δικαιωμάτων της....>. Σύμφωνα με τα ανωτέρω συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων λόγω της χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της Χ.Κ..., η ...

δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 12.12.2008 (κοινοποίηση καταγγελίας) έως 24.5.2010 (λήξη ορισμένου χρόνου συμβάσεως) διαφυγόντα κέρδη σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ τα οποία πρέπει να προσδιοριστούν ως εξής :... Επομένως, τα διαφυγόντα κέρδη της εκκαλούσας εταιρίας ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 75.326,27 ευρώ (30.224,88 +6303,49 +5330,74 +24.839,43 +8627,73).Τέλος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ως άνω αναφερόμενη παρ. 1 του άρθρου 12 του από 12-5-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρατηριούχος οφείλει να καταβάλει το ποσό των 3.000 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα.

Συνολικά για όλες τις ανωτέρω αιτίες οφείλει τα εξής ποσά:42.765,56 +24.797,93 +1.390,52 +4.336,23 +23.700 +11.968,75+75.326,27+3000= 187.285,26 ευρώ. Επειδή εις ολόκληρον συνυπεύθυνος με την πρώτη των εναγομένων είναι ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος εγγυήθηκε, παραιτούμενος της ένστασης της διζήσεως, οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών στην εκκαλούσα εταιρεία το ποσό των 187.285,26 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της καταγγελίας.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που την έκρινε εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 108.958,99 ευρώ, εσφαλμένα εφήρμοσε το νόμο ...". Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας στην ουσία την από 29-03-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε αυτή εν μέρει και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση 187.285,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της καταγγελίας (13-12-2008).

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης,αφού, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες,που επιτρέπουν, κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, ως προς την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, λόγω της παρακράτησης από την πρώτη αναιρεσείουσα των χρησιδανεισθέντων σ' αυτή κινητών πραγμάτων από την αναιρεσίβλητη, μετά τη λύση της σύμβασης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, αναφορικά με την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ποσού 23.700 ευρώ, αφού με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα πρατηριούχος από υπαιτιότητά της, ενώ είχε συμφωνηθεί η παράδοση των χρησιδανεισθέντων κινητών πραγμάτων (αντλιών κλπ.) της αναιρεσίβλητης μετά τη λύση της σύμβασης, αυτή καθυστέρησε την παράδοση επί 395 ημέρες ήτοι από 13.12.2008 (επόμενη της καταγγελίας και λύσης της σύμβασης) μέχρι 13.1.2010, ήτοι μετά την κατάθεση σε βάρος της και κοινοποίησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της υπ' αριθ.

κατάθεσης 15022/2009 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Επομένως, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η πλημμέλεια από τον ίδιο ως άνω αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας για τον καθυστερημένο χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας για την οικοδόμηση του πλυντηρίου-λιπαντηρίου, της διατήρησης της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για την κατασκευή αυτού και του εύλογου χρόνου έκδοσης της άδειας οικοδομής, μετά την πάροδο του οποίου θα ήταν ασύμφορη η κατασκευή τους από την αναιρεσίβλητη. Δεν παρατίθενται όμως στο αναιρετήριο οι σχετικές παραβιασθείσες εκ πλαγίου ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, σύμφωνα με τη σχετική μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παρατιθέμενες παραδοχές της ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας ως προς την καθυστέρηση της έκδοσης της οικοδομικής άδειας για την οικοδόμηση του πλυντηρίου - λιπαντηρίου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατέφυγε σε ερμηνεία της μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας , σε σχέση με το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε να γίνει η εκτέλεση των εργασιών κατασκευής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του πλυντηρίου- λιπαντηρίου, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών.

Επίσης, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον ίδιο ως άνω λόγο, με την αιτίαση ότι κατέφυγε σε ερμηνεία της σύμβασης, αφού δέχθηκε, ως προς τις συνέπειες της καταγγελίας της σύμβασης, ότι εκ μόνης της πρόωρης καταγγελίας εκ μέρους της πρατηριούχου (πρώτης αναιρεσείουσας), ανεξαρτήτως υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης, όφειλε να καταβάλει 42.765,56 ευρώ για χορηγηθείσα εμπορευματική πίστωση, 24.797,93 ευρώ ως αναπόσβεστο υπόλοιπο δαπανών και 1.390,92 ευρώ για δαπάνη αποξήλωσης των χρησιδανεισθέντων σ' αυτήν πραγμάτων, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των μερών.

Σύμφωνα, όμως, με τις εκτεθείσες συναφείς παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διέγνωσε την ύπαρξη ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών στην από 12-05-2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας για την αγοραπωλησία πετρελαιοειδών για τις ανάγκες του πρατηρίου υγρών καυσίμων της πρώτης αναιρεσείουσας, ως προς το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών κατασκευής από την αναιρεσίβλητη του πλυντηρίου-λιπαντηρίου και ως προς τις συνέπειες της πρόωρης καταγγελίας της επίδικης σύμβασης από την πρώτη αναιρεσείουσα και, για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα ζητήματα αυτά, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφαση του τα αναφερθέντα επιχειρήματα και τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, μόνη δε η παράλειψη της ονομαστικής μνείας τους δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών.

Η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει, στην προκειμένη περίπτωση, την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι πρώτος και τέταρτος, επομένως, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το οποίο οδήγησε στην από το Εφετείο ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ή δεν δέχτηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής, κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλοντας ότι το Εφετείο, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού απέρριψε την ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, ως προς το κονδύλιο των 23.700 ευρώ, που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη ως ποινική ρήτρα για την υπαίτια καθυστέρηση, μετά την καταγγελία της σύμβασης, της παράδοσης από την αναιρεσείουσα σ' αυτήν των χρησιδανεισθέντων κινητών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ότι είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός από τους αναιρεσείοντες και συνακόλουθα δεν απέρριψε ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως προς το κονδύλιο των 23.700 ευρώ.

Τέλος με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης (όγδοο), κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη, διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 405,407,σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 340 ΑΚ, αφού η εφαρμογή τους προϋποθέτει υπαιτιότητα του υποχρέου-οφειλέτη, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ουδεμία υπαιτιότητα τους βαρύνει περί την απόδοση των εν λόγω πραγμάτων. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου και να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος της (αρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-09-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 2967/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου. Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ (και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)