Legislator Case Law & Legislation
1252/2016 AI generated

1252/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1252/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1252/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο.

Keywords

AI generated
standing of shareholder taxpayer file inspection authorization to sue uncertificated registered share insufficiently substantiated grievance prospectus liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1252 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1252/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Γ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9367/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη και 2)Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 164/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών".

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972 και ορίσθηκε ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".

Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1)έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2)υπογραφή του εκδότη, στην θέση υπογραφής του εκδότη, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου η εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3)εκπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη.

Με την νέα, δηλαδή, ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ του ΚΠοινΔ όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτά η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο όπως την τέλεση της πράξεως, εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχείλη υποκειμενική υπόσταση).

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9367/2014 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία:

Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος: Α) ως εκπρόσωπος της εταιρίας .... εξέδωσε: 1) στις 30-6-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 10.000 Ευρώ και 2) στις 30-7-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 17.177 Ευρώ σε διαταγή και οι δύο της εταιρίας .... προς την ... (Υποκατάστημα ...) οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή στις 30-6-2009 και 30-7-2009 και δεν πληρώθηκαν γιατί στον υπ’ αριθμ. ...

λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου κατόπιν της από 25-9-2009 εγκλήσεως της ως άνω εταιρίας. Ειδικότερα η ως άνω έγκληση κατατέθηκε κατόπιν του με αριθμό …/2006 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας από τον ορισθέντα προς τούτο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Ε. Κ., ο οποίος ενεργούσε ως υποκατάστατος της ως άνω εταιρείας, έχοντας προς τούτο εξουσιοδότηση από το ΔΣ, το οποίο σύμφωνα με το καταστατικό της (άρθρο 20 παρ.20 του καταστατικού και ΦΕΚ 10376/25-9-2006 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) είχε το δικαίωμα να εξουσιοδοτεί ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα τρίτα πρόσωπα στη διενέργεια ορισμένων πράξεων εκπροσώπησης της.

Συνεπώς αφού ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εταιρίας , δεν ήταν αναγκαία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής στο πρακτικό μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Β) ως Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της εταιρίας "..." που εδρεύει στην ... Θεσσαλονίκης, εξέδωσε: 1) στις 30-4-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 17.660 Ευρώ και 2) στις 30-3-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 12.500 Ευρώ σε διαταγή Σ. Γ. του Σ. προς την ..., οι οποίες εμφανίστηκαν για πληρωμή στη 6-5-09 και 3-4-09 αντίστοιχα και δεν πληρώθηκαν γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Γ)ως Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της εταιρίας "....", εξέδωσε στις 30-6-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 26.180 Ευρώ, σε διαταγή "..." προς την ..., η οποία εμφανίστηκε την 30-6-2009 και δεν πληρώθηκε διότι στον με αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορούμενου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου κατόπιν της από 17-9-2009 εγκλήσεως της ως άνω εταιρίας. Ειδικότερα η ως άνω έγκληση κατατέθηκε κατόπιν του με αριθμό …/15-9-2009 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας από τον ορισθέντα προς τούτο Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Ι. Τ. του Χ., ο οποίος ενεργούσε ως υποκατάστατος της ως άνω εταιρείας, έχοντας προς τούτο εξουσιοδότηση από το ΔΣ, το οποίο σύμφωνα με το καταστατικό της (άρθρο 11 του καταστατικού και ΦΕΚ 7442/15-7-2008 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) είχε το δικαίωμα να εξουσιοδοτεί ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα τρίτα πρόσωπα στη διενέργεια ορισμένων πράξεων εκπροσώπησης της.

Συνεπώς αφού ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εταιρίας , δεν ήταν αναγκαία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής στο πρακτικό μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Δ) ως εκπρόσωπος της εταιρείας "...." εξέδωσε στις 30-9-2009, την υπ’ αριθμ. ... επιταγή ποσού 6.448 ευρώ σε διαταγή "..." προς την ... (Υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίστηκε για πληρωμή την 2-10-2009 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αριθμ ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου κατόπιν της από 27-10-2009 νομότυπης εγκλήσεως της ως άνω εταιρίας. Ειδικότερα η ως άνω έγκληση κατατέθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Α. Κ., κατόπιν έγγραφης εντολής και πληρεξουσιότητας που της έδωσε, όπως είχε δικαίωμα κατ’ άρθρο 7 του καταστατικού, αυθημερόν ο Δ. Κ. του Ε., νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ως άνω μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (βλ. σχ. με αριθμό 4544/2006 πράξη σύστασης της ως άνω εταιρείας και ΦΕΚ 2287/4-4-2006 Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), το γνήσιο δε της υπογραφής του τελευταίου έχει βεβαιωθεί προσηκόντως από το κέντρο εξυπηρέτησης πολιτών του Δήμου ... σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ. Ε) ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...", εξέδωσε την 30-6-2009, την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 3.690,97 ευρώ, σε διαταγή "..." προς την ... η οποία εμφανίστηκε την 7-7-2009 και δεν πληρώθηκε διότι στον με αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορούμενου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εκπροσωπούντα την ως άνω εταιρία Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Κ. Κ., κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (βλ. σχ. το με αριθμό Φύλλου 8230 / 25-7-2008 Φεκ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). ΣΤ) ως εκπρόσωπος της εταιρίας "..." εξέδωσε 1) στις 31-5-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 5.136,04 Ευρώ και 2) στις 31-5-2009 την υπ’ αριθμ ... επιταγή, ποσού 6.072.33 Ευρώ σε διαταγή και οι δύο Ι, Ζ. … προς την ... (Υποκατάστημα ...), οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή στις 5-6-2009 και 6-4-2009 αντίστοιχα και δεν πληρώθηκαν γιατί στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό του κατηγορουμένου δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου κατόπιν της από 24-9-2009 νομότυπης εγκλήσεως της ως άνω εταιρίας. Ειδικότερα η ως άνω έγκληση κατατέθηκε από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γ. Ο., κατόπιν έγγραφης εντολής και πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε με το από 23-7-2009 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας (βλ. σχ. το με αριθμό Φύλλου 11446/3-10-2007 Φεκ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), το γνήσιο δε της υπογραφής των μελών του έχει βεβαιωθεί προσηκόντως από δικηγόρο σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ . Ζ) ως Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της Εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέδωσε στις 31-3-2009 την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 1.842,20 €, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "...", προς την τράπεζα ... .... (κατάστημα οδού ... ...), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 2-4-2009 και δεν πληρώθηκε, γιατί στον υπ αριθμ. ... λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.

Εν προκειμένω η ποινική δίωξη ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου κατόπιν της από 28-5-2009 εγκλήσεως της ως άνω εταιρίας. Ειδικότερα η ως άνω έγκληση κατατέθηκε κατόπιν του από 18-5-2009 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας από τον ορισθέντα προς τούτο Μ. Π. του Π., ο οποίος ενεργούσε ως υποκατάστατος της ως άνω εταιρείας, η οποία κατά το άρθρο 16 του καταστατικού της που προσκομίστηκε κατά την υποβολή της εγκλήσεως, (ΦΕΚ 2972/2009 και 1505/1977 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) είχε το δικαίωμα να εξουσιοδοτεί ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα τρίτα πρόσωπα στη διενέργεια ορισμένων πράξεων εκπροσώπησης της.

Συνεπώς αφού ο ανωτέρω ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εταιρίας, δεν ήταν αναγκαία για τη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής στο πρακτικό μελών του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας. Πέραν όμως τούτου το γνήσιο της υπογραφής των μελών του ΔΣ της εγκαλούσας έχει βεβαιωθεί προσηκόντως από δικηγόρο σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι δημιουργείται ασάφεια από την παραδοχή της απόφασης, ότι αυτός τέλεσε το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση στις μεν περιπτώσεις υπό στοιχεία Β, Γ και Ζ του διατακτικού με την ιδιότητά του ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", στις δε λοιπές περιπτώσεις με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας είναι αβάσιμη, αφού από το σύνολο των παραδοχών προκύπτει ότι τις επίδικες επιταγές σε όλες τις περιπτώσεις "εξέδωσε" δηλαδή υπέγραψε ο αναιρεσείων, ως εκδότης, για λογαριασμό της υπ’ αυτού εκπροσωπούμενης εταιρείας.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως άλλως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ιδίου κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό, αυτό μέσο. Η ανωτέρω ακυρότητα αποτρέπεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο είναι διαδικαστικό έγγραφο ή όταν το έγγραφο που φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκε προκύπτει από το περιεχόμενο άλλου αναγνωσθέντος εγγράφου ή αναφέρεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέν, οπότε θεωρείται ότι αναγνώσθηκε και στη κατ’ έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης (υπ’ αριθμ. 9367/2014) αποφάσεως αναφέρονται, μεταξύ των άλλων εγγράφων, τα καταστατικά των εταιρειών "...", "...", "....", "Ι. Ζ. …" και "...", καθώς και τα με αριθμ.7442/15-7-2008, 8230/25-7-2008 και 11446/3-10-2008 ΦΕΚ (τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ), έγγραφα που δεν περιλαμβάνονται στο κατάλογο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, πλήν όμως, τα έγγραφα αυτά δεν στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου και δη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, αλλά ελήφθησαν υπόψη για την απόρριψη του ισχυρισμού περί απαραδέκτου της ποινικής διώξης λόγω μη νομότυπης υποβολής των εγκλήσεων με βάση τις οποίες ασκήθηκε η ποινική δίωξη για την ανωτέρω πράξη.

Εξάλλου από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι διαβάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου και η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 21638/2013 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με τα πρακτικά της, που περιέχει και το κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ως αναγνωσθέντα, το καταστατικό της εταιρείας με την επωνυμία "..." και τα υπ’ αριθμ. 10376/25-9-2006 και 8230/25-7-2007 ΦΕΚ (τεύχη ΑΕ και ΕΠΕ), από τα οποία (ΦΕΚ) προκύπτει το περιεχόμενο του καταστατικού των εταιρειών με την επωνυμία "...." και "Ε.....", αντίστοιχα.

Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι τα υπ’ αριθμ. 7442/5-7-2008 και 11446/3-10-2007 ΦΕΚ, από τα οποία, το πρώτο αφορά τη νομιμοποίηση του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας "..." και το δεύτερο τη σύσταση της εγκαλούσας εταιρείας "..." δεν αναγνώσθηκε πλήν όμως, συνυποβλήθηκαν με τις από 17-9-2009 και από 23-6-2009 εγκλήσεις των ανωτέρω εταιρειών και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του στο ακροατήριο, διότι αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας.

Ανεξαρτήτως όμως των προαναφερομένων, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχε τη δυνατότητα να ζητήσει από το διευθύνοντα τη συζήτηση (κατ’ άρθρα 333 παρ.2 εδ. τελ. και 358 εδ. τελ. ΚΠοινΔ) να κάνει δηλώσεις και αιτήσεις επί του περιεχομένου αυτών, υπαρχόντων στη δικογραφία, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι έγινε, δεν ήταν δε υποχρεωμένος ο διευθύνων τη συζήτηση, χωρίς ο κατηγορούμενος να το ζητήσει, να επιδείξει ιδιαίτερα σ’ αυτόν τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα και έτσι δεν στερήθηκε ο κατηγορούμενος του εκ του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ υπερασπιστικού δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις σχετικά με το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 79 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ.α του ν.2408/1996. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠοινΔ στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση.

Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως (2009) μετά δηλαδή, τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν.3604/2007, ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".

Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ.3 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν.3604/2007, "Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.

Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα η περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσίων που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέρη ή τρίτους.

Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του".

Οι διατάξεις αυτές του ν.2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στο Δικαστήριο και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ.1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ.1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22 παρ.3 του άνω ν.2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μια από αυτές τις διατάξεις.

Η διάταξη του άρθρου 22 παρ.3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Το καταστατικό, δηλαδή, προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ.3, που μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας, προϋποθέτει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ.

ΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής.

Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής.

Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άνω άρθρου 22 παρ.3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας σύμφωνα με το οριζόμενο στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ’ ΚΠοινΔ.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 7α περ.γ και 7β παρ.1α και β του ν.2190/20, όπως ισχύουν μετά την ισχύ του νόμου 3604/2007 προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν, υποβάλλονται σε δημοσιότητα, η οποία πραγματοποιείται: α)με την καταχώρηση, ύστερα από έλεγχο των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορείου της νομαρχίας, όπου έχει την έδρα της η εταιρεία β)με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώρηση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών των πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα...

Η ως άνω δημοσιότητα, όσον αφορά τον διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα. Έτσι, η απόδειξη της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, δεν είναι οπωσδήποτε αναγκαίο να γίνει με την προσάρτηση στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης, του καταστατικού που περιέχει τον σχετικό όρο μεταβίβασης της εξουσίας εκπροσωπήσεως του διοικητικού συμβουλίου σε καταστατικό ή μη όργανο, (σε αντίθεση με το έγγραφο πληρεξουσιότητας για το οποίο ρητά απαιτεί ο νόμος την προσάρτηση αυτή) αλλά αρκεί προς τούτο η προσάρτηση του σχετικού φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Ανωνύμων εταιρειών), στο οποίο δημοσιεύεται η ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του πρακτικού του Δ.Σ.

αυτής από το οποίο προκύπτει η ανάθεση εκπροσώπησης της εταιρείας σύμφωνα με σχετικό άρθρο του κατασταστικού σε καταστατικά ή μη όργανα και το οποίο προσδίδει έτσι δημοσιότητα και στο καταστατικό, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 7Α και 7Β του ν.2190/1920. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.

Περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο επί εγκλήματος που διώκεται κατ’ έγκληση προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά το ότι η έγκληση υποβλήθηκε απαραδέκτως (περ.δ). Τέλος η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή τους.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι, επί των κατ’ έγκληση διωκομένων εγκλημάτων, και αυτός για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως, αφού η αποδοχή του άγει στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ.9367/2014 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία όπως ήδη προανεφέρθη.

Η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη ασκήθηκε κατόπιν υποβολής έγκλησης από τις φερόμενες κατωτέρω ως παθούσες ανώνυμες εταιρείες. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι οι εις βάρος του ποινικές διώξεις έπρεπε να κηρυχθούν απαράδεκτες ελλείψει νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως στις περιπτώσεις των μερικοτέρων υπό στοιχεία Α, Γ, Ε, ΣΤ και Ζ πράξεων, για το λόγο ότι κατά την κατάθεση της εγκλήσεως δεν συνυποβλήθηκε αντίγραφο του καταστατικού, από το οποίο να προκύπτει ότι έκαστος των υποβαλλόντων την έγκληση ενήργησε ως καταστατικό όργανο των ανωνύμων εταιρειών, για λογαριασμό των οποίων υπέβαλε την έγκληση.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό, ομού με την περί ενοχής αιτιολογία, όπως αυτή αναφέρθηκε ανωτέρω. Από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ποινική δίωξη του αναιρεσείοντος ασκήθηκε μετά από έγκληση των παρακάτω εταιρειών: 1)Στη μερικότερη υπό στοιχ. Α πράξη για την έκδοση των υπ’ αριθμ.... και ... δύο ακαλύπτων επιταγών, ποσού 10.000 ευρώ και 17.177 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή και οι δύο της εταιρείας "..." υποβλήθηκε η από 25-9-2009 έγκληση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", την οποία υπέγραψε και κατέθεσε ο Ε.

Κ., πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εγκαλούσας. Κατά την υποβολή της έγκλησης εγχειρίσθηκε το υπ’ αριθμ. 10376/25-9-2006 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 21-9-2006 του υπ’ αριθμ.192/30-6-2006 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας περί εκπροσωπήσεως αυτής.

Με το πρακτικό αυτό ορίζεται ότι "το Δ.Σ. αποφασίζει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ.2 του καταστατικού της εταιρείας που παρέχει παμψηφεί την εξουσιοδότηση και εντολή στους Ε. Κ., Χ. Κ. και Κ. Κ., μέλη του ΔΣ όπως από κοινού ή έκαστος χωριστά εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρεία "..." σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές της και ενεργούν κάθε πράξη αναγκαία και τείνουσα στην εκπλήρωση αυτής της εντολής και εξουσίας ως και κάθε άλλης αναγκαίας προς ευόδωση του εταιρικού σκοπού υπογράφοντες προς τούτο υπό την εταιρική επωνυμία".

Υπό τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό ότι το ανωτέρω πρόσωπο, ως υποκατάστατο του νομικού προσώπου της εγκαλούσας εταιρείας ενήργησε κατά την υποβολή της εγκλήσεως ως καταστατικό όργανο αυτής. Για την απόδειξη δε της υποκαταστάσεως του ΔΣ της εγκαλούσας αρκούσε το προσαρτηθέν στην έγκληση φύλλο του ΦΕΚ με το οποίο προσδίδεται δημοσιότητα στο καταστατικό και από το περιεχόμενο του οποίου προέκυπτε ότι η υποκατάσταση έγινε σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.2 αυτού. 2)Στη μερικότερη υπό στοιχ.Γ πράξη, για την έκδοση της υπ’ αριθμ. ...

επιταγής, ποσού 26180 ευρώ σε διαταγή της εταιρείας "..." υποβλήθηκε η από 17-9-2009 έγκληση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." την οποία υπέγραψε και κατέθεσε για λογαριασμό της ο Ι. Τ., διευθύνων σύμβουλος αυτής. Στην έγκληση επισυνάφθηκε το υπ’ αριθμ.100/15-9-2009 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας και το υπ’ αριθμ.7442/15-7-2008 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών στις 15-7-2008 του από 26-6-2008 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας, δυνάμει του οποίου το ΔΣ μεταβιβάζει σύμφωνα με το άρθρο 11 του καταστατικού, στους διευθύνοντες συμβούλους της εταιρείας, μεταξύ των οποίων, και ο Ι.

Τ., όλες τις αρμοδιότητες του και ορίζει ότι η εταιρεία δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή ενός εξ αυτών κάτω από την εταιρική επωνυμία, ενώ με το υπ’ αριθμ. 100/15-9-2009 πρακτικό το διοικητικό συμβούλιο της εγκαλούσας εξουσιοδότησε, σύμφωνα με το άρθρο 11 του καταστατικού του Ι. Τ. να υπογράψει και καταθέσει την ανωτέρω έγκληση.

Ο ανωτέρω, εφόσον υπήρχε πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας εταιρείας για μεταβίβαση σ’ αυτόν των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του διοικητικού αυτής συμβουλίου, όπως είναι και η υποβολή της εγκλήσεως, ενήργησε στην υπόθεση αυτή ως καταστατικό όργανο, το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του καταστατικού αλλά και από το 100/15-9-2009 πρακτικό του Διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας είχε δικαίωμα υπογραφής και υποβολής της εν λόγω εγκλήσεως. 3)Στη μερικότερη υπό στοιχ.Ζ πράξη, για την έκδοση της υπ’ αριθμ....

επιταγής, ποσού 1842,20€ σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "...", υποβλήθηκε η από 28-5-2009 έγκληση της ανωτέρω εταιρείας, την οποία υπέγραψε και κατέθεσε ο Μ. Π.. Κατά την υποβολή της έγκλησης εγχειρίσθηκαν τα παρακάτω έγγραφα ήτοι το καταστατικό της εγκαλούσας εταιρείας, το υπ’ αριθμ.2972/2009 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με ανακοίνωση καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 14-4-2009 του από 6-4-2009 πρακτικού του ΔΣ της ως άνω εταιρείας, με το οποίο εκλέχθηκαν τα μέλη του ΔΣ αυτής και το από 18-5-2009 πρακτικό του ΔΣ, τα οποία, όλα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο.

Ειδικότερα, από το από 18-5-2009 πρακτικό συνεδριάσεως του ΔΣ της ανωτέρω εταιρείας προκύπτει ότι αυτό παρέχει την εντολή και εξουσιοδότηση στο Μ. Π. να υπογράψει και καταθέσει έγκληση εναντίον του αναιρεσείοντος για το αδίκημα της ακάλυπτης επιταγής. Για την ανάθεση από το ΔΣ σε τρίτο πρόσωπο της εκπροσώπησης της εγκαλούσας εταιρείας και της εκτάσεως αυτής (κατ’ άρθρο 22 παρ.3 του Ν.2190/1920) υπάρχει πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας, το οποίο, στο άρθρο 21 αυτού ορίζει ότι το ΔΣ δικαιούται να μεταβιβάσει με ειδική εντολή και με όποιους όρους κρίνει όλες ή μέρος των εξουσιών του σε ένα ή περισσότερα των μελών του, ονομάζοντας αυτά διευθύνοντες, εντεταλμένους, συμπράττοντες, ειδικούς συμβούλους (νομικούς, τεχνικούς, οικονομικούς κλπ) ή γενικούς διευθυντές, σε ένα ή περισσότερους διευθυντές ή υπαλλήλους της εταιρείας ή και σε τρίτους.

Επομένως, εφόσον υπήρχε πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας εταιρείας για μεταβίβαση σε τρίτο μέρους ή όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων αυτού, όπως είναι και η υποβολή εγκλήσεως, ο ανωτέρω Μ. Π. ενήργησε στην υπόθεση αυτή, όχι ως πληρεξούσιος αλλά ως καταστατικό όργανο, το οποίο, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του καταστατικού αλλά και την από 18-5-2009 απόφαση του ΔΣ της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, είχε δικαίωμα υπογραφής και υποβολής της εν λόγω εγκλήσεως και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ στο παραπάνω πρακτικό, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων 4)Στη μερικότερη υπό στοιχ.ΣΤ πράξη, για την έκδοση των υπ’ αριθμ....

και ... επιταγών, ποσού 5.136,04 ευρώ και 6.072,33 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Ζ. …" υποβλήθηκε η από 24-6-2009 έγκληση της ανωτέρω εταιρείας, την οποία κατέθεσε για λογαριασμό της ο δικηγόρος Γ. Ο., δυνάμει του συνοδεύοντος την έγκληση προς νομιμοποίησή του, από 23-7-2009 πρακτικού του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας, το οποίο φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του ΔΣ, με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων από το δικηγόρο Π.

Γ. κατά το άρθρο 42 παρ.2 ΚΠοινΔ. Από το πρακτικό αυτό προκύπτει ότι το ΔΣ της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας κατά τη συνεδρίαση της 23-6-2009, στην οποία συμμετείχε ο Πρόεδρος και τρία μέλη έδωσε εντολή και εξουσιοδότησε τον προαναφερόμενο δικηγόρο να εμφανισθεί ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και καταθέσει για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας έγκληση κατά του κατηγορουμένου για το έγκλημα της εκδόσεως των αναφερομένων ακαλύπτων επιταγών.

Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ο ανωτέρω δικηγόρος ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του ΔΣ της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως που του ανατέθηκε και όχι ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής. Ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση του καταστατικού της εγκαλούσας εταιρείας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχει σχετική πρόβλεψη σ’ αυτό που επιτρέπει στο ΔΣ την κατά το άρθρο 22 παρ.3 του ν.2190/1920 μεταβίβαση των εξουσιών του σε τρίτους, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων.

Ενόψει των ανωτέρω, το δικάσαν δικαστήριο με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι εγκλήσεις ως προς τις μερικότερες υπό στοιχεία Α, Γ, ΣΤ και Ζ πράξεις υποβλήθηκαν νομοτύπως, δεν υπερέβη την εξουσία του και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον προβληθέντα περί μη νομοτύπου υποβολής της εγκλήσεως ισχυρισμό.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η και κατ’ εκτίμηση στοιχ.Δ λόγοι αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του άνω περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως ισχυρισμού σε σχέση με τις μερικότερες υπό στοιχεία Α, Γ, ΣΤ και Ζ πράξεις του αδικήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά την υπό στοιχείο Ε μερικότερη πράξη η έγκληση, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, υποβλήθηκε κατά του κατηγορουμένου από τον Κ. Κ., πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εγκαλούσας εταιρείας "..." δυνάμει αποφάσεως του ΔΣ αυτής. Με την ανωτέρω αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό περί μη υποβολής νομοτύπου εγκλήσεως. Όμως η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι ενώ δέχεται ότι η έγκληση υποβλήθηκε νομοτύπως από τον εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας κατόπιν αποφάσεως του ΔΣ αυτής, δεν αναφέρει αν αυτός ενήργησε ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας ή ως πληρεξούσιος εντολοδόχος του ΔΣ αυτής για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξεως, ούτε προσκομίζεται το καταστατικό της εγκαλούσας, από το οποίο ήθελαν διαγνωσθεί τα θέματα αυτά και εξετασθεί αναλόγως η αναγκαιότητα ή μη της ειδικής πληρεξουσιότητας με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής ή μη των μελών του ΔΣ της εν λόγω εταιρείας.

Επομένως ο κατ’ εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του άνευ περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως ισχυρισμού αναφορικά με τη μερικότερη υπό στοιχείο Ε πράξη είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως καθόσον αφορά την υπό στοιχ. Ε, ως άνω, μερικότερη πράξη πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά τούτο καθώς και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 9367/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης μόνον ως προς τη μερικότερη υπό στοιχείο Ε πράξη ήτοι της έκδοσης από τον κατηγορούμενο ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "..." των 30-6-2009 της υπ’ αριθμ. ... επιταγής ποσού 3.690,97 ευρώ σε διαταγή της εταιρείας "..." προς την ..., η οποία εμφανίσθηκε την 7-7-2009 και δεν πληρώθηκε καθώς και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση κατά τα ανωτέρω, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ